Υπεράκτιες εταιρείες –Μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας μέσω  offshore εταιρειών

Εισαγωγή στα βασικά χαρακτηριστικά των υπεράκτιων εταιρειών

Η έννοια της offshore εταιρείας, η οποία στα ελληνικά αποδίδεται ως εξωχώρια, υπεράκτια, υπερόρια ή και υπερπόντια εταιρεία, έχει απασχολήσει εντονότατα τα μέσα ενημέρωσης και την πολιτεία ως πρακτική των συναλλαγών με ευρύτατες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Στο μυαλό του μέσου κοινωνού, οι offshore εταιρείες είναι το μέσο με το οποίο γίνεται ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Και αυτό είναι ευνόητο, καθώς πολλές φορές αποτελούν το όχημα-προκάλυμμα για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων του εμπορικού, επί το πλείστον, κόσμου, όπως φορολογία κληρονομιάς, μεταβίβασης ακινήτων και λοιπών φορολογικών διατάξεων που θεσπίζει το κράτος από το κανονιστικό πλαίσιο των οποίων οι ιδρυτές μιας εξωχώριας εταιρείας επιθυμούν την διαφυγή χάριν της ελάχιστης ή και καθόλου εποπτείας που προσφέρουν τα κράτη, στα οποία ανθεί η ίδρυση offshore εταιρειών και ουσιαστικά μετατρέπει αυτά σε φορολογικούς παραδείσους και πόλο έλξης του παγκόσμιου κεφαλαίου.

Για το έτος 2013, ως μη συνεργάσιμα κράτη , τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως φορολογικοί παράδεισοι,   συνεχίζουν να θεωρούνται αυτά που περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθ. 1011408/ΔΟΣ/Α/ 20.1.2012 ΑΥΟ:

 

  • 1. Ανδόρα (Andorra)
  • 2. Ανγκουίλα (Anguilla)
  • 3. Αντίγκουα και Μπαρμπούντα (Antigua & Barbuda)
  • 4. Αρούμπα (Aruba)
  • 5. Μπαχάμες (the Bahamas)
  • 6. Μπαχρέιν (Bahrain)
  • 7. Μπαρμπάντος (Barbados)
  • 8. Βερμούδες (Bermuda)
  • 9. Μπελίζ (Belize)
  • 10. Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι (British Virgin Islands)
  • 11. Μπρουνέι (Brunei)
  • 12. Νήσοι Κέιμαν (Cayman Islands)
  • 13. Νήσοι Κουκ (the Cook Islands)
  • 14. Κόστα Ρίκα (Costa Rica)
  • 15. Ντομίνικα (Dominica)
  • 16. Γιβραλτάρ (Gibraltar)
  • 17. Γρενάδα (Grenada)
  • 18. Γουατεμάλα (Guatemala)
  • 19. Γκέρνσεϋ (Guernsey)
  • 20. Νήσος Μαν (Isle of Man)
  • 21. Τζέρσεϋ (Jersey)
  • 22. Λίβανος (Lebanon)
  • 23. Λιβερία (Liberia)
  • 24. Λιχτενστάιν (Liechtenstein)
  • 25. Μαλαισία (Malaysia)
  • 26. Νήσοι Μάρσαλ (Marshall Islands)
  • 27. Μοντσεράτ (Montserrat)
  • 28. Μαυρίκιος (Mauritius)
  • 29. Μονακό (Monaco)
  • 30. Ναούρου (Nauru)
  • 31. Ολλανδικές Αντίλλες (Netherland Antilles)
  • 32. ΠΓΔΜ (FYROM)
  • 33. Νιούε (Niue)
  • 34. Παναμάς (Panama)
  • 35. Φιλιππίνες (Philippines)
  • 36. Αγία Λουκία (St. Lucia)
  • 37. Αγιος Χριστόφορος και Νέβις (St. Kitts and Nevis)
  • 38. Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες (St. Vincent and the Grenadines)
  • 39. Σαμόα (Samoa)
  • 40. Σεϋχέλλες (Seychelles)
  • 41. Σιγκαπούρη (Singapore)
  • 42. Νήσοι Τέρκς και Κάικος (Turks and Caicos)
  • 43. Παρθένοι νήσοι των ΗΠΑ (US Virgin Islands)
  • 44. Βανουάτου (Vanuatu)
  • 45. Ουρουγουάη (Uruguay)
  • 46. Χόνγκ-Κόνγκ (Hong-Kong)

