Ακολούθως παρατίθεται η περίληψη και σημαντικό εκτενές απόσπασμα της πολύ σημαντικής αυτής δικαστικής απόφασης :

 

Σχετική Νομολογία : υπαγωγή υπεράκτιας εταιρείας στους ορισμούς του ελληνικού δικαίου σύμφωνα με την αρχή της πραγματικής έδρας 2/2003 ΟλομΑΠ (περίληψη) :

Αλλοδαπές εταιρείες - Εταιρείες offshore - Εφαρμοστέο δίκαιο -. Σύμφωνα με το άρθ. 10 ΑΚ, εταιρίες των οποίων τα όργανα διοικήσεως λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη εθνικότητα ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδας. Αν διαπιστωθεί, ότι η πραγματική έδρα της εταιρίας, που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεως (συστάσεως και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρία είναι άκυρη και θεωρείται ως «εν τοις πράγμασι» μόνο εταιρία. Τούτο ισχύει και για την «αλλοδαπή» (κατά το καταστατικό της) εμποροβιομηχανική εταιρία του α.ν. 89/1967, η οποία, εκτός από την ως άνω «εγκατάστασή» της, έχει και την πραγματική της έδρα στην ελληνική επικράτεια. Τέτοια εταιρία είναι ημεδαπή και διέπεται ως προς τη σύστασή της κλπ. από το ελληνικό δίκαιο.

Παρατίθεται ουσιώδες απόσπασμα :

“....ΙΙ. Με την 335/2001 απόφαση του Α' Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β' του ΚΠολΔ, λόγω λήψεως της αποφάσεως με διαφορά μιας ψήφου, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος (ενιαίως εκτιμώμενοι) καθώς και ο συναφής προς αυτούς δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2735/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών σχετικά με τα ζητήματα: α) αν οι αλλοδαπές εταιρίες που έχουν εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα σύμφωνα με τον Α.Ν. 89/1967 διέπονται ως προς την ικανότητα δικαίου αυτών, από το δίκαιο της έδρας που αναγράφεται στο καταστατικό τους ή από το δίκαιο της πραγματικής τους έδρας και β) αν η εφαρμογή του άρθρου 10 ΑΚ ως προς τη νομιμότητα της συστάσεως της εταιρίας και την ικανότητα δικαίου αυτής κρίνεται με βάση την πραγματική ή την καταστατική έδρα της....“

