ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER της 14ης Φεβρουαρίου 2006 1(1) Υπόθεση C-84/04 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Πορτογαλικής Δημοκρατίας «Παράβαση κράτους μέλους – ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού – Αρχή της καταβολής στο ακέραιο των ποσών που οφείλει η Κοινότητα – Καταβολή προς την εθνική αρχή τέλους ανταποδοτικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως των ενισχύσεων»

 

 

 

I –    Εισαγωγή

  1. Η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Πορτογαλία παρέβη τις κοινοτικές της υποχρεώσεις, διότι υποχρέωνε τους δικαιούχους ποσών που τους χορηγήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ), τμήμα Προσανατολισμού, να καταβάλλουν στο Instituto de Financiamento e Apoio ao Desenvolvimento da Agricultura e Pescas (στο εξής: IFADAP) τέλη καθοριζόμενα βάσει του συνολικού προϋπολογισμού του σχεδίου για το οποίο ελάμβαναν ενίσχυση, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα μείωση της συνεισφοράς του ΕΓΤΠΕ.
  2. Από την εξέταση των αιτιάσεων που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής και του υπομνήματος αντικρούσεως ανακύπτουν τρία ζητήματα: η ισχύς της αρχής της καταβολής στο ακέραιο των ενισχύσεων του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού· η υφιστάμενη στο προαναφερθέν κράτος μείωση των ενισχύσεων λόγω της καταβολής τέλους· και η φύση του τέλους αυτού.
  3. Η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει το ενδιαφέρον ότι δίνει για πρώτη φορά την ευκαιρία στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί υποθέσεως που αφορά το προαναφερθέν τμήμα, ενώ αντιθέτως για το τμήμα Εγγυήσεων υπήρξε πληθώρα αποφάσεων.

II – Το νομικό πλαίσιο

  1. Για να δοθεί απάντηση στα ζητήματα αυτά, επιβάλλεται να εκτεθούν λεπτομερώς οι ρυθμίσεις που καταδεικνύουν τις ιδιαιτερότητες των δύο κλάδων του ΕΓΤΠΕ προκειμένου να εκτιμηθεί αν η νομολογία που αφορά το τμήμα Εγγυήσεων μπορεί να εφαρμοστεί για τις υποθέσεις που αφορούν το τμήμα Προσανατολισμού. Ομοίως, επιβάλλεται να εξεταστεί η ρύθμιση σχετικά με τον IFADAP και τον εθνικό φόρο.

Α –        Η κοινοτική ρύθμιση

  1. 1.     Το Γεωργικό Ταμείο

α)     Καταγωγή και αρχική εξέλιξη

  1. Η υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας συνεπάγεται, κατά το άρθρο 3, στοιχείο ε΄, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3 ΕΚ), «την καθιέρωση κοινής πολιτικής στον τομέα της γεωργίας».
  2. Για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής αυτής, το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34 ΕΚ) προβλέπει τη δημιουργία κοινής οργανώσεως των αγορών και τη σύσταση «ενός ή περισσοτέρων ταμείων προσανατολισμού και εγγυήσεως γεωργίας».
  3. Η Επιτροπή, ήδη με τις αρχικές της προτάσεις, έκρινε χρήσιμο να συσταθούν δύο ταμεία: ένα για τις αγορές, με αυτοτελή τμήματα ανά ομάδα προϊόντων, και ένα άλλο για τη βελτίωση των δομών (2).
  4. Η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή από το Συμβούλιο το οποίο, με τον κανονισμό 25, της 4ης Απριλίου 1962, περί της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (3), ίδρυσε ένα ενιαίο όργανο, το ΕΓΤΠΕ, αποτελούμενο από τα τμήματα Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
  5. Επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, παρά την ονομασία του, δεν πρόκειται για «ταμείο» υπό την αυστηρή έννοια του όρου, διότι δεν διαθέτει δικούς του πόρους για τον προσδιορισμό του όγκου των δαπανών ούτε χρηματοοικονομική αυτοτέλεια (4). Αποτελεί τμήμα του κοινοτικού προϋπολογισμού (5) και έχουν εφαρμογή επ’ αυτού οι δημοσιονομικοί κανονισμοί, υπό την επιφύλαξη ορισμένων ιδιαιτεροτήτων.

