Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 11ης Μαΐου 2006 [αίτηση του Court of Appeal (Civil Division) — Ηνωμένο Βασίλειο, για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Commissioners of Customs & Excise, Attorney General κατά Federation of Technological Industries κ.λπ. (Υπόθεση C-384/04) (Έκτη οδηγία ΦΠΑ - Άρθρα 21, παράγραφος 3, και 22, παράγραφος 8 - Εθνικά μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης - Αλληλέγγυος και εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του ΦΠΑ - Σύσταση ασφάλειας για τον ΦΠΑ που οφείλει άλλος επιχειρηματίας)

 

 

 

(2006/C 165/12)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Αιτούν δικαστήριο

Court of Appeal (Civil Division)

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Commissioners of Customs & Excise, Attorney General

κατά

Federation of Technological Industries κ.λπ.

Αντικείμενο της υποθέσεως

Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως — Court of Appeal (Civil Division) — Ερμηνεία της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49) — Έννοια του άρθρου 21, παράγραφος 3, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι πρόσωπο άλλο από τον υπόχρεο είναι αλληλεγγύως υπεύθυνο για την καταβολή του φόρου — Aπάτες τύπου «γαϊτανάκι»

Διατακτικό της αποφάσεως

1)Το άρθρο 21, παράγραφος 3, της έκτης οδηγίας 77/388/EΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 2000/65/EΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 2000, και 2001/115/EΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2001, έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να θεσπίσει ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, που να προβλέπει ότι υποκείμενος στον φόρο, προς τον οποίο παραδίδονται αγαθά ή παρέχονται υπηρεσίες και ο οποίος γνώριζε, ή είχε βάσιμους λόγους να υποπτεύεται, ότι το σύνολο ή μέρος του οφειλόμενου για την οικεία παράδοση ή παροχή φόρου προστιθεμένης αξίας, ή για οποιαδήποτε προηγούμενη ή επόμενη παράδοση ή παροχή, δεν θα καταβληθεί, μπορεί να καταστεί, με τον υπόχρεο του φόρου, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή αυτού του φόρου. Εντούτοις, μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να είναι σύμφωνη με τις γενικές αρχές του δικαίου που αποτελούν μέρος της κοινοτικής εννόμου τάξεως, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας.

2)Το άρθρο 22, παράγραφος 8, της έκτης οδηγίας 77/388, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 2000/65 και 2001/15, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να θεσπίσει ούτε ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, που να προβλέπει ότι υποκείμενος στον φόρο, προς τον οποίο παραδόθηκαν αγαθά ή παρασχέθηκαν υπηρεσίες και ο οποίος γνώριζε, ή είχε βάσιμους λόγους να υποπτεύεται, ότι το σύνολο ή μέρος του φόρου προστιθεμένης αξίας που οφείλεται για την οικεία παράδοση ή παροχή, ή για οποιαδήποτε προηγούμενη ή επόμενη παράδοση ή παροχή, δεν θα καταβληθεί, μπορεί να καταστεί, με τον υπόχρεο του φόρου, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή του εν λόγω φόρου, ούτε ρύθμιση που να προβλέπει ότι υποκείμενος στον φόρο μπορεί να υποχρεωθεί να συστήσει ασφάλεια για την καταβολή του φόρου προστιθεμένης αξίας ο οποίος είναι ή μπορεί να καταστεί απαιτητός από τον υποκείμενο στον φόρο στον οποίο παραδίδει τα αγαθά ή παρέχει τις υπηρεσίες ή από τον οποίο του παραδίδονται τα αγαθά ή του παρέχονται οι υπηρεσίες.

Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση που επιβάλλει σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει καταστεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την καταβολή του φόρου προστιθεμένης αξίας, σύμφωνα με εθνικό μέτρο που θεσπίσθηκε βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 3, της έκτης οδηγίας 77/388, την υποχρέωση να παράσχει ασφάλεια για την καταβολή του οφειλομένου φόρου προστιθεμένης αξίας.