”….ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Τα επί μέρους ζητήματα που ρυθμίζονται από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου είναι, μεταξύ άλλων, η ίδρυση του νομικού προσώπου, η έναρξη και η έκταση της ικανότητας δικαίου, η λύση του, η επωνυμία, η διαχείριση, η αντιπροσωπευτική εξουσία και η ευθύνη των οργάνων του. Ως "έδρα" νοείται στη διάταξη αυτή η πραγματική και όχι η καταστατική, δηλαδή ο τόπος, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, δηλαδή ο τόπος στον οποίο συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεώς του, στον οποίο ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Διάφορη εκδοχή θα καθιστούσε συνδετικό στοιχείο, για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, τη θέληση (επιλογή) των ενδιαφερομένων. Η λύση αυτή ενώ υιοθετείται προκειμένου περί συμβατικών ενοχών (βλ. ΑΚ 25), δεν αρμόζει προκειμένου να κριθεί η σύσταση και λειτουργία του νομικού προσώπου. Τούτο γιατί αυτό αποτελεί υποκείμενο δικαίου δηλαδή ενεργεί όχι μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όπως η συμβατική ενοχή, αλλά έναντι όλων, ώστε η σύσταση, τα όργανα και η εν γένει δράση του ενδιαφέρουν τους τρίτους και τις συναλλαγές όπως είναι οι μέτοχοι της εταιρίας, αλλά και οι δανειστές αυτής και ενδεχομένως τον έλεγχο της εταιρίας από το Κράτος της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου. Επί πλέον το συνδετικό στοιχείο της θέλησης των ιδρυτών (καταστατική έδρα) θα κατέληγε στον παραμερισμό, στην εγχώρια έννομη τάξη, κανόνων δημοσίας τάξεως που είναι αντίθετο στη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 3 Α.Κ. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων η θεωρία της πραγματικής έδρας κρατεί απολύτως στη νομολογία (Ολ. ΑΠ 2/1999, 461/1978) και στη θεωρία. Αντίθετο δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 48 (πρώην 58) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης που ορίζει, ότι "οι εταιρείες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός Κράτους-μέλους και οι οποίες έχουν την καταστατική τους έδρα, την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους εντός της Κοινότητας εξομοιώνονται, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, προς τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπήκοοι των κρατών-μελών". Τούτο γιατί η διάταξη προϋποθέτει, ότι πρόκειται για άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης εγκαταστάσεως εταιρίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα που είναι εγγυημένη από τα άρθρα 43 και 48 της Συνθ ΕΕ. Δεν ισχύει όμως τούτοι όταν πρόκειται για εταιρία συνεστημένη σύμφωνα με το δίκαιο Κράτους εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία επιθυμεί να έχει την πραγματική της έδρα σε Κράτος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται: α) με το άρθρο 24 παρ. 3 εδ. 2 της κυρωθείσας με το Ν. 2893/1954 Συνθήκης Φιλίας, Εμπορίου και Ναυτιλίας της 3 Αυγούστου 1991 μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, σύμφωνα με το οποίο εταιρίες που η σύστασή τους έγινε δυνάμει του νόμου και κανονισμών που ισχύουν μέσα στο έδαφος καθενός από τα συμβαλλόμενα Μέρη, θα θεωρούνται εταιρίες του Μέρους τούτου και θα αναγνωρίζεται η νομική τους υπόσταση μέσα στα εδάφη του άλλου Μέρους και β) με το άρθρο 1 του Ν. 791/1918, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων (με εξαίρεση αυτές που είναι πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες σκαφών αναψυχής) υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 (που έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 28 του Ν. 814/1978, τροποποιηθεί με το άρθρο 75 παρ. 5 του Ν. 1892/1920 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 4 του Ν. 2234/1994) ή των Α.Ν. 89/1967 και 378/1968, διέπονται ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της Χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το Καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίοι διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες, πλοιοκτήτριες πλοίων με ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους διαχειρίζονται γραφεία ή υποκαταστήματα εταιριών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω. Οι παραπάνω αναφερθείσες δύο περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο κατ' απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους. Αντιθέτως απόκλιση από τον κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου του άρθρου 10 ΑΚ δεν εισάγεται με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 89/1967 "περί εγκαταστάσεως στην Ελλάδα αλλοδαπών εμποροβιομηχανικών εταιριών". Ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 89/1967 ορίζουν ότι: 1) "αλλοδαπές" εμποροβιομηχανικές εταιρίες, οι οποίες υπό οιονδήποτε τύπο και μορφή λειτουργούν νόμιμα στην έδρα τους και απασχολούνται αποκλειστικά σε εκτέλεση εμπορικών εργασιών, το αντικείμενο των οποίων βρίσκεται έξω από την Ελλάδα, δύνανται να "εγκαθίστανται" στην Ελλάδα κατόπιν ειδικής αδείας παρεχομένης με απόφαση του Υπουργού Συντονισμού (Εθνικής Οικονομίας ήδη Εμπορίου), 2) στην αίτηση πρέπει ν' αναφέρεται η ιθαγένεια της εταιρίας, ο τύπος υπό τον οποίο λειτουργεί στη Χώρα της έδρας της, η μορφή, υπό την οποία θα λειτουργήσει, δηλαδή ως υποκατάστημα, πρακτορείο ή γραφείο της μητρικής εταιρίας, το αντικείμενο αυτής... και 3) ότι "αλλοδαπές" εμποροβιομηχανικές εταιρίες, στις οποίες δίνεται η άδεια "εγκατάστασης" απολαμβάνουν χωρίς άλλη διατύπωση τα απαριθμούμενα προνόμια, υπό την προϋπόθεση, ότι απασχολούνται αποκλειστικά στην εκτέλεση εμπορικών εργασιών, το αντικείμενο των οποίων βρίσκεται στο εξωτερικό. Από τις παραπάνω διατάξεις και ιδίως τη χρήση της έννοιας "αλλοδαπές" εταιρίες αφενός και την τιθέμενη προϋπόθεση ότι "το αντικείμενο των εμπορικών εργασιών βρίσκεται στο εξωτερικό" αφετέρου (εδ. 3), λαμβανόμενες σε συνδυασμό με την εισηγητική έκθεση του Νόμου, προκύπτει, ότι η θέσπιση του νόμου αυτού αποσκοπεί με την παροχή κινήτρων, να δημιουργήσει ευνοϊκές προϋποθέσεις προκειμένου εταιρίες που πριν δεν είχαν κανένα ουσιαστικό και οικονομικό σύνδεσμο με την Ελλάδα, δηλονότι "πράγματι αλλοδαπές και όχι απλώς κατά την καταστατική τους έδρα, να προτιμήσουν την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα με την ίδρυση "υποκαταστήματος", "πρακτορείου" ή "γραφείου". Αλλά οι έννοιες πραγματική έδρα στην Ελλάδα και δημιουργία στην Ελλάδα εγκαταστάσεως δεν ταυτίζονται. Ο Α.Ν. 89/1967 αναφέρεται σε "αλλοδαπές" εταιρίες. Προϋποθέτει, ότι πρόκειται για εταιρίες που έχουν την πραγματική τους έδρα στο εξωτερικό, - ήτοι αλλοδαπές κατά το κριτήριο του άρθρου 10 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα - και δεν πρόκειται να την μεταφέρουν στην Ελλάδα, αλλά θα εγκαταστήσουν απλώς υποκαταστήματα, πρακτορεία ή γραφεία. Με την εγκατάσταση αυτή η αλλοδαπή εταιρία αποκτά περιορισμένη και ειδική δικαιοκτητική ικανότητα δυνάμει του δικαίου της καταστατικής της έδρας μόνο ως προς την κτήση εγκαταστάσεως στην Ελλάδα και όχι γενική, που ρυθμίζεται από το δίκαιο της πραγματικής της έδρας. Ο Α.Ν. 89/1967 δεν λαμβάνει θέση όσον αφορά το κριτήριο της αλλοδαπότητας και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως λανθάνων κανόνας ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, βασικά στοιχεία του οποίου είναι η επιλογή από το νομοθέτη του κρισίμου συνδετικού στοιχείου, δηλαδή του συνδέσμου τον οποίο η ρυθμιστέα σχέση εμφανίζει προς διαφόρους τόπους και από τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου. Επομένως σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, εταιρίες των οποίων τα όργανα διοικήσεως λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη "εθνικότητα" ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδας. Αν συνεπώς διαπιστωθεί, ότι η πραγματική έδρα της εταιρίας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεως (συστάσεως και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρία είναι άκυρη και θεωρείται ως "εν τοις πράγμασι" μόνο εταιρία. Ειδικότερα τούτο ισχύει για την "αλλοδαπή" (κατά το καταστατικό της) εμποροβιομηχανική εταιρία του Α.Ν. 89/1967, η οποία, εκτός από την ως άνω "εγκατάστασή" της, έχει και την πραγματική της έδρα στην ελληνική επικράτεια. Τέτοια εταιρία είναι ημεδαπή και διέπεται ως προς τη σύστασή της κλπ. από το Ελληνικό δίκαιο.....“