 

Δεν φαίνεται να υπάρχει ομοφωνία επί της συνολικής αξίας των κεφαλαίων που διακινούνται μέσω  εξωχώριων εταιρειών αλλά είναι αποδεκτό ότι αυτή είναι πολύ μεγάλου ύψους, εκτιμάται, δε, ότι τα έσοδα των χωρών που επιτρέπουν τη σύσταση αυτού του είδους των εταιρειών αγγίζει περίπου τα 18 τρισεκατομμύρια δολάρια. Το ποσό αυτό είναι μεγέθους που αντιστοιχεί σε πάνω από το 1/3 του συνολικού παγκόσμιου ενεργητικού. Συνακόλουθα εμπλέκονται πέρα από τον εμπορικό κόσμο, το τραπεζικό σύστημα και οι άμεσες ξένες επενδύσεις.

Ο λόγος για την ευρεία διάδοση αυτού του εταιρικού τύπου, ως μέσου συναλλαγών έγκειται στην απλοποιημένη και οικονομική διαδικασία ίδρυσης του, στην δυνατότητα απόκρυψης των αληθινών δικαιούχων της περιουσίας και των εσόδων της εταιρείας και στην σχεδόν μηδεμινή φορολόγηση που επιβάλλεται από το κράτος, στην χωρική περιφέρεια του οποίου ιδρύονται. Σε αυτό συμβάλλει η εδαφική διάσταση του τόπου ίδρυσης και του τόπου λειτουργίας της εταιρείας, με περαιτέρω αποτέλεσμα η δράση της να εκφεύγει των τοπικών ορίων των ελεγκτικών μηχανισμών του εκάστοτε κράτους, στο οποίο υπό κανονικές συνθήκες θα υποβαλλόταν (λ.χ. ναυτιλιακή εταιρεία, η οποία, τυπικά, έχει ως καταστατική έδρα τον Παναμά, λειτουργεί στην Ελλάδα). Πέρα από το σημαντικό κόστος που συνεπάγεται η καταδίωξη σε άλλες έννομες τάξεις και λοιπά τεχνικά εμπόδια (συνεργασία αρχών, πρόσληψη ειδικού προσωπικού), προσκρούει αυτή (η καταδίωξη) κυρίως στην έλλειψη θέλησης των κρατών που φιλοξενούν υπερόριες εταιρείες να αποκαλύψουν οτιδήποτε σχετικά με τη δράση αυτών, καθώς αυτό θα συντελούσε στην απομάκρυνση των κεφαλαίων από την επικράτεια τους. Οπότε ευνόητα γίνεται αντιληπτό ότι οι εξωχώριες προκαλούν ένα προστατευτισμό του κράτους υποδοχής και γενικά μια σύγκρουση σε διακρατικό επίπεδο.

