ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ VERICA TRSTENJAK της 10ης Ιουλίου 2007 1(1) Υπόθεση C-19/05 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Δανίας «Άρθρο 226 ΕΚ – Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Ίδιοι πόροι της Κοινότητας – Μη εισπραχθέντες, λόγω σφάλματος των εθνικών τελωνειακών αρχών, τελωνειακοί δασμοί – Δημοσιονομική ευθύνη των κρατών μελών – Ισχυρισμός συνιστάμενος στο ότι δεν συντρέχει ζημία για το σύστημα των ιδίων πόρων της Κοινότητας»

 

 

 

I –    Εισαγωγή

  1. Το Δικαστήριο επελήφθη, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, προσφυγής λόγω ακυρώσεως που άσκησε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Επιτροπή) κατά του Βασιλείου της Δανίας (στο εξής: Δανία). Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Δανία, μη θέτοντας στη διάθεση της Επιτροπής ως ιδίους πόρους το ποσό των 18 687 475 DDK (περίπου 2 507 210 ευρώ), συνυπολογιζομένων τόκων υπερημερίας από τις 27 Ιουλίου 2000, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ, καθώς και από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και να καταδικάσει τη Δανία στα δικαστικά έξοδα.
  2. Η παρούσα υπόθεση έπεται της υποθέσεως C-392/02 (2), στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο καθιέρωσε την αρχή ότι τα κράτη μέλη υπέχουν δημοσιονομική ευθύνη για τα σφάλματα των τελωνειακών αρχών τους που συνεπήχθησαν για την Κοινότητα μείωση των ιδίων πόρων της.

II – Νομικό πλαίσιο

  1. Το άρθρο 10 ΕΚ ορίζει: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της».

Α –       Διατάξεις περί των ιδίων πόρων

  1. Το άρθρο 269, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ ορίζει: «Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ομόφωνα τις διατάξεις σχετικά με το σύστημα των ιδίων πόρων της Κοινότητας τους οποίους συνιστά στα κράτη μέλη να αποδεχθούν, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους».
  2. Μολονότι η προσφυγή της Επιτροπής εδράζεται κυρίως στην απόφαση 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: απόφαση 94/728) (3), επιβάλλεται και η ανάλυση της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ) (στο εξής: απόφαση 88/376) (4), δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως αφορούν εν μέρει την προ της 1ης Δεκεμβρίου 1994 χρονική περίοδο.
  3. Αρχικώς, το σύστημα των ιδίων πόρων ρυθμιζόταν με την απόφαση 88/376. Την ως άνω απόφαση, η οποία καταργήθηκε, αντικατέστησε η απόφαση 94/728, η οποία εφαρμόζεται από 1ης Δεκεμβρίου 1995 δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, αυτής.
  4. Η απόφαση 88/376
  5. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 88/376 όριζε ότι συνιστούν ιδίους πόρους οι οποίοι εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων οι πόροι που προέρχονται από:

«α)      εισφορές, πριμοδοτήσεις, συμπληρωματικά ή εξισωτικά ποσά, πρόσθετα ποσά ή στοιχεία φόρων και λοιπά τέλη που θεσπίζονται ή πρόκειται να θεσπισθούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη, στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς και από εισφορές και άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης·

β)      τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που θεσπίζονται ή πρόκειται να θεσπισθούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη, καθώς και από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα τα οποία υπάγονται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα·

γ)      την εφαρμογή ομοιόμορφου συντελεστή για όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τη βάση επιβολής του ΦΠΑ, η οποία καθορίζεται με ομοιόμορφο τρόπο για τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες· πάντως, η φορολογική βάση η οποία λαμβάνεται υπόψη από το κράτος μέλος για τους σκοπούς της παρούσας αποφάσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει το 55 % του ΑΕΠ αυτού·

δ)      την εφαρμογή συντελεστή ο οποίος πρόκειται να καθοριστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού, λαμβανομένων υπόψη όλων των άλλων εσόδων, από το άθροισμα των ΑΕΠ όλων των κρατών μελών, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες οι οποίοι θα αποτελέσουν αντικείμενο οδηγίας που πρόκειται να εκδοθεί βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της παρούσας αποφάσεως».

  1. Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 88/376, προβλέπει:

«1. Οι κοινοτικοί ίδιοι πόροι που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, εισπράττονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, οι οποίες προσαρμόζονται, ενδεχομένως, στις απαιτήσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων. Η Επιτροπή προβαίνει, σε τακτά διαστήματα, σε εξέταση των εθνικών διατάξεων που της γνωστοποιούν τα κράτη μέλη, ανακοινώνει στα κράτη μέλη τις προσαρμογές που θεωρεί αναγκαίες για τη διασφάλιση της πιστότητάς τους προς τις κοινοτικές ρυθμίσεις και υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή. Τα κράτη μέλη θέτουν τους πόρους που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως δ΄, στη διάθεση της Επιτροπής.

  1. [Υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεως των λογαριασμών και των ελέγχων του συννόμου και της εγκυρότητας, όπως προβλέπει το άρθρο 206α της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η επαλήθευση και οι έλεγχοι] που αφορούν κυρίως την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα των εθνικών συστημάτων και διαδικασιών προσδιορισμού της βάσεως επιβολής όσον αφορά τους προερχόμενους από τον ΦΠΑ και από το ΑΕΠ ιδίους πόρους και υπό την επιφύλαξη των διεξαγομένων δυνάμει του άρθρου 209, στοιχείο γ΄, της ως άνω συνθήκης ελέγχων, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει τις διατάξεις που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας αποφάσεως, καθώς και τις διατάξεις για τον έλεγχο της εισπράξεως, την απόδοση στην Επιτροπή και την καταβολή των εσόδων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 5.»
  2. Η απόφαση 94/728
  3. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/728 ορίζει ότι συνιστούν ιδίως πόρους του κοινοτικού προϋπολογισμού, μεταξύ άλλων, οι αποκαλούμενοι «παραδοσιακοί πόροι» που προέρχονται από:

«α)      εισφορές, πριμοδοτήσεις, συμπληρωματικά ή εξισωτικά ποσά, πρόσθετα ποσά ή συντελεστές και λοιπά τέλη που έχουν θεσπιστεί ή πρόκειται να θεσπιστούν από τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με τρίτες χώρες μη μέλη στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής […],

β)      τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που έχουν θεσπιστεί ή πρόκειται να θεσπιστούν από τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη […],

γ)      την εφαρμογή ενιαίου συντελεστή ισχύοντα για όλα τα κράτη μέλη επί της φορολογικής βάσεως του ΦΠΑ […],

δ)      την εφαρμογή συντελεστή ο οποίος πρόκειται να καθοριστεί στα πλαίσια της διαδικασίας του προϋπολογισμού βάσει όλων των άλλων εσόδων, από το άθροισμα των ΑΕΠ όλων των κρατών μελών […]».

  1. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, της αποφάσεως 94/728, τα κράτη μέλη παρακρατούν, ως έξοδα εισπράξεως, το 10 % των καταβλητέων, δυνάμει της παραγράφου 1, στοιχεία α΄ και β΄, ποσών. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (5), το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 25 % των βεβαιωθέντων μετά την 31η Δεκεμβρίου 2000 ποσών.
  2. Το άρθρο 8 της αποφάσεως 94/728 ορίζει:

«1. Οι κοινοτικοί ίδιοι πόροι που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, εισπράττονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, οι οποίες προσαρμόζονται, ενδεχομένως, στις απαιτήσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων. Η Επιτροπή προβαίνει, σε τακτά διαστήματα, σε εξέταση των εθνικών διατάξεων που της γνωστοποιούν τα κράτη μέλη, ανακοινώνει στα κράτη μέλη τις προσαρμογές που θεωρεί αναγκαίες για τη διασφάλιση της πιστότητάς τους προς τις κοινοτικές ρυθμίσεις και υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή. Τα κράτη μέλη θέτουν τους πόρους που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως δ΄, στη διάθεση της Επιτροπής.

  1. […] το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, επί προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, καθώς και τις διατάξεις για τον έλεγχο της είσπραξης, την απόδοση στην Επιτροπή και την καταβολή των εσόδων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 5.»
  2. Διατάξεις σκοπούσες στη διασφάλιση του ελέγχου της εισπράξεως
  3. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, οι σκοπούσες στη διασφάλιση του ελέγχου της εισπράξεως διατάξεις περιλαμβάνονταν στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1981, για την εφαρμογή της αποφάσεως 88/376/ΕΟΚ (στο εξής: κανονισμός 1552/89) (6). Ο ως άνω κανονισμός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (7), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 14 Ιουλίου 1996. Ο κανονισμός 1552/89, κωδικοποιηθείς με τις τροποποιήσεις του, αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (8).
  4. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1552/89 ορίζει ότι «η Κοινότητα πρέπει να διαθέτει τους ιδίους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους και ότι, για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να καθοριστούν οι λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τους ιδίους πόρους που χορηγούνται στις Κοινότητες».
  5. Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 1α, του κανονισμού 1552/89 θέτει τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος της Επιτροπής επί των ιδίων πόρων ως τελωνειακών δασμών:

«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως 88/376/ΕΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.