“.....Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά παραδοχή των ένδικων εφέσεων και των τριτανακοπών των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κηρύξει την αναιρεσείουσα σε πτώχευση, και απέρριψε την από 27.2.1998 αίτηση-δήλωση αυτής για αναστολή των πληρωμών της, δεχόμενο τα εξής: Η αναιρεσείουσα εταιρία που κηρύχθηκε σε πτώχευση είναι "εμποροβιομηχανική" έχει συσταθεί, σύμφωνα με τους νόμους της Λιβερίας με καταστατική έδρα την Μονροβία, η εμπορική της δραστηριότητα (εμπορία, αποθήκευση, επεξεργασία και μεταφορά πετρελαίου και προϊόντων του) ασκούνταν έξω από τα χωρικά ύδατα της Φουτζάϊρα των Ηνωμένων Aραβικών Εμιράτων και σε εγκαταστάσεις που βρίσκονταν στον ίδιο θαλάσσιο χώρο (ναυλωμένα πλοία για αποθήκευση πετρελαίου) και το έτος 1997 έλαβε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967, άδεια "εγκατάστασής" της στην Ελλάδα, όπου ασκούνταν η διοίκησή της και όπου είχε την πραγματική της έδρα. Δεν είχε όμως συσταθεί νόμιμα, εφόσον δεν είχε καταστατικό που να έχει καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο, εγκριθεί από τον αρμόδιο Υπουργό και δημοσιευθεί (άρθρα 37, 40 ΕμπΝ, 4 ν. 2190/1920), ήταν άρα άκυρη ως ανώνυμη εταιρία και δεν είχε την πτωχευτική ικανότητα, ως έμπορος κατά το τυπικό κριτήριο. Ακολούθως το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αίτηση-δήλωση της αναιρεσείουσας για αναστολή των πληρωμών της, με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί σε πτώχευση ως ανώνυμη (σύμφωνα με το δίκαιο της Λιβερίας) εταιρία, χωρίς να παραθέτει, έστω και επικουρικά, περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι λειτουργούσε ως ομόρρυθμη "εν τοις πράγμασι" εταιρία και ότι είχε, ως έμπορος κατά το ουσιαστικό κριτήριο, την πτωχευτική ικανότητα, απέρριψε την ένδικη αίτηση-δήλωση. Επομένως το Εφετείο που έκρινε αβάσιμη υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα αίτηση-δήλωση για αναστολή των πληρωμών της, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τόσο του άρθρου 10 ΑΚ όσο και των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 89/1967, όπως δέχθηκε και η πλειοψηφήσασα γνώμη της παραπεμπτικής αποφάσεως. Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος (επικουρικά προβαλλόμενος), έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος (ενιαίως εκτιμώμενοι) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο, ότι παραβίασε τον από τον Α.Ν. 89/1967 έμμεσα τιθέμενο κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, κατά τον οποίο η νομιμότητα συστάσεως και η ικανότητα δικαίου αλλοδαπής εμποροβιομηχανικής εταιρίας, η οποία είναι εγκατεστημένη και έχει τη διοίκησή της στην ελληνική Επικράτεια κρίνεται κατά το δίκαιο της Χώρας, στην οποία βρίσκεται η καταστατική της έδρα. Συνεπώς ενόψει του ότι οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως απορρίφθηκαν με την παραπεμπτική απόφαση του Τμήματος, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων.....”