β)     Τα τμήματα του ΕΓΤΠΕ

  1. Μολονότι και οι δύο κλάδοι συμβάλλουν στην χρηματοοικονομική ενίσχυση της γεωργικής πολιτικής, η εξέταση του πεδίου εφαρμογής τους αποκαλύπτει τις σαφείς διαφορές που υπάρχουν μεταξύ τους.
  2. i)      Το τμήμα Εγγυήσεων
  3. Το τμήμα Εγγυήσεων χρηματοδοτεί τις δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή της κοινής οργανώσεως αγοράς και της πολιτικής τιμών. Από τη μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής το 1993, χρηματοδοτεί επίσης, εν όλω ή εν μέρει, και άλλες δράσεις, όπως την παύση καλλιέργειας, τις ενισχύσεις των εισοδημάτων ή την προστασία του περιβάλλοντος.
  4. Όσον αφορά τη φύση των μέτρων που λαμβάνει, το Ταμείο διενεργεί επιστροφές κατά την εξαγωγή, επεμβάσεις στις τιμές, και άμεσες ενισχύσεις (6), η τελευταία δε αυτή κατηγορία είναι, ποσοτικά, πολύ μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες δύο (7).
  5. Τα μέτρα αυτά αποτελούν υποχρεωτικές και δυσχερώς προβλέψιμες δαπάνες, αποτελούν δε αντικείμενο προσαρμογής, κάθε οικονομικό έτος, προκειμένου να προσαρμόζονται οι εκτιμήσεις με τις πραγματικές ανάγκες.
  6. Το τμήμα Εγγυήσεων αποδείχθηκε σημαντικότερο, διότι με αυτό ασχολήθηκε μεγάλος μέρος της νομολογίας.
  7. ii)    Το τμήμα Προσανατολισμού
  8. Αποτελεί, μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας, τμήμα των διαρθρωτικών ταμείων της Ενώσεως, που είναι επιφορτισμένα με τη στήριξη των πρωτοβουλιών των κρατών μελών με στόχο την επίτευξη οικονομικής και κοινωνικής συνοχής (8), η ενίσχυση του οποίου από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (9) οδήγησε σε νέα ρύθμιση των εν λόγω ταμείων, που θεσπίστηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2052/88 του Συμβουλίου (10), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου (11) (στο εξής: κανονισμός 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί).
  9. Η ρύθμιση αυτή συμπληρώθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου (12), αν και εν προκειμένω πρέπει να ληφθεί υπόψη όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της από τον κανονισμό 2082/93 του Συμβουλίου (13) (στο εξής: κανονισμός 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί).
  10. Από το ανωτέρω κανονιστικό πλαίσιο καταδεικνύεται ότι το τμήμα Προσανατολισμού του ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί τις δράσεις για την υλοποίηση των στόχων του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 33 ΕΚ) και συμβάλλει στην επίτευξη του πρωταρχικού στόχου 1, που είναι η «προώθηση της ανάπτυξης και διαρθρωτικής προσαρμογής των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών» και του πρωταρχικού στόχου 5 που είναι η «προώθηση της αγροτικής ανάπτυξης: α) με την επιτάχυνση της προσαρμογής των γεωργικών διαρθρώσεων στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της κοινής γεωργικής πολιτικής· β) με τη διευκόλυνση της ανάπτυξης και της διαρθρωτικής προσαρμογής των αγροτικών περιοχών» (14).
  11. Ειδικότερα, το τμήμα αυτό είναι αρμόδιο για την ενίσχυση και την αναδιοργάνωση των προαναφερθεισών διαρθρώσεων, για την αντιστάθμιση των επιπτώσεων των φυσικών μειονεκτημάτων, για την εξασφάλιση της μετατροπής της γεωργικής παραγωγής και την ανάπτυξη συμπληρωματικών δραστηριοτήτων για τους γεωργούς, στους οποίους πρέπει να εξασφαλίσει ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο. Πρέπει επίσης να συμβάλλει στην κοινωνική ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διατήρηση του αγροτικού χώρου. Συμβάλλει επιπλέον στις ενέργειες τεχνικής βοήθειας και πληροφόρησης, στη στήριξη μελετών ή προτύπων πειραματικών εφαρμογών που αφορούν την προσαρμογή των γεωργικών διαρθρώσεων και στην προώθηση της αγροτικής ανάπτυξης σε κοινοτικό επίπεδο (15).
  12. Το τμήμα Προσανατολισμού διαθέτει προϋπολογισμό κατά πολύ μικρότερο του τμήματος Εγγυήσεων (16), αν και αυτό που έχει σημασία δεν είναι το περιορισμένο μερίδιό του στον προϋπολογισμό, αλλά το ζήτημα αν οι πόροι που χρησιμοποιεί επαρκούν σε σχέση με τα προβλήματα που έχει να επιλύσει (17).
  13. Η λειτουργία του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού
  14. Η δράση του τμήματος Προσανατολισμού θεωρείται ως «συμπληρωματική των αντίστοιχων δράσεων των κρατών μελών» (18), δεν υποκαθιστά «τις δημόσιες ή εξομοιούμενες με δημόσιες δαπάνες του κράτους μέλους» (19) και επιτυγχάνεται «με τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Επιτροπή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς […] που ορίζονται από το κράτος μέλος σε εθνικό περιφερειακό, τοπικό ή άλλο επίπεδο». Η συνεργασία αυτή, η οποία «καλύπτει την προετοιμασία, τη χρηματοδότηση, την εκ των προτέρων εκτίμηση, την παρακολούθηση και την εκ των υστέρων αξιολόγηση των ενεργειών», οργανώνεται «με πλήρη τήρηση των αντίστοιχων θεσμικών, νομικών και δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων καθενός των εταίρων» (20). Συνεπώς, η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων παρεμβαινόντων αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του συστήματος (21).
  15. Οι κοινοτικοί πόροι διανέμονται υπό τη μορφή άμεσων ή έμμεσων ενισχύσεων. Οι πρώτες, που είναι παλαιότερες, είναι πιστώσεις χορηγούμενες για σχέδια εθνικών ή περιφερειακών επενδύσεων που προωθούνται από τα κράτη μέλη και έχουν εγκριθεί προηγουμένως από την Επιτροπή. Οι δεύτερες, λίαν ετερογενείς, καλύπτουν πολλαπλές περιπτώσεις, γεγονός που αποτελεί ιδανικό μηχανισμό σε περίπτωση πολλών αιτήσεων μικρής οικονομικής σημασίας, η έγκριση των οποίων εναπόκειται στο ίδιο το κράτος μέλος.
  16. Η διανομή πραγματοποιείται μέσω μιας διαδικασίας πολυετούς προγραμματισμού που αρχίζει με την υποβολή από τα κράτη, για κάθε έναν από τους στόχους προτεραιότητας που έχουν καθοριστεί από την Κοινότητα, σχεδίων αναπτύξεως (22), βάσει των οποίων η Επιτροπή, σε συμφωνία με τα ορισθέντα από την εθνική διοίκηση πρόσωπα, θεσπίζει το «κοινοτικό πλαίσιο στήριξης», το οποίο καθορίζει τους στόχους, τις μορφές παρεμβάσεως και το ενδεικτικό σχέδιο χρηματοδοτήσεως (23). Σύμφωνα με το τελευταίο αυτό έγγραφο, ο συνδιαλεγόμενος κάθε χώρας εκθέτει τις δράσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων, σύμφωνα με μία σειρά αξόνων επεμβάσεως, που πρέπει να τηρήσουν τα σχέδια για να λάβουν την κοινοτική επιχορήγηση (24), το ύψος της οποίας εξαρτάται από την οικεία περιοχή και δράση (25).
  17. Όταν δοθεί η έγκριση, ο εθνικός οργανισμός, περιφερειακός ή τοπικός, προβαίνει στην καταβολή της χρηματοδοτικής συνδρομής, η οποία μπορεί να έχει τη μορφή προκαταβολών ή οριστικών καταβολών (26). Διευκρινίζεται ότι «οι καταβολές προς τους τελικούς δικαιούχους πρέπει να γίνονται χωρίς καμία έκπτωση ή κράτηση που ενδέχεται να μειώσει το ύψος της ενίσχυσης που δικαιούνται» (27).
  18. Ο ρόλος των κρατών μελών είναι επομένως ζωτικής σημασίας από πολλές απόψεις. Αφενός, το κράτος μέλος έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να επωφεληθεί από τις δυνατότητες που παρέχει το ΕΓΤΠΕ όταν διαθέτει αποτελεσματική διοίκηση (28). Υπό την έννοια αυτή, «Ο οργανισμός που είναι αρμόδιος για την εφαρμογή μιας ενέργειας η οποία λαμβάνει χρηματοδοτική συνδρομή της Κοινότητας φροντίζει να δίνεται η προσήκουσα δημοσιότητα στην ενέργεια αυτή ώστε να ευαισθητοποιείται η κοινή γνώμη για το ρόλο της Κοινότητας στα πλαίσια της ενέργειας αυτής» (29).
  19. Αφετέρου, στο πλαίσιο της εκ των υστέρων αξιολογήσεως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για «να εξακριβώνεται τακτικά ότι οι δράσεις που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα έχουν εκτελεσθεί σωστά», «να προλαμβάνονται και να διώκονται οι παρατυπίες» και για «να ανακτώνται τα απωλεσθέντα κεφάλαια λόγω κατάχρησης ή παράλειψης» (30). Τα μέτρα αυτά ασκούνται υπό την επιφύλαξη των ελέγχων που μπορούν να διεξαγάγουν μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι της Επιτροπής «επιτόπου, ιδίως με δειγματοληψία» (31). Εν πάση περιπτώσει, το οικείο κράτος μέλος και η Επιτροπή κοινοποιούν αμοιβαία, χωρίς καθυστέρηση, «όλες τις προσήκουσες πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των διεξαχθέντων ελέγχων» (32).
  20. Τελική παρατήρηση
  21. Ο κανονισμός 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (33), κατάργησε, από 1ης Ιανουαρίου 2000, τους κανονισμούς 2052/88 και 4253/88 (34).
  22. Επομένως:

–       Οι κανονισμοί 2052/88 και 4253/88, όπως αρχικώς ίσχυαν, διέπουν την περίοδο προγραμματισμού 1989/1993.

–       Οι κανονισμοί 2052/88 και 4253/88, όπως έχουν τροποποιηθεί, έχουν εφαρμογή στην περίοδο προγραμματισμού 1994/1999 – που είναι η επίδικη.

–       Τέλος, η περίοδος προγραμματισμού 2000/2006 διέπεται από τον κανονισμό 1260/1999.

  1. Η εξέλιξη του ΕΓΤΠΕ κατέδειξε ότι ήταν χρήσιμο να δοθεί αυτοτέλεια στα δύο τμήματα, όπως είχε εξ αρχής προτείνει η Επιτροπή.
  2. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (35), καταργεί τον κανονισμό 25, τον κανονισμό (ΕΚ) 723/97 (36) και τον κανονισμό (ΕΚ) 1258/1999 (37) και αντικαθιστά το ΕΓΤΠΕ με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), που προορίζονται για τη χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης της αγοράς, το πρώτο, και για τη χρηματοδότηση των αναπτυξιακών προγραμμάτων, το δεύτερο (38).
  3. Κατά το άρθρο 11 του νέου κανονισμού, που έχει εφαρμογή και στα δύο ταμεία, «εκτός αντιθέτων διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, τα ποσά που αντιστοιχούν στις χρηματοδοτήσεις βάσει του παρόντος κανονισμού ή στη δημόσια χρηματοδοτική συμμετοχή στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης καταβάλλονται στο ακέραιο στους δικαιούχους».