1α. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.»

  1. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1552/89 προβλέπει ότι, «[σ]ύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στον λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει».
  2. Κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89:

«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»

  1. Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού:

«1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 2, έσοδα να αποδίδονται στην Επιτροπή κατά τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

  1. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα έσοδα, μόνον αν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας. Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τα σχετικά ποσά εφόσον αποδεικνύεται, μετά από διεξοδική εξέταση όλων των στοιχείων της εν λόγω περίπτωσης, ότι είναι οριστικά αδύνατον να εισπράξουν τα οφειλόμενα για λόγους πέραν της ευθύνης τους […].»

Β –     Τελωνειακές διατάξεις

  1. Ο τελωνειακός κώδικας
  2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) (9), ορίζει στο άρθρο 9, παράγραφος 1:

«1. Ανακαλείται ή τροποποιείται ευνοϊκή για τον ενδιαφερόμενο απόφαση όταν, σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 8, δεν πληρούνταν ή δεν πληρούνται πλέον μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη λήψη της.»

  1. Το άρθρο 20 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:

«1. Οι δασμοί που καθίστανται απαιτητοί σε περίπτωση γενέσεως τελωνειακής οφειλής βασίζονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

[…]
  1. Το δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περιλαμβάνει:

α) τη συνδυασμένη ονοματολογία των εμπορευμάτων·

[…]

στ) τα αυτόνομα μέτρα αναστολής που προβλέπουν μειώσεις ή απαλλαγές από τους εισαγωγικούς δασμούς που επιβάλλονται σε ορισμένα εμπορεύματα·

[…]
  1. Υπό την επιφύλαξη των κανόνων που αφορούν την κατ’ αποκοπή φορολόγηση, τα κατά την παράγραφο 3, στοιχεία δ΄, ε΄ και στ΄, μέτρα εφαρμόζονται αντί των μέτρων που προβλέπονται στο στοιχείο γ΄, όταν οι τελωνειακές αρχές διαπιστώνουν ότι τα συγκεκριμένα εμπορεύματα πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπουν τα εν λόγω μέτρα. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί εκ των υστέρων εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
[…]»

  1. Το άρθρο 82, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα ορίζει:

«1. Όταν τα εμπορεύματα τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία με μειωμένο ή μηδενικό εισαγωγικό δασμό λόγω της χρησιμοποίησης τους για ειδικούς σκοπούς, παραμένουν υπό τελωνειακή επιτήρηση. Η τελωνειακή επιτήρηση λήγει όταν οι προϋποθέσεις που τέθηκαν για την παραχώρηση του μειωμένου ή μηδενικού δασμού δεν ισχύουν πλέον, όταν τα εμπορεύματα εξαχθούν ή καταστραφούν ή όταν επιτραπεί έναντι καταβολής των οφειλομένων δασμών η χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται για την εφαρμογή του μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού.»

  1. Κατά το άρθρο 204, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα:

«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:

α) από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί

ή

β) από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που έχουν καθοριστεί για την υπαγωγή εμπορεύματος υπό το καθεστώς αυτό ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποίησης του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς,

σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 203, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι παραλείψεις αυτές δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος.

  1. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται είτε τη στιγμή κατά την οποία παύει να τηρείται η υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας γεννά την τελωνειακή οφειλή, είτε τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα τέθηκε υπό το συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς εφόσον αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι ένας από τους όρους που καθορίστηκαν για την υπαγωγή του εν λόγω εμπορεύματος στο καθεστώς αυτό ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποίησης του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς δεν είχε πράγματι τηρηθεί.»
  2. Το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:

«1. Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που οφειλόταν νομίμως, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων). Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 219.

  1. Εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 217, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων βεβαίωση όταν:
[…]

β) το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από σφάλμα των ιδίων των τελωνειακών αρχών, σφάλμα το οποίο δεν μπορούσε [ευλόγως να επισημάνει ο οφειλέτης], εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση·

[…]».

  1. Το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει:

«1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρο 236, 237 και 238, οι οποίες:

–        καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,

–        προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή η διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.

  1. Η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας δώδεκα μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του χρέους των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη.

Εντούτοις, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέψουν υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες.»

  1. Εκτελεστικές του τελωνειακού κώδικα διατάξεις
  2. Το άρθρο 291 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού (10), το οποίο καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1602/2000 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2000, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (11), όριζε:

«1. Η υπαγωγή, κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος, σε ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς λόγω του ειδικού του προορισμού, εξαρτάται από την παροχή γραπτής αδείας στο πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, με σκοπό να το θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία.

  1. Η άδεια αυτή εκδίδεται μετά από γραπτή αίτηση του ενδιαφερομένου, από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους, στο οποίο διασαφίζεται το εμπόρευμα για να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
[…]»

  1. Το άρθρο 869 του κανονισμού 2454/93 ορίζει:

«Οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν οι ίδιες να μη βεβαιώνουν εκ των υστέρων τους μη εισπραχθέντες δασμούς:

[…]

β) στις περιπτώσεις που κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κώδικα και εφόσον το ποσό το οποίο δεν κατέβαλε ο επιχειρηματίας λόγω σφάλματος, και το οποίο μπορεί, ενδεχομένως, να αφορά πολλές πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής, είναι κατώτερο των 2 000 [ευρώ]·

[…]».

  1. Το άρθρο 871 του ιδίου κανονισμού ορίζει:

«Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 869, όταν οι τελωνειακές αρχές, είτε κρίνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κώδικα, είτε διατηρούν επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων της προαναφερθείσας διάταξης σε συγκεκριμένη περίπτωση, διαβιβάζουν την υπόθεση στην Επιτροπή για να εξετασθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 872 έως 876. Ο φάκελος που διαβιβάζεται στην Επιτροπή πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη εξέταση της υπόθεσης.

Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για την παραλαβή του φακέλου.

Αν τα στοιχεία που έχει διαβιβάσει το κράτος μέλος κρίνονται ανεπαρκή για να μπορέσει να αποφανθεί για τη συγκεκριμένη περίπτωση που της υποβλήθηκε, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει να της αποσταλούν συμπληρωματικά στοιχεία.»

  1. Διατάξεις αφορώσες τη Συνδυασμένη Ονοματολογία
  2. Η Συνδυασμένη Ονοματολογία (στο εξής: ΣΟ) δημοσιεύθηκε στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (12). Ο κανονισμός θεμελιώνεται στο παγκόσμιο εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων, το οποίο κατήρτισε το συμβούλιο τελωνειακής συνεργασίας, το οποίο κατέστη ο παγκόσμιος οργανισμός τελωνείων, υιοθετήθηκε με τη συναφθείσα στις Βρυξέλλες στις 14 Ιουνίου 1983 διεθνή σύμβαση και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Επιτροπής με την απόφαση 87/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987, σχετικά με τη σύναψη της διεθνούς συμβάσεως για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων, καθώς και του τροποποιητικού πρωτοκόλλου της (13). Ο ανωτέρω κανονισμός τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) 1789/2003 της Επιτροπής, της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, περί τροποποιήσεως του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (14).
  3. Το παράρτημα I, τίτλος II, του κανονισμού 2658/87 ορίζει μεταξύ άλλων ότι αναστέλλεται η είσπραξη των δασμών για τα προϊόντα που προορίζονται να ενσωματωθούν στα περιγραφόμενα στον σχετικό πίνακα πλοία, με σκοπό την κατασκευή, επισκευή, συντήρηση ή μεταποίησή τους, καθώς και τα προϊόντα που προορίζονται για τον εφοπλισμό ή τον εξοπλισμό των πλοίων αυτών.
  4. Ο πίνακας στον οποίο παρέπεμπε το ως άνω παράρτημα περιελάμβανε και τη δασμολογική διάκριση 8901 90 10 ΣΟ, η οποία ίσχυε για πλοία προς μεταφορά εμπορευμάτων και άλλα πλοία μεταφοράς προσώπων και εμπορευμάτων.
  5. Τα πλαίσια και εμπορευματοκιβώτια, συμπεριλαμβανομένων των εμπορευματοκιβωτίων δεξαμενών και των εμπορευματοκιβωτίων αποθηκών, ειδικά κατασκευασμένα και εξοπλισμένα για ένα ή περισσότερα μεταφορικά μέσα, κατατάσσονταν υπό τη δασμολογική διάκριση 8609 00 90 ΣΟ του παραρτήματος Ι του κανονισμού 2658/87.

