“......Εξάλλου με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του συγκεκριμένου Ν. 3869/2010, που αποσκοπεί στην προστασία της κύριας κατοικίας του κατά τα ανωτέρω οφειλέτη, αυτού δηλαδή στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, και μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 46 παρ. 2 του Ν. 3986/2011, εφαρμόζεται και στην περίπτωση κύριας κατοικίας προσώπου που έχει την πτωχευτική ικανότητα, που είναι δηλαδή έμπορος, μπορεί να εξαιρεθεί από τη διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη που υπέβαλε αίτηση ρύθμισης των οφειλών του προς το Ειρηνοδικείο, το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία του δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Ακόμη όμως και πριν την υποβολή της αίτησης ρύθμισης των οφειλών του στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, οπότε και θα είναι δυνατή η υποβολή της προβλεπόμενης στο άρθρο 6 αίτησης αναστολής της αρξάμενης σε βάρος του ή επικείμενης εκτελεστικής διαδικασίας, και όσο διαρκεί η διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, ο κατά τα ανωτέρω οφειλέτης του άρθρου 1 του επίμαχου νόμου, αυτός δηλαδή που χωρίς δόλο έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορεί να επιτύχει την προστασία της κύριας κατοικίας του, της οποίας η αξία δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό, όταν επίκειται ο πλειστηριασμός αυτής από τρίτο δανειστή προς ικανοποίηση απαίτησης που δεν υπάγεται στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 1, έτσι ώστε να μην καταστεί κενή περιεχομένου η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 19, που απαγορεύει τον πλειστηριασμό του ακινήτου του ανωτέρω οφειλέτη που αποτελεί την πρώτη κατοικία του μέχρι την 31-12-2013. Πλέον συγκεκριμένα, αν παρά τη ρητή απαγόρευση του πλειστηριασμού της μη υπερβαίνουσας κατά αξία το ανωτέρω όριο κύριας κατοικίας του οφειλέτη που εντάσσεται στις διατάξεις του επίμαχου νόμου, που πληροί δηλαδή τις τασσόμενες από αυτόν προϋποθέσεις, επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση αυτού του περιουσιακού του στοιχείου, έχει αυτός (οφειλέτης) τη δυνατότητα να ασκήσει ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ. Στην ανακοπή του αυτή, αφού θα εκθέτει, στην ιστορική της βάση, όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που καταδεικνύουν την υπαγωγή του στις διατάξεις του εν λόγω νόμου και προσδίδουν στο περιουσιακό του στοιχείο που εκπλειστηριάζεται την ιδιότητα της κύριας κατοικίας του με την αναφορά και της αξίας της (καθώς και τους λόγους μη υποβολής της σχετικής αίτησης ρύθμισης των οφειλών του στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, η οποία θα μπορεί να κρίνεται δικαιολογημένη αν ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί, για συγκεκριμένους λόγους, η διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού), θα προσβάλλει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή της συγκεκριμένης πράξης της, με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός (κατασχετήριας έκθεσης και περίληψής της ή δήλωσης συνέχισης εκτελεστικής διαδικασίας), και θα ζητεί την ακύρωση αυτής, είτε ισχυριζόμενος απλώς ότι η επίσπευση πλειστηριασμού της κατά τα ανωτέρω κύριας κατοικίας του, ενόψει του ότι ο ίδιος πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στον επίμαχο νόμο, προσκρούσει στην επιβαλλόμενη εκ του άρθρου 19 παρ. 1 απαγόρευση των σχετικών πλειστηριασμών για το επίμαχο χρονικό διάστημα είτε επικαλούμενος τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ περί απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στα πλαίσια δε άσκησης αυτής της, ακυρωτικής πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, ανακοπής, η οποία ασκείται όπως και η αγωγή, δηλαδή με κατάθεση και επίδοσή της στον επισπεύδοντα δανειστή, ο κατά τα ανωτέρω οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ασκήσει, κατά το άρθρο 938 του ΚΠολΔ, αίτηση αναστολής, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, που θα απευθύνει στο Δικαστήριο όπου θα εκκρεμεί η ανακοπή, με την οποία θα επιδιώκει την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας. Τέλος, με την κρίσιμη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 46 παρ.2 του Ν 3986/2011 και το άρθρο 5 παρ. 2 της ανωτέρω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (από 18-12-2012), δυνάμει των οποίων μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 (του Ν. 3869/2010), δηλαδή της κύριας κατοικίας της οποίας η αξία δεν υπερβαίνει το ανωτέρω όριο και ότι αυτό, η απαγόρευση δηλαδή του πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας, ουδόλως θεσπίζεται καθολική απαγόρευση, για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, του πλειστηριασμού γενικά οποιουδήποτε ακινήτου, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία οποιουδήποτε προσώπου και η αξία του δεν υπερβαίνει το παραπάνω όριο, ανεξάρτητα δηλαδή από το αν ο οφειλέτης είναι πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 του Ν 3869/2010.