Β –       Η πορτογαλική νομοθεσία

  1. Το IFADAP
  2. Το νομοθετικό διάταγμα 414/93, της 23ης Δεκεμβρίου 1993 (39), θεσπίζει το καταστατικό του νομικού αυτού προσώπου, με το οποίο ορίζονται οι κανόνες σχετικά με την ονομασία του, τη φύση του, το καθεστώς του, την έδρα του (κεφάλαιο I), τις αρμοδιότητές του (κεφάλαιο II), τα όργανά του (κεφάλαιο III), την περιουσιακή και χρηματοοικονομική του διαχείριση (κεφάλαιο IV) και την προσωπική του διαχείριση (κεφάλαιο V).
  3. Η αιτιολογική έκθεση εξηγεί ότι συστάθηκε το 1977 για να διαχειρίζεται τις πιστώσεις υπέρ της γεωργίας, της δασοκομίας, της κτηνοτροφίας και της αλιείας και ότι είναι ο αποκλειστικός συνδιαλεγόμενος με το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού.
  4. Το IFADAP, ως οργανισμός δημοσίου δικαίου, έχει νομική προσωπικότητα, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και δική του περιουσία (40) και ενεργεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας (41).
  5. Εξαιρουμένων των σχέσεών του με τους τρίτους, ως προς τις οποίες υπάγεται στο ιδιωτικό δίκαιο, στον βαθμό που δεν ενεργεί «ασκώντας δημόσια εξουσία», διέπεται από το προαναφερθέν καταστατικό και, επικουρικώς, από την εφαρμοστέα επί των δημοσίων επιχειρήσεων νομοθεσία (42).
  6. Είναι επιφορτισμένο με την προώθηση της γεωργίας και της αλιείας μέσω συστημάτων οικονομικής στήριξης, άμεσης ή έμμεσης (43). Οφείλει ιδίως:

–       Να εξασφαλίζει τη λειτουργία των κοινοτικών και εθνικών συστημάτων στήριξης και ενισχύσεων στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας, συμμετέχοντας στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση των θεσπισθέντων προγραμμάτων και κανονισμών και λειτουργώντας ως ο μοναδικός εθνικός οργανισμός που μπορεί να συνδιαλέγεται με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Γεωργικού Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) – τμήμα Προσανατολισμού και με τα άλλα χρηματοοικονομικά κοινοτικά όργανα, ειδικότερα όσον αφορά τις αιτήσεις για προκαταβολές, για επιστροφή, για διακανονισμούς και τακτοποιήσεις λογαριασμών (44).

–       Να πραγματοποιεί τις καταβολές των ενισχύσεων, εθνικών και κοινοτικών, που προορίζονται για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων και σχεδίων ή για την επιδότηση των τόκων των δανείων που συνήφθησαν για τον σκοπό αυτό (45), εξασφαλίζοντας την επαλήθευση και τον έλεγχο των προγραμμάτων αυτών ή του σχεδίου (46).

–       Να επεμβαίνει κατά την εκτίμηση των δράσεων που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, τμήμα προσανατολισμού, και των άλλων κοινοτικών οργάνων, παρέχοντας ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των δράσεων αυτών (47).

  1. Το προϊόν των πωλήσεων αγαθών και της παροχής υπηρεσιών αποτελεί μία από τις πηγές εσόδων του (48).
  2. Το τέλος
  3. Ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Γεωργίας, γεωργικής αναπτύξεως και αλιείας, με κοινή απόφαση της 28ης Μαΐου 1996 (49), εκδοθείσα κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, και 20, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του καταστατικού, εξουσιοδότησαν το IFADAP να εισπράττει τέλος, όχι μεγαλύτερο του 0,9 % του συνολικού ποσού των σχεδίων που υποβάλλονται ή του 0,45 %, όταν η παρέμβασή του δεν περιλαμβάνει ανάλυση και απόφαση.

III – Το ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

  1. Κατά τη διενέργεια ελέγχων το 1993, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι δικαιούχοι της χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, τμήμα προσανατολισμού, είχαν υποχρέωση από τη σύμβαση να καταβάλλουν στο IFADAP το 1,5 % του ποσού της χορηγούμενης ενισχύσεως.
  2. Η Επιτροπή πληροφόρησε ακολούθως τις πορτογαλικές αρχές ότι οι καταβολές αυτές αντέβαιναν στην κοινοτική νομοθεσία και τις κάλεσε να τις αναστείλουν και να επιστρέψουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.
  3. Με έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 1999, το οικείο κράτος αναγνώρισε το μη νόμιμο των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 3ης Αυγούστου 1993 και 31ης Δεκεμβρίου 1994 και αποφάσισε να επιστρέψει τα ποσά που εισέπραξε.
  4. Μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία, άρχισε να εφαρμόζει ένα σύστημα καταβολής στο ακέραιο των επιδοτήσεων, σύμφωνα με διαδικασία που προβλέπεται από την κοινή απόφαση του 1996, αλλά επιτρέποντας στο IFADAP να εισπράττει τέλη ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του.
  5. Το IFADAP έπαυσε να εισπράττει τα τέλη αυτά το 1999, ημερομηνία κατά την οποία περατώθηκε το εθνικό πρόγραμμα ενισχύσεως για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και των δασών και άρχισε να ισχύει ο κανονισμός 1260/1999.
  6. Η Επιτροπή εξέφρασε επιφυλάξεις όσον αφορά τη συμβατότητα του καθεστώτος που εφαρμοζόταν την περίοδο 1995 έως 1999 και πραγματοποίησε αποστολή ελέγχου στην Πορτογαλία από τις 9 έως τις 17 Μαρτίου 2000. Από τα στοιχεία που συνέλεξε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση χορηγήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής συνοδευόταν από έντυπο με το οποίο ο ενδιαφερόμενος δεχόταν να χρεωθεί ο λογαριασμός του με ποσό που αντιστοιχούσε στο τέλος, για «υπηρεσία παρασχεθείσα από το IFADAP στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συμβάσεως». Ο εκούσιος και προαιρετικός χαρακτήρας της καταβολής εκδηλωνόταν, φαίνεται, κατά την προφορική επικοινωνία του οργανισμού με τους ιδιώτες.
  7. Στις 25 Ιουλίου 2001 η Επιτροπή απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως, επισημαίνοντας ότι το καθεστώς που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1995 περιλάμβανε διαδικασίες που συνεπάγονταν την καταβολή υποχρεωτικών τελών, ανάλογων με τα τέλη που επιβάλλονταν προγενέστερα, τα οποία δεν αποτελούσαν αμοιβή για υπηρεσίες που παρέχονταν στους δικαιούχους.
  8. Η απάντηση των πορτογαλικών αρχών δεν έπεισε την Επιτροπή, η οποία τους απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στις 13 Νοεμβρίου 2002 και άσκησε ακολούθως ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή λόγω παραβάσεως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 226 ΕΚ.

IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

  1. Με το δικόγραφο της προσφυγής, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 2004, ζητείται από το Δικαστήριο να αναγνωριστεί ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, επιτρέποντας να καθιερωθεί από το IFADAP και να διατηρηθεί σε ισχύ διαδικασία χορηγήσεως χρηματοδοτικών συνδρομών των κοινοτικών διαρθρωτικών ταμείων περιλαμβάνουσα ουσιώδεις διατυπώσεις συνεπαγόμενες την καταβολή τελών που δεν είναι ούτε εκούσια ούτε προαιρετικά ούτε συνιστούν αμοιβή για παρεχόμενη υπηρεσία, αλλά εξυπηρετούν τη χρηματοδότηση λειτουργιών που βαρύνουν συνήθως το κράτος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88 και από το άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ. Ζήτησε επίσης να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα.
  2. Η Πορτογαλική Δημοκρατία, με το υπόμνημά της αντικρούσεως της 30ής Απριλίου 2004, ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την υπό κρίση προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
  3. Μετά την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως και ανταπαντήσεως, η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε.
  4. Στις 12 Ιανουαρίου 2006, κατόπιν πρωτοβουλίας της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, πραγματοποιήθηκε επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στην οποία παρέστησαν αμφότεροι οι διάδικοι.