 

Θα λέγαμε ότι, εννοιολογικά, η εξωχώρια εταιρεία συγγενεύει με τον θεσμό της αφανούς εταιρείας, αλλά σαφώς πρόκειται για διαφορετική περίπτωση και όχι απλά παραλλαγή αυτής. Η Ελλάδα είχε θεσπίσει νόμο για την ίδρυση εξωχώριων εταιρειών στο έδαφος της (α.ν. 89/1967), χωρίς, όμως, πρακτικό αντίκρισμα λόγω του γνωστού χαρακτήρα αυστηρότητας που διέπει την ελληνική έννομη τάξη, η οποία λειτουργεί αποθαρρυντικά σε ξένους επενδυτές που αναζητούν την εύκολη και βέβαια λύση σε άλλες έννομες τάξεις. Αποθαρρυντικό, επίσης, είναι και το ευμετάβλητο του φορολογικού συστήματος του ελληνικού κράτους. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα νομοθέτησε έπειτα, κυρίως σε επίπεδο πάταξης της φοροδιαφυγής που διενεργείται μέσω υπερπόντιων εταιρειών και προέβλεψε ειδικές ρυθμίσεις για την ναυτιλία, λόγω του πολύ σημαντικού ρόλου της τελευταίας στην εθνική οικονομία, ως έχει κάνει και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν.