Αντίθετα, η θεσπιζόμενη απαγόρευση του πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας μέχρι την 31-12-2013, που από 1-7-2011 επεκτάθηκε για όλα τα φυσικά πρόσωπα (και γι’ αυτά δηλαδή που έχουν πτωχευτική ικανότητα και είναι επομένως έμποροι), τυγχάνει εφαρμογής μόνο για κύρια κατοικία, της οποίας η αξία δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό, αν ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αν πρόκειται δηλαδή για πρόσωπο που χωρίς δόλο περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εφόσον συντρέχει και η προϋπόθεση η απαίτηση, για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, να μην έχει αναληφθεί το τελευταίο έτος και να μην προέκυψε από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.....”

“........Για το λόγο αυτό η καθ ης τράπεζα και προς ικανοποίηση απαιτήσεώς της, συνολικού ύψους 214.085,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, απορρέουσα από τις υπ αριθμ. 26375/2011, 27254/2011 και 26374/2011 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν με βάση τις υπ αριθμ., συμβάσεις στεγαστικού δανείου οι δύο πρώτες και τοκοχρεολυτικού δανείου η τρίτη, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αιτούντος με την υπ αριθμ. , δήλωση επίσπευσης μη γενόμενου πλειστηριασμού ενώπιον της υπαλλήλου αυτού συμβολαιογράφου Βασιλικών Θεσσαλονίκης, με την οποία, σε συνδυασμό με την υπ αριθμ., περίληψη κατασχετήριας έκθεσης για διενέργεια πλειστηριασμού σύμφωνα με την άνω δήλωση επίσπευσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ορίστηκε ο πλειστηριασμός του προαναφερόμενου κατασχεθέντος ακινήτου για την 8η-2-2012. Ο πλειστηριασμός αυτός ανεστάλη μέχρι την 31η-12-2012 με την υπ αριθμ. 3526/2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως αναστολής του αιτούντος, κατ’ άρθρο 938 ΚΠολΔ. Ήδη, με την υπ αριθμ., Α΄ επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης για διενέργεια πλειστηριασμού σύμφωνα με την άνω υπ αριθμ., δήλωση επίσπευσης της καθ ης, ορίστηκε εκ νέου ο πλειστηριασμός για την 30-1-2013. Κατά της άνω πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης ο αιτών άσκησε την από 21-1-2013 ανακοπή, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό 1712/22-1-2013 και προσδιορίστηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 25ης-2-2015. Αντίγραφο δε της εν λόγω ανακοπής επέδωσε και στην καθ ης στις 22-1-2012, όπως προκύπτει από την υπ αριθμ., έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής αυτής ο αιτών ισχυριζόμενος : α) ότι το κατασχεθέν διαμέρισμα αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία του, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία του ιδίου, της συζύγου του, η αξία της οποίας, εκτιμηθείσα κατά την ίδια την έκθεση κατάσχεσης στο ποσό των 90.000,00 ευρώ, δεν υπερβαίνει το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένη κατά ποσοστό 50%, ανερχόμενη γι αυτόν, ως έγγαμο με δύο (2) τέκνα, στο ποσό των 300.000,00 ευρώ, β) ότι έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, γ) ότι η απαίτηση, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση δεν αναλήφθηκε το τελευταίο έτος και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δεν προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, ούτε αφορούν διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και δ) ότι δεν έχει ξεκινήσει τη διαδικασία απόπειρας εξωδικαστικού συμβιβασμού, κατ άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2012, λόγω της πτωχευτικής του ικανότητας που αποτελούσε νομικό κώλυμα υπαγωγής του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του άνω Νόμου, ζητεί την ακύρωση των προαναφερόμενων πράξεων εκτελεστικής διαδικασίας, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη εκτέλεση προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 3869/2012. Ο λόγος αυτός ανακοπής, πιθανολογείται ότι θα κριθεί παραδεκτός, κατά τα άρθρα 934 παρ. 1 περ. β΄ και 2 του ΚΠολΔ, καθώς και νόμω βάσιμος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, στηριζόμενος στις εκεί αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010 «Περί ρύθμισης των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» (ΦΕΚ 130/Α΄/3-8-2010), όπως η τελευταία διάταξη αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 3986/2011 και ακολούθως με το άρθρο 5 παρ. 2 της από 18-12-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου. Περαιτέρω, ο λόγος ανακοπής πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει και κατ ουσίαν, αφού, από τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικά μέσα πιθανολογήθηκαν τα επικαλούμενα στο δικόγραφο αυτής πραγματικά περιστατικά...”