V –    Ανάλυση της προσφυγής λόγω παραβάσεως

Α –       Περιεχόμενο της προσφυγής

  1. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η Δημοκρατία της Πορτογαλίας παραβαίνει το κοινοτικό δίκαιο στον βαθμό που μειώνει συστηματικά το ποσό των ενισχύσεων που χορηγεί το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, επιβάλλοντας στους δικαιούχους να καταβάλλουν ορισμένα ποσά στον οργανισμό που είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση των πιστώσεων. Η πρακτική αυτή αποτελεί παράβαση της ρήτρας περί ακεραίας καταβολής, που περιλαμβάνεται σε όλα τα νομοθετικά κείμενα που διέπουν τις παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων και συνάγεται από το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί, καθώς και παράβαση της αρχής της αγαστής συνεργασίας του άρθρου 10 ΕΚ.
  2. Η Δημοκρατία της Πορτογαλίας εκτιμά ότι το τέλος που εισπράττει το IFADAP για παρασχεθείσες υπηρεσίες είναι συμβατό με τους κοινοτικούς κανόνες, προσήκον, ανάλογο και χωρίς επίπτωση στο ποσό της χρηματοδοτικής συνδρομής της Κοινότητας. Αμφισβητεί τη νομολογία που επικαλείται η Επιτροπή και της προσάπτει παράβαση της αρχής της επικουρικότητας του άρθρου 5, παράγραφος 2, ΕΚ και της αρχής της εταιρικής σχέσεως του άρθρου 4 του κανονισμού 2052/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί.
  3. Από τη διατύπωση του δικογράφου της προσφυγής φαίνεται ότι η Επιτροπή αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο το καθού κράτος μέλος διένειμε ορισμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής την περίοδο 1995 έως 1999.
  4. Ωστόσο, η λεπτομερής εξέταση επιβάλλει διπλή οριοθέτηση του ζητήματος.
  5. Πρώτον, οι κανονισμοί του Συμβουλίου καθορίζουν τη χορήγηση των συνδρομών από την Κοινότητα και προβλέπουν μία τριμερή εταιρική σχέση μεταξύ: της Επιτροπής, του κράτους και των αρχών ή των οργανισμών που ορίζονται από το εν λόγω κράτος μέλος.
  6. Με άλλα λόγια, το νομικό καθεστώς, οι αρμοδιότητες, η οργάνωση και η λειτουργία του IFADAP μπορούν να αμφισβητηθούν μόνον αν επηρεάζουν τις συνδρομές της Κοινότητας.
  7. Δεύτερον, οι διαφορές μεταξύ των δύο τμημάτων του ΕΓΤΠΕ είναι πολύ γνωστές, συνίστανται δε στο ότι εφαρμόζονται σε διαφορετικούς τομείς: οι αγορές για το ένα τμήμα και οι γεωργικές δομές για το άλλο. Οι αντίστοιχες ιδιαιτερότητές τους έχουν ωστόσο βοηθητικό χαρακτήρα σε σχέση με το κοινό χαρακτηριστικό τους, δηλαδή τη χρηματοδότησή τους από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, που τους δίνει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν με τη σειρά τους τις παρεμβάσεις στο δικό τους πεδίο εφαρμογής.
  8. Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστούν περισσότερα σημεία: η ύπαρξη υποχρεώσεως καταβολής στο ακέραιο της συνδρομής του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, στους δικαιούχους· το ισχύον καθεστώς στην Πορτογαλία κατά την περίοδο εφαρμογής του καταβαλλόμενου στο IFADAP τέλους· και, στην περίπτωση που διαπιστωθεί μη προσήκουσα μείωση της κοινοτικής συνδρομής, η ύπαρξη δικαιολογίας.

Β –       Η αρχή της ακέραιας καταβολής των κοινοτικών χρηματοδοτικών συνδρομών

  1. Από την ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων των ενισχύσεων, της νομοθεσίας και της νομολογίας επιβεβαιώνεται ότι, εκτός αντίθετης διατάξεως, οι ενισχύσεις του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, πρέπει να καταβάλλονται στο ακέραιο.
  2. Oι στόχοι και τα χαρακτηριστικά των επιχορηγήσεων
  3. Οι κοινοτικές δράσεις συμπληρώνουν τις δράσεις των κρατών μελών, τα οποία οφείλουν να επιχειρήσουν την εκτέλεση αυτών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Υπό την έννοια αυτή, θεωρώ, όπως και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, ότι η κοινοτική χρηματοδότηση έχει «βοηθητικό» χαρακτήρα σε σχέση με την εθνική. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν αντιβαίνει ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, με την καταβολή στο ακέραιο των επιχορηγήσεων. Μεταξύ των δύο αυτών χαρακτηριστικών δεν μπορεί να υπάρξει σύγκρουση, διότι είναι διαφορετικά.
  4. Αν επιτρεπόταν στις εθνικές αρχές να επηρεάσουν, άμεσα ή έμμεσα, το τελικό ποσό της χορηγούμενης από την Κοινότητα ενισχύσεως, θα διακυβευόταν το σύστημα των ενισχύσεων, το οποίο θα έπαυε να είναι ομοιόμορφο, εφόσον όλα τα κράτη θα μπορούσαν να επιβάλουν τέλος, το ύψος του οποίου θα καθόριζαν ελεύθερα.
  5. Θα προέκυπταν επίσης δυσμενείς διακρίσεις. Πρώτον, μεταξύ των ίδιων των κρατών μελών, εφόσον τα κράτη που θα υπέβαλαν μεγαλύτερο αριθμό σχεδίων προς επιδότηση θα ελάμβαναν έμμεσα περισσότερους κοινοτικούς πόρους μέσω μιας διαδικασίας που δεν έχει αυτόν τον σκοπό, γεγονός που θα προκαλούσε ανισότητες ανάλογα με το εφαρμοστέο επιτόκιο (50). Δεύτερον, μεταξύ των δικαιούχων, εφόσον η ανισότητα των τελών θα είχε επίπτωση στο χορηγηθέν ποσό, οπότε, υπό όμοιες συνθήκες, ορισμένοι θα ελάμβαναν μεγαλύτερη ενίσχυση, είτε πρόκειται γα δικαιούχους της ίδιας χώρας είτε διαφορετικών χωρών, γεγονός που θα μπορούσε να γίνει δεκτό μόνον αν ο νομοθέτης είχε επιτρέψει ρητώς την παρέκκλιση από τον κανόνα καταβολής στο ακέραιο.
  6. Οι σχετικές με τον γενικό προϋπολογισμό της Κοινότητας διατάξεις συνηγορούν επίσης υπέρ της προεκτεθείσας συλλογιστικής. Έτσι, το άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού του 1977 (51) διέτασσε τη χρησιμοποίηση των πιστώσεων σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διαχειρίσεως, η οποία παρέπεμπε στις αρχές της οικονομίας και της αποτελεσματικότητας. Η τελευταία, ακριβώς, απαιτεί τη βέλτιστη σχέση μεταξύ χρησιμοποιούμενων μέσων και επιτυγχανομένων αποτελεσμάτων (52), προϋπόθεση που πληρούται μόνον όταν οι δικαιούχοι μπορούν να έχουν στη διάθεσή τους το σύνολο της χορηγηθείσας ενισχύσεως, χωρίς να πρέπει να διαθέσουν μέρος της χρηματοδοτήσεως σε άλλες δαπάνες, εκτός, επαναλαμβάνω, από την περίπτωση που ο νομοθέτης το επιτρέπει ρητώς.
  7. Η νομοθετική ρύθμιση
  8. Το άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί, επιβάλλει την πραγματοποίηση των καταβολών «χωρίς καμία έκπτωση ή κράτηση».
  9. Δεν αναφέρεται σε καταβολή «στο ακέραιο», όπως ο κανονισμός 1290/2005 (53), αλλά από την παράλειψη αυτή δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι δύο αυτές εκφράσεις είναι αντίθετες μεταξύ τους, διότι οι χρησιμοποιούμενοι όροι εκφράζουν την ίδια ιδέα.
  10. Η συμπεριφορά του καθού κράτους μέλους δεν αποδεικνύει τη άποψη αυτή, εφόσον δεν απαίτησε την καταβολή του τέλους κατά την περίοδο προγραμματισμού 2000/2006, που διεπόταν από τον κανονισμό 1260/1999, το άρθρο 32 του οποίου, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, είχε την ίδια διατύπωση με το προαναφερθέν άρθρο του κανονισμού 4253/88 (54).
  11. Οι κανόνες του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, συμπεριλαμβανομένων των προγενέστερων του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί, απαιτούν επίσης την καταβολή των ενισχύσεων στο ακέραιο (55).
  12. Μολονότι οι δύο κλάδοι του ΕΓΤΠΕ είναι τελείως διαφορετικοί, έχουν όμως τους ίδιους πόρους: τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Επειδή οι πόροι αυτοί προέρχονται από την ίδια πηγή, υπόκεινται στους ίδιους κανόνες καταβολής, όπως στον κανόνα της αντιστοιχίας μεταξύ του χορηγουμένου και του εισπραττομένου ποσού.
  13. Η νομολογία
  14. Το Δικαστήριο εξέτασε επανειλημμένα το ζήτημα της «καταβολής στο ακέραιο» των ενισχύσεων του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, και προέβαλε επιχειρήματα τα οποία, λόγω της κοινής προελεύσεως των πιστώσεων, μπορούν κάλλιστα να μεταφερθούν στο τμήμα Προσανατολισμού, με το οποίο δεν έχει ασχοληθεί.
  15. Στην υπόθεση Jensen και Korn- og Foderstofkompagniet (56), οι αρχές της Δανίας συμψήφισαν κοινοτικές ενισχύσεις με φορολογικές οφειλές προς το Δημόσιο (57), αλλά ο συμψηφισμός αυτός δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού των ενισχύσεων (58). Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί, εξάλλου, ότι, μολονότι αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη ευρεία αυτοτέλεια όσον αφορά τη διαχείριση των ποσών που καταβάλλει η Κοινότητα, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι όριο στην αυτοτέλεια αποτελεί «η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να αποφευχθεί άνιση μεταχείριση των επιχειρηματιών» (59).
  16. Το Δικαστήριο τόνισε το σημείο αυτό με την απόφασή του Kellinghusen και Ketelsen (60), που αφορούσε τους κανονισμούς 805/68 και 1765/92 (61), αν και στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για διοικητικά τέλη (62). Με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως, επιβάλλεται να υπογραμμιστούν πολλές απόψεις της αποφάσεως εκείνης: πρώτον, αντιθέτως με τον σκοπό των κανονισμών, αν επιτρεπόταν στα κράτη μέλη να μειώνουν το ποσό των ενισχύσεων για να χρηματοδοτούν διοικητικά έξοδα, θα προέκυπτε άνιση μεταχείριση μεταξύ των γεωργών του ιδίου κράτους μέλους και των γεωργών διαφορετικών κρατών μελών, γεγονός που θα προσέβαλε την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (63). Δεύτερον, το Δικαστήριο απέστη από την απόφασή του Denkavit Futtermitel (64), που είχε βασιστεί στον κανονισμό 1725/7 (65) οι διατάξεις του οποίου, σε αντίθεση με τους προαναφερθέντες κανονισμούς, δεν μνημόνευαν την καταβολή «στο ακέραιο» των ενισχύσεων και δεν απαγόρευαν την απαίτηση επιστροφής εξόδων που αφορούσαν ελέγχους (66). Τέλος, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή των ενισχύσεων στο ακέραιο δεν μπορούν να ερμηνεύονται υπό το φως άλλων διατάξεων που δεν περιέχουν ανάλογο κανόνα (67).
  17. Το Δικαστήριο επανέλαβε τα τρία αυτά συμπεράσματα με την απόφασή του Ελλάδα κατά Επιτροπής (68), στην οποία δεν ακολούθησε ούτε τη νομολογία Denkavit Futtermittel ούτε τη νομολογία Bussone (69), με την οποία είχε γίνει δεκτή η δυνατότητα να εξαρτούν τα κράτη μέλη τις χρηματοοικονομικές ενισχύσεις από ορισμένα ανταλλάγματα, αλλά μόνο στην περίπτωση ελλείψεως διατάξεων για τον τρόπο χρηματοδοτήσεως του κόστους των ελέγχων (70).
  18. Εξάλλου, η απόφαση Samvirkende Danske Landboforeninger (71), την οποία επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση πέραν των αποφάσεων Denkavit Futtermittel και Bussone, προς στήριξη της απόψεώς της, είναι αλυσιτελής διότι αφορά κατάσταση που είναι διαφορετική από αυτή της υπό κρίση υποθέσεως. Αφορά συγκεκριμένα την επίπτωση επί της κοινής γεωργικής πολιτικής της προσωρινής αυξήσεως από τη Δανία του φόρου ακίνητης περιουσίας, που δεν ήταν συμβατός με τη Συνθήκη ΕΚ στον βαθμό που είχε ως αποτέλεσμα, είτε λόγω της επιπτώσεώς του στη διαμόρφωση των τιμών, είτε λόγω της τροποποιήσεως της δομής των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που μπορούσε να επιφέρει, να δυσχεραίνει τη λειτουργία των κοινών οργανώσεων αγοράς.