III – Τα πραγματικά περιστατικά

  1. Δανική επιχείρηση, ανήκουσα σε όμιλο επιχειρήσεων (στο εξής: εισαγωγέας), υπέβαλε το 1990 αίτηση απαλλαγής από τους εισαγωγικούς δασμούς λόγω ενεργητικής τελειοποιήσεως. Ο εισαγωγέας στήριξε το αίτημά του στο ότι το εισαχθέν εμπόρευμα (ξυλεία και συνθετικά υλικά) συνιστά εμπόρευμα με προορισμό την κατασκευή εμπορευματοκιβωτίων για τις θαλάσσιες μεταφορές και, επομένως, ενσωματωμένων στα μεταφέροντα εμπορευματοκιβώτια πλοία του ομίλου.
  2. Οι δανικές τελωνειακές αρχές ενέκριναν την εισαγωγή και δεν επέβαλαν τους εισαγωγικούς δασμούς για το εμπόρευμα (ξυλεία και συνθετικά υλικά) το οποίο κατέταξαν στη δασμολογική διάκριση 8901 90 10 ΣΟ του παραρτήματος Ι του κανονισμού 2658/87. Έκριναν ότι το ως άνω εμπόρευμα ενέπιπτε στο καθεστώς του ειδικού προορισμού (end-use) (15) που εφαρμόζεται επί εμπορεύματος ενσωματούμενου στα πλοία ή εμπορεύματος προοριζόμενου για τον εφοπλισμό και τον εξοπλισμό των πλοίων. Οι δανικές αρχές επισήμαναν επίσης στον εισαγωγέα ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί εν προκειμένω το καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως.
  3. Οι εκπρόσωποι της Επιτροπής διενήργησαν κατά το διάστημα από 25 έως 29 Μαρτίου 1996 έλεγχο περί της εισπράξεως των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων και συνέταξαν σχετικώς την έκθεση αριθ. 96‑1‑1. Διαπίστωσαν ότι οι δανικές αρχές είχαν επιτρέψει στον εισαγωγέα, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, να εισαγάγει ατελώς εμπορεύματα, χρήση των οποίων γίνεται για την κατασκευή συνήθων εμπορευματοκιβωτίων προοριζομένων για τις μεταφορές και όχι για τον εξοπλισμό των πλοίων. Προς ορθή εφαρμογή του τελωνειακού καθεστώτος του ειδικού προορισμού, τα ως άνω εμπορευματοκιβώτια θα έπρεπε να έχουν ενσωματωθεί απευθείας στα πλοία ή να εντάσσονται στον εξοπλισμό των εν λόγω πλοίων. Οι εκπρόσωποι της Επιτροπής διαπίστωσαν παράλληλα, λόγω της ως άνω παρατυπίας, παράνομη μείωση των ιδίων πόρων της Κοινότητας. Η Επιτροπή θεώρησε επίσης ότι οι δανικές αρχές ήσαν δημοσιονομικώς υπεύθυνες για τα διαπραχθέντα σφάλματα κατά την εφαρμογή του καθεστώτος του ειδικού προορισμού από 1ης Ιανουαρίου 1994. Η έκθεση καταρτίστηκε στο πλαίσιο του ως άνω ελέγχου και διαβιβάστηκε στις δανικές αρχές στις 12 Ιουνίου 1996.
  4. Η Δανία αμφισβήτησε την έκθεση της Επιτροπής με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1997 και επανέλαβε τη διατυπωθείσα στις 6 Ιουνίου 1997 άποψή της στα πλαίσια της συσκέψεως της συμβουλευτικής επιτροπής περί των ιδίων πόρων. Κατά τη σύσκεψη εκείνη, η Δανία αμφισβήτησε την αρμοδιότητα της εν λόγω επιτροπής και ζήτησε της ως άνω υποθέσεως να επιληφθεί η επιφορτισμένη με τα φορολογικά και τελωνειακά ζητήματα Γενική Διεύθυνση της Επιτροπής.
  5. Στις 25 Νοεμβρίου 1997 η Δανία ζήτησε της υποθέσεως να επιληφθεί το αρμόδιο για την ευνοϊκή τελωνειακή αντιμετώπιση τμήμα της επιτροπής του τελωνειακού κώδικα, καθόσον δεν είχε γεννηθεί τελωνειακή οφειλή και ουδεμία απώλεια των ιδίων πόρων της Κοινότητας είχε σημειωθεί.
  6. Στις 30 Δεκεμβρίου 1997 οι αρμόδιες δανικές τελωνειακές αρχές (το κεντρικό τελωνείο της νότιας Γιουτλάνδης) κοινοποίησαν στον εισαγωγέα τη νομική άποψη της Επιτροπής, χωρίς πάντως να την εγκρίνουν, σχετικά με την έγκριση ατελούς εισαγωγής και τον ενημέρωσαν ότι από 1ης Ιανουαρίου 1998 θα εισέπρατταν εισαγωγικούς δασμούς. Η άδεια εισαγωγής λόγω ειδικού προορισμού έπαυσε να ισχύει για τον εισαγωγέα από τις 31 Δεκεμβρίου 1997. Ο εισαγωγέας υπέβαλε στις 3 Φεβρουαρίου 1998 αίτηση περί ενεργητικής τελειοποιήσεως. Η άδεια εισαγωγής προς τον σκοπό αυτό χορηγήθηκε στις 21 Απριλίου 1998, αλλά άρχισε να ισχύει αναδρομικώς από 3 Φεβρουαρίου 1998. Η Επιτροπή δεν ζήτησε από τη Δανική Κυβέρνηση να της εμβάσει το ποσό των εισαγωγικών δασμών για το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου έως 3 Φεβρουαρίου 1998.
  7. Στις 9 Νοεμβρίου 1998 η Επιτροπή κάλεσε τη Δανία να της καταβάλει ατόκως τους εισαγωγικούς δασμούς, ύψους 18 687 475 DKK, που η Δανία όφειλε να εισπράξει για το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1994 έως 31 Δεκεμβρίου 1997. Η Δανία υπείχε δημοσιονομική ευθύνη για όλες τις εισαγωγές του εισαγωγέα από 1ης Ιανουαρίου 1994 καθόσον εφάρμοσε πεπλανημένα το καθεστώς του ειδικού προορισμού. Οι τελωνειακές αρχές απάντησαν στο ως άνω έγγραφο στις 10 Μαρτίου 1999, διαβιβάζοντας στην Επιτροπή πίνακα των μη εισπραχθέντων μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1994 και 31ης Δεκεμβρίου 1997 εισαγωγικών δασμών και αμφισβητώντας το ότι η Επιτροπή υπέστη δημοσιονομική ζημία λόγω της πρακτικής τους.
  8. Η Επιτροπή απηύθυνε στις 31 Ιανουαρίου 2002 στη Δανία έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο επισήμανε για μία ακόμη φορά τις αφορώσες τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων του εισαγωγέα παραβάσεις και απήτησε την καταβολή του ποσού των 18 687 475 DKK.
  9. Στις 2 Απριλίου 2002 η Δανική Κυβέρνηση απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως και αναγνώρισε ότι το παράρτημα Ι, τίτλος ΙΙ, του κανονισμού 2658/87, το οποίο περιελάμβανε τη Συνδυασμένη Ονοματολογία, δεν μπορούσε να τύχει τόσο διασταλτικής ερμηνείας ώστε να απαλλάσσονται των εισαγωγικών δασμών τα εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή προϊόντων προοριζομένων για τον εξοπλισμό των πλοίων.
  10. Η Δανική Κυβέρνηση απηύθυνε στις 6 Μαΐου 2002 προς την Επιτροπή, στο περιθώριο της ως άνω διαδικασίας λόγω παραβάσεως, έγγραφο, αιτούμενη, βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα, την άδεια να μη προβεί σε a posteriori βεβαίωση στον βαθμό που η χορηγηθείσα έγκριση λόγω του ειδικού προορισμού ήταν σφάλμα των τελωνειακών αρχών, ο δε υπόχρεος αδυνατούσε να το επισημάνει.
  11. Η απάντηση της Δανίας στο έγγραφο οχλήσεως δεν έπεισε την Επιτροπή, η οποία απηύθυνε, για τον λόγο αυτό, στις 31 Οκτωβρίου 2002 αιτιολογημένη γνώμη προς τη Δανία, καλώντας την να εκδώσει όλα τα αναγκαία μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών από της παραλαβής της αιτιολογημένης γνώμης. Η Δανία απάντησε επ’ αυτής στις 28 Φεβρουαρίου 2003.
  12. Κατά τη σύσκεψη της 19ης Απριλίου 2004, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας εκδόσεως της αποφάσεως REC 12/03, η ομάδα εργασίας της επιτροπής του τελωνειακού κώδικα αναγνώρισε ότι πληρούνταν ήδη οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας εξαιρέσεως από την καταβολή των εισαγωγικών δασμών λόγω της ενεργητικής τελειοποιήσεως, όσον αφορά τον εισαγωγέα, από το 1990. Αν ο εισαγωγέας είχε ζητήσει τη σχετική άδεια το 1990 θα την είχε λάβει. Επιπλέον, κατά την ίδια σύσκεψη διαπιστώθηκε ότι τα σφάλματα των δανικών τελωνειακών αρχών δεν είχαν επιπτώσεις επί του κοινοτικού προϋπολογισμού. Με βάση την ανωτέρω σύσκεψη της ομάδας εργασίας, η Επιτροπή εξέδωσε στις 19 Μαΐου 2004 την απόφαση REC 12/03 (16). Με την απόφασή της, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν έπρεπε να χωρήσει a posteriori βεβαίωση του ποσού των οφειλομένων από τον εισαγωγέα εισαγωγικών δασμών και ότι η αίτηση περί εξαιρέσεως από την καταβολή εκ μέρους του εισαγωγέα των εισαγωγικών δασμών ήταν καθ’ όλα βάσιμη. Η Επιτροπή ενημέρωσε τη Δανία με έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 2005 ότι δεν θεωρούνταν πλέον ως δημοσιονομικώς υπεύθυνη λόγω της μη καταβολής των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 3 Φεβρουαρίου 1998.
  13. Η Δανία αγνόησε την αιτιολογημένη γνώμη, λόγο για τον οποία η Επιτροπή άσκησε στις 20 Ιανουαρίου 2005 προσφυγή βάσει του άρθρου 226 ΕΚ.
  14. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Δανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα δε από το άρθρο 10 ΕΚ και τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επειδή δεν κατέβαλε στην Κοινότητα το ποσό των 18 687 475 DDK των ιδίων πόρων, προσαυξημένο με τόκους υπερημερίας από 27 Ιουλίου 2000·

–        να καταδικάσει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.

