ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ELEANOR SHARPSTON της 22ας Νοεμβρίου 2007 (1) Υπόθεση C‑51/05 P Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Cantina sociale di Dolianova Soc. coop.rl κ.λπ. «Αίτηση αναιρέσεως – Οίνος – Κοινοτική ενίσχυση στην απόσταξη–Αγωγή αποζημιώσεως – Χρόνος παραγραφής»

 

 

 

  1. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως της 23ης Νοεμβρίου 2004 που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Cantina sociale di Dolianova κ.λπ. κατά Επιτροπής (2).
  2. Αφετηρία για την κίνηση της ανωτέρω διαδικασίας ήταν η κήρυξη σε πτώχευση του οινοπνευματοποιείου της Distilleria Agricola Industriale de Terralba (στο εξής: DAI) λόγω της οποίας ορισμένοι οινοπαραγωγοί δεν έλαβαν την κοινοτική ενίσχυση που δικαιούνταν κατ’ αρχήν βάσει της αποστάξεως του οίνου τους που πραγματοποιήθηκε νομοτύπως από το DAI κατά το πρώτο εξάμηνο του 1983. Αρχικά, οι εν λόγω παραγωγοί άσκησαν παρέμβαση στη διεξαγόμενη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δίκη μεταξύ του DAI και του Azienda di Stato per gli Interventi nel Mercato Agricolo (του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως, στο εξής: AIMA). Η εν λόγω δίκη παρατάθηκε επί μακρόν, πλην όμως άνευ αποτελέσματος. Τελικά, μετά τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών, οι οινοπαραγωγοί άσκησαν, στις 12 Οκτωβρίου 1998, αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής. Ένα από τα ζητήματα που τέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου αφορούσε το χρονικό σημείο κατά το οποίο άρχεται η πενταετής παραγραφή που ισχύει για τις αγωγές κατά της Κοινότητας σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης της (3). Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αφορά μόνον το ζήτημα αυτό.

 Η κρίσιμη κοινοτική νομοθεσία

  1. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (4), προβλέπει ότι προληπτική απόσταξη (5) επιτραπέζιων οίνων και οίνων καταλλήλων να γίνουν επιτραπέζιοι είναι δυνατό να αρχίζει κάθε αμπελουργική περίοδο.
  2. Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2144/82 (6), ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 337/79, για τη βελτίωση του εισοδήματος των ενδιαφερόμενων παραγωγών, είναι ενδεδειγμένο να τους εξασφαλισθεί, υπό ορισμένους όρους, ελάχιστη εγγυημένη τιμή για τον επιτραπέζιο οίνο και για τον σκοπό αυτό πρέπει να προβλεφθεί, ιδίως, η δυνατότητα για τον παραγωγό να παραδίδει στην απόσταξη τον επιτραπέζιο οίνο της δικής του παραγωγής με ελάχιστη εγγυημένη τιμή ή να δέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο αποφασισθεί.
  3. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1982, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2499/82, περί καθορισμού των διατάξεων σχετικά με την προληπτική απόσταξη για την αμπελουργική περίοδο 1982/1983 (7).
  4. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2499/82 προβλέπει ότι οι παραγωγοί που επιθυμούν να αποστάξουν επιτραπέζιους οίνους ή οίνους από τους οποίους μπορεί να παραχθεί επιτραπέζιος οίνος δικής τους παραγωγής, κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 337/79, συνάπτουν με εγκεκριμένο οινοπνευματοποιείο συμβάσεις παραδόσεως και τις υποβάλλουν στον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως.
  5. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2499/82 καθορίζει την ελάχιστη τιμή αγοράς των οίνων που προορίζονται για απόσταξη. Η τιμή αυτή δεν επιτρέπει κανονικά την εμπορία με τους όρους της αγοράς των προϊόντων που παράγονται από την απόσταξη (8). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον το άρθρο 6 προέβλεψε ένα μηχανισμό αντισταθμίσεως που χαρακτηρίζεται από την καταβολή, από τον οργανισμό παρεμβάσεως, ενός συγκεκριμένου ποσού ενισχύσεως για τον αποσταγμένο οίνο.
  6. Κατά την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του ανωτέρω κανονισμού, έπρεπε να προβλεφθεί ότι η ελάχιστη τιμή που εξασφαλίζεται στους παραγωγούς θα καταβάλλεται σ’ αυτούς κατά γενικό κανόνα εντός των προθεσμιών που τους επιτρέπουν να αποκομίσουν κέρδος συγκρίσιμο με εκείνο που θα επιτύγχαναν αν επρόκειτο για μια εμπορική πώληση. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν απαραίτητο να επισπευσθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η καταβολή των ενισχύσεων που τους οφείλονταν για την απόσταξη αυτή, εξασφαλίζοντας συγχρόνως, με ένα καθεστώς παροχής κατάλληλης ασφάλειας, την ομαλή διενέργεια των εργασιών. Για να καταστεί δυνατή η πλήρης επίτευξη του στόχου του μέτρου αυτού στα κράτη μέλη, έπρεπε να προβλεφθούν επίσης οι λεπτομέρειες καταβολής των προκαταβολών, προσαρμοσμένες στα διοικητικά καθεστώτα των διαφόρων κρατών μελών.
  7. Το άρθρο 8 του κανονισμού 2499/82 προβλέπει ότι, για την πληρωμή της ελάχιστης τιμής αγοράς των οίνων και για την καταβολή της ενισχύσεως εκ μέρους του οργανισμού παρεμβάσεως, εφαρμόζεται, κατ’ επιλογή των κρατών μελών, κάποια από τις δύο διαδικασίες που προβλέπουν τα άρθρα 9 και 10. Η Δημοκρατία της Ιταλίας αποφάσισε να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 9.
  8. Το άρθρο 9 του κανονισμού 2499/82 ορίζει:

«1.   Η ελάχιστη τιμή αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, καταβάλλεται από τον οινοπνευματοποιό στον παραγωγό το αργότερο ενενήντα ημέρες μετά την είσοδο στο οινοπνευματοποιείο: [της συνολικής ποσότητας του οίνου ή, ενδεχομένως, κάθε παρτίδας οίνου].

  1. Ο οργανισμός παρεμβάσεως καταβάλλει στον οινοπνευματοποιό την ενίσχυση που προβλέπεται με το άρθρο 6 το αργότερο ενενήντα ημέρες μετά την προσκόμιση της αποδείξεως ότι αποστάχθηκε η συνολική ποσότητα οίνου που αναφέρεται στο συμφωνητικό.
[...]

Ο οινοπνευματοποιός υποχρεούται να προσκομίσει στον οργανισμό παρεμβάσεως απόδειξη ότι κατέβαλε την ελάχιστη τιμή αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 [...]. Εάν αυτή η απόδειξη δεν προσκομιστεί μέσα σε εκατόν είκοσι ημέρες από την ημερομηνία προσκομίσεως της αποδείξεως που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ο οργανισμός παρεμβάσεως ανακτά τα ποσά που έχουν καταβληθεί [...]» (9).

  1. Το άρθρο 10 του ιδίου κανονισμού προβλέπει:

«1.   Ο οινοπνευματοποιός καταβάλλει, το αργότερο τριάντα ημέρες από την είσοδο στο οινοπνευματοποιείο [της συνολικής ποσότητας του οίνου ή, ενδεχομένως, κάθε παρτίδας οίνου], στον παραγωγό τουλάχιστον τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο και της ενισχύσεως που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1.

  1. Ο οργανισμός παρεμβάσεως καταβάλλει στον παραγωγό, το αργότερο τριάντα ημέρες μετά την υποβολή της αποδείξεως ότι η συνολική ποσότητα οίνου που αναφέρεται στο συμφωνητικό έχει αποσταχθεί, την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 6 [...]»
  2. Το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού προβλέπει:

«1.   Ο οινοπνευματοποιός, στην περίπτωση του άρθρου 9 ή ο παραγωγός, στην περίπτωση του άρθρου 10, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί ένα ποσό ίσο με την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, ως προκαταβολή, υπό τον όρο ότι θα παρασχεθεί επ’ ονόματι του οργανισμού παρεμβάσεως ασφάλεια ίση με το 110 % του εν λόγω ποσού.

  1. Η ασφάλεια αυτή παρέχεται υπό μορφή εγγυήσεως που δίδεται από ένα ίδρυμα το οποίο ανταποκρίνεται στα κριτήρια που καθορίζονται από το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται ο οργανισμός παρεμβάσεως.
  2. Η προκαταβολή πληρώνεται το αργότερο ενενήντα ημέρες μετά την προσκόμιση της αποδείξεως ότι έχει παρασχεθεί η ασφάλεια και εν πάση περιπτώσει μετά την ημερομηνία εγκρίσεως του συμφωνητικού ή της δηλώσεως.
  3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 13, η ασφάλεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αποδεσμεύεται μόνον αν προσκομισθεί, το αργότερο μέχρι τις 29 Φεβρουαρίου 1983, η απόδειξη:

–        ότι έχει αποσταχθεί η συνολική ποσότητα οίνου που αναφέρεται στο συμφωνητικό,

–        και, αν έχει πληρωθεί προκαταβολή στον οινοπνευματοποιό, ότι αυτός έχει καταβάλει στον παραγωγό την ελάχιστη τιμή αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο.

