ΘΕΜΑ: «Παράσταση πολιτικής αγωγής ∆ηµοσίου ενώπιον ποινικών  δικαστηρίων»

 

Σε συνέχεια του αριθ. πρωτ. ∆ΝΥ Α 1168770 ΕΞ 2012/6.12.2012 εγγράφου  µας, µε το οποίο σας δόθηκαν οδηγίες για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων σε υποθέσεις φοροδιαφυγής µείζονος σηµασίας, κοινοποιούµε σχετική νοµολογία επί θεµάτων παράστασης του ∆ηµοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος (επιµέλεια: Πάρεδρος Ν.Σ.Κ. Ευθύµιος Τσάκας):

1. Το ∆ηµόσιο δύναται να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγον για την αποκατάσταση της προκληθείσας περιουσιακής του ζηµίας, χωρίς την έγγραφη προδικασία του άρθρου 68 παρ. 1 ΚΠοιν∆ικ.   Κατά το άρθρο 5 του ν.δ. 2711/1953, το ∆ηµόσιο δύναται για οποιαδήποτε αξίωση αποζηµίωσής του λόγω ποινικού αδικήµατος (χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ή αποκατάσταση της προκληθείσας περιουσιακής του ζηµίας) να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον ενώπιον του ακροατηρίου του ποινικού δικαστηρίου, χωρίς την έγγραφη προδικασία του άρθρου 68 παρ. 1 ΚΠοιν∆ικ, δύναται δε ταυτόχρονα µε τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής να γνωστοποιεί τα  ονοµατεπώνυµα των εξεταστέων µαρτύρων του προς απόδειξη της αξίωσής του (Α.Π. 14/1991 Ελλ.∆νη 1991, 1573, Α.Π. 268/1989 Ποιν.Χρον.1989, 846, Α.Π. 163/1987 ποιν. Χρον.1987, 395, Α.Π. 1162/1987 Ποιν. Χρον. 1987, 989, Α.Π. 11/1981 Ποιν. Χρον. 1981, 416).

2. Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του ∆ηµοσίου δεν απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του τρόπου πρόκλησης της ηθικής βλάβης του. Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του νοµικού προσώπου – εποµένως και του ∆ηµοσίου - δεν απαιτείται να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση του τρόπου πρόκλησης της ηθικής βλάβης του, διότι αναφέρεται προφανώς στον αντίκτυπο, τον οποίο έχει στην πίστη και στο κύρος του νοµικού προσώπου η διαπραχθείσα εις βάρος του κολάσιµη πράξη (Α.Π. 39/2003 Ποιν.Χρον. 2003, 893, Α.Π. 2266/2002 Ποιν.Χρον. 2003, 799, Α.Π. 1510/2002 Ποιν.Χρον.2003, 527, Α.Π. 575/1986 ΝοΒ 1986,1267).

3. Νόµιµη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το πρώτον στη µετ’ αναβολή
ποινική δίκη.  Κατά το άρθρο 68 παρ. 1 και 2 του ΚΠοιν∆ικ, η πολιτική αγωγή ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου µέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ήτοι µέχρι την όρκιση του πρώτου µάρτυρα κατηγορίας. Όταν, όµως, αναβληθεί η ποινική δίκη για κρείσσονες αποδείξεις, δύναται ο άµεσα ζηµιωθείς από το ποινικό αδίκηµα- έστω και αν δεν είχε εµφανιστεί κατά την πρώτη συζήτηση – να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, καθόσον, κατά τη νέα δικάσιµο, η ποινική υπόθεση εκδικάζεται εξαρχής (Α.Π. 58/1978 Ποιν.Χρον.1978, 411, Α.Π. 536/1989 Ποιν.Χρον.1990, 22, Α.Π. 852/1974 Ποιν.Χρον.1975, 193, Α.Π. 178/1962, Ποιν.Χρον.1962,442, Α.Π. 357/1964 Ποιν.Χρον.1965, 19, Α.Π. 129/1957 Ποιν.Χρον.1957,300, Α.Π. 410/1953  Ποιν.Χρον.1954,73).

4. Απαράδεκτη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το πρώτον ενώπιον του εφετείου.  Η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το πρώτον ενώπιον του εφετείου προς επιδίωξη των αστικών αξιώσεών του – κατά παράλειψη του πρώτου βαθµού δικαιοδοσίας – είναι απαράδεκτη και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας, συνιστώσα λόγο αναιρέσεως κατ’ άρθρο 510 παρ.1 εδ. α΄ ΚΠοιν∆ικ (Α.Π. 1740/2002 Ελλ.∆νη 2003,1438, Α.Π. 70/2002 Ποιν.Χρ.2003,43, Α.Π. 794/1990 Ποιν.Χρον.ΜΑ΄ 202, Α.Π.1212/1989 Ποιν.Χρον. Μ΄526, Α.Π. 1168/1989 Ποιν.Χρον. Μ΄, 452, Α.Π. 1251/1984 Ποιν.Χρον. ΛΕ΄ 314).

