Προστασία της πρώτης κατοικίας σύμφωνα με τον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

[Προϊσχύουσα νομοθεσία]

Η προστασία της πρώτης κατοικίας έως ορισμένο ποσό είναι σχετικά νέος θεσμός που εισήχθη με τον νόμο περί την πτώχευση φυσικών προσώπων ως αντίδραση της πολιτείας στα άναρχα προγράμματα δανεισμού από το χρηματοπιστωτικό σύστημα τα έτη που προηγήθηκαν την καθιέρωση του, τα οποία, αφενός οδήγησαν σε απώλεια κερδών των τραπεζών, αφετέρου στην υποβάθμιση του επιπέδου ζωής των δανειζόμενων, παρά την έστω πρόσκαιρη αναβάθμιση, διότι δεν υπήρχε βιώσιμο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης που να συγκρατήσει τον δανεισμό αυτό.

            Με το νομοθετικό πλαίσιο Ν. 3869/2010 (γνωστός και ως “νόμος Κατσέλη”) θεσπίζεται ακατάσχετο πρώτης κατοικίας και μόνο (όχι άλλων ακινήτων). Κατά, δε, τους ορισμούς του νόμου : “...Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. «Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας.» Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος...” και επίσης “...Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών.....”

Ο νόμος περί υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων εφαρμόζεται υπό όρους και σε εμπόρους.

Σχετική Νομολογία : Περιπτωσιολογία Νόμου

            ΕΙΡ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ 43/2012 (περίληψη) : Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα - Μηνιαίες καταβολές - Εξαίρεση κύριας κατοικίας - Δυνητική κύρια κατοικία -. Εν μέρει δεκτή αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση του νόμου για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Ρύθμιση με μηνιαίες επί τετραετία καταβολές. Καθορισμός του ποσού και των ποσών που θα λαμβάνει καθένας από τους πιστωτές. Εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας και καθορισμός των μηνιαίων δόσεων για τον σκοπό αυτό. Στην εξαίρεση από την εκποίηση πρέπει να συμπεριληφθεί και η δυνητική κύρια κατοικία, δηλ. αυτή της οποίας δεν γίνεται χρήση ένεκα σοβαρών λόγων, αλλά δύναται να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον, όπως το διαμέρισμα του αιτούντος στο οποίο αυτός δεν διαμένει προσωρινά λόγω των σοβαρών προβλημάτων της υγείας του.

ΕΙΡ. ΚΡΩΠΙΑΣ 21/2013 (περιληψη) : Υπερχρεωμένα νοικοκυριά - Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων - Άνεργος - Άνεργος σύζυγος - Μηνιαίες καταβολές επί τετραετία - Εξαίρεση εκποίησης κύριας κατοικίας - Περίοδος χάριτος -. Αίτηση άνεργου που έχει περιέλθει, χωρίς δική του υπαιτιότητα, σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των οφειλών του προς τέσσερις πιστώτριες τράπεζες. Κρίθηκε ότι ο αιτών είναι άνεργος, παντρεμένος με δύο τέκνα και η σύζυγός της είναι άνεργη. Λάμβανε επίδομα ανεργίας ως το Δεκέμβριο του 2011. Έχει την πλήρη κυριότητα μιας κατοικίας επιφανείας 80 τ.μ., επί οικοπέδου έκτασης 228 τ.μ., η οποία (οικία) αποτελεί την κύρια κατοικία της οικογένειάς του, η εμπορική αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης απόκτησης αʼ κατοικίας και έτσι εξαιρείται από την εκποίηση της. Έχει επίσης ένα αυτοκίνητο 1000cc έτους 1994 και δεν διαθέτει άλλο περιουσιακό στοιχείο. Αποδείχθηκε ότι ο αιτών λόγω των δυσμενών συνθηκών που αντιμετωπίζει από της απολύσεώς του το 2010, της συνεχιζόμενης ανεργίας του, και του σοβαρού προβλήματος υγείας του ανήλικου τέκνου του, δεν κατέστη δυνατόν να αποπληρώσει το χρέος του, χωρίς η αδυναμία του αυτή να οφείλεται σε δόλο. Δεκτή η αίτηση για ρύθμιση οφειλών προς τις πιστώτριες τράπεζες με τον ορισμό των μηνιαίων καταβολών επί τετραετία αρχής γενόμενης μετά παρέλευση δύο ετών από την δημοσίευση της απόφασης. Επειδή δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας υποχρεώνεται ο αιτών δύο έτη μετά την δημοσίευση της απόφασης να καταβάλλει σε μηνιαίες δόσεις ποσό ίσο με το 50% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας του.

 

Μον. Πρωτ. ΘΕΣ/ΚΗΣ 1798/2013 (συνδυαστική): Παρατίθενται ουσιώδη αποσπάσματα :

 

“.....Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών ζητεί να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται σε βάρος του από την καθ ης, επί τη βάσει των υπ. αριθμ. 26375/2011, 27254/2011 και 26374/2011 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της υπ. αριθμ., δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Βασιλικών Θεσσαλονίκης, και της υπ. αριθμ., επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει των οποίων εκτίθεται σε δημόσιο πλειστηριασμό την 30-1-2013 η περιγραφόμενη στο δικόγραφο ακίνητη περιουσία του, που αποτελεί τη μοναδική κατοικία του, μέχρις έκδοσης τελεσίδικης απόφασης επί της από 21-1-2013 ανακοπής, την οποία έχει ασκήσει νομίμως και εμπροθέσμως, κατ άρθρο 933 του ΚΠολΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, για το λόγο ότι η ανακοπή αυτή θα ευδοκιμήσει, ενώ στην περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης ο ίδιος θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, ενώ περαιτέρω ζητεί και να καταδικαστεί η καθ ης στα δικαστικά του έξοδα. Η αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία του ορισθέντος για την 30-1-2013 πλειστηριασμού (άρθρο 938 παρ. 3 ΚΠολΔ), αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, προκειμένου να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επόμ. του ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 1 και 938 του ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων α) περί χορήγησης αναστολής έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής, καθόσον, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 938 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως απώτερο χρόνος της αναστολής ορίζεται η έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής και β) περί καταδίκης της καθ ης στα δικαστικά έξοδα του αιτούντος, αφού, κατ άρθρο 178 παρ. 3 του ν.δ 3026/1954 «περί του Κώδικος Δικηγόρων», τα δικαστικά έξοδα επί αιτήσεως αναστολής επιδικάζονται σε βάρος του αιτούντος. Επομένως, κατά τα λοιπά, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσίαν....”

Τέλος πρώτου μέρους.

Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευθεί στις 15/1/2014