  1. Το Βασίλειο της Δανίας ζητεί από το Δικαστήριο.

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

IV – Επιχειρήματα των διαδίκων

  1. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Δανία ενέκρινε πεπλανημένως την ατελή εισαγωγή εμπορευμάτων που προορίζονται για την κατασκευή εμπορευματοκιβωτίων μολονότι είχε επιστηθεί η προσοχή των δανικών αρχών επί του κινδύνου παρόμοια μέθοδος να είναι εσφαλμένη. Η επιλογή της δασμολογικής διακρίσεως 8609 00 90 ΣΟ είναι εσφαλμένη καθόσον το εμπόρευμα χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή συνήθων πλαισίων και εμπορευματοκιβωτίων τα οποία δεν εμφάνιζαν καμία ιδιομορφία. Τα ως άνω εμπορευματοκιβώτια για τα οποία η Δανία ενέκρινε την εισαγωγή των εμπορευμάτων δεν μπορούν να ενσωματωθούν σε πλοίο καθόσον δεν εμφανίζουν πρόσφορα χαρακτηριστικά γνωρίσματα προς τούτο, ενώ δεν αποτελούν μέρος του εξοπλισμού του πλοίου. Δεν αντικαθιστούν τμήμα του πλοίου επί του οποίου φορτώνονται τα εμπορεύματα και δεν αποτελούν μέρος του εφοπλισμού ή του εξοπλισμού του πλοίου καθόσον δεν χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία του πλοίου. Επομένως, δεν έχουν ειδικό προορισμό.
  2. Κατά την Επιτροπή, οι δανικές αρχές δεν είχαν τη δυνατότητα να χορηγήσουν την άδεια εισαγωγής του εμπορεύματος λόγω ειδικού προορισμού. Οι δανικές αρχές θα όφειλαν να ανακαλέσουν πάραυτα τη χορηγηθείσα άδεια μετά τη λήψη της ανακοινώσεως της Επιτροπής, ήτοι εντός προθεσμίας δύο ημερών δυνάμει του άρθρου 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα. Η Δανία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 20 του τελωνειακού κώδικα, καθώς και από τον κανονισμό 2658/87. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μειώθηκαν οι ίδιοι πόροι της Κοινότητας. Η Επιτροπή υπογραμμίζει περαιτέρω ότι οι εκ των δασμών ίδιοι πόροι της Κοινότητας προέρχονται από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής.
  3. Η εφαρμογή του καθεστώτος ενεργητικής τελειοποιήσεως επί του εισαχθέντος εμπορεύματος ήταν αδύνατη. Πάντως, δεν υφίσταται η δυνατότητα ex post ελέγχου ως προς το αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 117, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα για το καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως προϋποθέσεις.
  4. Η Επιτροπή βεβαιώνει ότι οι δανικές αρχές υπήρξαν αποδέκτες της ερμηνείας της ως προς τις επίδικες διατάξεις, πλην όμως δεν βεβαίωσαν a posteriori την τελωνειακή οφειλή επειδή έκριναν ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα. Υπό την έννοια αυτή, δεν εξεπλήρωσαν τις απορρέουσες από το άρθρο 871 του κανονισμού 2454/93 υποχρεώσεις τους. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δανικές αρχές ενήργησαν με δική τους ευθύνη καθόσον παρέμειναν προσηλωμένες στη δική τους ερμηνεία ακόμη και μετά την εκ μέρους της Επιτροπής επισήμανση προς τη Δανία, το 1996, των παρατυπιών κατά την εφαρμογή του καθεστώτος του ειδικού προορισμού που επιτρέπει την ατελή εισαγωγή. Επειδή οι δανικές αρχές δεν ενημέρωσαν την Επιτροπή επί των δυσχερειών και παρατυπιών –τις οποίες εντόπισε η ίδια η Επιτροπή– κατά την εφαρμογή του ως άνω καθεστώτος, της προέβαλαν προσκόμματα ως προς τη λήψη αποφάσεως επί τυχόν εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα.
  5. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δανικές αρχές δεν ενήργησαν με τη δέουσα επιμέλεια κατά τη χορήγηση της αδείας ατελούς εισαγωγής. Δεν επέδειξαν περαιτέρω επιμέλεια καθόσον δεν βεβαίωσαν a posteriori την τελωνειακή οφειλή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα και του άρθρου 871 του κανονισμού 2454/93. Ως εκ τούτου, η Δανία δεν βεβαίωσε τους ιδίους πόρους της Κοινότητας, οπότε υπέχει δημοσιονομική ευθύνη για την απώλεια των ιδίων πόρων, γεγονός που συνιστά παράβαση του άρθρου 8 της αποφάσεως 94/728. Οφείλει ως εκ τούτου να εισφέρει στον κοινοτικό προϋπολογισμό το ποσό των 18 687 475 DDK, το οποίο οφείλεται λόγω των διαπραχθέντων σφαλμάτων και μη επιδείξεως επιμελείας. Η Επιτροπή υπέστη ζημία καθόσον το ποσόν αυτό δεν της διαβιβάσθηκε. Στον βαθμό που η Δανία αρνείται να καταβάλει το ανωτέρω ποσό, παραβαίνει τις υποχρεώσεις της δυνάμει των άρθρων 2 και 8 της αποφάσεως 94/728, καθώς και του άρθρου 10 ΕΚ.
  6. Η Επιτροπή εκτιμά ότι, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1994 έως 31 Δεκεμβρίου 1997, τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως δεν διακρίνονται κατά πολύ από εκείνα της υποθέσεως C-392/02, Επιτροπή κατά Δανίας (17).
  7. Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι η Δανία όφειλε να της καταβάλει και τόκους δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 1552/89.
  8. Η Δανική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι η Επιτροπή υπέστη δημοσιονομική ζημία λόγω της μη καταβολής των ιδίων πόρων. Τα διαπραχθέντα εκ μέρους των δανικών αρχών σφάλματα δεν είχαν αρνητική επίπτωση επί του κοινοτικού προϋπολογισμού καθόσον ο εισαγωγέας πληρούσε ήδη, αφής στιγμής είχε υποβάλει την αίτηση το 1990, τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο τελωνειακό καθεστώς της ενεργητικής νομιμοποιήσεως, όπως προκύπτει άλλωστε και από την απόφαση REC 12/03. Επομένως, καμία τελωνειακή οφειλή δεν είχε γεννηθεί. Επιπλέον, η Επιτροπή διαπίστωσε κατά τη σύσκεψη της 19ης Απριλίου 2004 ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 3 Φεβρουαρίου 1998 η Κοινότητα δεν υπέστη δημοσιονομική ζημία λόγω της απαλλαγής από τους δασμούς.
  9. Η Δανική Κυβέρνηση βεβαιώνει ότι δεν είναι σαφές αν το εισαχθέν εμπόρευμα δεν μπορούσε να υπαχθεί στο καθεστώς του ειδικού προορισμού. Το ερώτημα αν τα εμπορευματοκιβώτια ορίζονται ως εμπόρευμα προοριζόμενο για τον εφοπλισμό και τον εξοπλισμό των πλοίων είναι ως εκ τούτου θεμελιώδες για την παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, στα πλαίσια της υποθέσεως 148/87 (18), επί του ζητήματος των αλιευτικών διχτυών που ενσωματώνονται σε μόνιμη βάση επί των πλοίων. Το καθεστώς του εμπορεύματος που ενσωματώνεται στο πλοίο δεν είναι σαφές. Κατόπιν αυτού, η Δανική Κυβέρνηση πρότεινε η αρμόδια επιτροπή της Επιτροπής να προβεί στον ορισμό του καθεστώτος του εμπορεύματος· το θέμα τούτο εξακολουθεί να εκκρεμεί.
  10. Η Δανική Κυβέρνηση βεβαιώνει, παραπέμποντας στην απόφαση REC 12/03 και στα πρακτικά της συσκέψεως του τμήματος της 19ης Απριλίου 2004, ότι, σύμφωνα με τα εν λόγω κείμενα, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της αδείας εφαρμογής του καθεστώτος της ενεργητικής τελειοποιήσεως πληρούνταν ήδη από το 1990, ο δε κοινοτικός προϋπολογισμός δεν υπέστη ζημία. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διευκρίνισε ήδη με το υπόμνημά της απαντήσεως ότι η ως άνω διαπίστωση ισχύει για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 3 Φεβρουαρίου 1998, η απόφαση μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε πρόκληση ζημίας προ της 1ης Ιανουαρίου 1998. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την απόφαση, καμία ζημία δεν επήλθε καθόσον επιβαλλόταν η προβλεπόμενη για την ενεργητική τελειοποίηση επιλογή της νομικής βάσεως, η οποία προβλέπει επίσης μηδενικούς δασμούς. Άρα, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα. Δεδομένου ότι το καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως εφαρμόζεται σε πανομοιότυπα πραγματικά περιστατικά μετά την 1η Ιανουαρίου 1998 ουδείς λόγος συντρέχει ώστε το ως άνω καθεστώς να μην μπορεί να εφαρμοστεί και για την προγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 1998 περίοδο.
  11. Η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι δανικές αρχές τροποποίησαν τόσο όψιμα τη στάση τους σχετικά με την εφαρμογή του καθεστώτος του ειδικού προορισμού λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής, το αρμόδιο τμήμα της οποίας ως προς τις τελωνειακές διευκολύνσεις της επιτροπής του τελωνειακού κώδικα δεν έφερε το ζήτημα προς συζήτηση. Τροποποίησαν τη στάση τους στο πλαίσιο της προετοιμασίας της απαντήσεως επί του εγγράφου οχλήσεως κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με μη κατονομαζόμενο υπάλληλο της Γενικής Διευθύνσεως φορολογίας και τελωνειακής ενώσεως, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι η Δανία θα έπρεπε να εφαρμόσει το καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως αντί του καθεστώτος του ειδικού προορισμού.
  12. Η Δανική Κυβέρνηση αμφισβητεί επίσης ρητώς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής ότι δεν την ενημέρωσε ως προς την πρόθεσή της να βεβαιώσει a posteriori την τελωνειακή οφειλή, δεδομένου ότι το είχε ήδη πράξει με επιστολή που είχε αποστείλει στην Επιτροπή στις 6 Μαΐου 2002.