Ήδη στο κεφάλαιο Β΄ περί του ν. 3091/2002 δίνεται ο ορισμός της εξωχώριας εταιρείας από την ελληνική έννομη τάξη σε επίπεδο νομοθεσίας. Στην, δε, ελληνική νομολογία και θεωρία έχουν επικρατήσει οι χαρακτηρισμοί εξωχώρια και υπεράκτια, λόγω ακριβώς του εξωεδαφικού στοιχείου που τις χαρακτηρίζει. Αλλά και στον ΚΦΕ (άρθρο 31) απαντάμε ορισμό αυτού του τύπου των εταιρειών, σύμφωνα με τον οποίο εξωχώρια είναι η εταιρεία που έχει την έδρα της σε αλλοδαπή χώρα και με βάση τη νομοθεσία της οποίας δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε άλλες χώρες και απολαμβάνει ευνοϊκής φορολόγησης. Μετά τις τροποποιήσεις του ν. 3842/2010, η έννοια της εξωχώριας εταιρείας στον ΚΦΕ (άρθρο 51Α) εμπλέκεται μόνο στη διάκριση των συνεργάσιμων και μη κρατών στον φορολογικό τομέα καθώς και στην κατηγορία των κρατών με προνομιακό φορολογικό καθεστώς.

Ας δούμε, ξανά, πιο επισταμένα, ποιές υποχρέωσεις αποφεύγουν οι ιδρυτές και μέτοχοι μιας εξωχώριας εταιρείας. Κατεξοχήν περίπτωση αποφυγής φορολογικής υποχρέωσης που ενδιαφέρει και την θεματική του παρόντος βιβλίου είναι η μεταβίβαση ακινήτων μέσω υπερόριων εταιρείων και δη των πλέον πολυτελών (ακινήτων) στα πλαίσια μιας αγοραπωλησίας ή κληρονομικής διαδοχής. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι υπόχρεοι στο φόρο γλίτωναν σημαντικά ποσά που έπρεπε να αποδοθούν στο κράτος βάσει της κείμενης φορολογικής νομοθεσίας. Αυτό ακριβώς το φαινόμενο επιχείρησε να καταπολεμήσει ο ν. 3091/2002 με θέσπιση ισχυρών αντικινήτρων για απόκτηση ακίνητης περιουσίας από υπεράκτιες εταιρείες. Η θέσπιση αρχικά ενός ποσοστού εκ 3% που αργότερα αυξήθηκε σημαντικά στο ποσοστό του 15% επί της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων που κατέχουν υπεράκτιες εταιρείες, συντέλεσε αποφασιστικά στο να αναμεταβιβαστούν ακίνητα από εταιρείες (εξωχώριες) σε φυσικά πρόσωπα.

Άλλο παράδειγμα αποφυγής φόρων είναι η έκδοση εικονικών τιμολογίων, τα ποσά των οποίων λογαριάζονταν σαν εκπεστέες δαπάνες και έτσι μείωναν τον φόρο που έπρεπε να αποδοθεί από την όλη δράση μιας εταιρείας. Επιτελούσαν, δηλαδή, οι εξωχώριες εταιρείες τον ρόλο προμηθευτή σε ελληνικές επιχειρήσεις  και υποθετικά παρείχαν στις τελευταίες προιόντα, τα οποία, όμως, στην ουσία ήταν ανύπαρκτα. Αυτές οι εξωχώριες εταιρείες συνήθως ανήκαν στις ελληνικές εταιρείες που τυπικά ήσαν πελάτες των πρώτων και μοναδικό αντικείμενο είχαν την έκδοση πλαστών στοιχείων προς αυτές. Σε, δε, επίπεδο έκδοσης εικονικών στοιχείων, ο έλληνας νομοθέτης παρενέβη με τη διάταξη του άρθρου 51 ΚΦΕ, σύμφωνα με την οποία τέτοιου είδους τιμολόγια δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνες, εκτός και αν πράγματι προσηκόντως αποδειχθεί από τους λήπτες αυτών, ότι αφορούν υπαρκτές συναλλαγές. Ομοίως εφαρμόστηκε η διάταξη και σε άλλες περιπτώσεις, όπως λ.χ. στις αμοιβές από δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Αν δεν αποδειχθεί ότι οι συναλλαγές αυτές έλαβαν χώρα, δεν επέρχεται η προβλεπόμενη εκ του νόμου έκπτωση φόρου.