Εντούτοις, αν προσκομισθούν τα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μετά την ημερομηνία που καθορίζεται στο εδάφιο αυτό, αλλά πριν την 1η Ιουνίου 1984, το ποσό που αποδεσμεύεται είναι ίσο με το 80 % της ασφάλειας, ενώ το υπόλοιπο καταπίπτει.

Αν δεν προσκομισθούν τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία πριν την 1η Ιουνίου 1984, καταπίπτει ολόκληρο το ποσό της ασφάλειας.»

  1. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 352/78 (10), οι ασφάλειες που καταπίπτουν διατίθενται στο σύνολό τους για τη μείωση των δαπανών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Επενδύσεων (ΕΓΤΠΕ) από τις υπηρεσίες ή τους οργανισμούς πληρωμής των κρατών μελών.

 Τα πραγματικά περιστατικά

  1. Τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά εκτίθενται στην απόφαση του Πρωτοδικείου έχουν ως εξής.
  2. Οι προσφεύγουσες, ορισμένοι οινοποιητικοί συνεταιρισμοί, είναι παραγωγοί οίνου στη Σαρδηνία (Ιταλία). Στο πλαίσιο της προληπτικής αποστάξεως της περιόδου 1982/1983, σύναψαν συμβάσεις παραδόσεως οίνου με εγκεκριμένο οινοπνευματοποιείο, το DAI. Οι συμβάσεις αυτές εγκρίθηκαν από τον AIMA, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού 2499/82.
  3. Όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από τις προσφεύγουσες τιμολόγια όπου αναφέρεται ρητά το ποσό της «επιδοτήσεως του AIMA» («premio AIMA» ή «premio comunitario, a carico della AIMA») που περιλαμβάνεται στην ελάχιστη τιμή που καθορίζεται από τον κανονισμό 2499/82 και είναι καταβλητέο από το DAI για τον οίνο που παραδόθηκε ενόψει της προληπτικής αποστάξεως της περιόδου 1982/1983, το ποσό της κοινοτικής ενισχύσεως ανερχόταν σε 866 860 142 ιταλικές λίρες (ITL) (που αντιστοιχεί σε 447 696 ευρώ) (11) για ελάχιστη τιμή αγοράς 1 275 523 803 ITL (που αντιστοιχεί σε 658 753 ευρώ), συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), για τον οίνο που παρέδωσαν όλες οι προσφεύγουσες. Συνεπώς, η κοινοτική ενίσχυση αντιπροσώπευε το 68 % της συνολικής ελάχιστης τιμής αγοράς (12).
  4. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες και τα οποία δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, ο οίνος παραδόθηκε μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Μαρτίου 1983 και η απόσταξη πραγματοποιήθηκε εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 του κανονισμού 2499/82. Η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού για την εξόφληση των παραγωγών έληξε τον Ιούνιο του 1983.
  5. Στις 22 Ιουνίου 1983, το DAI ζήτησε από τον AIMA να προκαταβάλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 του κανονισμού 2499/82, την κοινοτική ενίσχυση για τον οίνο που είχε παραδοθεί, μεταξύ άλλων από τις προσφεύγουσες, και είχε αποσταχθεί. Για τον σκοπό αυτό, το DAI παρέσχε την ταχθείσα ασφάλεια, ίση με το 110 % του ποσού της ενισχύσεως, υπό τον τύπο ασφαλιστηρίου που εξέδωσε η Assicuratrice Edile SpA (στο εξής: Assedile) υπέρ του AIMA. Η ασφάλεια αυτή ανερχόταν σε 1 169 040 262 ITL (603 759 ευρώ).
  6. Στις 10 Αυγούστου 1983, ο AIMA κατέβαλε, ως προκαταβολή κοινοτικής ενισχύσεως, στο DAI, το ποσό των 1 062 763 876 ITL (548 872 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 2499/82
  7. Λόγω οικονομικών δυσχερειών, το DAI δεν πλήρωσε, εν όλω ή εν μέρει, κατά περίπτωση, τους παραγωγούς, μεταξύ των οποίων οι προσφεύγουσες, που είχαν παραδώσει τον οίνο που προοριζόταν για απόσταξη.
  8. Στις 17 Οκτωβρίου 1983, το DAI ζήτησε να τεθεί υπό τη διαδικασία της ελεγχόμενης διαχειρίσεως, που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία για τις πτωχεύσεις. Το δικαστήριο που επιλήφθηκε της υποθέσεως στη συνέχεια, δηλαδή το Tribunale di Oristano, δέχθηκε την αίτηση αυτή, και το DAI ανέστειλε όλες τις πληρωμές του, συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών προς τους παραγωγούς που του είχαν παραδώσει τον οίνο.
  9. Αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την κίνηση της διαδικασίας αυτής, ο AIMA ζήτησε από το DAI την επιστροφή της κοινοτικής ενισχύσεως, μετά την αφαίρεση των ποσών που είχαν καταβληθεί νομότυπα στους ανωτέρω παραγωγούς, για τον λόγο ότι το DAI δεν είχε προσκομίσει εντός της οριζόμενης από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2499/82 προθεσμίας την απόδειξη πληρωμής προς τους ως άνω παραγωγούς της ελάχιστης τιμής αγοράς του οίνου εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προθεσμίας των ενενήντα ημερών μετά την είσοδο του οίνου στην οινοπνευματοποιία. Επειδή το DAI δεν επέστρεψε την ενίσχυση αυτή, ο AIMA ζήτησε από την Assedile να του καταβάλει το ποσό της ασφάλειας.
  10. Κατόπιν αιτήσεως του DAI, ο Pretore de Terralba εξέδωσε, στις 26 Ιουλίου 1984, διάταξη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με την οποία απαγόρευε στην Assedile να πληρώσει στον AIMA την ασφάλεια. Έταξε δε στο DAI προθεσμία εξήντα ημερών για να ασκήσει αγωγή.
  11. Τον Σεπτέμβριο του 1984, το DAI άσκησε την εν λόγω αγωγή ενώπιον του Tribunale civile di Roma. Ζήτησε από το εν λόγω δικαστήριο να αποφανθεί ότι οι παραγωγοί ήταν σε τελική ανάλυση οι αποδέκτες της ασφάλειας, μέχρι του ύψους του οφειλομένου σε αυτούς ποσού, και, επικουρικώς, ότι τα δικαιώματα του AIMA μπορούσαν το πολύ να ασκηθούν επί του υπολοίπου ποσού του τιμήματος που το DAI δεν είχε ακόμη καταβάλει στους παραγωγούς. Προέβαλε, εν προκειμένω, ότι είχε πληρώσει στους παραγωγούς περίπου το ήμισυ του ποσού της προκαταβολής που του είχε καταβάλει ο AIMA, χωρίς να έχει ωστόσο ισχυρισθεί ενώπιον του δικαστηρίου –όπως το τελευταίο αναφέρει στην απόφασή του της 27ης Ιανουαρίου 1989– ότι πραγματοποίησε τις καταβολές αυτές εντός της οριζόμενης από τον κανονισμό 2499/82 προθεσμίας (βλ. σημείο 29 κατωτέρω). Πρότεινε να υποβληθούν προς το Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα για την ερμηνεία των εφαρμοστέων κοινοτικών κανονισμών. Δεν ήταν δυνατό να του καταλογισθεί μη εκπλήρωση, διότι είχε περιέλθει σε κατάσταση αναστολής όλων των πληρωμών του. Υποστήριξε ότι η ασφάλεια προοριζόταν για την εξασφάλιση της πληρωμής στους παραγωγούς της ελάχιστης τιμής αγοράς, κατά την αναλογία της παραδοθείσας παραγωγής, στην περίπτωση που ο οινοπνευματοποιός δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του. Ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, αν η ενίσχυση επιστρεφόταν στον AIMA, θα έπρεπε να αποδοθεί στο αρμόδιο όργανο. Οι πιθανότητες των παραγωγών, που έχουν αξίωση καταβολής της ενισχύσεως, θα μειώνονταν εξαιτίας ενέργειας τρίτου (δηλαδή άλλου προσώπου πέραν του DAI).
  12. Εναγόμενοι ήσαν η Assedile και ο AIMA. Οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί –δηλαδή οι προσφεύγουσες, ένας άλλος οινοποιητικός συνεταιρισμός και μια κοινοπραξία οινοποιητικών συνεταιρισμών– παρενέβησαν στη δίκη αυτή.
  13. Από την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1989 του Tribunale civile di Roma προκύπτει ότι, κατά τον AIMA, από τις δώδεκα συμβάσεις αγοράς οίνου που σύναψε το DAI και εγκρίθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού 2499/82, το DAI προσκόμισε απόδειξη, εντός των οριζόμενων από την κοινοτική νομοθεσία προθεσμιών, μόνο για την καταβολή της ελάχιστης τιμής αγοράς σε τρεις παραγωγούς, συνολικού ποσού 111 602 075 ITL (57 638 ευρώ). Ο AIMA συμπέρανε ότι, εκτός από τους τρεις αυτούς παραγωγούς, το DAI δεν κατέβαλε την ελάχιστη τιμή αγοράς στους παραγωγούς, ότι δεν απέδειξε, εν πάση περιπτώσει, ότι η καταβολή αυτή διενεργήθηκε εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2499/82 και ότι, τέλος, δεν προσκόμισε την απόδειξη αυτή εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 9, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Ο AIMA επισήμανε ότι, στο πλαίσιο αυτό, «η ασφάλεια, κατά τους όρους του άρθρου 11 του προαναφερθέντος κανονισμού, καταπίπτει στο σύνολό της και, επομένως, οι παραγωγοί που δεν πληρώθηκαν μπορούσαν να εγείρουν τις αξιώσεις τους μόνον κατά του οινοπνευματοποιού […]». Άσκησε, επομένως, ανταγωγή ζητώντας να υποχρεωθεί η Assedile να του καταβάλει εντόκως την εγγύηση μέχρι του ποσού των 1 047 084 185 ITL (540 774 ευρώ).
  14. Οι παρεμβαίνουσες στη δίκη ενώπιον του Tribunale civile di Roma (13) συντάχθηκαν με τη θέση του DAI (βλ. σημείο 24 ανωτέρω). Υποστήριξαν ότι τα ποσά που αποτελούσαν το αντικείμενο της ασφάλειας που συνέστησε η Assedile τους ανήκαν κατά την αναλογία του παραδοθέντος οίνου. Ζήτησαν επομένως από το Tribunale civile di Roma να αποφανθεί ότι η Assedile είχε υποχρέωση να τους καταβάλει τις μη πληρωθείσες από το DAI απαιτήσεις τους, προσαυξημένες κατά το ποσό που προκύπτει από τη νομισματική ανατίμηση και τους νόμιμους τόκους και, επικουρικώς, ότι ο AIMA ήταν υποχρεωμένος να τους καταβάλει τα ποσά αυτά. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες επισήμαναν ότι το ποσό των μη καταβληθεισών απαιτήσεών τους, που προέκυπτε από τις εγκεκριμένες σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2499/82 συμβάσεις, ανερχόταν σε 106 571 589 ITL (55 040 ευρώ) για την Cantina sociale di Dolianova Soc. coop. rl, σε 79 483 181 ITL (41 050 ευρώ) για την Cantina Trexenta Soc. coop. rl, σε 506 921 061 ITL (261 803 ευρώ) για την Cantina sociale Marmilla – Unione viticoltori associati Soc. coop. rl, σε 192 954 189 ITL (99 653 ευρώ) για την Cantina sociale Santa Maria La Palma Soc. coop. rl και σε 54 812 419 ITL (28 308 ευρώ) για την Cantina sociale del Vermentino Soc. coop. rl Monti–Sassari. Έτσι, το επίμαχο συνολικό ποσό ανερχόταν σε 940 742 439 ITL (485 854 ευρώ).
  15. Εν τω μεταξύ, με απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1986, το Tribunale di Oristano κήρυξε το DAI σε πτώχευση.
  16. Με την απόφασή του της 27ης Ιανουαρίου 1989, το Tribunale civile di Roma έκρινε ότι:

«Σε τελική ανάλυση, ο κανονισμός [...] 2499/82 χορηγεί το δικαίωμα για ενισχύσεις υπό τον όρο ότι τηρούνται οι αυστηρώς ταχθείσες προθεσμίες και προϋποθέσεις, η μη τήρηση των οποίων συνεπάγεται τη μερική ή ολική επιστροφή της εκ των προτέρων καταβληθείσας ενισχύσεως.

Οι οινοπνευματοποιοί είναι –κατά τη διαδικασία που υιοθέτησε η [Ιταλική Δημοκρατία] [η προβλεπόμενη από το άρθρο 9 του κανονισμού 2499/82 διαδικασία]– οι αποδέκτες της ενισχύσεως, ενώ οι παραγωγοί οίνου και σταφυλιών είναι οι τελικοί αποδέκτες.

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι ο επίδικος κανονισμός ευκόλως ερμηνεύεται και δεν παρίσταται ανάγκη να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο.

[...]

Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Assedile και του AIMA, [το ασφαλιστήριο συμβόλαιο της Assedile] προβλέπει, στο άρθρο 2 των γενικών όρων ασφαλίσεως, ότι η Assedile εγγυάται στον AIMA, μέχρι το ύψος του ασφαλισθέντος ποσού (δηλαδή 1 169 040 262 ITL), την καταβολή των ποσών που ενδέχεται να οφείλει το αντισυμβαλλόμενο [DAI] προς ολική ή μερική επιστροφή της προκαταβολής που δόθηκε από τον AIMA στην περίπτωση που διαπιστωθεί η μη ύπαρξη του δικαιώματος λήψεως της έκτακτης ενισχύσεως προς τους οινοπνευματοποιούς για το σύνολο ή για μέρος των ποσοτήτων που περιλαμβάνονται στην αίτηση προκαταβολής ή στη σύμβαση αποστάξεως.

Εξάλλου, το άρθρο 3 προβλέπει ότι ο AIMA πρέπει να απευθύνει προς το DAI την αίτηση επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που ζητείται σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών. Εάν δεν ικανοποιηθεί η αίτηση εντός της προθεσμίας αυτής, ο AIMA μπορεί να ζητήσει την καταβολή του εν λόγω ποσού στην εταιρία [Assedile], η οποία υποχρεούται να προβεί στην καταβολή σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τη λήψη της αιτήσεως μη έχοντας δικαίωμα προβολής οποιασδήποτε ενστάσεως.

Κατά το άρθρο 4, η εταιρία [Assedile] υποκαθίσταται, μέχρι του ύψους του καταβληθέντος ποσού, σε όλα τα δικαιώματα, τις αξιώσεις και τις αγωγές του AIMA κατά του αντισυμβαλλόμενου και όσων έλκουν δικαιώματα από αυτόν.

Οι προαναφερθείσες συμβατικές ρήτρες είναι σαφείς και ευκόλως ερμηνευόμενες: είναι βέβαιο, ειδικότερα, ότι η ασφάλεια δίδεται υπέρ του AIMA και όχι υπέρ άλλων προσώπων όπως είναι οι παραγωγοί και ότι αυτοί, κατά συνέπεια, δεν απολαύουν κανενός δικαιώματος, έναντι της Assedile, επί του ποσού της εγγυήσεως.

Ακόμη, η μη δυνατότητα του ασφαλιστή να προβάλλει ενστάσεις κατά του δικαιούχου προκύπτει σαφώς από το γράμμα του άρθρου 3, που υποχρεώνει την εταιρία [Assedile] να προβεί στην πληρωμή σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από της λήψεως της αιτήσεως περί πληρωμής του δικαιούχου που δεν πληρώθηκε.

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαπίστωση της μη υπάρξεως (εν όλω ή εν μέρει) δικαιώματος για ενίσχυση της αποστάξεως πρέπει να προηγείται κάθε καταβολής, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το δικαίωμα αυτό αποσβέσθηκε λόγω της μη τηρήσεως από το ενάγον DAI των προθεσμιών και των όρων που προβλέπονται από τον κοινοτικό κανονισμό.

Πράγματι, έχει αποδειχθεί ότι το αιτούν οινοπνευματοποιείο παρέβη τις υποχρεώσεις του για τρεις διαφορετικούς λόγους: 1) επειδή δεν κατέβαλε (όπως προκύπτει από τη μη ύπαρξη στον φάκελο αποδείξεως καταβολής) την ελάχιστη τιμή στους παραγωγούς εκτός από το ποσό των 110 795 870 ITL· 2) επειδή δεν κατέβαλε τις ενισχύσεις στους παραγωγούς σε προθεσμία ενενήντα ημερών από την είσοδο του οίνου στην οινοπνευματοποιία (προθεσμία που έληξε τον Ιούνιο του 1983) και, εν πάση περιπτώσει, 3) επειδή δεν προσκόμισε την απόδειξη πληρωμών πριν από την 1η Ιουνίου 1984. Η κύρωση που προβλέπεται για τη μη εκπλήρωση των ανωτέρω συνίσταται στην κατάπτωση της ασφάλειας στο σύνολό της.

Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να δεχθεί τους λόγους που προβάλλει το οινοπνευματοποιείο για το ότι δεν προέβη στις πληρωμές (αδυναμία πραγματοποιήσεως των πληρωμών διότι τέθηκε υπό ελεγχόμενη διαχείριση και τήρηση της αρχής της ισότητας των πιστωτών), διότι η ημερομηνία λήξεως των προθεσμιών για την πραγματοποίηση των εν λόγω πληρωμών (Ιούνιος 1983) και για την επιστροφή της ενισχύσεως (Ιούλιος 1983) είναι προγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία αποφασίσθηκε να τεθεί υπό αναγκαστική διαχείριση (Οκτώβριος 1983).

[...]