V –    Εκτίμηση της γενικής εισαγγελέως

Α –     Ευθύνη των κρατών μελών έναντι της Κοινότητας στον τομέα των ιδίων πόρων

  1. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της αποφάσεως 94/728 ορίζει ότι συνιστούν ιδίους πόρους της Κοινότητας οι δασμοί του Κοινού Δασμολογίου και οι λοιποί δασμοί που εισπράττει η Κοινότητα επί των συναλλαγών με τις τρίτες χώρες (19). Η χρήση των δασμών ως ιδίων πόρων της Κοινότητας στα πλαίσια του κοινοτικού προϋπολογισμού είναι συνέπεια του γεγονότος ότι, βάσει της τελωνειακής ενώσεως (20), το κράτος που απαιτεί την καταβολή των δασμών δεν είναι κατ’ ανάγκη εκείνο εντός του οποίου πρόκειται να χρησιμοποιηθεί το εμπόρευμα (21).
  2. Το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89 ορίζει ότι η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι προβλεπόμενες από την τελωνειακή νομοθεσία προϋποθέσεις όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση του ποσού και την ανακοίνωσή τους στον οφειλέτη. Όπως προκύπτει από την ορολογία της ως άνω διατάξεως, η υποχρέωση του κράτους μέλους να βεβαιώσει ότι η Κοινότητα έχει απαίτηση επί των ιδίων πόρων γεννάται αφ’ ής στιγμής πληρούνται οι προβλεπόμενες στην τελωνειακή κανονιστική ρύθμιση προϋποθέσεις, οπότε δεν απαιτείται να χωρίσει εν τοις πράγμασι η βεβαίωση (22). Τα κράτη μέλη «υποχρεούνται να διαπιστώνουν απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων από τη στιγμή που οι τελωνειακές αρχές τους μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη» (23).
  3. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τους εκ δασμών ιδίους πόρους της Κοινότητας έκρινε κατ’ αρχήν ότι «τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώνουν την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων από τη στιγμή που οι τελωνειακές αρχές τους διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και, επομένως, μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από την τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη, ανεξάρτητα από το αν πληρούνται τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα και αν επομένως μπορεί ή δεν μπορεί να γίνει βεβαίωση και εκ των υστέρων είσπραξη των οικείων τελωνειακών δασμών. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το κράτος μέλος που δεν βεβαιώνει την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων και δεν θέτει το αντίστοιχο ποσό στη διάθεση της Επιτροπής, χωρίς να πληρούται μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1552/89, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728» (24).

Β –     Απαλλάσσει η έλλειψη σαφηνείας των κοινοτικών διατάξεων τα κράτη μέλη από την υποχρέωση περί βεβαιώσεως των ιδίων πόρων της Κοινότητας;

  1. Η Δανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται τυχόν ασάφειες των όρων του παραρτήματος Ι του κανονισμού 3658/87. Οι συγκεκριμένες ασάφειες δεν απαλλάσσουν τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους να καταβάλλουν τους ιδίους πόρους της Κοινότητας βάσει της αποφάσεως 94/728. Πράγματι, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση στην υπόθεση C-392/02, Επιτροπή κατά Δανίας, «μολονότι ένα σφάλμα των τελωνειακών αρχών κράτους μέλους συνεπάγεται ότι ο οφειλέτης δεν πρέπει να καταβάλει το ποσό των οικείων δασμών, τούτο δεν αίρει την υποχρέωση του εν λόγω κράτους μέλους να καταβάλει τόκους υπερημερίας καθώς και τους δασμούς που έπρεπε να έχουν βεβαιωθεί στο πλαίσιο της αποδόσεως των ιδίων πόρων» (25). Δυνάμει της αρχής της έμμεσης διοικήσεως (26), τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για την εφαρμογή των κοινοτικών τελωνειακών διατάξεων.
  2. Όταν ορισμένες τελωνειακές διατάξεις δεν είναι αρκούντως σαφείς, η ως άνω ασάφεια δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους να καταβάλλουν τους ιδίους πόρους της Κοινότητας. Ασφαλώς, συνιστά αρχή του κοινοτικού δικαίου το ότι τα κράτη μέλη αδυνατούν εν γένει να ερμηνεύουν τα ίδια τυχόν ασάφειες των κοινοτικών διατάξεων. Αν είχαν τη δυνατότητα να τις ερμηνεύουν τα ίδια, θα παραβίαζαν εκ του λόγου αυτού το άρθρο 220 ΕΚ (27). Τα επιχειρήματα της Δανικής Κυβερνήσεως ότι, λόγω των ασαφειών του παραρτήματος Ι του κανονισμού 3658/87, δεν είναι σαφές αν υφίσταται τελωνειακή υποχρέωση, είναι αβάσιμα. Ακόμη και αν ένα κράτος μέλος αμφισβητεί την ύπαρξη μιας τέτοιας τελωνειακής οφειλής, καλείται να βεβαιώσει τους ιδίους πόρους της Κοινότητας (28). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση να διαπιστώνουν τις απαιτήσεις ακόμη και αν τις αμφισβητούν διότι άλλως θα υπήρχε κίνδυνος διαταράξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας της Κοινότητας από τη συμπεριφορά των κρατών μελών (29).