Στη δράση των εξωχώριων εταιρειών σημαντικότατο ρόλο παίζουν και τα πιστωτικά ιδρύματα. Για το λόγο αυτό διαπιστώθηκε η ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης περί ρύθμισης της δράσης των τελευταίων. Η ΤτΕ (Τράπεζα της Ελλάδος) μέσω της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων και εντός των ορίων της εποπτείας που ασκεί, προέβη στην έκδοση της υπ. αρ. 281/2009 απόφασης, η οποία θέτει τα βασικά κανονιστικά όρια καταπολέμησης του ξεπλύματος βρώμικου χρήματων μέσω τραπεζικών ιδρυμάτων. Με βάση αυτήν την απόφαση επέρχεται κατηγοριοποίηση των πελατών των τραπεζών σε τρεις βαθμίδες ανάλογα του κινδύνου που ενυπάρχει στην πιθανότητα λεύκανσης παράνομων χρηματικών κεφαλαίων. Από την κατηγορία πελατών υψηλού κινδύνου δεν θα μπορούσαν να παραλείπονται οι εξωχώριες εταιρείες και τα “trust”, για τα οποία οφείλεται να λαμβάνονται αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας.

Πιο συγκεκριμένα πρέπει να γίνεται μέριμνα από το πιστωτικό ίδρυμα για την εξακρίβωση της δομής της εταιρείας έως και την ταυτοποίηση των αληθινών δικαιούχων φυσικών προσώπων που ασκούν και τον κυριότερο έλεγχο επί αυτής. Προβλέπεται, ακόμα, η κατάθεση γραπτής δήλωσης από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ότι σε περίπτωση μεταβολής στο καθεστώς της εξωχώριας : λ.χ. μεταβίβαση μετοχών σε έτερο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, να ανακοινωθούν αυτές αμέσως στο συνεργαζόμενο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Το τελευταίο σε περίπτωση μεταβολής μπορεί να εξετάσει την σκοπιμότητα συνέχισης της συνεργασίας. Ανάλογα ισχύουν και για τα “trust”  με την πρόσθετη προϋπόθεση τον έλεγχο της πηγής και επαλήθευσης προέλευσης των εισερχόμενων χρημάτων. Οπότε σε επίπεδο νομοθεσίας τουλάχιστον, η διαχείριση παράνομου χρήματος έχει καταστεί ιδιαιτέρως δυσχερής. Η απόφαση αυτής της ΤτΕ εκδόθηκε βάσει του ν. 3691/2008 (που τροποποίησε τον αρχικό και βασικό νόμο περί καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα Ν. 2331/1995), ο οποίος εφαρμόζεται και στα πρόσωπα που ορίζονται διαχειριστές των εταιρειών αυτών, ως συνήθως είναι δικηγόροι αλλά και όχι μόνο. Υποχρεώσεις θεσπίζονται και για τους συμβολαιογράφους. Το επαγγελματικό απόρρητο αυτών των προσώπων εξακολουθεί και υφίσταται, εκτός κι αν αποδεικνύεται ότι και οι ίδιοι συμμετέχουν σε παράνομες δραστηριότητες που διενεργούνται μέσω υπεράκτιων εταιρειών. Πάντως σύμφωνα με την ΥΑ 59467/2009 δικηγόροι και συμβολαιογράφοι είναι υποχρεωμένοι για ποσά τουλάχιστον εκ €15.000 και άνω να ελέγχουν την αληθινή ταυτότητα των δικαιούχων των εταιρειών που ζητούν τις επαγγελματικές τους υπηρεσίες.

 

Τέλος δεύτερου μέρους. Το τελευταίο μέρος θα δημοσιευθεί στης 9/1/2014.

Η Επιστημονική Ομάδα της ASTbooks