 

5.2 Αναστολή πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας

[Ισχύουσα νομοθεσία]

Με τον νόμο 4224/2013  «ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», (άρθρο 2)  καθορίζονται σωρευτικά τα κριτήρια που θέτει ο νόμος για την αναστολή των πλειστηριασμών της κύριας κατοικίας.

Αναστολή πλειστηριασμών

Άρθρο 2

Αναστολή πλειστηριασμών

1.α. Από 1.1.2014 και μέχρι 31.12.2014 απαγορεύονται οι πλειστηριασμοί ακινήτων οφειλετών, που χρησιμεύουν ως κύρια κατοικία τους δηλωθείσα ως τέτοια στην τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματός τους, εφόσον η αντικειμενική αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της υποπαραγράφου 1β.

Το παρόν άρθρο δεν καταλαμβάνει τις οφειλές που: α) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους οργανισμούς τοπικής αυ- τοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε β) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α΄ 151).

β. Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας εμπίπτουν οι οφειλέτες που πληρούν τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις: βα) το ετήσιο δηλωθέν οικογενειακό τους εισόδημα, όπως διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης, είναι μικρότερο ή ίσο των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) ευρώ, ββ) η συνολική αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους είναι μικρότερη ή ίση των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (270.000) ευρώ και εξ αυτής το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό την 20ή Νοεμβρίου 2013, δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ, εξαιρουμένων περιοδικών παροχών από συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά προγράμματα.

Ειδικά για: i) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, τα παραπάνω όρια των σωρευτικών προϋποθέσεων προσαυξάνονται έκαστο κατά ποσοστό 10%.

2.α. Κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού οι οφειλέτες έχουν υποχρέωση υποβολής στον δανειστή με κάθε πρόσφορο μέσο υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α΄ 75), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.13 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67), στην οποία αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του οφειλέτη, λεπτομερή και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας, περιγραφή της πλήρωσης των παραπάνω προϋποθέσεων και λεπτομερής αναγραφή των κινήσεων λογαριασμού που ξεπερνούν το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης της παρούσας υποπαραγράφου μέχρι 31.1.2014, ή εντός δύο (2) μηνών από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού.