Γ –       Η μείωση του ποσού της κοινοτικής εισφοράς στην Πορτογαλία

  1. Η ύπαρξη περικοπών
  2. Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί, οι κοινοτικές ενισχύσεις πρέπει να καταβάλλονται στους δικαιούχους στο ακέραιο, γεγονός που συνεπάγεται ότι απαγορεύονται οι κρατήσεις κατά την καταβολή. Η απαγόρευση της μειώσεως του ποσού πρέπει να καλύπτει όλα τα βάρη που έχουν άμεση και πραγματική σχέση με τα χορηγούμενα ποσά (72).
  3. Η κατάσταση στην Πορτογαλία πρέπει να εξεταστεί με αφετηρία την υπόθεση αυτή.
  4. Σύμφωνα με την Πορτογαλική Κυβέρνηση, εφόσον το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, χρηματοδοτεί συνήθως το 75 % με 85 % του ποσού του σχεδίου, ενώ το υπόλοιπο 15 έως 25 % επιβαρύνει το κράτος, το γεγονός ότι το τέλος υπολογίζεται βάσει του συνολικού ποσού δεν σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος το καταβάλλει μέσω των κοινοτικών πιστώσεων, τις οποίες λαμβάνει ακέραιες, και δεν υφίσταται επομένως παράβαση του προαναφερθέντος άρθρου.
  5. Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν μπορεί να καταλογιστεί το σύνολο του τέλους στη μία από τις δύο πηγές χρηματοδοτήσεως (73).
  6. Αν το ύψος των τελών του IFADAP καθορίζεται σε σχέση με το τελικό κόστος, τότε επηρεάζει αναλόγως, άνευ εξαιρέσεως, τα ποσά που προορίζονται να το καλύψουν. Παραδείγματος χάριν, για παρέμβαση αξίας 100 ποσοστιαίων μονάδων, αν το κράτος χρηματοδοτεί τις 20 και η Κοινότητα τις 80, με την απλή μέθοδο των τριών αποδεικνύεται ότι το πρώτο συμμετέχει κατά 0,18 και η δεύτερη κατά 0,72 στο αιτούμενο τέλος ύψους 0,9 %, δεδομένου ότι η οικονομική τους συμμετοχή μειώνεται αναλόγως.
  7. Ο ισχυρισμός, επομένως, κατά τον οποίο ο δικαιούχος λαμβάνει στο ακέραιο το ποσό που έπρεπε να λάβει είναι εσφαλμένος, εφόσον από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το τέλος, γεγονός που οδηγεί στην εξέταση της λειτουργίας του καθεστώτος αυτού.
  8. Η λειτουργία του συστήματος
  9. Κατά την Επιτροπή, μετά το πέρας των απαιτούμενων διατυπώσεων, ο αιτών λαμβάνει τη σύμβαση χορηγήσεως της συνδρομής, συνοδευόμενη από έντυπο, το οποίο πρέπει να επιστρέψει σε εξήντα ημέρες και με το οποίο εξουσιοδοτεί το IFADAP να αναλάβει από τον λογαριασμό του το ποσό που του χρεώθηκε για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, χωρίς όμως να καθορίζονται οι παροχές αυτές και χωρίς να αναφέρεται ο υποτιθέμενος εκούσιος χαρακτήρας της καταβολής. Αυτό αποδείχθηκε από την αποστολή ελέγχου που πραγματοποίησαν το διάστημα από 9 έως 13 Μαρτίου 2000 υπάλληλοι της Επιτροπής, σε συνεργασία με τον προαναφερθέντα οργανισμό.
  10. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση, προς αμφισβήτηση των εκτιμήσεων της Επιτροπής, τις οποίες χαρακτηρίζει ως υποθετικές, και προς απόρριψη των συμπερασμάτων που εξάγονται από τον έλεγχο, επικαλείται την αρχή του βάρους αποδείξεως.
  11. Κατά πάγια νομολογία, για την απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει παράβαση προσκομίζοντας στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (74).
  12. Πάντως, η ανωτέρω αρχή, η οποία μόνον ως απλοϊκή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, καθιστά δυνατή, μέσω λογικής επεξεργασίας σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, την κοινή αντίληψη και πείρα, την απόδειξη της υπάρξεως ορισμένων πραγματικών περιστατικών βάσει αποσπασματικών δεδομένων.
  13. Στην υπό κρίση διαφορά, μολονότι καμία πλευρά δεν προσκόμισε αντίγραφο των εγγράφων που δόθηκαν στους δικαιούχους και η έκθεση της αποστολής ελέγχου επισυνάφθηκε μόνο στο υπόμνημα ανταπαντήσεως – θέμα στο οποίο θα επανέλθω κατωτέρω – υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ώστε να μην απομένουν αμφιβολίες για την πραγματική συμπεριφορά που περιγράφει η προσφεύγουσα.
  14. Η έκθεση ελέγχου παραθέτει λεπτομερώς τις συνθήκες, τη μέθοδο και τους ελέγχους που διενεργήθηκαν. Προσδιορίζει τους δικαιούχους που ελέγχθηκαν –δεκαέξι– καθώς και τα σχέδια που εγκρίθηκαν –τριάντα δύο– επίσης δε, εκτός από τους αριθμούς εγγραφής και την ημερομηνία εγκρίσεως, το ποσό της ενισχύσεως, το μέρος που χρηματοδοτήθηκε από το κράτος και την Κοινότητα, αντίστοιχα, και το ανάλογο τέλος (75).
  15. Παρατίθενται επίσης οι παρατηρήσεις των δικαιούχων όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέσχε το IFADAP, πριν και μετά τη χορήγηση της ενισχύσεως, ή όσον αφορά τον εκούσιο και προαιρετικό χαρακτήρα του τέλους. Συναφώς, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι που εξετάστηκαν συμφώνησαν στην περιγραφή της συμπεριφοράς του εθνικού οργανισμού, όμοια με αυτή που περιγράφεται στο δικόγραφο της προσφυγής, πρέπει να θεωρηθεί ως βέβαιη η λειτουργία του συστήματος όπως περιγράφεται από την Επιτροπή.
  16. Η άποψη της Πορτογαλίας για τα πραγματικά περιστατικά, η οποία τονίζει τον προαιρετικό χαρακτήρα του τέλους, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στα πραγματικά περιστατικά.
  17. Θα μπορούσε, κατ’ ουσίαν, να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι μόνον κατά το στάδιο της ανταπαντήσεως προσκόμισε την έκθεση ελέγχου, η οποία δεν ήταν γνωστή στις λεπτομέρειές της και το περιεχόμενό της δεν είχε κοινοποιηθεί στο οικείο κράτος. Η περίσταση αυτή δεν θίγει ωστόσο τα δικαιώματα άμυνας, εφόσον στο δικόγραφο της προσφυγής γίνεται ρητή μνεία στα συμπεράσματα του εγγράφου αυτού (76), τα οποία αμφισβητήθηκαν λυσιτελώς (77). Επιβάλλεται επίσης να υπογραμμιστεί η συμμετοχή του ίδιου του IFADAP κατά την προκαταρκτική ακρόαση της Λισσαβόνας της 9ης Μαρτίου 2000 και κατά τις επισκέψεις (78).
  18. Δεύτερον, ο περιορισμένος αριθμός των επισκέψεων που πραγματοποιήθηκαν δεν φαίνεται κατακριτέος. Εξαντλητικότερος έλεγχος θα παρουσίαζε μεγάλες πρακτικές δυσκολίες· επιπλέον, ο κανονισμός 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί, χρησιμοποιεί τον όρο «με δειγματοληψία» (79).
  19. Η ονομασία «τέλος» υπονοεί ότι έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και οι διατάξεις της κοινής αποφάσεως του 1996 δεν αφήνουν περιθώριο, μετά τον καθορισμό του, να θεωρηθεί η καταβολή του ως προαιρετική (80).
  20. Τέλος, υπάρχει μία αντίφαση μεταξύ του υποτιθέμενου εκούσιου χαρακτήρα του τέλους και της ανταποδοτικής λειτουργίας του για τις παρασχεθείσες από το IFADAP υπηρεσίες, εφόσον, αν γινόταν δεκτή η ύπαρξη του χαρακτήρα αυτού, το κόστος των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς όλους θα βάρυνε μόνον αυτούς που θα πλήρωναν. Επιπλέον, αν το τέλος θεωρούνταν ως αντάλλαγμα –ανταποδοτικό τέλος–, το ύψος του θα έπρεπε να υπολογιστεί σε σχέση με την παρασχεθείσα υπηρεσία, και όχι με την εφαρμογή δύο σταθερών επιτοκίων μόνον επί του ποσού του σχεδίου (81).