Γ –     Η υποχρέωση της Δανίας να αποδώσει τους ιδίους πόρους της Κοινότητας

  1. Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, με έγγραφο της 2ας Απριλίου 2002, η Δανική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι εφήρμοσε πεπλανημένα τις κοινοτικές τελωνειακές διατάξεις. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Δανική Κυβέρνηση αναγνώρισε επίσης ότι είχε εφαρμόσει πεπλανημένα το καθεστώς του ειδικού προορισμού και ότι είχε ενημερώσει τον εισαγωγέα επί του ότι το καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως δεν μπορούσε να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Πάντως, αμφισβητεί ότι το σύστημα των ιδίων πόρων της Κοινότητας υπέστη ζημία, δεδομένου ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί άλλο τελωνειακό καθεστώς, εκείνο της ενεργητικής τελειοποιήσεως, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι οι μηδενικοί δασμοί.
  2. Η Κοινότητα έχει δικαίωμα επί των ιδίων πόρων οσάκις πληρούνται οι υλικές προϋποθέσεις γενέσεως της τελωνειακής οφειλής (30). Η υποχρέωση των κρατών μελών να βεβαιώνουν ότι η Κοινότητα έχει δικαίωμα επί των ιδίων πόρων γεννάται δυνάμει της προπαρατεθείσας αποφάσεως επί της υποθέσεως C-392/02, Επιτροπή κατά Δανίας, αφ’ ής στιγμής πληρούνται τα προαπαιτούμενα της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ήτοι των τελωνειακών διατάξεων.
  3. Το ερώτημα αν συντρέχουν προϋποθέσεις σχετικά με τη βεβαίωση των ιδίων πόρων της Κοινότητας δεν εξαρτάται από την απάντηση επί του ερωτήματος σχετικά με την επιφυλασσόμενη από απόψεως τελωνειακού δικαίου μεταχείριση του υποχρέου της τελωνειακής οφειλής καθόσον πρόκειται για διακριτές από απόψεως δικαίου σχέσεις. «Οι [διατάξεις περί των ιδίων πόρων] διέπουν τις σχέσεις Κοινότητας και κρατών μελών όσον αφορά τη βεβαίωση και τη διάθεση των ιδίων πόρων. Οι [τελωνειακές διατάξεις] εφαρμόζονται μεταξύ των κρατών μελών και των επιχειρήσεων όσον αφορά τις τελωνειακές διασαφήσεις, καθώς και τη φορολόγηση και την είσπραξη των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών» (31). Έτσι, υπό το πρίσμα των σχέσεων μεταξύ Κοινότητας και Δανίας, όσον αφορά τους ιδίους πόρους της Κοινότητας, δεν ενδιαφέρει το αν οι δανικές αρχές όφειλαν όχι μόνον να ανακαλέσουν την άδεια ατελούς εισαγωγής αλλά και να διαπιστώσουν αν ήταν ορθή η εφαρμογή άλλου τελωνειακού καθεστώτος, ήτοι του καθεστώτος της ενεργητικής τελειοποιήσεως.
  4. Το κοινοτικό τελωνειακό δίκαιο προβλέπει μείωση των δασμών, αν όχι μηδενικούς δασμούς, για σειρά εμπορευμάτων, που προορίζονται για ειδικό σκοπό (καθεστώς του ειδικού προορισμού). Η εφαρμογή μειωμένου δασμού εδράζεται κατά κανόνα στη Συνδυασμένη Ονοματολογία η οποία απαντούσε στο παράρτημα I, τίτλος II, του κανονισμού 2658/87, εφαρμοστέο ratione temporis δίκαιο. Ο κανονισμός προέβλεψε ότι οι δασμοί δεν εισπράττονται για όσα εμπορεύματα ενσωματώνονται στα αναφερόμενα σε πίνακα περιλαμβανόμενο στον ίδιο κανονισμό πλοία, όταν πρόκειται για κατασκευή, επισκευή, συντήρηση ή μετατροπή, καθώς και για όσα προορίζονται για εφοπλισμό και εξοπλισμό τέτοιων πλοίων.
  5. Οι δανικές τελωνειακές αρχές αντιμετώπισαν το εισαχθέν εμπόρευμα ως εμπίπτον στη δασμολογική διάκριση 8901 90 10 ΣΟ. Αυτή εφαρμοζόταν στα λοιπά πλοία με προορισμό τη μεταφορά εμπορευμάτων και στα λοιπά πλοία με προορισμό τη μεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων. Αιτιολόγησαν τη χρήση της εν λόγω δασμολογικής διακρίσεως εκ του ότι το Δικαστήριο είχε κρίνει, στα πλαίσια της υποθέσεως 148/87, η οποία αφορούσε τα αλιευτικά δίχτυα, ότι δεν υφίστατο υποχρέωση το ενσωματούμενο σε πλοίο εμπόρευμα να ενσωματώνεται σε μόνιμη βάση. Η Δανία δεν μπορούσε να επικαλεστεί την απόφαση επί της υποθέσεως 148/87, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν είχε επιληφθεί τότε περιπτώσεως ενσωματωμένου σε πλοίο εμπορεύματος. Η απόφαση επί της υποθέσεως 148/87 δεν περιέχει κανένα στοιχείο συνδέσεως το οποίο θα επέτρεπε την υπαγωγή των εμπορευματοκιβωτίων στη δασμολογική διάκριση 8901 90 10 ΣΟ.
  6. Είναι πρόδηλο ότι τα συνήθη εμπορευματοκιβώτια δεν συνιστούν εμπόρευμα ενσωματούμενο στα πλοία. Αγαθά της κατηγορίας αυτής μπορούν να θεωρηθούν μόνο τα εμπορεύματα με προορισμό την οριστική ενσωμάτωσή τους στα πλοία ή τουλάχιστον την επί μακρόν χρήση τους. Ως εκ τούτου, για τα συνήθη εμπορευματοκιβώτια απαιτείται η υπαγωγή τους στη δασμολογική διάκριση 8609 00 90, όπως επισήμανε ορθά η Επιτροπή.
  7. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Δανικής Κυβερνήσεως ότι η πλάνη των δανικών τελωνειακών αρχών δεν είχε ζημιώσει τους ιδίους πόρους της Κοινότητας, πρέπει να επισημανθεί ότι το 1990 ο εισαγωγέας είχε ζητήσει την απαλλαγή του λόγω ενεργητικής τελειοποιήσεως. Η πλάνη των δανικών τελωνειακών αρχών συνίσταται στο γεγονός ότι εφήρμοσαν το καθεστώς του ειδικού προορισμού αντί εκείνου της ενεργητικής τελειοποιήσεως. Μολονότι υποβλήθηκε αίτηση απαλλαγής λόγω ενεργητικής τελειοποιήσεως, τούτο δεν σημαίνει αφεαυτού ότι θα έπρεπε να έχει χορηγηθεί, κατόπιν παρόμοιας αιτήσεως, η άδεια εισαγωγής χωρίς την καταβολή δασμών κατά την εισαγωγή λόγω της ενεργητικής τελειοποιήσεως.
  8. Σκοπός της ενεργητικής τελειοποιήσεως είναι η εισαγωγή προς επανεξαγωγή. Έτσι, επί παραδείγματι, το άρθρο 114, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει έναν τύπο ενεργητικής τελειοποιήσεως οσάκις εισαχθέντα μη κοινοτικά εμπορεύματα πρόκειται να επανεξαχθούν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας υπό μορφή παράγωγων προϊόντων. Με τα υπομνήματά της, η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα εμπορευματοκιβώτια προστίθενται στα μεταφέροντα εμπορευματοκιβώτια πλοία, οπότε εξάγονται διά των πλοίων. Η βούληση της Δανίας ήταν να καταδείξει ότι τα επίδικα εμπορευματοκιβώτια αποτελούν μέρους του εξοπλισμού των πλοίων και ως εκ τούτου εξάγονται με αυτά. Όπως προαναφέρθηκε, τα επίδικα εμπορευματοκιβώτια είναι συνήθη. Αν υποτεθεί ότι τα επιχειρήματα της Δανικής Κυβερνήσεως είναι ορθά, τότε ανακύπτει το ερώτημα τι εξήχθη στην πραγματικότητα.
  9. Αν τα εμπορευματοκιβώτια εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα της επιχειρήσεως θαλάσσιων μεταφορών, τότε δυσχερώς μπορεί να γίνει λόγος για εξαγωγή. Πάντως, με τα υπομνήματά τους, οι διάδικοι δεν ανέπτυξαν ακριβέστερη επιχειρηματολογία επί του θέματος. Το αφορόν την τηλεφωνική επικοινωνία με μη κατονομαζόμενο υπάλληλο της Επιτροπής επιχείρημα της Δανίας, το οποίο η Επιτροπή δεν αμφισβητεί, συνομιλία κατά τη διάρκεια της οποίας η Δανική Κυβέρνηση έλαβε τη διαβεβαίωση ότι μπορούσε να εφαρμόσει τις αφορώσες την ενεργητική τελειοποίηση διατάξεις, δεν σημαίνει αφεαυτού ότι οι σχετικές διατάξεις μπορεί να τύχουν όντως εφαρμογής στην περίπτωση του εισαγωγέα. Αβάσιμα είναι και τα επιχειρήματα της Δανικής Κυβερνήσεως ότι είχε διευκρινιστεί, κατά την ανωτέρω συνομιλία, ότι οι αφορώσες την ενεργητική τελειοποίηση διατάξεις θα έπρεπε να εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τη δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 16, στοιχείο ζ΄, του τελωνειακού κώδικα προσωρινή εισαγωγή. Το άρθρο 137 του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι το καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής επιτρέπει τη χρησιμοποίηση εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, υπό ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς, μη κοινοτικών εμπορευμάτων που πρόκειται να επανεξαχθούν, τα οποία δεν έχουν υποστεί μεταποιήσεις, εξαιρουμένης της φυσιολογικής φθοράς τους λόγω χρήσεως (32). Στην παρούσα υπόθεση, πάντως, το εισαχθέν εμπόρευμα μεταποιήθηκε σε συνήθη εμπορευματοκιβώτια. Άρα, δεν μπορεί να γίνεται λόγος εν προκειμένω για προσωρινή εισαγωγή.
  10. Ομοίως, στερούνται βάσεως τα επιχειρήματα της Δανικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τα οποία η άποψη που εξέφρασε η Επιτροπή με την απόφαση REC 12/03 εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Με την απόφαση REC 12/03 καθίσταται σαφές ότι το τελωνειακό καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως μπορεί να εφαρμοστεί μόνο για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 3 Φεβρουαρίου 1998. Επομένως, στερούνται βάσεως τα επιχειρήματα σχετικά με την εφαρμογή της ως άνω αποφάσεως για την προγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 1998 χρονική περίοδο.
  11. Υπό το φως των προηγηθέντων, η Επιτροπή διαπίστωσε ορθώς ότι η εφαρμογή του καθεστώτος του ειδικού προορισμού για τα πλαίσια και τα εμπορευματοκιβώτια ήταν εσφαλμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η Δανία εφήρμοσε εσφαλμένα άλλο τελωνειακό καθεστώς.
  12. Τα κράτη μέλη οφείλουν «δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1552/89, […] να λάβουν όλα τα μέτρα που απαιτούνται ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στους βεβαιωθέντες δασμούς, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου κανονισμού, να αποδίδονται στην Επιτροπή. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνον αν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας ή αν προκύπτει ότι είναι οριστικώς αδύνατο να προβούν στην είσπραξη για λόγους που δεν μπορούν να τους καταλογιστούν» (33).
  13. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ήδη ότι «δεν υπάρχει λόγος να διακρίνεται η περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος διαπίστωσε τους ιδίους πόρους χωρίς να τους καταβάλει από την περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος παρέλειψε παρανόμως να τους διαπιστώσει, έστω και εν απουσία τακτής προθεσμίας» (34). Στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, η μη ορθή εφαρμογή του τελωνειακού καθεστώτος του ειδικού προορισμού σημαίνει ότι η Δανία δεν προέβη σε βεβαίωση των ιδίων πόρων της Κοινότητας.
  14. Ο αμυντικός ισχυρισμός της Δανίας ότι δεν υπήρξε ζημία δεν είναι ικανός να καταστήσει αβάσιμη την προσφυγή της Επιτροπής. Η θεωρία κατατάσσει παρόμοιους αμυντικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προβάλλουν τα κράτη μέλη υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε ζημία, στην κατηγορία των de minimis ενστάσεων (35) και υπογραμμίζει ότι, ανεξάρτητα από τον βαθμό παραβάσεως, το κράτος μέλος αθετεί τις υποχρεώσεις του (36). Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, όταν πρόκειται για διατάξεις διέπουσες τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, είναι αβάσιμος ο αμυντικός ισχυρισμός κράτους μέλους ότι η παράβαση δεν είχε επίπτωση επί της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (37). Τυχόν παράβαση δεν εξαρτάται από την επέλευση ζημίας (38). Η αυτή συλλογιστική πρέπει να ισχύσει και στον τομέα των ιδίων πόρων της Κοινότητας. Πράγματι, αντικείμενο της στηριζόμενης στο άρθρο 226 ΕΚ διαδικασίας δεν είναι να αναγνωριστεί αν η Κοινότητα υπέστη ζημία, αλλ’ αποκλειστικά να διαπιστωθεί αν κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο (39). Είναι απορριπτέος ο αμυντικός ισχυρισμός που προέβαλε η Δανία ότι η Κοινότητα δεν υπέστη ζημία λόγω των σφαλμάτων που διέπραξαν οι δανικές τελωνειακές αρχές. Το ερώτημα αν η συμπεριφορά των δανικών αρχών ενείχε ή όχι υπαιτιότητα στερείται σημασίας για την υπό κρίση υπόθεση (40).
  15. Πράγματι, το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ορθώς τις τελωνειακές διατάξεις. «Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώσουν την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων από τη στιγμή που οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και, επομένως, μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από την τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη, ανεξάρτητα από το αν πληρούνται τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα και επομένως από το αν μπορεί ή δεν μπορεί να γίνει βεβαίωση και εκ των υστέρων είσπραξη των οικείων τελωνειακών δασμών» (41).
  16. Ένα κράτος μέλος που δεν βεβαιώνει την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων και δεν θέτει το αντίστοιχο ποσό στη διάθεση της Επιτροπής, χωρίς να πληρούται μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1552/89, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και ειδικότερα από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728 (42). Άρα η Δανία οφείλει να αποδώσει τους ιδίους πόρους.