β. Ο δανειστής κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού μπορεί να καλεί τον οφειλέτη να προσκομίσει: βα) αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί μετά την 1.1.2007 και φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί πριν την 1.1.2007, ββ) βεβαίωση συγκριτικών στοιχείων της αρμόδιας φορολογικής αρχής με αναφορά επί του ποσού του ακινήτου για ακίνητα εκτός του αντικειμενικού προσδιορισμού, βγ) αντίγραφο τελευταίων δηλώσεων Ε1 και Ε9 και βδ) αποδεικτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας με ημερομηνία την 20ή Νοεμβρίου 2013 σχετικά με το ύψος των καταθέσεων και των κινητών αξιών και, όπου απαιτούνται, βε) βεβαίωση ανεργίας από τον ΟΑΕΔ είτε αντίγραφο της επικαιροποιημένης κάρτας ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, βστ) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, βζ) πιστοποιητικό Α΄/βάθμιας ή Β΄/βάθμιας Επιτροπής για την πιστοποίηση της αναπηρίας και του ποσοστού της (Νομαρχιακές Υγειονομικές Επιτροπές, Υγειονομικές Επιτροπές Ασφαλιστικών Ταμείων, Υγειονομικές Επιτροπές Ενόπλων Δυνάμεων, Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας). Σε περίπτωση μη προσκόμισης από τον οφειλέτη των ανωτέρω εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση του αιτήματος με απόδειξη, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού.

3. Κατά τη διάρκεια απαγόρευσης πλειστηριασμού, οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλουν προς τους δανειστές μηνιαίως ποσοστό 10% επί του καθαρού μηνιαίου εισοδήματός  τους, εφόσον το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν ξεπερνά τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Εφόσον το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ξεπερνά τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ, οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλουν προς τους δανειστές μηνιαίως ποσοστό 10% στο ποσό μέχρι τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ και ποσοστό 20% στο υπερβάλλον εισόδημα. Ειδικά για: i) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω, και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, το όριο του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος των προηγούμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου είναι είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα υπολογίζεται κατά την περίπτωση βα΄ της υποπαραγράφου 1β του παρόντος άρθρου.

Για τους οφειλέτες που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. Β1 του ν. 4161/2013 (Α΄143) το κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμενο ποσό δεν μπορεί να είναι μικρότερο του είκοσι τοις εκατό (20%) της τελευταίας ενήμερης δόσης. Οι καταβολές κατά την περίοδο απαγόρευσης πλειστηριασμού αφαιρούνται από το ανεξόφλητο υπόλοιπο και καταλογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 423 του Αστικού Κώδικα. Ειδικά για τους οφειλέτες με μηδενικό εισόδημα ή εισόδημα που ισούται μέχρι του ποσού του επιδόματος ανεργίας, παρέχεται η δυνατότητα μηδενικών καταβολών.

Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων του ενός δανειστών, η ανωτέρω οριζόμενη μηνιαία καταβολή κατανέμεται συμμέτρως σύμφωνα με το ανεξόφλητο υπόλοιπο της κάθε οφειλής.

Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης της παρούσας παραγράφου για τρεις (3) μήνες συνολικά, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού.

4. Κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης πλειστηριασμού της παραγράφου 1 και εφόσον η απαγόρευση δεν έχει αρθεί για τον πρωτοφειλέτη ως προς τη συγκεκριμένη οφειλή, απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτων των εγγυητών για τις συγκεκριμένες οφειλές.

 

Αιτιολογική έκθεση

Επί του άρθρου 2:

Με το προτεινόμενο άρθρο του σχεδίου νόμου, αναστέλλονται οι πλειστηριασμοί σε βάρος της πρώτης κατοικίας οφειλετών, έως την 31 Δεκεμβρίου 2014, εφόσον αυτοί πληρούν σωρευτικά τα κριτήρια που θέτει ο νόμος. Κρίνεται δε απαραίτητη προκειμένου να υλοποιηθούν όλες οι αναγκαίες νομοθετικές πρωτοβουλίες μέχρι την ολοκλήρωση του μόνιμου μηχανισμού προστασίας σε θέματα καθυστερήσεων ιδιωτικού χρέους.

Η παρούσα διάταξη, η οποία εισάγεται με κοινωνικά κριτήρια, παρέχει προστασία στη συντριπτική πλειοψηφία των χαμηλού και μέσου εισοδήματος νοικοκυριών και εξαιρούνται μόνον οι έχοντες σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και υψηλά εισοδήματα, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τις υφιστάμενες διατάξεις δεν αποπληρώνουν τις οφειλές τους.

Συγκεκριμένα:

1. Προστατεύεται η κύρια κατοικία, εφόσον η αντικειμενική της αξία δεν υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ.