Δ –       Όσον αφορά την ύπαρξη δικαιολογίας

  1. Το σύστημα που καθιέρωσε η Δημοκρατία της Πορτογαλίας, βάσει του οποίου οι ενισχύσεις των κοινοτικών διαρθρωτικών ταμείων δεν καταβάλλονται στο ακέραιο στους δικαιούχους, αντιβαίνει στο άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί. Επιβάλλεται ωστόσο να εξεταστεί αν η παράβαση αυτή μπορεί να είναι δικαιολογημένη.
  2. Ευθύς εξ αρχής, πρέπει να υπενθυμίσω ότι, όπως έχω επισημάνει, έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι οι εξαιρέσεις από τον κανόνα της καταβολής στο ακέραιο πρέπει να προβλέπονται ρητά από τις εφαρμοστέες διατάξεις (82).
  3. Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση δεν προβλέπουν καμία εξαίρεση. Το καθού κράτος μέλος ισχυρίζεται ωστόσο, για να δικαιολογήσει το τέλος, ότι αυτό προοριζόταν ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του IFADAP, τις οποίες παραθέτει λεπτομερώς διακρίνοντάς τες ανάλογα με το αν παρέχονταν πριν ή μετά τη χορήγηση της συνδρομής. Υπογραμμίζει επίσης τη σημασία των παροχών αυτών (83), που διέπονται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου (84) εφόσον ο οργανισμός τις παρέχει όπως κάθε άλλος επιχειρηματίας του τομέα αυτού.
  4. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι τεχνητή και αντιφατική. Πρώτον, τα καθήκοντα του IFADAP δεν αμφισβητούνται στην υπό κρίση υπόθεση. Δεν απαιτείται επίσης να γίνει διάκριση μεταξύ των καθηκόντων που ασκεί ως συνδιαλεγόμενος με τον ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, και αυτών που ασκεί ως ιδιώτης, διότι αν οι ενδιαφερόμενοι δεν λαμβάνουν στο ακέραιο τη χορηγούμενη από την Κοινότητα ενίσχυση, δεν ασκεί επιρροή αν το αφαιρεθέν ποσό καλύπτει τα διοικητικά έξοδα ή χρησιμοποιείται ως αμοιβή για τεχνική υποστήριξη.
  5. Δεύτερον, έχω επισημάνει ότι ενέχει αντίφαση να νοείται το τέλος ως αμοιβή και ταυτόχρονα να χαρακτηρίζεται ως εκούσιο, εφόσον η δυνατότητα μη καταβολής του δεν συμβιβάζεται με τον σκοπό του, που έγκειται στο να αποτελέσει το αντάλλαγμα για υπηρεσία που παρέχεται υπό καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού.
  6. Εν πάση περιπτώσει, ο σκοπός των διαρθρωτικών κεφαλαίων δικαιολογεί το ενδιαφέρον των εθνικών αρχών να λάβουν οι πολίτες τους όσο το δυνατόν περισσότερες ενισχύσεις, εφόσον έτσι ωφελείται και η χώρα (85). Η περίσταση αυτή και ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των κοινοτικών συνεισφορών συνεπάγονται μια προσπάθεια την οποία πρέπει να αναπτύξουν τα ίδια τα κράτη μέλη, οπότε η βέλτιστη διοικητική αποτελεσματικότητα θα οδηγήσει κατ’ αρχήν σε αύξηση των δαπανών, τις οποίες, εκτός αντίθετης διατάξεως, δεν πρέπει να αναλάβει ο εταίρος που καταβάλλει τις συμπληρωματικές ενισχύσεις.