Από ιστορική σκοπιά, η άνοδος του θεσμού της υπεράκτιας εταιρείας τοποθετείται χρονικά πίσω στην δεκαετία του 1950 και 1960, συνοδεύοντας αναπόσπαστα τα πρώτα βήματα των διεθνοποιημένων συναλλαγών. Ακόμα πιο πίσω, η πρώιμη φάση εμφάνισης τους εντοπίζεται σε δύο πολιτείες των ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα. Πρόκειται για τις πολιτείες New Jersey και Delaware. Η πρώτη θέσπισε ένα καθεστώς ανάλογο με αυτό που επικρατεί σήμερα για να προσελκύσει την εγκατάσταση εταιρειών στο έδαφος της. Μάλιστα θέσπισε τη μειωμένη απόδοση φόρων λόγω της ενδοομιλικής τιμολόγησης. Αργότερα, το παράδειγμα της ακολούθησε κατά πόδας και η πολιτεία των Delaware. Από τη δεκαετία του 1920 και μετά, η εξέλιξη των υπεράκτιων εταιρειών περνάει σε ευρωπαϊκό έδαφος και δη στην Ελβετία που σε συνδυασμό με το αυστηρό τραπεζικό απόρρητο που εγκαθιδρύει η χώρα αυτή, δίνει μεγάλη ώθηση στην ίδρυση των υπερπόντιων εταιρειών. Η τρίτη φάση άνθησης του φαινομένου έχει να κάνει με την εμπλοκή της ευρωαγοράς στο Λονδίνο (City) στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια συμφωνία  (άτυπη-”κυρίων”, ως αποκαλείται) μεταξύ της τράπεζας της Αγγλίας και των εμπορικών τραπεζών του City ότι κάθε συναλλαγή μέσω Λονδίνου μεταξύ δύο μη κατοίκων σε ξένο νόμισμα δεν θα υπόκεινται στο βρεττανικό κανονιστικό πλαίσιο. Κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το εν λόγω οικονομικό εγχείρημα εντασσόταν στα πλαίσια μιας αντιπαλότητας Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ με αφορμή την εισβολή των Άγγλων και Γάλλων στην Αίγυπτο και από την άλλη συνιστούσε και μέθοδο υπονόμευσης του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών με βάση το δολάριο (Bretton Woods). Μετά την απεξάρτηση των κτήσεων της Αγγλίας ανά τον κόσμο, οι χώρες αυτές δεν παύουν έστω και έμμεσα να ελέγχονται από τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ, συγχρόνως, μετατρέπονται πολύ γρήγορα σε offshore δικαιοδοσίες  αναπτύσσοντας άμεση διασύνδεση με το χρηματοπιστωτικό κέντρο της Αγγλίας στο  City.

Σήμερα υπάρχουν πάνω από εβδομήντα δικαιοδοσίες και αυτές είναι διασκορπισμένες στην κεντρική Αμερική και Καραϊβική, στην Ασία και Ωκεανία, στην Μέση Ανατολή, στην Αφρική αλλά και στην ίδια την Ευρώπη, ως ανωτέρω σημειώσαμε. Η εμπορευματοποίηση της εθνικής κυριαρχίας των κρατών που εμπλέκονται με τη σύσταση αυτών των εταιρειών είναι παραπάνω από δεδομένη, ωστόσο χαίρουν μεγάλης οικονομικής ευμάρειας για όσο καιρό κατορθώνουν να κερδίζουν την εμπιστοσύντη των μεταφερόμενων κεφαλαίων, αφού ιστορικά το χρηματοπιστωτικό και χρηματοοικονομικό κεφάλαιο είναι διαρκώς σε αναζήτηση τρόπων βελτίωσης της κερδοφορίας του, έστω και αν αυτό συνεπάγεται την εναλλαγή έδρας και τη μη σταθερή (δια)σύνδεση του με μια χώρα και το δίκαιο αυτής, κινητικότητα που άλλωστε αποτελεί και δεδομένο κατά τα πορίσματα της πολτικής οικονομίας.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στη διεθνή συνεργασία κρατών για την καταπολέμηση φοροδιαφυγής μέσω εξωχώριων εταιρειών προμηνύουν ότι σαν όχημα συσσώρευσης πλούτου οι υπεράκτιες εταιρείες δεν θα αργήσουν, ίσως, να φτάσουν στο τέλος ζωής τους και να χρειαστεί να επινοηθεί μια άλλη μέθοδος προς αντικατάσταση των λειτουργιών που παρέχουν. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, όμως, είναι πολύ νωρίς για να προεξοφλείται, με βεβαιότητα, η έλευση τέτοιου ενδεχόμενου -χωρίς και να αποκλείεται- λόγω και του πολυάριθμου αριθμού των ήδη συσταθείσων εταιρειών διάσπαρτων ανά τον κόσμο.