Σύμφωνα με στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών του 2012 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής καθώς και της έρευνας του Ευρωσυστήματος, Household Finance and Consumption Survey (HFCS) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, 9 στους 10 δανειολήπτες έχουν κύρια κατοικία αντικειμενικής αξίας μικρότερης των €200.000. Περίπου 7 στους 10 δανειολήπτες, μάλιστα, έχουν κύρια κατοικία αντικειμενικής αξίας μικρότερης των €140.000.

2. Στο πεδίο προστασίας εμπίπτουν οι οφειλέτες α) με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης, μικρότερο ή ίσο των €35.000 κατά το τρέχον οικονομικό έτος.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων για το οικονομικό έτος 2013 (εισοδήματα του 2012), το μέσο δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα των νοικοκυριών με στεγαστικό δάνειο ανέρχεται σε €25.482 ετησίως. Αντίστοιχα προκύπτει ότι περίπου το 90% των νοικοκυριών με στεγαστικό δάνειο έχουν καθαρό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα μικρότερο ή ίσο των €35.000,

3. Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας εμπίπτουν οι οφειλέτες με συνολική αξία κινητής και ακίνητης περιουσίας μικρότερη ή ίση με 270.000€ και εκ του ανωτέρω ποσού, το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών του οφειλέτη δεν υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες ευρώ €15.000.

Σύμφωνα την έρευνα του Ευρωσυστήματος, Household Finance and Consumption Survey (HFCS) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η διάμεσος αξία της συνολικής περιουσίας για το σύνολο των νοικοκυριών στην Ελλάδα ανέρχεται στα €110.200 (δηλ. το 50% των νοικοκυριών έχει χαμηλότερη). Για τους δε δανειολήπτες η διάμεσος αξία της συνολικής περιουσίας τους ανέρχεται στα 173.966 € (δηλ. το 50% των δανειοληπτών έχει χαμηλότερη).

Συνεπώς η συνολική περιουσία των νοικοκυριών με χαμηλά εισοδήματα είναι αρκετά μικρότερη.

Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, τα περιουσιακά στοιχεία εκτιμώνται βάσει της αντικειμενικής αξίας, και για όσα βρίσκονται εκτός συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού, ο προσδιορισμός της αξίας αυτών θα γίνεται βάσει των κείμενων φορολογικών διατάξεων όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν.

Ως περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη νοούνται και κινητές αξίες του οφειλέτη, ήτοι μετοχές, ομόλογα, λογαριασμοί σε αλλοδαπό νόμισμα, πάσης φύσεως επενδυτικά προϊόντα και καταθέσεις.

Αναφορικά δε με τις καταθέσεις και κινητές αξίες, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, το 92,8% των φυσικών προσώπων-καταθετών των ελληνικών τραπεζών διαθέτει καταθέσεις συνολικού ύψους έως 10.000 ευρώ, το 81,5% μάλιστα διαθέτει καταθέσεις μικρότερες των 2.000 €.

4. Η παρούσα διάταξη εισάγει ειδικές προβλέψεις για ί) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω, iii) όσους βαρύνονται φορολογικά από άτομα με αναπηρία 67% και άνω, για τους οποίους τα παραπάνω όρια των σωρευτικών προϋποθέσεων προσαυξάνονται σε ποσοστό 10%.

Το ποσοστό αναπηρίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού ποσοστού αναπηρίας, όπως εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. Φ11321/οικ.10219/688/4.5.2012 (Β’ 1506) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

Με την παρούσα είναι σαφής η πρόθεση του νομοθέτη να παρέχει επιπλέον προστασία στις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες, για τις οποίες τα όρια τις διάταξης προσδιορίζονται ως εξής:

  • i) Η αντικειμενική του αξία ορίζεται να μην υπερβαίνει τις €220.000
  • ii) Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα μικρότερο ή ίσο των €38.500
  • iii) Η συνολική αξία κινητής και ακίνητης περιουσίας μικρότερη ή ίση με €297.000,
  • iv) εκ του ανωτέρω ποσού της περιουσίας, το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών του οφειλέτη δεν υπερβαίνει τις €16,500.

