.

 

 

ΠΟΛ.1047/12.02.2015
Διευκρινίσεις επί των διατάξεων των περιπτώσεων β΄ και στ΄ της παρ.2 άρθρου 12   ν.4172/2013.

 

Αναφορικά με το παραπάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα εξής:

1. Με τις διατάξεις της  του ν.4172/2013 ορίζεται, ότι από την έναρξη ισχύος του ν.4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του ν.2238/1994 (Α΄151), συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου.

2. Με τις διατάξεις του νέου Κώδικα Φορολογίας  Εισοδήματος, από 1.1.2014 διακρίνονται τέσσερις (4) κατηγορίες ακαθάριστων εισοδημάτων (σχετ.  ν.4172/2013).

3. Στη νέα Β΄ κατηγορία-πηγή ενοποιήθηκαν οι πηγές Δ΄, Ζ΄ και Ε΄ (δηλαδή αντίστοιχα εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα και εισόδημα από αγροτική εκμετάλλευση) υπό το γενικό χαρακτηρισμό εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα ( σχετ. άρθρο  ν.4172/2013).

Κατά συνέπεια, δεν διαφοροποιείται πλέον η φορολογική μεταχείριση μεταξύ κάποιου που σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του ν.2238/1994, αποκτούσε εισόδημα που χαρακτηριζόταν ως Ζ΄ πηγής (εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα) ή ως Δ΄ πηγής (εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις).

4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της  του ν.4172/2013 ορίζεται, ότι για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες βάσει σύμβασης, προφορικής ή έγγραφης, με την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτημένης εργασίας με άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωμα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών.

Μεταξύ των περιπτώσεων των δικαιούχων απόκτησης εισοδημάτων για τους οποίους θεωρείται ότι συντρέχει η ανωτέρω εργασιακή σχέση, λόγω της φύσης των εργασιών τους, είναι και οι πιο κάτω:

α) τα εισοδήματα των ασκούμενων δικηγόρων και σπουδαστών που πραγματοποιούν πρακτική εξάσκηση,

β) τα εισοδήματα φυσικών προσώπων που απασχολούνται σε προγράμματα απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας,

γ) οι αποζημιώσεις ανέργων ή εργαζομένων από το κοινοτικό ή εθνικό ταμείο για την παρακολούθηση επιδοτούμενων σεμιναρίων επαγγελματικής κατάρτισης και επιμόρφωσης,

δ) τα εισοδήματα που αποκτούν δικαιούχοι προγράμματος «επανειδίκευσης, κατάρτισης και απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας» (αφορά πρώην εργαζομένους εταιριών που έκλεισαν και οι οποίοι υπάχθηκαν στα προγράμματα αυτά),

ε) τα εισοδήματα που αποκτούν συμβασιούχοι έργου στα Κ.Ε.Π., Δημόσιο και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ.

στ) τα εισοδήματα που αποκτούν φοιτητές, μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες κ.λ.π. εξαιτίας της συμμετοχής τους σε ερευνητικά προγράμματα, καθώς επίσης και οι περιπτώσεις απόκτησης εισοδημάτων από περιστασιακά απασχολούμενους όπως φοιτητές, νοικοκυρές, άνεργοι κ.λπ. που συμμετέχουν σε εργασίες όπως, έρευνες αγοράς, συγκέντρωση ερωτηματολογίων, συλλογή παλιών αντικειμένων ή σιδήρων και οι οποίοι αποκτούν ευκαιριακά εισόδημα.

Σε όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της του ν.4172/2013, διενεργείται παρακράτηση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 60 του ν.4172/2013.

5. Με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης του ν.4172/2013 όπως αυτές ισχύουν,  ορίζεται, ότι για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες βάσει έγγραφων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεων έργου, με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθμό αυτόν, ποσοστό 75% του ακαθάριστου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που λαμβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από την κατοικία του. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούμενος αποκτά εισόδημα από μισθωτή εργασία, σύμφωνα με μία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν ούτως ώστε, φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων και στοιχείων από τις κείμενες διατάξεις, για να ενταχθούν στην ανωτέρω διάταξη και να φορολογηθούν με την κλίμακα του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, πρέπει η επαγγελματική τους εγκατάσταση να είναι ίδια με την κατοικία τους. Η υπαγωγή στην ανωτέρω διάταξη καλύπτει και τις περιπτώσεις φιλοξενουμένων στους οποίους έχει παραχωρηθεί μέρος του ακινήτου για την άσκηση της επιχειρηματικής τους  δραστηριότητας, για την οποία προκύπτει τεκμαρτό μίσθωμα για τον παραχωρητή.