Συνεπώς, στον AIMA πρέπει να επιστραφεί, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις, το 110 % της ενισχύσεως που προκαταβλήθηκε, αφαιρουμένης της ενισχύσεως της οποίας αποδείχθηκε η πραγματική καταβολή, δηλαδή του ποσού των 1 047 084 185 ITL [το συνολικό ποσό των συμβάσεων για τις οποίες δεν προσκομίσθηκε η απόδειξη καταβολής, προσαυξημένο κατά 10 % –δηλαδή 1 046 277 980 ITL (540 357 ευρώ)– στο οποίο προστίθεται η διαφορά μεταξύ της ενισχύσεως για την οποία προσκομίσθηκε η απόδειξη και της ενισχύσεως που προκαταβλήθηκε –δηλαδή 806 205 ITL (416 ευρώ)].

Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το DAI ουδέποτε αμφισβήτησε τα ποσά αυτά: μολονότι ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στους παραγωγούς το ήμισυ περίπου των ενισχύσεων που έλαβε, ουδέποτε πρόβαλε, ούτε, a fortiori, απέδειξε ότι κατέβαλε τις ενισχύσεις αυτές εντός των προβλεπομένων από τον κανονισμό 2499/82 προθεσμιών.

[...]

Είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η αιτούσα οινοπνευματοποιία δεν είναι σε θέση να παραπονεθεί για το ότι οι οινοποιητικοί συνεταιρισμοί που έφεραν την παραγωγή τους συναντούν δυσκολίες στην είσπραξη των απαιτήσεών τους εφόσον αυτή η ίδια προκάλεσε την αδυναμία εκπληρώσεως προσφεύγοντας στη διαδικασία της πτωχεύσεως αμέσως μόλις έλαβε τις κοινοτικές ενισχύσεις που έπρεπε να καταβάλει στους παραγωγούς.

Οι οινοποιητικοί συνεταιρισμοί μπορούν –όπως και η ασφαλίστρια αν αποφασίσει να ενεργήσει υποκαθιστάμενη στα δικαιώματα– να ικανοποιηθούν από τους πιστωτές τους στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας, μαζί με το σύνολο των άλλων πιστωτών και τηρουμένης της αρχής της ισότητας των πιστωτών.»

  1. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1989, οι τέσσερις από τις προσφεύγουσες (εκτός δηλαδή από την Cantina sociale del Vermentino) άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Corte d’ appello di Roma. Με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, το Corte d’ appello απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση για τον λόγο ότι οι εκκαλούσες δεν είχαν επιδώσει νομίμως το δικόγραφο της εφέσεως στον σύνδικο πτωχεύσεως του DAI, αλλά στο ίδιο το DAI (που ήταν τότε σε κατάσταση πτωχεύσεως), και διότι δεν επέδωσαν εκ νέου, προσηκόντως, εντός της προθεσμίας που τους όρισε ο εισηγητής δικαστής.
  2. Εν τω μεταξύ, στις 16 Ιανουαρίου 1990, η Assedile κατέβαλε στον AIMA τα οφειλόμενα ποσά.
  3. Οι ως άνω τέσσερις προσφεύγουσες άσκησαν αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Corte suprema di Cassazione (ιταλικού ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου). Προς στήριξη της αναιρέσεώς τους, προέβαλαν, ιδίως, ότι είχαν ασκήσει έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Tribunale civile di Roma προκειμένου να διαπιστωθεί το εσφαλμένο της αποφάσεως αυτής, όχι όσον αφορά το DAI, αλλά όσον αφορά αποκλειστικά τον AIMA και την Assedile. Συνεπώς, προέβαλαν ότι η δικονομική πλημμέλεια δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της εφέσεώς τους (14). Με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1994, το Corte suprema di cassazione απέρριψε την αίτησή τους αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Corte d’appello.
  4. Οι πέντε προσφεύγουσες προέβησαν στην προσήκουσα εγγραφή των απαιτήσεών τους στο παθητικό του DAI, στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχεύσεως που είχε κινηθεί κατ’ αυτού.
  5. Με έγγραφο της 22ας Ιανουαρίου 1996, οι τέσσερις προσφεύγουσες ζήτησαν από τον AIMA να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που είχαν έναντι του DAI υποστηρίζοντας ότι ο AIMA είχε καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερος με την είσπραξη της ασφάλειας. Ο AIMA απέρριψε το αίτημα αυτό με την παρατήρηση ότι η ασφάλεια ανήκε σε αυτόν και ότι οι παραγωγοί δεν μπορούσαν να ασκήσουν απευθείας αγωγή κατ’ αυτού προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που είχαν έναντι του DAI. Στις 16 Φεβρουαρίου 1996, οι προσφεύγουσες άσκησαν ενώπιον του Tribunale civile di Cagliari (Ιταλία) αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του AIMA.
  6. Στις 13 Νοεμβρίου 1996, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν καταγγελία στην Επιτροπή, με την οποία κατήγγειλαν την προβαλλόμενη παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας από τον AIMA, ειδικότερα δε του κανονισμού 2499/82, και ζητούσαν από την Επιτροπή να καλέσει τον AIMA και την Ιταλική Δημοκρατία να τους καταβάλει τα ποσά των κοινοτικών ενισχύσεων που δεν εισέπραξαν για την αμπελουργική περίοδο 1982/1983.
  7. Με έγγραφο της 25ης Ιουνίου 1997, η Επιτροπή επισήμανε στις προσφεύγουσες ότι η Assedile είχε καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως, εντόκως, στον AIMA στις 16 Ιανουαρίου 1990. Πρόσθεσε ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 352/78, οι εγγυήσεις που καταπίπτουν πρέπει να αφαιρούνται από τον οικείο οργανισμό παρεμβάσεως από τις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ (με άλλα λόγια ότι πρέπει να εγγράφονται υπέρ του ΕΓΤΠΕ). Διευκρίνισε ότι οι υπηρεσίες της θα προέβαιναν στις αναγκαίες έρευνες, ιδίως στον AIMA, προκειμένου να καθορισθεί ο πραγματικός προορισμός του ποσού της εγγυήσεως που έλαβε ο AIMA.
  8. Η Επιτροπή, μετά την έρευνά της στον AIMA, πληροφόρησε τις προσφεύγουσες, με έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1997, ότι ο AIMA της ανέφερε ότι είχε εισπράξει, στις 21 Φεβρουαρίου 1991, γραμμάτιο ποσού 1 047 084 185 ITL (540 774 ευρώ) που είχε εκδοθεί για λογαριασμό της Assedile στις 16 Ιανουαρίου 1990 και ότι είχε εγγράψει λογιστικά το ποσό αυτό –«που αντιστοιχούσε πιθανόν στο ποσό της ασφάλειας»– υπέρ του ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1991.
  9. Με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1998, που περιήλθε στην Επιτροπή στις 5 Φεβρουαρίου 1998, οι προσφεύγουσες ζήτησαν από το κοινοτικό αυτό όργανο να τους καταβάλει το ποσό που αντιστοιχούσε στο ποσό των απαιτήσεων που είχαν έναντι του DAI, για τον λόγο ότι η ασφάλεια που κατέπεσε υπέρ του AIMA επιστράφηκε στο ΕΓΤΠΕ. Προέβαλαν ότι από τον σκοπό του κανονισμού 2499/82 που επιδιώκει να βοηθήσει τους παραγωγούς οίνου προκύπτει ότι αυτοί πρέπει να θεωρηθούν ως οι πραγματικοί και μοναδικοί αποδέκτες της ενισχύσεως που προβλέπει ο κανονισμός αυτός. Με την επιλογή που παρέχεται στο οικείο κράτος μέλος μεταξύ των διαδικασιών καταβολής της ενισχύσεως από τον οργανισμό παρεμβάσεως, που προβλέπουν τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού αυτού αντίστοιχα, δεν μπορεί να διακυβεύεται ο σκοπός αυτός. Ειδικότερα, με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 9 του ανωτέρω κανονισμού, η ασφάλεια που συστήνεται από τον οινοπνευματοποιό έχει ως σκοπό την εξασφάλιση του νομοτύπου των πράξεων της προληπτικής αποστάξεως συνολικά, ιδίως σε ό,τι αφορά την πραγματική καταβολή της ενισχύσεως στους παραγωγούς. Κάθε άλλη ερμηνεία θα αποτελούσε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 12 ΕΚ. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από διαδοχικούς κανονισμούς της Επιτροπής σχετικά με την προληπτική απόσταξη των επόμενων αμπελουργικών περιόδων.
  10. Με έγγραφο της 31ης Ιουλίου 1998, υπογεγραμμένο από τον προϊστάμενο της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής, το οποίο περιήλθε στις προσφεύγουσες στις 14 Αυγούστου 1998 (στο εξής: επίδικο έγγραφο), η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση αυτή. Προέβαλε ότι, με την εφαρμοστέα εν προκειμένω διαδικασία καταβολής της ενισχύσεως στον οινοπνευματοποιό, η ενίσχυση διατίθεται προς όφελος, κατά πρώτο λόγο, του οινοπνευματοποιού, προκειμένου να του επιτρέψει να αντισταθμίσει την αυξημένη τιμή αγοράς του οίνου. Η ασφάλεια συστήνεται υπέρ του AIMA, και οι παραγωγοί δεν μπορούν να προβάλουν κανένα δικαίωμα επί του ποσού αυτού. Η ευχέρεια που παρέχεται στο οικείο κράτος μέλος να επιλέξει μεταξύ της διαδικασίας αυτής, που προβλέπει το άρθρο 9 του κανονισμού 2499/82 και της διαδικασίας της απευθείας καταβολής της ενισχύσεως στον παραγωγό (που προβλέπει το άρθρο 10 του κανονισμού αυτού) δεν μπορεί να οδηγήσει στην ομοιόμορφη ερμηνεία των δύο αυτών διατάξεων έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι αποδέκτες της ενισχύσεως είναι πάντοτε οι παραγωγοί. Εξάλλου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι αυτή η διαφορά συστήματος δεν αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στο μέτρο που εξηγείται από διαφορές ως προς τα πραγματικά περιστατικά (διαφορετικά διοικητικά καθεστώτα και ποικίλος αριθμός παραγωγών ανά κράτος μέλος, πράγμα που δικαιολογεί σε ορισμένα κράτη μέλη τη συγκεντρωτική καταβολή της ενισχύσεως προς τους οινοπνευματοποιούς).
  11. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι με την απόφασή του της 27ης Ιανουαρίου 1989, που έχει τελεσιδικήσει, το Tribunale civile di Roma αρνήθηκε να αναγνωρίσει το δικαίωμα των προσφευγουσών να απαιτήσουν την ασφάλεια. Συνήγαγε ότι οι προσφεύγουσες δεν διέθεταν κανένα δικαίωμα επί του ποσού της ασφάλειας που εισέπραξε ο AIMA, το δικαίωμα δε αυτό δεν μπορούσε πολλώ μάλλον να γεννηθεί μετά την απόδοση της ασφάλειας προς την Επιτροπή. Επικουρικώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η έγκριση από τον AIMA των συμβάσεων που συνάφθηκαν μεταξύ των προσφευγουσών και του DAI δεν μεταβάλλει την ενοχική φύση των συμβάσεων αυτών έτσι ώστε οι υποτιθέμενες υποχρεώσεις της Επιτροπής προς τις προσφεύγουσες να καταστούν εξωσυμβατικής φύσεως. Κατά συνέπεια, κάθε αγωγή κατά της Κοινότητας είχε υποκύψει πλέον σε παραγραφή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, διότι το ποσό της ασφάλειας καταβλήθηκε στον AIMA στις 16 Ιανουαρίου 1990 και αποδόθηκε στο ΕΓΤΠΕ κατά το οικονομικό έτος 1991.
  12. Εξάλλου, σύμφωνα με τις γραπτές απαντήσεις των προσφευγουσών στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου, η διαδικασία που κινήθηκε με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ενώπιον του Tribunale civile di Cagliari ανεστάλη προκειμένου να επιτευχθεί συναινετικός διακανονισμός μεταξύ των διαδίκων ως προς τον συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, κατόπιν των αποτελεσμάτων της προπαρατεθείσας στο σημείο 39 έρευνας της Επιτροπής. Πράγματι, επειδή από την έρευνα αυτή προέκυψε ότι ο AIMA –αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίστηκε αυτός πριν την κίνηση της ανωτέρω διαδικασίας και κατά τη διάρκειά της– είχε αποδώσει στο ΕΓΤΠΕ το ποσό της ασφάλειας, η διαδικασία αυτή, κατά τις προσφεύγουσες, δεν είχε αντικείμενο, καθόσον ο AIMA δεν διατηρούσε πλέον τον αδικαιολόγητο αυτό πλουτισμό.
  13. Τέλος, με γραπτή απάντηση σε ερώτηση του Πρωτοδικείου, οι προσφεύγουσες ανέφεραν ότι η πτωχευτική διαδικασία είχε περαιωθεί κατά τη διάρκεια του 2000 και ότι συμμετείχαν στη διανομή ως προνομιούχοι πιστωτές, λόγω της ιδιότητάς τους ως γεωργικών συνεταιρισμών, σύμφωνα με το άρθρο 2751a, παράγραφος 5a, και με το άρθρο 2776 του ιταλικού αστικού κώδικα. Από τη διανομή αυτή έλαβαν από τις απαιτήσεις τους που έγιναν δεκτές από το DAI ποσοστό 39 % του ποσού των απαιτήσεων αυτών. Κατά το πέρας της διανομής αυτής, το ποσό των απαιτήσεών τους που δεν ικανοποιήθηκαν ανερχόταν σε 72 797 022 ITL (37 597 ευρώ) όσον αφορά την Cantina sociale di Dolianova, σε 54 412 685 ITL (28 102 ευρώ) όσον αφορά την Cantina Trexenta, σε 350 554 208 ITL (181 046 ευρώ) όσον αφορά την Cantina sociale Marmilla, σε 133 888 664 ITL (69 148 ευρώ) όσον αφορά την Cantina sociale Santa Maria La Palma και σε 37 212 737 ITL (19 219 ευρώ) όσον αφορά την Cantina sociale del Vermentino. Συνεπώς, το συνολικό ποσό των μη ικανοποιηθεισών απαιτήσεων ανερχόταν σε 648 865 316 ITL (335 094 ευρώ).