5. Κατά τη διάρκεια αναστολής πλειστηριασμού, οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλλουν προς τους δανειστές ποσοστό 10% επί του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος τους, όταν το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν ξεπερνά τις €15.000. Για οικογενειακά εισοδήματα άνω των €15.000 υπολογίζεται ποσοστό 10% μέχρι του ποσού των €15.000 και ποσοστό 20% στο υπερβάλλον εισόδημα, προκειμένου να υπολογιστεί η μηνιαία καταβολή που οφείλεται.

Ειδικά για όσους οφειλέτες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 2, παρ. Β 1 του ν.4161/2013, ήτοι δεν είναι α) άνεργοι, β) έχοντες σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, γ) συνταξιούχοι, δ) έχοντες εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 4110/2013 (Αν 17), η μηνιαία καταβολή που υπολογίζεται ως ποσοστό επί των εισοδημάτων τους κατά τα ανωτέρω πρέπει επιπροσθέτως να είναι ανώτερη ή ίση του 30% της τελευταίας ενήμερης δόσης τους. Η διάταξη αυτή αφορά δηλαδή ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους και επιτηδευματίες και όλους όσους δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες.

Η ελάχιστη καταβολή που εισάγεται αξιολογείται σύμφωνα με την πραγματική οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, ο οποίος προστατεύεται με την καταβολή μιας μικρής δόσης η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι πολύ μικρότερη και από μηνιαίο μίσθωμα.

Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζεται το ποσό των μηνιαίων δόσεων που αντιστοιχεί στο οικογενειακό εισόδημα του δανειολήπτη:

Ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα Ελάχιστη δόση Υπερβάλλον για εισοδήματα άνω των 15.000 Σύνολο ετήσιας δόσης Μηνιαία δόση
5.000 € 500 € 0 € 500 € 42 €
10.000 € 1.000 € 0 € 1.000 € 83 €

 

6. Κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού οι οφειλέτες έχουν υποχρέωση υποβολής στο δανειστή με κάθε πρόσφορο μέσο υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/86 για την πλήρωση των προϋποθέσεων του νόμου περιλαμβάνοντας και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας. Η δήλωση θα περιλαμβάνει και λεπτομερή αναγραφή των κινήσεων λογαριασμού που ξεπερνούν το ποσό των χιλίων ευρώ (€1.000) τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης.

Κάθε πρόσφορο μέσο νοείται οτιδήποτε μπορεί να φέρει βεβαιωμένη ημερομηνία και αποδεικτικό αποστολής, όπως λχ αυτοπρόσωπη ή μέσω ειδικώς εξουσιοδοτημένου ατόμου υποβολή ενώπιον του δανειστού, επίδοση με δικαστικό επιμελητή, συστημένη επιστολή μέσω ΕΛΤΑ, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε επίσημη ηλεκτρονική διεύθυνση, αποστολή μέσω τηλεομοιοτυπίας με αποδεικτικό αποστολής κλπ.

Περαιτέρω, επειδή λαμβάνονται υπόψη ως κριτήρια υπαγωγής το εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, προβλέπεται να μπορούν να ζητούνται από το δανειστή στοιχεία για την απόδειξή τους, όπως επίσημα δημόσια έγγραφα (El, Ε9, φύλλα υπολογισμού αξιών) και τίτλοι ιδιοκτησίας. Τέλος, της ίδιας προστασίας απολαύουν και εγγυητές, εφόσον στο πρόσωπό τους συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1-3 της ρύθμισης, καθώς στην περίπτωση αυτή ήδη έχουν την ιδιότητα του οφειλέτη. Εφόσον, όμως, ενεργοποιηθεί η προστασία των προτεινόμενων διατάξεων στο πρόσωπο του πρωτοφειλέτη και για όσο διάστημα ο πρωτοφειλέτης θα βρίσκεται σε συνεννόηση με το δανειστή (καταβολή δόσης) και στο καθεστώς προστασίας, ρητά προβλέπεται ότι ο δανειστής δεν θα μπορεί να στραφεί κατά του εγγυητή ανεξαρτήτως της πλήρωσης των προϋποθέσεων, καθώς μια τέτοια πρακτική θα ήταν ούτως άλλως καταχρηστική.

Τέλος δεύτερου μέρους

Η ομάδα της ASTbooks