Ο σκοπός που υπηρετούν οι εταιρείες αυτές, παρά τις σύμφυτες πολύπλοκες νομικές διαδικασίες που τις χαρακτηρίζει, είναι απλός και δεν είναι άλλος από την μεγιστοποίηση της κερδοφορίας των εμπλεκόμενων κεφαλαίων στην δράση τους ανά τις εθνικές επικράτειες στον κόσμο. Κοινώς, και στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, ο όποιος πλούτος παράγεται από τις επιχειρήσεις σε όποια τυχόν χώρα έχουν επεκτείνει τη δράση τους, διοχευτεύεται σε εξωχώριες εταιρείες, προκειμένου να αποφευχθεί η μείωση αυτού λόγω της υψηλής φορολόγησης που επιβάλλει το κράτος εισδοχής (των ξένων κεφαλαίων). Ασφαλώς εξωχώριες εταιρείες ιδρύουν όχι μόνο το τμήμα του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και το εκάστοτε εχγώριο-εθνικό.

Ας δούμε τώρα τι αντικείμενο έχουν αυτές οι εταιρείες για να επιτεύξουν το σκοπό τους. Βασικά εταιρικά αντικείμενα αυτών συνιστούν οι εξής τομείς : ναυτιλία (νηολόγηση πλοίων κάθε είδους με σημείες ευκαιρίες), τραπεζικές υπηρεσίες και εργασίες, διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, διαχείριση ακινήτων, ασφαλιστικές υπηρεσίες και εργασίες, συμμετοχές σε άλλες εταιρείες, διαχείριση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, αεροπλοία, ηλεκτρονικό εμπόριο και τζόγος. Υπογραμμίζεται ότι παρατηρείται μια τάξη εξειδίκευσης των εκάστοτε έννομων τάξεων σε κάποιο αντικείμενο για διατήρηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που με τη σειρά του προσδίδει σε αυτές τεκμήριο για την εξασφάλιση των προτιμήσεων των επενδυτών.

Σε όλες, όμως, τις έννομες τάξεις απαντώνται περίπου τα εξής χαρακτηριστικά : εχεμύθεια, ανωνυμία ως προς τους πραγματικούς δικαιούχους, οι οποίοι δεν εμφαίνονται, απλοποιημένες και φτηνές διαδικασίες ίδρυσης (όχι όμως τόσο, ώστε να είναι προσιτές στον απλό εργαζόμενο, τουλάχιστον όχι με ευχέρεια), ελαστικά συστήματα διοίκησης και εσωτερικής διάρθρωσης αυτών και τέλος επίσης ελαστικό κανονιστικό πλαίσιο εποπτείας, στο οποίο πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζουν οι άμεσες σχέσεις των επενδυτών με τις κρατικές αρχές, ώστε οι τελευταίες να φροντίζουν για τη διατήρηση της έλλειψη διοικητικής συνδρομής για την αποκάλυψη αυτών. Σε πολλές περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται σε υπεράκτιες εταιρείες να συνάψουν εμπορικές συναλλαγές με τους κατοίκους ή με τις εταιρείες της χώρας, στην οποία θα ιδρυθεί η εταιρεία. Όλες οι δραστηριότητες (εκτός διοίκησης της εταιρείας) πρέπει να γίνονται με το εξωτερικό ή με άλλες υπεράκτιες εταιρείες της χώρας, η οποία θα αποτελεί την καταστατική έδρα της εταιρείας.

Ειδικότερα, δεν υφίσταται, συνήθως, υποχρέωση εγγραφής της εταιρείας σε δημόσιο μητρώο αλλά ακόμα και όταν υπάρχει τέτοια υποχρέωση, δεν καταγράφονται τα στοιχεία των αληθινών δικαιούχων, των πραγματικών και βασικών μετόχων δηλαδή. Αποκαλούνται εύστοχα και χωρίς υπερβολή φορολογικοί παράδεισοι, διότι, όχι απλά δεν υπάρχει σχεδόν καμία υποχρέωση καταβολής φόρου, αλλά δεν υπάρχει και υποχρέωση δημοσίευσης ισολογισμών, με αποτέλεσμα η ολική αδιαφάνεια να συντελεί στην αυξητική τάση της κερδοφορίας τους.

