ΑΠOΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡIΟΥ (πρώτο τμήμα) της 27ης Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση C-41/04 (αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως): Levob Verzekeringn BV και OV Bank NV κατά Staatssecretaris van Financiën (Έκτη οδηγία περί ΦΠΑ - Άρθρα 2, 5, 6 και 9 - Μεταβίβαση λογισμικού εγγεγραμμένου σε υλικό φορέα - Μεταγενέστερη προσαρμογή του λογισμικού στις ειδικές ανάγκες εκείνου που το απέκτησε - Ενιαία φορολογητέα πράξη - Παροχή υπηρεσιών - Τόπος της παροχής υπηρεσιών)

 

 

 

(2006/C 22/02)

Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική

Στην υπόθεση C-41/04, με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, υποβληθείσα από το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Φεβρουαρίου 2004, στο πλαίσιο της δίκης Levob Verzekeringen BV και OV Bank NV κατά Staatssecretaris van Financiën, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα), συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή), N. Colneric, J. N. Cunha Rodrigues και E. Levits, δικαστές, γενική εισαγγελέας: J. Kokott, γραμματέας: K. Sztranc, υπάλληλος διοικήσεως, εξέδωσε στις 27 Οκτωβρίου 2005 απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:

1)Το άρθρο 2, σημείο 1, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν δύο ή περισσότερα στοιχεία που ένας υποκείμενος στον φόρο παρέσχε σε έναν καταναλωτή, όπου ως καταναλωτής νοείται ο μέσος καταναλωτής, συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε αντικειμενικά να αποτελούν, σε οικονομικό επίπεδο, ένα όλον του οποίου η διάσπαση θα ήταν τεχνητή, το σύνολο των στοιχείων αυτών αποτελεί ενιαία παροχή όσον αφορά τον φόρο προστιθεμένης αξίας.

2)Τούτο συμβαίνει όταν πρόκειται για μια πράξη με την οποία ένας υποκείμενος στον φόρο χορηγεί σε έναν καταναλωτή τυποποιημένο λογισμικό που προηγουμένως είχε αναπτυχθεί, τεθεί στο εμπόριο και εγγραφεί σε υλικό φορέα και μετά προσαρμόζει το λογισμικό αυτό στις ειδικές ανάγκες εκείνου που το απέκτησε, έστω και με την καταβολή χωριστών τιμών.

3)Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας 77/388 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια ενιαία παροχή, όπως εκείνη την οποία αφορά το σημείο 2 του παρόντος διατακτικού, πρέπει να χαρακτηριστεί ως «παροχή υπηρεσιών» όταν προκύπτει ότι η σχετική προσαρμογή δεν είναι ήσσων ή παρεπόμενη αλλά αντιθέτως έχει κυρίαρχο χαρακτήρα· τούτο συμβαίνει ιδίως όταν, λαμβανομένων υπόψη στοιχείων όπως η έκτασή της, το κόστος της ή η διάρκειά της, η προσαρμογή αυτή είναι αποφασιστικής σημασίας για να καταστεί δυνατή η χρήση του λογισμικού σύμφωνα με την παραγγελία εκείνου που το απέκτησε.

4)Το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο ε', τρίτη περίπτωση, της έκτης οδηγίας 77/388 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή επί μιας ενιαίας παροχής υπηρεσιών, όπως εκείνη την οποία αφορά το σημείο 3 του παρόντος διατακτικού, που χορηγήθηκε σε πρόσωπο το οποίο υπόκειται στον φόρο και είναι εγκατεστημένο εντός της Κοινότητας αλλά εκτός της χώρας εκείνου ο οποίος παρέσχε τις υπηρεσίες.