6. Διευκρινίζεται, ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ΠΟΛ.1120/25.4.2014, δεν υπάγονται στην ανωτέρω διάταξη (παρ.6 του παρόντος), οι αμοιβές, αντιπροσώπων, πρακτόρων, μεσιτών, κ.λπ. από αμοιβές ή προμήθειες για τη σύναψη σύμβασης προμήθειας από αλλοδαπά εργοστάσια ή αλλοδαπούς οίκους οποιασδήποτε φύσης υλικού, μεταφορέων, μεσιτών, πρακτόρων, διαμεσολαβητών, εκτελωνιστών, φωτορεπόρτερ, διαφημιστών, επιχειρήσεων που έχουν σαν αντικείμενο ασφαλιστικές δραστηριότητες (ασφαλιστικοί πράκτορες, μεσίτες ασφαλίσεων, ασφαλιστικοί σύμβουλοι κ.τ.λ.), αμοιβές για υπηρεσίες φασόν, προώθησης προϊόντων και γενικά οι αμοιβές που με το ν.2238/1994 χαρακτηρίζονταν ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.

Περαιτέρω, και προκειμένου για την εφαρμογή των διατάξεων της περ. του ν.4172/2013, θεωρείται ότι δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα και συνεπώς υπάγονται στην ανωτέρω διάταξη, εφόσον βέβαια  συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής, οι αμοιβές που καταβάλλονται εξαιτίας παροχής  υπηρεσιών στις οποίες προέχει το στοιχείο της συμβουλής ή της επιστημονικής, καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, δηλαδή επαγγέλματα που με τις καταργηθείσες διατάξεις του ν. 2238/1994, χαρακτηρίζονταν ως ελευθέρια επαγγέλματα. Περιπτώσεις τέτοιων αμοιβών που δεν έχουν την έννοια της εμπορικής ιδιότητας είναι οι αμοιβές του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, φυσιοθεραπευτή, βιολόγου, ψυχολόγου, μαίας, δικηγόρου, συμβολαιογράφου, άμισθου υποθηκοφύλακα, δικαστικού επιμελητή, αρχιτέκτονα, μηχανικού, τοπογράφου, χημικού, γεωπόνου, γεωλόγου, δασολόγου, περιβαλλοντολόγου, ωκεανογράφου, σχεδιαστή, δημοσιογράφου, διερμηνέα, ξεναγού, μεταφραστή, καθηγητή ή δασκάλου, καλλιτέχνη γλύπτη ή ζωγράφου ή σκιτσογράφου ή χαράκτη, ηθοποιού, εκτελεστή μουσικών έργων ή μουσουργού, καλλιτεχνών των κέντρων διασκέδασης, χορευτή, χορογράφου, σκηνοθέτη, σκηνογράφου, ενδυματολόγου, διακοσμητή, οικονομολόγου, αναλυτή, προγραμματιστή, ερευνητή ή συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη, αναλογιστή, κοινωνιολόγου, κοινωνικού λειτουργού, εμπειρογνώμονα, ομοιοπαθητικού, εναλλακτικής  θεραπείας, ψυχοθεραπευτή, λογοθεραπευτή, λογοπαθολόγου και λογοπεδικού, καθώς και αμοιβές που καταβάλλονται σε πραγματογνώμονες, διαιτητές, εκκαθαριστές γενικά, ελεγκτές Α.Ε., εκτελεστές διαθηκών, εκκαθαριστές κληρονομιών και κηδεμόνες σχολάζουσας κληρονομίας.