 Η απόφαση του Πρωτοδικείου

  1. Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Οκτωβρίου 1998, οι αναιρεσείουσες άσκησαν προσφυγή-αγωγή κατά της Επιτροπής με την οποία ζητούσαν (i) να ακυρώσει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 230 ΕΚ το επίδικο έγγραφο, (ii) να αποφανθεί ότι η παράνομη παράλειψη της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση σχετικά με την εν λόγω κοινοτική ενίσχυση στις προσφεύγουσες αντέβαινε στο άρθρο 232 ΕΚ και (iii) να υποχρεώσει την Επιτροπή βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και/ή βάσει των διατάξεων περί αποζημιώσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 235 ΕΚ (15), να καταβάλει στις προσφεύγουσες-ενάγουσες αποζημίωση ίση προς τα ποσά που τους όφειλε το DAI.
  2. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τα δύο πρώτα αιτήματα ως απαράδεκτα (16).
  3. Σε σχέση με το τρίτο αίτημα, η Επιτροπή πρότεινε τρεις λόγους απαραδέκτου.
  4. Πρώτον, η Επιτροπή προέβαλε ότι, στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των μέτρων ενισχύσεως που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν υφίσταται καμία άμεση σχέση μεταξύ της Κοινότητας και των επιχειρηματιών. Εν προκειμένω, δεν υφίσταται συμπεριφορά η οποία θα μπορούσε να καταλογιστεί στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις προκειμένου να επιληφθεί το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (17).
  5. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στην Επιτροπή έγκειται κατ’ ουσίαν στο γεγονός ότι, με το σύστημα της καταβολής της ενισχύσεως που προβλέπει το άρθρο 9 –που διαφέρει στο σημείο αυτό από το σύστημα που προβλέπει το άρθρο 10–, ο κανονισμός 2499/82 δεν εξασφαλίζει, ιδίως σε περίπτωση πτωχεύσεως του οινοπνευματοποιού, την καταβολή στους οικείους παραγωγούς της ελάχιστης τιμής αγοράς για τον οίνο που παραδόθηκε στον οινοπνευματοποιό αυτόν και αποστάχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, δεδομένου ότι συντάκτης του κανονισμού 2499/82 είναι η Επιτροπή, η προβαλλόμενη πλημμέλεια πρέπει να της καταλογιστεί (18). Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί την ορθότητα της διαπιστώσεως αυτής στο πλαίσιο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
  6. Δεύτερον, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι οι προσφεύγουσες-ενάγουσες έτυχαν αποτελεσματικής ένδικης προστασίας ενώπιον του εθνικού δικαστή. Ειδικότερα, θα μπορούσαν να ασκήσουν καταψηφιστική αγωγή κατά του οργανισμού παρεμβάσεως ενώπιον του εθνικού δικαστή, βάσει της αποφάσεως Unifrex κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (19). Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της αγωγής τους που άσκησαν κατά του AIMA βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Tribunale civile di Cagliari), οι προσφεύγουσες-ενάγουσες θα μπορούσαν να ζητήσουν από τον εθνικό δικαστή να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ προκειμένου να παρασχεθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να εξετάσει το κύρος των επίμαχων διατάξεων των κανονισμών (20).
  7. Το Πρωτοδικείο παρέπεμψε σε πάγια νομολογία βάσει της οποίας η αγωγή αποζημιώσεως που ασκείται βάσει του άρθρου 235 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα ολοκλήρου του συστήματος ένδικης προστασίας των ιδιωτών που καθιερώνει η συνθήκη ΕΚ. Κατά συνέπεια, όταν ένα πρόσωπο εκτιμά ότι θίγεται από την ορθή εφαρμογή κοινοτικής ρυθμίσεως την οποία θεωρεί παράνομη και ότι η γενεσιουργός αιτία της προβαλλόμενης ζημίας πρέπει να καταλογιστεί στην Κοινότητα, το παραδεκτό αυτής της αγωγής αποζημιώσεως μπορεί, επομένως, να εξαρτάται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από την εξάντληση των μέσων παροχής ένδικης προστασίας του εθνικού δικαίου. Ακόμη, πρέπει, για να συμβαίνει αυτό, τα εν λόγω εθνικά μέσα παροχής ένδικης προστασίας να διασφαλίζουν αποτελεσματικά την προστασία των ενδιαφερομένων ιδιωτών και να μπορούν να καταλήγουν στην αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας. Ειδικότερα, το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως που θεμελιώνεται στο άρθρο 235 ΕΚ δεν μπορεί να εξαρτάται από την εξάντληση των μέσων παροχής ένδικης προστασίας του εθνικού δικαίου ακόμη και όταν, στην περίπτωση που η επικρινόμενη κοινοτική ρύθμιση κηρύσσεται ανίσχυρη με απόφαση εκδοθείσα από το Δικαστήριο που επιλήφθηκε κατόπιν προδικαστικής παραπομπής, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να δεχτούν καταψηφιστική αγωγή –ή κάθε άλλη πρόσφορη αγωγή– χωρίς προηγούμενη επέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη, λόγω ελλείψεως κοινοτικής διατάξεως που να εξουσιοδοτεί τους αρμόδιους εθνικούς οργανισμούς να καταβάλουν τα ποσά που ζητούνται. Πράγματι, στην προαναφερθείσα περίπτωση, είναι εξαιρετικά δυσχερής η άσκηση των δικαιωμάτων των προσώπων που θεωρούν ότι εθίγησαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αντιβαίνει επομένως όχι μόνον στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και στην απαίτηση για οικονομία της διαδικασίας, αλλά επίσης στην προϋπόθεση σχετικά με την έλλειψη αποτελεσματικού μέσου ένδικης προστασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το να υποχρεωθούν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να εξαντλήσουν τα εθνικά μέσα παροχής ένδικης προστασίας και να αναμείνουν την οριστική απόφαση επί της αιτήσεώς τους, αφού τα οικεία κοινοτικά όργανα συμπληρώσουν ή τροποποιήσουν, ενδεχομένως, τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, σε εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας από το Δικαστήριο επί προδικαστικής παραπομπής, η οποία να διαπιστώνει το ανίσχυρο των διατάξεων αυτών (21).
  8. Εν προκειμένω, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, οι προσφεύγουσες δεν έτυχαν αποτελεσματικής ένδικης προστασίας ενώπιον του εθνικού δικαστή. Υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως του ενδεχομένως βασίμου των ισχυρισμών των προσφευγουσών, πρέπει να λεχθεί ότι, στο νομικό πλαίσιο της παρούσας διαφοράς, το εθνικό δικαστήριο δεν θα είχε την εξουσία, εν πάση περιπτώσει, να υποχρεώσει το AIMA να καταβάλει στις προσφεύγουσες το ποσό των επίμαχων κοινοτικών ενισχύσεων παρά μόνον κατόπιν ενδεχόμενης αναδρομικής διορθώσεως του κανονισμού 2499/82, πράγμα το οποίο θα απαιτούσε την έκδοση κανονισμού από την Επιτροπή, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο (22). Πράγματι, ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει, με απόφασή του κατόπιν προδικαστικής παραπομπής, το ανίσχυρο ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 2499/82, μόνο με την παρέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη (όπως εξάλλου αναγνώρισε η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως) θα ήταν δυνατό να υπάρξει νομική βάση που να επιτρέπει την καταβολή των ποσών αυτών (23).
  9. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό σχετικά με την ύπαρξη αποτελεσματικών μέσων ένδικης προστασίας του εθνικού δικαίου (24). Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί την ορθότητα ούτε αυτής της εκτιμήσεως με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