Δ –     Αθέτηση υποχρεώσεως δυνάμει του άρθρου 871 του κανονισμού 2454/93

  1. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι δανικές αρχές υπήρξαν αποδέκτες της ερμηνείας της περί των τελωνειακών διατάξεων, χωρίς, εντούτοις, να βεβαιώσουν a posteriori την τελωνειακή οφειλή επειδή έκριναν ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα. Επομένως, παρέβησαν υποχρεώσεις τους απορρέουσες από το άρθρο 871 του κανονισμού 2454/93 και παρεμπόδισαν την Επιτροπή να λάβει θέση επί τυχόν εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα.
  2. Το άρθρο 871 του κανονισμού 24564/93 ορίζει ότι, αν οι τελωνειακές αρχές εκτιμούν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα ή διατηρούν επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων της προαναφερθείσας διατάξεως σε συγκεκριμένη περίπτωση, οφείλουν να διαβιβάσουν την υπόθεση στην Επιτροπή προκειμένου το ζήτημα να διευθετηθεί σύμφωνα με την προβλεπόμενη στα άρθρα 872 έως 876 διαδικασία. Ο υποβαλλόμενος στην Επιτροπή φάκελος πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για πλήρη έλεγχο της συναφούς υποθέσεως.
  3. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η περιλαμβανόμενη στα άρθρα 871 και 873 του κανονισμού 2454/93 διαδικασία «δεν αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να βεβαιώνουν την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων. Πράγματι, ο σκοπός των άρθρων 871 και 873 του κανονισμού 2454/93 συνίσταται στη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου» (43).
  4. Δεν αμφισβητείται ότι, με το από 6 Μαΐου 2002 έγγραφό της, η Δανική Κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή να της επιτρέψει, δυνάμει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα να μην προβεί στην a posteriori βεβαίωση επειδή η άδεια λόγω ειδικού προορισμού είχε χορηγηθεί εκ λάθους των τελωνειακών αρχών το οποίο ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε να εντοπίσει.
  5. Οι διάδικοι δεν ανέφεραν καν αν η Επιτροπή είχε ήδη αποφανθεί επί του αιτήματος της Δανίας.
  6. Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμη η υποτιθέμενη παράβαση του άρθρου 871 του κανονισμού 2454/93.

Ε –     Παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ

  1. Με την αφορώσα ταυτόχρονη παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ και της αποφάσεως 94/728 νομολογία του, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη διαπιστωθείσα παράβαση της ως άνω αποφάσεως, «παρέλκει η διαπίστωση παραβάσεως των γενικών υποχρεώσεων [του Βασιλείου της Δανίας εκ του άρθρου 10 ΕΚ ]» (44).
  2. Η ratio legis της συλλογιστικής αυτής του Δικαστηρίου έγκειται στο ότι το άρθρο 10 ΕΚ είναι γενική διάταξη σε σχέση προς την απόφαση 94/728. Όταν διαπιστώνεται παράβαση ειδικής διατάξεως, παρέλκει η περαιτέρω αναγνώριση παραβάσεως γενικής διατάξεως. Δυνάμει της αρχής specialia generalibus derogant, τυχόν παράβαση ειδικού κανόνα συνεπάγεται όντως και παράβαση γενικής διατάξεως.

ΣΤ –     Τόκοι υπερημερίας

  1. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, «υπάρχει άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των κοινοτικών ιδίων πόρων, της υποχρεώσεως εμπρόθεσμης πιστωτικής εγγραφής στον λογαριασμό της Επιτροπής και της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας» (45).
  2. Υπό το φως των προεκτεθέντων, η προσφυγή της Επιτροπής είναι καθ’ όλα βάσιμη στο μέτρο που αξιώνονται τόκοι υπερημερίας από τις 27 Ιουλίου 2000.
  3. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι, αν η Κοινότητα εισπράττει έσοδα ως ιδίους πόρους επί των οποίων, πάντως, δεν έχει απαίτηση, η δημοσιονομική ισορροπία της Κοινότητας ανατρέπεται σε βάρος των κρατών μελών. Σε παρόμοια περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι πρόκειται για άνευ νομικού θεμελίου μεταφορά περιουσιακών στοιχείων υπέρ της Κοινότητας. Πάντως, το ζήτημα τυχόν αδικαιολόγητου πλουτισμού της Κοινότητας δεν εντάσσεται σε διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ.
  4. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Δανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο λόγω του ότι οι αρχές του δεν έθεσαν στη διάθεση της Επιτροπής ποσόν ύψους 18 687 475,00 DKK ως ιδίων πόρων, προσαυξημένο με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους από τις 27 Ιουλίου 2000, χωρίς να λάβει, ειδικότερα, υπόψη τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

VI – Δικαστικά έξοδα

  1. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Δανίας, το οποίο και ηττήθηκε, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

VII – Πρόταση

  1. Υπό το φως του συνόλου των προηγηθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

«1)      Το Βασίλειο της Δανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο λόγω του ότι οι αρχές του δεν έθεσαν στη διάθεση της Επιτροπής ποσόν ύψους 18 687 475,00 DKK ιδίων πόρων, προσαυξημένο με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους από τις 27 Ιουλίου 2000, χωρίς να λάβει ειδικότερα υπόψη τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

2)      Καταδικάζει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.»

1 – Γλώσσα πρωτοτύπου: η σλοβενική.

2 – Απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑9811).

3 – ΕΕ L 293, σ. 9.

4 – ΕΕ L 185, σ. 24.

5 – ΕΕ L 253, σ. 42.

6 – ΕΕ L 155, σ. 1.