5. Σε περίπτωση έφεσης του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται στο εφετείο µόνο προς υποστήριξη της ενοχής. Σε περίπτωση άσκησης έφεσης του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, ο πολιτικώς ενάγων – ο οποίος είχε παραστεί στην πρωτοβάθµια δίκη – δικαιούται να παραστεί στην κατ’ έφεση δίκη µόνο προς υποστήριξη της ενοχής του αθωωθέντος κατηγορουµένου, όχι όµως να επιδιώξει την επιδίκαση απαιτήσεών του, διότι στην περίπτωση αυτή εκκαλείται µόνο το ποινικό µέρος της απόφασης ως προς το οποίο και µόνο µεταβιβάζεται η υπόθεση, το δε αστικό µέρος της υπόθεσης δεν µεταβιβάζεται στο εφετείο (Α.Π. 115/2003 Ποιν.Χρον.2003, 904, Α.Π. 22/1995 Ποιν.Χρον. 1995, 312, Α.Π. 1744/1989 Ποιν.Χρον.1990, 840, Α.Π. 103/1988 Ποιν.Χρον.1988, 474).

Επειδή σε πολλές περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί ότι τα δικαστήρια απορρίπτουν ως απαράδεκτη τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής από υπαλλήλους ελεγκτικών Αρχών, απαιτώντας από το δηλούντα ιδιότητα δικηγόρου, κρίνεται σκόπιµο οι υπάλληλοι που εκπροσωπούν το ∆ηµόσιο ως πολιτικώς ενάγοντες να παραδίδουν στον Πρόεδρο του ∆ικαστηρίου, εκτός από τη σχετική εντολή, αντίγραφο της διάταξης νόµου και της σχετικής εγκυκλίου της ∆/νσης, βάσει της οποίας το Ελληνικό ∆ηµόσιο δύναται να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον για τις αξιώσεις που απορρέουν από αδικήµατα φοροδιαφυγής, εκπροσωπούµενο από τον Προϊστάµενο της αρµόδιας Φορολογικής Αρχής ή τον υπ’ αυτού οριζόµενο υπάλληλο, εφόσον τα αδικήµατα φέρουν χαρακτήρα πληµµεληµατικό (άρθρο 21 παρ. 11 ν.2523/1997).

Επειδή, εξάλλου, για τις δικασίµους δεν ενηµερώνονται οι ίδιες οι Υπηρεσίες παρά µόνο οι µάρτυρες µε προσωπική κλήση και επειδή ενδέχεται να έχουν επέλθει διάφορες µεταβολές στην υπηρεσιακή κατάσταση των τελευταίων από την υποβολή της µηνυτήριας αναφοράς µέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παρέχουµε ενδεικτικά τις ακόλουθες οδηγίες και παρακαλούµε για την αναγκαία και επιθυµητή συνεργασία υπαλλήλων – µαρτύρων, µε σκοπό την καλύτερη διασφάλιση των συµφερόντων του ∆ηµοσίου.

Α) Στις περιπτώσεις που είναι υποχρεωτική η παρουσία του µάρτυρα στο ακροατήριο (άρθρο 19 ν.2523/97)  και ο υπάλληλος, ο οποίος έχει κληθεί να παραστεί ως µάρτυρας σε ποινική δίκη, έχει µετατεθεί ή αποσπαστεί σε άλλη Υπηρεσία, θα ενηµερώνει άµεσα τον Προϊστάµενο της Αρχής που υπέβαλε τη µηνυτήρια αναφορά και αυτός µε τη σειρά του θα αποστέλλει έγκαιρα εξουσιοδότηση προς τον Προϊστάµενο της Υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί σήµερα ο κληθείς, όπως παράσχει στον τελευταίο εντολή για δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.
Β) Σε όσες περιπτώσεις, ωστόσο, για νοµικούς ή πραγµατικούς λόγους (µεγάλη απόσταση από έδρα δικάζοντος δικαστηρίου, συνταξιοδότηση υπαλλήλου κλπ.), κρίνεται επιβεβληµένο το ∆ηµόσιο να εκπροσωπηθεί από υπάλληλο διάφορο αυτού που κλήθηκε ως µάρτυρας, η σχετική εντολή θα δίνεται σε αυτόν. Εφιστάται η προσοχή των Προϊσταµένων των Υπηρεσιών, ώστε οι υπάλληλοι που πρόκειται να εκπροσωπήσουν το ∆ηµόσιο να έχουν κατά το δυνατόν πλήρη γνώση της υπόθεσης και της διαδικαστικής εξέλιξης αυτής.

Οι εντολές θα δίνονται και, αντίστοιχα, οι δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής θα υποβάλλονται για κάθε µηνυόµενο φυσικό πρόσωπο και για κάθε φορολογικό αδίκηµα χωριστά και τούτο, ακόµα και στις περιπτώσεις που η εκδικαζόµενη µηνυτήρια αναφορά είχε υποβληθεί για περισσότερα φυσικά πρόσωπα και αδικήµατα.