  10. Τρίτον, η Επιτροπή προέβαλε ότι τα αιτήματα περί καταβολής αποζημιώσεως έχουν, εν πάση περιπτώσει, παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53 του ιδίου Οργανισμού. Το άρθρο 46 προβλέπει ότι οι αξιώσεις στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Κατά την Επιτροπή, ο ανωτέρω χρόνος παραγραφής άρχισε να τρέχει από τη στιγμή κατά την οποία οι προσφεύγουσες έλαβαν γνώση του ζημιογόνου γεγονότος. Εν προκειμένω, επειδή το γεγονός αυτό συνίσταται στην εσφαλμένη ή μη νόμιμη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, οι προσφεύγουσες έλαβαν γνώση το αργότερο τη στιγμή της εφαρμογής της (ήτοι τον Ιούνιο του 1983). Ο ως άνω χρόνος παραγραφής δεν θα μπορούσε να διακοπεί ούτε με την απόφαση του Tribunale civile di Roma της 27ης Ιανουαρίου 1989 ούτε με τις μεταγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου της Ρώμης και του ιταλικού ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου.
  11. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την ανωτέρω επιχειρηματολογία. Έκρινε ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν οι προσφεύγουσες, συνεπεία της πτωχεύσεως του DAI, λόγω της ελλείψεως μηχανισμού δυνάμενου να διασφαλίσει, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιερώνει το άρθρο 9 του κανονισμού 2499/82, την καταβολή στους οικείους παραγωγούς της προβλεπόμενης από τον κανονισμό αυτόν κοινοτικής ενισχύσεως.
  12. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προθεσμία παραγραφής άρχισε να τρέχει από τη στιγμή κατά την οποία οι προσφεύγουσες υπέστησαν βεβαία ζημία λόγω της παντελούς ή μερικής παραλείψεως καταβολής της κοινοτικής ενίσχυσης. Η ελάχιστη τιμή αγοράς του οίνου έπρεπε να τους έχει καταβληθεί από το DAI το αργότερο κατά τα τέλη Ιουνίου 1983, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2499/82. Εντούτοις, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας διαφοράς, η ζημία που υπέστησαν οι προσφεύγουσες στα τέλη Ιουνίου 1983 λόγω της μη καταβολής της ελάχιστης τιμής αγοράς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν από της ημερομηνίας αυτής βεβαία, ήτοι ότι ήταν επικείμενη και δυνάμενη να προβλεφθεί (25).
  13. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο επανεξέτασε τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα (26). Προκειμένου να εκτιμηθεί ο «βέβαιος» χαρακτήρας της ζημίας, έκρινε ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι δίκες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μεταξύ του DAI και του AIMA (στις οποίες οι προσφεύγουσες είχαν ασκήσει παρέμβαση) σχετικά με την τύχη της εγγυήσεως. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, υπό τις εξαιρετικές περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, ήταν εξαιρετικά δυσχερές για ένα σώφρονα και καλώς ενημερωμένο επιχειρηματία να αντιληφθεί ότι δεν θα μπορούσε να επιτύχει την καταβολή των συγκεκριμένων ενισχύσεων μέσω των εθνικών δικαστηρίων και ότι, ως εκ τούτου, τα μέσα παροχής ένδικης προστασίας του εσωτερικού δικαίου θα ήσαν αναποτελεσματικά.
  14. Από την αλληλογραφία των προσφευγουσών με τον AIMA, αφενός, και με την Επιτροπή, αφετέρου, καθώς και από τις δίκες που διεξήχθησαν ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων συνάγεται ότι, αρχικώς, οι προσφεύγουσες απέδωσαν σαφώς την άρνηση του AIMA να τους καταβάλει τη συγκεκριμένη ενίσχυση σε εσφαλμένη εφαρμογή του κανονισμού 2499/82. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν ευλόγως να αγνοούν ότι η αιτία της ζημίας τους οφειλόταν ακριβώς σε κενό του κανονισμού 2499/82 και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να επιτύχουν την επιδίκαση αποζημιώσεως από τα εθνικά δικαστήρια ελλείψει νομικής βάσεως η οποία θα καθιστούσε δυνατή την καταβολή της ενισχύσεως στους παραγωγούς. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες μπορούσαν ευλόγως να ελπίζουν ότι το εθνικό δικαστήριο θα υποχρέωνε τον AIMA να τους καταβάλει το ποσό της κοινοτικής ενισχύσεως που περιλαμβανόταν στην ελάχιστη τιμή αγοράς που δεν τους είχε καταβάλει το DAI (27).
  15. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η έλλειψη μηχανισμού που να εγγυάται, βάσει του συστήματος που καθιερώνει το άρθρο 9 του κανονισμού 2499/82, την καταβολή της κοινοτικής ενίσχυσης στους οικείους παραγωγούς ιδίως σε περίπτωση πτωχεύσεως του οινοπνευματοποιού δεν συμβιβάζεται με έναν από τους βασικούς στόχους της προληπτικής απόσταξης. Πράγματι η προληπτική απόσταξη σκοπεί όχι μόνο στο να αποφευχθεί η εμπορία οίνων μέτριας ποιότητας αλλά, όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2144/82, και στο να βελτιωθεί το εισόδημα των παραγωγών διά της εξασφαλίσεως υπέρ αυτών μιας ελάχιστης εγγυημένης τιμής για τον επιτραπέζιο οίνο. Επιπλέον, κατά την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2499/82 έπρεπε να προβλεφθεί ότι η ελάχιστη τιμή που εξασφαλίζεται στους παραγωγούς θα τους καταβάλλεται κατά κανόνα εντός προθεσμιών που θα τους επιτρέπουν να αποκομίσουν κέρδος συγκρίσιμο με εκείνο που θα επιτύγχαναν αν επρόκειτο για μια εμπορική πώληση. Υπό τις συνθήκες αυτές ήταν απαραίτητο, κατά την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, να επισπευσθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η καταβολή των οφειλομένων ενισχύσεων με την παράλληλη εξασφάλιση της καλής διενέργειας των εργασιών με ένα καθεστώς παροχής κατάλληλης ασφάλειας (28).
  16. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, στο πλαίσιο αυτό, ένας σώφρων και καλώς ενημερωμένος επιχειρηματίας θα μπορούσε ευλόγως να προσδοκά ότι θα του καταβληθεί η συγκεκριμένη ενίσχυση. Ειδικότερα εφόσον είχε συσταθεί ασφάλεια από τον οινοπνευματοποιό, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 του κανονισμού 2499/82, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή διενέργεια της εργασίας, ο κίνδυνος αφερεγγυότητας του οινοπνευματοποιού μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι καλύπτεται όσον αφορά το ποσόν της ενίσχυσης που είχε προκαταβληθεί στον οινοπνευματοποιό, τη στιγμή που οι παραγωγοί είχαν εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις τους και είχε γίνει η απόσταξη του οίνου σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού αυτού. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της κατάστασης που προέκυψε λόγω του προαναφερθέντος κενού του κανονισμού 2499/82, στον τομέα της προληπτικής απόσταξης επιτραπέζιου οίνου, επιβεβαιώθηκε εξάλλου από το γεγονός ότι το σύστημα που καθιερώνει το άρθρο 9 του κανονισμού αυτού είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο (29).
  17. Για τους ανωτέρω λόγους, λαμβανομένης υπόψη της περιπλοκότητας του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 2499/82 και των εξαιρετικών περιστάσεων που προεκτέθηκαν, οι προσφεύγουσες δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν ότι δεν θα ελάμβαναν το ποσό των επίμαχων ενισχύσεων μέσω της εγγυήσεως παρά μόνον κατά το πέρας των δικών που διεξήχθησαν ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων και αφορούσαν την εγγύηση αυτή. Εν προκειμένω, μολονότι η εγγύηση καταβλήθηκε στον AIMA τον Φεβρουαρίου του 1991, σε εκτέλεση της αποφάσεως του Tribunale civile di Roma, και ενεγράφη το ίδιο έτος υπέρ του ΕΓΤΠΕ, ο δικαιούχος της εγγυήσεως αυτής δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού 2499/82 δεν προσδιορίστηκε κατά τρόπο τελεσίδικο από τα ιταλικά δικαστήρια παρά μόνον κατόπιν της αποφάσεως της 28ης Νοεμβρίου 1994 του Corte Suprema di cassazione. Ως εκ τούτου, η ζημία που υπέστησαν οι προσφεύγουσες δεν μπορούσε να είναι βεβαία πριν την ανωτέρω ημερομηνία.
  18. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η πενταετής παραγραφή που προβλέπει το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου δεν μπορούσε να αρχίσει να τρέχει πριν από την ημερομηνία αυτή. Η υπό κρίση αγωγή αποζημιώσεως (με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως ίσης προς τα ποσά που οφείλει το DAI στις προσφεύγουσες), η οποία ασκήθηκε το 1998, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκπρόθεσμη (30).