Ε –       Η αρχή της αγαστής συνεργασίας και της επικουρικότητας

  1. Η Επιτροπή στηρίζει την άποψή της στην αρχή της αγαστής συνεργασίας, ενώ η Πορτογαλία στηρίζει τη δική της στην αρχή της επικουρικότητας.
  2. Η αγαστή συνεργασία
  3. Το άρθρο 10 ΕΚ θέτει την αρχή της αγαστής συνεργασίας, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν «κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας […]».
  4. Η μετακύλιση του τέλους στη συνδρομή της Κοινότητας αντιβαίνει στην υποχρέωση αυτή, διότι εμποδίζει τους δικαιούχους να λάβουν τις ενισχύσεις χωρίς έκπτωση ή κράτηση, όπως ορίζει ο κανονισμός 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί, και παράβαση του κανονισμού αυτού αρκεί για να συντελεσθεί παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
  5. Η αρχή της επικουρικότητας
  6. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, ΕΚ καθιέρωσε την αρχή αυτή στο γραπτό δίκαιο, περιορίζοντας το πεδίο εφαρμογής της στους τομείς που δεν εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας (86).
  7. Το καθού κράτος μέλος επικαλείται την αρχή αυτή σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί, που απαιτεί μία «εταιρική σχέση» μεταξύ της Επιτροπής, του κράτους μέλους και των αρμόδιων αρχών ή οργανισμών, δεδομένου ότι οι κοινοτικές δράσεις συνυπάρχουν με τις εθνικές δράσεις. Υπό την έννοια αυτή, υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι παρεχόμενες από το IFADAP υπηρεσίες ούτε η αντιπαροχή γι’ αυτές, εφόσον καθιστούν δυνατή, κατά τον καταλληλότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο, την πρόσβαση στα προγράμματα του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού.
  8. Ωστόσο, είναι προφανές ότι οι κανονισμοί 2052/88 και 4253/88, καθώς και οι τροποποιήσεις τους, θεσπίστηκαν τηρουμένων των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας, εφόσον είναι αδύνατο να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, δηλαδή η εξασφάλιση της ομοιομορφίας των διαρθρωτικών ενισχύσεων, με εσωτερικά μέτρα όπως τα επίδικα στην υπό κρίση υπόθεση, που έχουν ως αποτέλεσμα άνιση μεταχείριση.
  9. Εξάλλου, ο κανόνας της καταβολής στο ακέραιο έχει ως στόχο τη συνδρομή του ενός των καλούμενων προς συνεργασία εταίρων, ο οποίος είναι παντελώς ελεύθερος να χορηγήσει τη συνδρομή του υπό όρους.
  10. Απομένει, τέλος, να προστεθεί ότι η αρχή της επικουρικότητας δεν έχει εφαρμογή στην κατανομή των καθηκόντων που προβλέπεται στο πλαίσιο των διαρθρωτικών παρεμβάσεων ούτε, κατά συνέπεια, στη δραστηριότητα του εθνικού οργανισμού.

VI – Έξοδα

  1. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή και υπήρξε αίτημα για την καταδίκη της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά έξοδα.

VII – Πρόταση

  1. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

1)         Να αναγνωρίσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, διότι καθιέρωσε και διατήρησε σε ισχύ διαδικασία χορηγήσεως των ενισχύσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Επενδύσεων, τμήμα Προσανατολισμού, η οποία συνεπάγεται την καταβολή τελών τα οποία αφαιρούνταν αδικαιολόγητα από την κοινοτική συνδρομή.

2)         Να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.

2 – André, C., «Το τμήμα προσανατολισμού του ΕΓΤΠΕ», Revue du Marché commun, αριθμός 170, 1973, σ. 454 και 455.

3 – ΕΕ 1962, L 30, σ. 991. Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε εσχάτως από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 728/70 (ΕΕ L 94, σ. 9).

4 – «Το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Επενδύσεων», Le droit et les affaires, αριθμός 123, της 29ης Ιανουαρίου 1968, έγγραφο VI, σ. 2.

5 – Άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 25.

6 – Fernández del Hoyo, J.J, La política agraria común (PAC) y sus reformas, Editorial Centro de Estudios Ramón Areces, SA., Μαδρίτη, 1994, σ. 22 έως 31, εκθέτει σαφώς και επακριβώς τους μηχανισμούς στηρίξεως του τμήματος Εγγυήσεων.

7 – Σύμφωνα με τα δεδομένα του 1998, οι άμεσες ενισχύσεις ανήλθαν στο 82 % των δαπανών, έναντι 12 % για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή και 6 % για τις επεμβάσεις τις τιμές (πηγή: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεματολογικά δελτία, 4.1.4 ΕΓΤΠΕ – τμήμα Εγγυήσεων).

8 – Tio Saralegui, C., «La reforma del Fondo Europeo de Orientación y Garantía Agrícola (FEOGA)», RevistadeInstitucionesEuropeas, τόμος 16, 1989-2, σ. 383 και 384, υπενθυμίζει ότι «η υλοποίηση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενδέχεται να αυξήσει τις περιφερειακές ανισότητες εντός της Κοινότητας. Η διεύρυνση του ανταγωνισμού, μέχρι σήμερα, τείνει να ευνοεί τις ανταγωνιστικότερες επιχειρήσεις και τις περιφέρειες που έχουν καλύτερα έργα υποδομής και παρουσιάζουν καλύτερα συγκριτικά πλεονεκτήματα» (ελεύθερη μετάφραση). Η περίσταση αυτή συνηγορεί υπέρ της απόψεως των λιγότερο πλουσίων χωρών, που προτείνουν τη σύνδεση του στόχου αυτού με την επίτευξη μεγαλύτερης συνοχής.

9 – Άρθρα 130 A και 130 B της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 185 ΕΚ και 159 ΕΚ), που έχουν προστεθεί από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕ 1987, L 169, σ. 1), στα οποία η έννοια της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής νοείται ως συνοδευτική πολιτική απαραίτητη για την επίτευξη της ενιαίας αγοράς. Η Ατζέντα 2000 μετέφερε στο τμήμα Προσανατολισμού όλα τα ισχύοντα διαρθρωτικά και γεωργικά μέτρα, εκτός των περιφερειών του στόχου 1.

10 – Κανονισμός της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 185, σ. 9).

11 – Κανονισμός της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 5).

12 – Κανονισμός της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1).

13 – Κανονισμός της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 20).

14 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

15 – Άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

16 – Το 2001, αντιπροσώπευε το 6,7 % του Τμήματος Εγγυήσεων (πηγή: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεματολογικά δελτία, 4.1.6 Le financement de la PAC: το ΕΓΤΠΕ).

17 – Fernández del Hoyo, J.J., όπ.π., σ. 172.

18 – Άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

19 – Άρθρο 9 του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

20 – Άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

21 – Delgado De Miguel, J.F., Derecho agrario de la Unión Europea, Εκδόσεις Thebook, Oviedo, 1996, σ. 142 επ.

22 – Άρθρα 8, παράγραφος 4, και 11α, παράγραφος 5, του κανονισμού 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί, και άρθρα 5 έως 7 του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

23 – Άρθρα 8, παράγραφος 5, και 11 α, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί, και άρθρα 8 έως 13 του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

24 – Άρθρα 14 έως 16 του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

25 – Η κοινοτική συμβολή διαμορφώνεται σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 13 του κανονισμού 2052/88, όπως έχει τροποποιηθεί, όπως συμπληρώνονται από τα άρθρα 17 και 18 του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

26 – Άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

27 – Άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

28 – Ενίοτε, η κατάρτιση και η εφαρμογή των προγραμμάτων απαιτούν σημαντική τεχνική και γραφειοκρατική υποδομή· Tió Saralegui, C., ανωτέρω, σ. 384.

29 – Άρθρο 32, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

30 – Άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

31 – Άρθρο 23, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.

32 – Άρθρο 23, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί. Η Επιτροπή ωστόσο αρνήθηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση, ότι η υποχρέωση αυτή υφίστατο πριν από το 2001.

33 – ΕΕ L 161, σ. 1. Τροποποιήθηκε από τους κανονισμούς (ΕΚ) 1447/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2001 (ΕΕ L 198, σ. 1)· 1105/2003 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003 (ΕΕ L 158, σ. 3)· και 173/2005 του Συμβουλίου, της 24ης Ιανουαρίου 2005 (ΕΕ L 29, σ. 3).

34 – Άρθρο 54 του κανονισμού 1260/1999.

35 – ΕΕ L 209, σ. 1.

36 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1997, για την υλοποίηση προγραμμάτων δράσης των κρατών μελών στον τομέα των ελέγχων των δαπανών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 108, σ. 6).

37 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103).

38 – Άρθρο 2, παράγραφος 1. Το ΕΓΤΑΑ, που αναφέρεται στα άρθρα 12 έως 21, χρηματοδοτεί τις δαπάνες του άρθρου 3, σε κοινή διαχείριση με τα κράτη –δαπάνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1– ή κατά τρόπο αποκεντρωμένο –δαπάνες που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Το FEADER, το οποίο πραγματεύονται τα άρθρα 22 έως 28, χρηματοδοτεί τη συνδρομή της Κοινότητας στα προγράμματα του άρθρου 4. Τα δύο ταμεία, στον βαθμό που τα αφορά αντίστοιχα, μπορούν να χρηματοδοτήσουν τις δράσεις του άρθρου 5.

39 – Diário da República I, σειρά A, αριθμός 298, της 23ης Δεκεμβρίου 1993, σ. 7132.