7. Τέλος, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος  απ οκτ ά  εισόδημα από μισθωτή εργασία σύμφωνα με μία από τις περιπτώσεις του ν.4172/2013 και  π αράλληλα  αποκτά εισόδημα από την άσκηση  επιχειρηματικής δραστηριότητας για την οποία  συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση του ίδιου νόμου, φορολογείται για το μεν εισόδημα από μισθωτή εργασία των περιπτώσεων με την κλίμακα της  του ν.4172/2013, ενώ για το εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας της περίπτωσης   με την κλίμακα της  του νόμου αυτού.

Διευκρινίζεται επίσης, ότι όσον αφορά την υποχρέωση παρακράτησης φόρου στις  περιπτώσεις  της  περίπτωσης τυγχάνουν εφαρμογής τα οριζόμενα στην εγκύκλιο ΠΟΛ.1120/2014.

 

Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ - ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΙΔΟΥ

<span style="color: black;"> 25. Από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του νόμου 2238/1994 (Α΄ 151), συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου.</span>
<span style="color: black;"> 2. Ο Κ.Φ.Ε. διακρίνει τις ακόλουθες κατηγορίες ακαθάριστων εισοδηµάτων:
α) εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις,
β) εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα,
γ) εισόδηµα από κεφάλαιο και
δ) εισόδηµα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου.</span>
<span style="color: black;"> 1. Ως κέρδος από επιχειρηµατική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηµατικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηµατικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις. Στα έσοδα από τις επιχειρηµατικές συναλλαγές περιλαµβάνονται και τα έσοδα από την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης, καθώς και το προϊόν της εκκαθάρισής της, όπως αυτά προκύπτουν στη διάρκεια του φορολογικού έτους.
Ειδικά, για τον προσδιορισµό του εισοδήµατος από αγροτική επιχειρηµατική δραστηριότητα στα έσοδα από επιχειρηµατικές συναλλαγές περιλαµβάνονται τα έσοδα από την παραγωγή γεωργικών, πτηνοτροφικών, κτηνοτροφικών, δασοκοµικών, υλοτοµικών και αλιευτικών προϊόντων.
2. Το κέρδος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προσδιορίζεται για κάθε φορολογικό έτος µε βάση το λογαριασµό αποτελεσµάτων χρήσης, ο οποίος συντάσσεται σύµφωνα µε το Ελληνικό Λογιστικό Σχέδιο και τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ), όπως ισχύει.
Σε περίπτωση που η επιχείρηση εφαρµόζει Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, το κέρδος προσδιορίζεται αποκλειστικά, σύµφωνα µε τον πίνακα φορολογικών αποτελεσµάτων χρήσης.
3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επιχειρηµατική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συµπτωµατική πράξη µε την οποία πραγµατοποιείται συναλλαγή ή και η συστηµατική διενέργεια πράξεων στην οικονοµική αγορά µε σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις οµοειδείς συναλλαγές που λαµβάνουν χώρα εντός ενός εξαµήνου θεωρούνται συστηµατική διενέργεια πράξεων.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους τίτλους του άρθρου 42 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της Εναλλακτικής Αγοράς του Χρηματιστηρίου για τα κρατικά ομόλογα.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να προβλέπεται η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και σε κάθε άλλη ρυθμιζόμενη αγορά ή άλλου τίτλους.
Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι φορολογούμενοι που ασχολούνται κατ’ επάγγελμα με τις ανωτέρω συναλλαγές.
Σε περίπτωση συναλλαγών που αφορούν ακίνητα, η περίοδος του δεύτερου εδαφίου είναι δύο (2) έτη.
4. Kάθε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από παράνοµη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία θεωρείται κέρδος από επιχειρηµατική δραστηριότητα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.</span>
<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>
<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>
<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>
<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>
<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>
<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>
<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>
<span style="color: black;">

1. Το φορολογητέο εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις υποβάλλεται σε φόρο, σύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα:

Φορολογητέο εισόδημα (Ευρώ) Φορολογικός συντελεστής (%)
< 25.000 22%
25.000,01 έως και 42.000 32%
> 42.000 42%

</span>

<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>
<span style="color: black;">

1. Τα κέρδη από επιχειρηµατική δραστηριότητα φορολογούνται σύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα:

Φορολογητέο εισόδημα (ευρώ) Συντελεστής (%)
< 50.000 26%
> 50.000 33%

</span>

<span style="color: black;"> 2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.</span>