 Η αίτηση αναιρέσεως

  1. Η Επιτροπή άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (σκέψεις 129 έως 150, οι οποίες παρατίθενται συνοπτικά στα σημεία 54 έως 58 των ανά χείρας προτάσεων).
  2. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου, κατά την οποία ο χρόνος παραγραφής άρχισε να τρέχει από τη στιγμή κατά την οποία οι προσφεύγουσες ήσαν σε θέση να αντιληφθούν ότι δεν θα εισέπρατταν το ποσό της ενισχύσεως μέσω της ασφάλειας που είχε συστήσει το DAI υπέρ του AIMA, στηρίζεται σε πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο. Έτσι, ο μόνος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει συνίσταται στο γεγονός ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
  3. Η Επιτροπή συντάσσεται με τη βάση του συλλογισμού του Πρωτοδικείου ότι ο χρόνος παραγραφής για την άσκηση αγωγής κατά της Κοινότητας, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, δεν μπορεί να αρχίζει να τρέχει πριν από την πλήρωση όλων των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποζημιώσεως, και ιδίως πριν από τη συγκεκριμενοποίηση της ζημίας που πρέπει να αποκατασταθεί (31). Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ευθύνη της Κοινότητας στηρίζεται σε κανονιστική πράξη της, όπως εν προκειμένω, ο χρόνος παραγραφής δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει προτού επέλθουν οι επιζήμιες συνέπειες της πράξεως αυτής και, ως εκ τούτου, προτού οι προσφεύγουσες υποστούν βεβαία ζημία (32). Ως εκ τούτου, ο χρόνος παραγραφής για την άσκηση αγωγής στηριζόμενης σε εξωσυμβατική ευθύνη λόγω εκδόσεως κανονιστικής πράξεως αρχίζει να τρέχει από τη δυνάμενη να καθοριστεί με αντικειμενικά κριτήρια ημερομηνία κατά την οποία η εφαρμογή της πράξεως αυτής πράγματι προκάλεσε περιουσιακή ζημία στον προσφεύγοντα.
  4. Η Επιτροπή φρονεί ότι το Πρωτοδικείο, αφού συνόψισε ορθά την προπαρατεθείσα νομολογία, διατυπώνει μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκτίμηση σε σχέση με τη νομολογία αυτή. Βάσει της εν λόγω νομολογίας, το Πρωτοδικείο έπρεπε να αποφανθεί ότι ο χρόνος παραγραφής έπρεπε να αρχίσει να τρέχει όταν η εφαρμογή του συστήματος έμμεσης καταβολής της ενισχύσεως στην απόσταξη που προβλέπει το άρθρο 9 του κανονισμού 2499/82 προκάλεσε πράγματι ζημία στις προσφεύγουσες μη διασφαλίζοντας την απευθείας καταβολή της στον παραγωγό σε περίπτωση πτωχεύσεως του οινοπνευματοποιού. Στην πράξη, τούτο αντιστοιχεί στην ημερομηνία κατά την οποία οι προσφεύγουσες δεν κατόρθωσαν να εισπράξουν, λόγω της πτωχεύσεως του DAI, το ποσό της ενισχύσεως εντός της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 2499/82 προθεσμίας, ήτοι το αργότερο 90 ημέρες μετά την απόσταξη.
  5. Πράγματι, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ζημία επήλθε ορισμένα έτη αργότερα, όταν οι προσφεύγουσες αντιλήφθηκαν το μάταιο των προσπαθειών τους να εισπράξουν το ποσό της ενισχύσεως μέσω της συσταθείσας ασφάλειας με απόφαση των εθνικών δικαστηρίων. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της περιπλοκότητας του συστήματος έμμεσης καταβολής της ενισχύσεως που καθιερώνει ο κανονισμός 2499/82, οι προσφεύγουσες μπορούσαν ευλόγως να αναμένουν ότι θα εισπράξουν τα εν λόγω ποσά μέσω της ασφάλειας. Η ζημία που υπέστησαν λόγω της μη εισπράξεως της ενισχύσεως δεν ήταν επομένως βεβαία πριν από την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1994 του Corte suprema di cassazione.
  6. Η παραδοχή αυτή, στην οποία φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι καταλήγει το Πρωτοδικείο ερειδόμενο αποκλειστικά σε διαπιστώσεις που αφορούν πραγματικά περιστατικά, στηρίζεται στην πραγματικότητα (κατά την Επιτροπή) στη νομικά εσφαλμένη εκτίμηση ότι η προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη βέβαιης ζημίας εκτιμάται υποκειμενικά και όχι αντικειμενικά. Με άλλα λόγια, το Πρωτοδικείο εκκίνησε από την αρχή ότι η ζημία που προκαλεί η εφαρμογή μιας παράνομης κανονιστικής πράξεως δεν μπορεί να είναι βεβαία εκτός και αν ο ενδιαφερόμενος θεωρήσει ότι τούτο έχει συμβεί, ακόμη και αν η πράξη του προκάλεσε ζημίες των οποίων έχει λάβει γνώση. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι, από το 1983, ο κανονισμός 2499/82 είχε αντικειμενικά προκαλέσει ζημία στις προσφεύγουσες. Αντ’ αυτού, το Πρωτοδικείο εστίασε την προσοχή του στη γνώση αυτών των επιζήμιων συνεπειών από τις προσφεύγουσες. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες γνώριζαν ότι είχαν υποστεί ζημία προερχόμενη από την εφαρμογή του κανονισμού 2499/82 δεν επαρκούσε. Προσέθεσε ένα τελείως υποκειμενικό στοιχείο στο κριτήριο, ήτοι το να πρέπει να γνωρίζουν οι προσφεύγουσες ότι δεν μπορούσαν να αποζημιωθούν παρά μόνον ασκώντας αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής.
  7. Κατά την Επιτροπή, η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι τυχόν επιφυλάξεις που θα μπορούσαν να έχουν οι προσφεύγουσες σε σχέση με τη νομιμότητα του κανονισμού 2499/82 ή με την ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι ατυχείς επιλογές που έκαναν στην προσπάθειά τους να εισπράξουν το ποσό της ενισχύσεως μέσω της ασφάλειας που είχε συσταθεί υπέρ του AIMA. Από τη νομολογία συνάγεται σαφώς ότι τέτοιες εσφαλμένες εκτιμήσεις εκ μέρους των ενδιαφερόμενων δεν επηρεάζουν τον καθορισμό του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής (33).
  8. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου δεν ευσταθεί ούτε βάσει των αρχών που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφασή του Adams κατά Επιτροπής (34) την οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες προκειμένου να επιχειρήσουν να καταστρατηγήσουν τον χρόνο παραγραφής. Η ανωτέρω απόφαση δεν αφορά τον καθορισμό του χρονικού σημείου ενάρξεως της παραγραφής, αλλά αντιθέτως τη λήξη της. Εξάλλου, στην απόφαση Adams κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την έλλειψη γνώσεως του ζημιογόνου γεγονότος και όχι τον παράνομο χαρακτήρα του γεγονότος αυτού.