40 – Άρθρο 1 του καταστατικού.

41 – Άρθρο 2 του καταστατικού.

42 – Άρθρο 3 του καταστατικού.

43 – Άρθρο 5, παράγραφος 1, του καταστατικού.

44 – Άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του καταστατικού.

45 – Άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του καταστατικού.

46 – Άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του καταστατικού.

47 – Άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του καταστατικού.

48 – Άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του καταστατικού.

49 – Diário da República Série II, αριθμός 136, της 14.6.1996, σ. 7871.

50 – Οι ιδιαιτερότητες κάθε κράτους μέλους ελήφθησαν υπόψη κατά την κατάρτιση και την έγκριση των πολυετών προγραμμάτων και των νομοθετημάτων εφαρμογής τους.

51 – Δημοσιονομικός κανονισμός, της 21ης Δεκεμβρίου 1977, εφαρμοζόμενος επί του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 356, σ. 1).

52 – Άρθρα 3 και 27 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1), που αντικαθιστά τον κανονισμό του 1977. Σύμφωνα με το άρθρο 155, παράγραφος 1, οι προεκτεθείσες διατάξεις εφαρμόζονται στις δαπάνες των διαρθρωτικών ταμείων.

53 – Άρθρο 11 του κανονισμού 1290/2005.

54 – «Η αρχή πληρωμής μεριμνά ώστε οι τελικοί δικαιούχοι να λαμβάνουν τα ποσά της συμμετοχής των Ταμείων που δικαιούνται το συντομότερο δυνατό και στο ακέραιο. Δεν γίνεται καμία μείωση, κράτηση ούτε μεταγενέστερη ειδική επιβάρυνση που επιφέρει μείωση των ποσών αυτών».

55 – Π.χ., το άρθρο 30α του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 148, σ. 24), όπως έχει προστεθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2066/92, του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 215, σ. 49), ορίζει ότι «τα ποσά που πρέπει να πληρωθούν δυνάμει του παρόντος κανονισμού καταβάλλονται εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους». Ομοίως, το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181, σ. 12), ορίζει ότι «οι πληρωμές που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να καταβάλλονται εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους».

56 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1998, C-132/95 (Συλλογή 1998, σ. I-2975).

57 – Κατέστη γνωστό στον Jensen ότι το ποσό των 33 563 DKK της επιχορηγήσεως θα χρησιμοποιούνταν για την πληρωμή ποσών που όφειλε ως ΦΠΑ· η Korn- og Foderstofkompagniet δεν έλαβε επίσης κανένα ποσό λόγω των χρεών προς το Δημόσιο του Stenholt, εκχωρητή της ενισχύσεως.

58 – Σκέψη 61 της αποφάσεως Jensen και Korn- og Foderstofkompagniet.

59 – Σκέψη 49 της προαναφερθείσας αποφάσεως, όπου παρατίθεται η απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, Deutsche Milchkontor κ.λπ., συνεκδικασθείσες υποθέσεις 205/82 έως 215/82 (Συλλογή 1983, σ. 2633).

60 – Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1998, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-36/97 και C-37/97 (Συλλογή 1998, σ. I-6337).

61 – Τα στοιχεία των οποίων παρατίθενται στην υποσημείωση 55.

62 – Ο Kellinghusen και ο Ketelsen ζητούσαν 788 DEM και 214 DEM αντίστοιχα.

63 – Σκέψη 20 της αποφάσεως Kellinghusen και Ketelsen.

64 – Απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, 233/81 (Συλλογή 1982, σ. 2933).

65 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1725/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και στο αποκορυφωμένο γάλα εις κόνιν που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων (ΕΕ L 199, σ. 1).

66 – Σκέψεις 22 και 23 της αποφάσεως Kellinghusen και Ketelsen, προπαρατεθείσα.

67 – Σκέψη 27 της ιδίας αποφάσεως.

68 – Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-247/98 (Συλλογή 2001, σ. I-1).

69 – Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1978, 31/78 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 775).

70 – Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 95/69 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1969, περί εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1619/68 περί ορισμένων προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στα αυγά (ΕΕ L 13, σ. 13) και 2772/75 του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975 περί ορισμένων προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στα αυγά (ΕΕ L 282, σ. 56), δεν προέβλεπαν καμία διάταξη για το θέμα αυτό. Βλ. σκέψη 28, της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ελλάδα κατά Επιτροπής.

71 – Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1983, 297/82 (Συλλογή 1983, σ. 3299).

72 – Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs εξέθεσε την ιδέα αυτή στο σημείο 13 των προτάσεων που υπέβαλε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Kellinghusen και Ketelsen.

73 – Όπως το πράττει η Πορτογαλία στο σημείο 97 του υπομνήματός της αντικρούσεως, κατά το οποίο θα υπήρχε μείωση της συνδρομής του διαρθρωτικού ταμείου μόνο στην περίπτωση που το τέλος υπερέβαινε το 15 % –ή το 25 %– της αξίας του σχεδίου.

74 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6)· της 26ης Ιουνίου 2003, C‑404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I-6695, σκέψη 26) και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-434/01, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2003, σ. I‑13239, σκέψη 21).

75 – Στην περίπτωση που το σχέδιο είχε εγκριθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995, ο εθνικός οργανισμός επέστρεψε τα ποσά που έλαβε.

76 – Σημεία 28, 58 και 59 του δικογράφου της προσφυγής. Τα σημεία 56 και 57 επαναλαμβάνουν ρητώς τα συμπεράσματα της εκθέσεως.

77 – Στα σημεία 61 έως 73 του υπομνήματος αντικρούσεως διατυπώνονται παρατηρήσεις για την αποστολή ελέγχου και ασκείται κριτική σε διάφορες πλευρές των ερευνών.

78 – Ο κατάλογος των εκπροσώπων του οργανισμού που έλαβαν μέρος στην ακρόαση και στις επισκέψεις παρατίθεται στο παράρτημα I της εκθέσεως.

79 – Άρθρο 23, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί. Η δειγματοληψία συνίσταται στο να ληφθεί η γνώμη για ένα θέμα από ένα σύνολο ανθρώπων μέσω ερευνών επί ατόμων που αποτελούν μικρό δείγμα, τα οποία θεωρούνται ως αντιπροσωπευτικά του συνόλου στο οποίο ανήκουν.

80 – Εκπλήσσει το γεγονός ότι το καθού κράτος δεν πρότεινε την ακρόαση δικαιούχου ο οποίος να είχε αρνηθεί την πληρωμή ούτε προσκόμισε στοιχεία του ίδιου του IFADAP σχετικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν και αυτά που δεν καταβλήθηκαν. Δεν τίθεται θέμα, όπως φαίνεται ότι θεώρησε ο εκπρόσωπός του κατά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση, αποδείξεως της «αθωότητας», αλλά αποδείξεως της ανακρίβειας των ισχυρισμών της Επιτροπής, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-35, σκέψη 35), της 6ης Μαρτίου 2001, C-278/98, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑1501, σκέψη 41), και της 24ης Φεβρουαρίου 2005, C-300/02, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑1341, σκέψη 36).

81 – Το Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένως, σε φορολογικά θέματα, ότι τα ανταποδοτικά τέλη πρέπει να υπολογίζονται βάσει του κόστους των επίδικων διατυπώσεων [αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 1997, C-188/95, Fantask κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-6783)· της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C-134/99, IGI (Συλλογή 2000, σ. I-7717)· και της 21ης Ιουνίου 2001, C‑206/99, SONAE (Συλλογή 2001, σ. I-4679), μεταξύ άλλων].

82 – Αποφάσεις Kellinghusen και Ketelsen και Ελλάδα κατά Επιτροπής, καθώς και, a contrario, Denkavit και Bussone, προπαρατεθείσες.

83 – Στο σημείο 25 του υπομνήματος αντικρούσεως επισημαίνεται ότι, χωρίς την τεχνική συμβουλή του IFADAP, το 90 % περίπου των σχεδίων δεν θα περνούσαν τα πρώτα στάδια.

84 – Άρθρο 3, παράγραφος 2, και άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του καταστατικού του IFADAP

85 – Οι ενισχύσεις παρουσιάζουν όφελος και για την Κοινότητα, δεδομένου ότι της επιτρέπουν να ακολουθήσει τους στόχους που επιδιώκονται με αυτό το είδος ενισχύσεων.

86 – Η αντίληψη αυτή βρίσκεται και στο σημείο 3 του προσαρτώμενου στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πρωτοκόλλου σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.