Πάντως ο σημαντικότερος τρόπος επίτευξης της ανωνυμίας γίνεται μέσω του θεσμού του “trust” που έχει την προέλευση του στις αγγλοσαξονικές νομικές παραδόσεις, οι οποίες, λόγω της έλλειψης πολύπλοκων και χρονοβόρων διαδικασιών, γνωρίζουν παγκοσμίως μεγάλη διεύρυνση σε αντίθεση με τα νομικά συστήματα της ηπειρωτικής Ευρώπης που διατηρούν την χρησιμότητα τους επί το πλείστον εντός των συνόρων αυτών και των ορισμένων χωρών που τελούν υπό την επιρροή τους : οικονομική και επιστημονική. Τουτοιοτρόπως, με τη συστατική πράξη του εμπιστεύματος μεταβιβάζονται στοιχεία από ένα φυσικό πρόσωπο -ή και νομικό ακόμα- τον ιδρυτή (settler)  σε ένα έμπιστο πρόσωπο, αποκαλούμενο τεχνικά εμπιστευματοδόχο (trustee). Ο τελευταίος διαχειρίζεται την περιουσία για λογαριασμό του ιδρυτή ή και για τρίτου προσώπου ως δικαιούχου και θεωρείται τυπικά κύριος αυτής (της περιουσίας). Όμως τα δικαιώματα του έμπιστου και διαχειριστή προς τα έξω περιορίζονται από το σκοπό και αντικείμενο του “trust”, ήτοι δεν έχει απόλυτη ελευθερία κινήσεων και ενεργειών. Τουναντίον, ο δικαιούχος έχει δικαιώματα επί της περιουσίας με κυριότερο να παρακολουθεί αυτόν σε περίπτωση μεταβίβασης στοιχείων σε άλλο πρόσωπο. Στην πράξη ο εμπιστευματοδόχος είναι μια άλλη εξωχώρια εταιρεία, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο δυσχερή τον εντοπισμό των αληθινών ωφελούμενων μέσα από το πλέγμα παρεμβαλλόμενων εταιρειών.

Το καταστατικό μιας υπερόριας εταιρείας, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους ίδρυσης, είναι συνήθως ένα απλό ιδιωτικό έγγραφο, χωρίς ελάχιστον περιεχόμενο επιβαλλόμενο εκ του νόμου και παρεμβολή δημοσίων λειτουργών, δηλαδή συμβολαιογράφων. Περιέχει συνήθως διατάξεις για τον εταιρικό τύπο (επί το πλείστον τύπου “limited”, χωρίς, ομως, να αντιστοιχεί επακριβώς στα χαρακτηριστικά μια ελληνικής ΕΠΕ), το μετοχικό κεφάλαιο, το σκοπό, τα δικαιώματα των μελών κοκ, ανάλογα με τις επιθυμίες και προθέσεις των ιδρυτών. Ειδικά για το μετοχικό κεφάλαιο, αυτό είναι συμβολικό και ουδέποτε αντιστοιχεί στην πραγματική αξία της περιουσίας και μολόνοτι ονομαστικό, δεν σημαίνει ότι κατανομάζονται και οι αληθινοί μέτοχοι αλλά τα πρόσωπα που ενεργούν αντί αυτών. Και εδώ συνήθως μέτοχοι είναι άλλες εξωχώριες εταιρείες. Είθισται η περιουσία να αποτελείται απο ένα περιουσιακό αντικείμενο λ.χ. χρήματα ή ακίνητο προς διευκόλυνση μεταβίβασης και παρομοίως το κεφάλαιο μπορεί να είναι μια και μόνο μετοχή στον κομιστή που μεταβιβάζεται απλούστατα με συμφωνία και παράδοση ως κινητό πράγμα χωρίς πρόσθετες διατυπώσεις. Για λόγους διασφάλισης της ανωνυμίας, οι αληθινοί μέτοχοι δεν είναι ποτέ μελη του ΔΣ ή διαχειριστές-διευθυντές μιας εξωχώριας εταιρείας.