7 – ΕΕ L 175, σ. 3.

8 – ΕΕ L 130, σ. 1.

9 – ΕΕ L 302, σ. 1.

10 – ΕΕ L 253, σ. 1.

11 – ΕΕ L 188, σ. 1.

12 – ΕΕ L 256, σ. 1.

13 – ΕΕ L 198, σ. 1.

14 – ΕΕ L 281, σ. 1.

15 – Σημειωτέον ότι στη σλοβενική απόδοση του κανονισμού 2454/93 αντί της εκφράσεως «ειδικός περιορισμός» απαντά ο όρος «ειδική μεταχείριση».

16 – Η ως άνω απόφαση δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

17 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας.

18 – Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 148/87, Pedersen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. I‑4993).

19 – Το σύστημα των ιδίων πόρων αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που τις διακρίνει από άλλους διεθνείς και διακυβερνητικούς οργανισμούς. Η νομική επιστήμη περιγράφει τους ιδίους πόρους της Κοινότητας ως έκφραση της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως στον τομέα του προϋπολογισμού, ορίζονται δε ως φορολογικά έσοδα τα οποία ανήκουν ipso iure στην Κοινότητα για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού τους, χωρίς, για τη γένεση και τη μεταβίβασή τους, να απαιτείται οποιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση των εθνικών αρχών των κρατών μελών (van Raepenbusch, Sean, Droit institutionnel de l’Union européenne, τέταρτη έκδοση, Βρυξέλλες, 2005, σ. 293).

20 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη του τελωνειακού κώδικα.

21 – Bieber, Roland, στο συλλογικό von den Groeben/Schwarze, άρθρο 269, σημείο 29. Έτσι, ο συγγραφέας εκτιμά ότι οι δασμοί και οι εισφορές δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς σε εθνικό επίπεδο.

22 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 58.

23 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 61.

24 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 68.

25 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 63. Στην υπόθεση εκείνη η Δανική Κυβέρνηση αμφισβήτησε ότι το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα δεν επιτρέπει την είσπραξη των δασμών και ότι, λόγω σφαλμάτων που διέπραξε η διοίκηση κατά την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα, δεν μπορεί να καθίσταται το κράτος μέλος υπεύθυνο για τη μείωση των ιδίων πόρων. Με τις προτάσεις του επί της υποθέσεως (Συλλογή 2005, σ. Ι-2613, σημεία 62 και 63), ο γενικός εισαγγελέας L. A. Geelhoed απάντησε στον ως άνω αμυντικό ισχυρισμό διατυπώνοντας την άποψη ότι οι αφορώσες τους ιδίους πόρους διατάξεις ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών ως προς τη βεβαίωση και απόδοση των ιδίων πόρων. Όσον αφορά τις τελωνειακές διατάξεις, αυτές ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των επιχειρήσεων σχετικά με τις τελωνειακές διασαφήσεις, τη φορολόγηση και την είσπραξη των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών. Τα γεγονότα που μπορεί να μεσολαβήσουν στις σχέσεις μεταξύ τελωνειακών αρχών και οφειλετών δεν επηρεάζουν, κατ’ αρχήν, τη μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών ροή των ιδίων πόρων που αντιπροσωπεύουν οι τελωνειακοί δασμοί οι οποίοι θα έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο βεβαιώσεώς τους ως ιδίων πόρων. Αν ίσχυε άλλως, η ροή των ιδίων πόρων των κρατών μελών προς την Κοινότητα θα εκτίθετο σε κινδύνους εγγενείς προς τη διοικητική διαδικασία εκτελωνισμού.

26 – Όσον αφορά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, είναι γνωστή στη θεωρία η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της άμεσης διοικήσεως, η οποία συνίσταται στην αρμοδιότητα των θεσμικών και λοιπών κοινοτικών οργάνων, και της έμμεσης διοικήσεως, για την οποία αρμόδια είναι τα κράτη μέλη. Στην περίπτωση της έμμεσης διοικήσεως, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου εναπόκειται στις δημόσιες αρχές των κρατών μελών. Πλην όμως, στην περίπτωση της έμμεσης διοικήσεως, η απευθείας εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ελέγχεται όταν οι δημόσιες αρχές εφαρμόζουν τις αποφάσεις, τους κανονισμούς και τις διατάξεις άμεσης εφαρμογής του πρωτογενούς δικαίου, ενώ ελέγχεται περαιτέρω και η απευθείας εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου οσάκις τα εθνικά όργανα εφαρμόζουν τους κανόνες που πρέπει να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο (όπως επί παραδείγματι των οδηγιών) (Jean-Paul Jacqué, Droit institutionnel de l’Union européenne, τρίτη έκδοση, Παρίσι, 2004, σ. 446· Jacques Ziller, L'autorité administrative dans l'Union européenne, EUI Working Paper Law αριθ. 2004/14, Φλωρεντία, European University Institute, 2004, σ. 11· Hans Georg Fischer, Europarecht, σ. 131 και 132, Μόναχο, 2001· Theo Öhlinger και Michael Potacs, Gemeinschaftsrecht und staatliches Recht, τρίτη συμπληρωματική έκδοση, Βιένη, 2006, σ. 108, 137 και 138).

27 – Ως θεσμικό όργανο, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί του κύρους των πράξεων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψεις 13 έως 17). Η ίδια διαπίστωση ισχύει, δυνάμει του άρθρου 220 ΕΚ, ως προς την ερμηνεία του πρωτογενούς και παράγωγου κοινοτικού δικαίου. Η ratio legis της αποκλειστικής αρμοδιότητας συνίσταται στην ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου ως ειδική έκφανση της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως.

28 – Απόφαση της 16ης Μαΐου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. Ι-2461, σκέψη 38).

29 – Βλ. συναφώς την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 37, καθώς και την απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, C‑348/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2000, σ. I-4429, σκέψη 64).

30 – Βλ. συναφώς την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 61.

31 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 25 υποθέσεως Επιτροπή κατά Δανίας (σημείο 62).

32 – Witte Peter, Wolffgang Hans-Michael και Bleihauer Hans-Jürgen, Lehrbuch des Europäischen Zollrechts, πέμπτη έκδοση, Herne, 2006, σ. 272. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι τυπική περίπτωση του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής είναι η εισαγωγή εκτιθέμενων σε εκθέσεις εμπορευμάτων.

33 – Βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 66.

34 – Βλ. προπαρατεθείσα την υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 67.

35 – Van Raepenbusch, Droit institutionnel de l’Union européenne, σ. 603 και 606. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η de minimis εξαίρεση εμπίπτει στην ομάδα των εξαιρέσεων τις οποίες το Δικαστήριο απορρίπτει συστηματικά. Ο λατινικός όρος de minimis είναι σύντμηση της γενικής αρχής του δικαίου de minimis non curat praetor.

36 – Rideau, Joël, Picod, Fabrice, Code des procédures juridictionnelles de l’Union européenne, δεύτερη έκδοση, Παρίσι, 2002, σ. 167.

37 – Απόφαση της 11ης Απριλίου 1978, 95/77, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή τόμος 1978, σ. 305, σκέψη 13). Με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση που είχαν προβάλει οι Κάτω Χώρες ότι η μη εφαρμογή της οδηγίας 71/347/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1971, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τις μετρήσεις της μάζας εκατολίτρου των δημητριακών (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 214), δεν είχε καμία αρνητική επίπτωση επί της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Κατά το Δικαστήριο, παρόμοια ένσταση δεν συμφωνούσε προς τον επιδιωκόμενο με την οδηγία 71/347 στόχο.

38 – Van Raepenbusch, Droit institutionnel de l’Union européenne, σ. 606.

39 – Lenaerts, Koen, Arts, Dirk, Maselis, Ignace, Procedural Law of the European Union, δεύτερη έκδοση, Λονδίνο 2006, σ. 128. Οι συγγραφείς παραπέμπουν στην απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Μαρτίου 2001, C-404/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-2667, σκέψη 51). Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η προσφυγή λόγω παραβάσεως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα […] κατά συνέπεια, η παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από τη Συνθήκη [ή από το παράγωγο δίκαιο συντρέχει] ανεξάρτητα από τη συχνότητα και την έκταση των επικρινόμενων καταστάσεων».

40 – Παραπέμποντας στις αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1970, 8/70, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1969-71, σ. 525), και της 26ης Φεβρουαρίου 1976, 52/75, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1976, σ. 121), η θεωρία υπογραμμίζει ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, δεν μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς ως λόγος απαλλαγής η μη υπαίτια συμπεριφορά. Με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως διαπιστώνεται ότι δεδομένη έννομη κατάσταση δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, το ζήτημα του πταίσματος κράτους μέλους στερείται κατά κανόνα σημασίας (Burgi, Martin, «Vertragsverletzungsverfahren», στο συλλογικό έργο Handbuch des Rechtsschutzes in der Europäischen Union (επιμέλεια: Rengeling Hans-Werner, Middeke Andreas και Gellermann Martin), δεύτερη συμπληρωματική έκδοση, Μόναχο, 2003, σ. 80).

41 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 68.

42 – Ibidem.

43 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 64.

44 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 69.

45 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 67.