∆ιευκρινίζεται, επίσης, ότι, σύµφωνα και µε εγκύκλιο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους (Τµήµα Μελετών), η βεβαίωση των πολιτικών απαιτήσεων του ∆ηµοσίου (αποζηµίωση, χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) που επιδικάστηκαν µε ποινική απόφαση θα γίνεται, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας, µε φροντίδα του δικαιούχου ∆ηµοσίου, γι’αυτό και θα πρέπει να αναζητούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Σηµειώνεται ότι αρκεί τελεσίδικη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και δεν απαιτείται αυτή να καταστεί  αµετάκλητη. Προς τούτο, ο Προϊστάµενος της Αρχής που υπέβαλε τη µηνυτήρια αναφορά θα ζητά µε αίτησή του από τη Γραµµατεία του δικάσαντος δικαστηρίου όπως αποστείλει

α) επικυρώµενο φωτοαντίγραφο της δηµοσιευθείσας απόφασης και
β) πιστοποιητικό τελεσιδικίας αυτής, τα οποία θα διαβιβάζει µε τη σειρά του στην αρµόδια για τη φορολογία εισοδήµατος ∆.Ο.Υ. του καταδικασθέντος, προκειµένου αυτή να συντάξει χρηµατικό κατάλογο και να προβεί στην ταµειακή βεβαίωση του ποσού. Η αίτηση θα αποστέλλεται σε εύλογο χρονικό διάστηµα µετά την έκδοση της απόφασης και πάντως όχι συντοµότερο των 10 ηµερών διάστηµα που αντιστοιχεί στην προθεσµία άσκησης έφεσης από τον κατηγορούµενο. Η ταµειακή βεβαίωση θα γίνεται στον Κ.Α.Ε. 2999 και είδος φόρου 3307 «χρηµατική ικανοποίηση ηθικής βλάβης από φοροδιαφυγή».

Προκειµένου να υπάρξει πλήρης εφαρµογή των παραπάνω, οι ∆.Ο.Υ. και οι λοιπές ελεγκτικές Αρχές θα πρέπει να τηρούν βιβλίο υποβαλλόµενων µηνυτήριων αναφορών για αδικήµατα φοροδιαφυγής για τη συστηµατική παρακολούθηση τους  και την αναζήτηση των αντίστοιχων αποφάσεων.  Με την παρούσα, παρακαλούµε να µην κοινοποιούνται πλέον στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. και στα κατά τόπους αρµόδια ∆ικαστικά Γραφεία οι µηνυτήριες αναφορές που αφορούν σε αδικήµατα φοροδιαφυγής πληµµεληµατικού χαρακτήρα, παρά µόνο όταν υφίστανται ειδικοί και συγκεκριµένοι λόγοι για τους οποίους επιβάλλεται η εκπροσώπηση του ∆ηµοσίου, στη συγκεκριµένη ποινική δίκη, από µέλος του Ν.Σ.Κ. Εφεξής, φάκελοι ποινικών υποθέσεων πληµµεληµατικού χαρακτήρα, διαβιβαζόµενοι στις υπηρεσιακές µονάδες του Ν.Σ.Κ., θα καταστρέφονται. Η υποχρέωση αυτή, ωστόσο, εξακολουθεί να υφίσταται για τα αδικήµατα κακουργηµατικής φύσης. Σε περίπτωση κλήσης µάρτυρα για παράσταση σε ποινική δίκη, στην οποία εκδικάζεται αδίκηµα φοροδιαφυγής κακουργηµατικού χαρακτήρα, η Αρχή που υπέβαλε τη µηνυτήρια αναφορά οφείλει να αποστείλει τη σχετική κλήση – καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κριθεί απαραίτητο - στην Κ.Υ. του Ν.Σ.Κ. ή το αρµόδιο ∆ικαστικό Γραφείο, ζητώντας τη δικαστική εκπροσώπηση του ∆ηµοσίου.
Για την οµοιόµορφη και απαρέγκλιτη εφαρµογή των ανωτέρω, οι Προϊστάµενοι των Υπηρεσιών, προς τους οποίους απευθύνεται η παρούσα, καλούνται να µεριµνήσουν για την ενυπόγραφη κοινοποίηση στους υπαλλήλους τους (νυν και πρώην ελεγκτές, καθώς και υπαλλήλους των αρµοδίων τµηµάτων) της παρούσας εγκυκλίου, ώστε οι τελευταίοι να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις τους, µε τη διπλή ιδιότητά τους ως µάρτυρες και ταυτόχρονα ως εκπρόσωποι του  Ελληνικού ∆ηµοσίου.

Ακριβές Αντίγραφο                                          Η Προϊσταµένη της ∆/νσης

Η Προϊσταµένη της Γραµµατείας                          Γ. ΨΥΧΟΓΙΟΠΟΥΛΟΥ