Ειδικά για τους φορολογικούς συντελεστές διακρίνουμε τρεις βασικές περιπτώσεις : α) αυτούς με μηδενικό εταιρικό φόρο και φόρο εισοδήματος, β) αυτούς με χαμηλούς συντελεστές σε ορισμένη, όμως, κατηγορία φόρων -λ.χ. κερδών- και με παράλληλη χορήγηση προνομίων, και γ) εκείνους που θεσπίζουν φόρο κυρίως για τα εσωτερικά τοπικά κέρδη, όσα δηλαδή παράγονται στο κράτος ίδρυσης της εξωχώριας, ενώ τα εκτός δικαιοδοσίας φορολογούνται ελάχιστα έως καθόλου (αλλιώς δεν θα υπήρχε νόημα στην ίδρυση της εταιρείας). Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά και στις συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολόγησης. Πρόκειται για διακρατικές συμβάσεις που έχουν συνάψει κράτη εξωχώριας δικαιοδοσίας με κράτη της Ευρώπης και της Αμερικής, μέσω των οποίων είναι δυνατός ο μακροπρόθεσμος φορολογικός σχεδιασμός των επιχειρήσεων με τη μεταφορά κερδών απο χώρες με υψηλή φορολόγηση στις χώρες ίδρυσης εξωχώριων. Σε αυτό συμβάλλει και το σταθερό φορολογικό σύστημα των τελευταίων, το οποίο δεν ενέχει απρόβλεπτες μεταβολές.

Ως κάναμε σύντομη νύξη ανωτέρω, στα πλαίσια των εξωχώριων εταιρειών γίνεται η διάκριση μεταξύ καταστατικής και πραγματικής έδρας. Το αβίαστο ερώτημα που ανακύπτει είναι πώς προστατεύεται  ένας δανειστής από μια εταιρεία που τυπικά έχει την έδρα της σε κρατίδιο που ανθεί η ίδρυση υπεράκτιων εταιρειών αλλά στην ουσία όλη η εμπορική δραστηριότητα της εξακολουθεί και εντοπίζεται στην Ελλάδα;

Πολύ σημαντική απόφαση προς την κατεύθυνση λύσης αυτού του προβλήματος είναι η απόφαση με αρ. 2/2003 του ΑΠ και μάλιστα σε ολομέλεια, η οποία έκρινε ότι η ικανότητα ενός νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του, ως άλλωστε ορίζει και το άρθρο 10 ΑΚ. Όμως, ως έδρα νοείται η πραγματική και όχι η καταστατική. Τώρα, αν μια εταιρεία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και έχει, ωστόσο, την καταστατική της έδρα σε κάποιο κρατίδιο-φορολογικό παράδεισο, γεννάται το ζήτημα κατά πόσο θα είναι έγκυρη η σύσταση της εταιρείας κατά το ελληνικό δίκαιο, αφού δεν θα έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας και λοιπές προϋποθέσεις που θέτει το ελληνικό δίκαιο; Στην περίπτωση αυτή η εταιρεία κανονικά πρέπει να κηρυχθεί άκυρη.  Η νομολογία πήρε θέση ότι θα ισχύει ως “εν τοις πράγμασι εταιρεία” με άμεσο αποτέλεσμα την αλληλέγγυα και εις ολόκληρη ευθύνη των ιδρυτών-μετόχων της, ανάλογα με ότι ισχύει στην ομόρρυθμη. Αυτό όμως δεν ισχύει για τις ναυτιλιακές εταιρείες, για τις οποίες προβλέπει ειδικά ο  ν. 791/1978.

Τέλος πρώτου μέρους. Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευθεί στης 8/1/2014.

Η Επιστημονική Ομάδα της ASTbooks