  9. Η Επιτροπή τονίζει ότι, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο (35), οι προσφεύγουσες γνώριζαν πολύ καλά, μετά τη σύναψη των συμβάσεων με το DAI, ότι η ενίσχυση θα τους καταβαλλόταν βάσει των προϋποθέσεων και σύμφωνα με τη διαδικασία του κανονισμού 2499/82. Οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι είχαν συναντήσει εμπόδια ευθύς εξαρχής προκειμένου να εισπράξουν τα ποσά της ενισχύσεως ζητώντας την καταβολή τους π.χ. από τον AIMA ή από την Επιτροπή. Οι εσφαλμένες ερμηνείες που οδήγησαν τις προσφεύγουσες να θεωρήσουν ότι μπορούσαν να ζητήσουν την καταβολή της ασφάλειας σε περίπτωση πτωχεύσεως του οινοπνευματοποιού και, επομένως, να εμπλακούν σε μακροχρόνιους και άγονους δικαστικούς αγώνες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία στη συνάφεια αυτή. Συνεπώς, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλεστούν ακούσια άγνοια του ζημιογόνου γεγονότος.
  10. Κατά την Επιτροπή, το κριτήριο που χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να στηριχθεί στην έννοια της επικείμενης και προβλέψιμης ζημίας κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (36). Η έννοια αυτή παρέχει τη δυνατότητα στις προσφεύγουσες να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως νωρίτερα, προκειμένου να αποφύγουν ακόμη πιο σοβαρές ζημίες, καθότι θα μπορούσαν να υπολογιστούν ποσοτικά. Εντούτοις, η έννοια αυτή δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μετάθεση του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής βάσει της υποκειμενικής εκτιμήσεως του επικείμενου και προβλέψιμου χαρακτήρα της ζημίας που έχει ήδη επέλθει.
  11. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσέγγιση του Πρωτοδικείου αντιβαίνει επίσης στις θεμελιώδεις απαιτήσεις ασφάλειας δικαίου που διέπουν τις προθεσμίες. Είναι προφανές ότι, αν το σημείο ενάρξεως του χρόνου παραγραφής κατά την έννοια του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου έπρεπε να εξαρτάται από την υποκειμενική αντίληψη του προσφεύγοντος σχετικά με τον βέβαιο χαρακτήρα της ζημίας, ο ζημιωθείς θα μπορούσε να αποφασίσει πότε τελικώς παραγράφεται η αγωγή αποζημιώσεως. Σε μία υπόθεση, όπως είναι η υπό κρίση, ένας διάδικος θα μπορούσε απλώς να ασκήσει περισσότερες αγωγές, ακόμη και με αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα, και στη συνέχεια να υποστηρίξει ότι δεν θεωρούσε ότι η ζημία ήταν επαρκώς βεβαία. Θα μπορούσε έτσι να επιμηκύνει με τεχνητό τρόπο, ακόμη και για σειρά ετών, τον χρόνο παραγραφής που ισχύει για την αγωγή αποζημιώσεως.
  12. Τέλος, και επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και βάσει της προσεγγίσεως του Πρωτοδικείου, η εκτίμησή του σχετικά με τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής είναι εν μέρει εσφαλμένη διότι στηρίζεται σε πρόδηλη παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών. Όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο, μόνον τέσσερις από τις πέντε προσφεύγουσες άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως του Tribunale civile di Roma. Συνεπώς, ουδείς λόγος συντρέχει να θεωρηθεί ότι η προθεσμία άρχισε να τρέχει έναντι της πέμπτης προσφεύγουσας (Cantina sociale del Vermentino) κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Corte suprema di cassazione. Βάσει του κριτηρίου που επέλεξε το Πρωτοδικείο, ο χρόνος παραγραφής θα άρχιζε να τρέχει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Tribunale civile di Roma, ήτοι από την 27η Ιανουαρίου 1989. Ως εκ τούτου, η αξίωση της προσφεύγουσας αυτής είχε υποκύψει σε παραγραφή όταν άσκησε αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου στις 12 Οκτωβρίου 1998.
  13. Πρώτον, οι προσφεύγουσες διευκρινίζουν ότι δεν προέβησαν στην άσκηση αγωγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αντιθέτως, παρενέβησαν στη δίκη που κίνησε το DAI κατά του AIMA προκειμένου να διαπιστωθεί ότι το ποσό για το οποίο είχε συσταθεί ασφάλεια υπέρ του AIMA μπορούσε να τους καταβληθεί. Συνεπώς, οι προσφεύγουσες ήσαν υποχρεωμένες να αναμένουν την έκβαση της δίκης αυτής προτού προσφύγουν ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Το Πρωτοδικείο θα είχε μετά βεβαιότητας απορρίψει προσφυγή ή αγωγή η οποία θα είχε ασκηθεί πριν από την εξάντληση των εθνικών ένδικων βοηθημάτων.
  14. Δεύτερον, οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι ο επικουρικός λόγος αναιρέσεως που επικαλείται η Επιτροπή δεν είναι ούτε παραδεκτός ούτε βάσιμος. Δεν είναι παραδεκτός διότι δεν προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Δεν είναι βάσιμος διότι, βάσει της ιταλικής δικονομίας, οι πέντε προσφεύγουσες θα πλήττονταν εξίσου ανεξαρτήτως της εκβάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Corte suprema di Cassazione. Αν η αίτηση αναιρέσεως είχε απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση θα είχε καταστεί αμετάκλητη έναντι όλων των διαδίκων που μετέσχον στη δίκη ενώπιον του Tribunale civile. Ομοίως, αν η αίτηση αναιρέσεως είχε γίνει δεκτή, η απόφαση του Corte d’appello θα είχε εξαφανιστεί και η υπόθεση θα παραπεμπόταν στο Tribunale το οποίο θα έπρεπε να κρίνει την υπόθεση επί της ουσίας έναντι όλων των διαδίκων.
  15. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεχτεί ορισμένα από τα επιχειρήματα της Επιτροπής που στηρίζονται στην προβλεπόμενη προθεσμία για την άσκηση αγωγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, οι προσφεύγουσες ασκούν, επικουρικώς, μία [αποκαλούμενη] παρεμπίπτουσα αίτηση αναιρέσεως. Κατ’ ουσίαν, το επιχείρημά τους συνίσταται εν προκειμένω στο γεγονός ότι, με τις σκέψεις 159 έως 162 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Κοινότητα είχε καταστεί άνευ νομίμου αιτίας πλουσιότερη λόγω μη καταβολής ολόκληρου του ποσού των ενισχύσεων στις προσφεύγουσες, ενώ (αντιθέτως) το AIMA πίστωσε το ποσό της ασφάλειας υπέρ του ΕΓΤΠΕ. Κατά συνέπεια, η προθεσμία δεν μπορούσε να αρχίσει προτού επέλθει (το 1991) το γεγονός του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εντούτοις, οι προσφεύγουσες δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι τούτο συνέβη παρά μόνον όταν η Επιτροπή τους γνωστοποίησε τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ήτοι το 1997.

 Εκτίμηση

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

  1. Κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, η Επιτροπή επιχείρησε (διαδοχικά) να υποστηρίξει ότι η προσαπτόμενη συμπεριφορά δεν μπορούσε να καταλογιστεί στην Επιτροπή, ότι υπήρχαν αποτελεσματικά εθνικά μέσα παροχής ένδικης προστασίας και ότι η αγωγή των προσφευγουσών είχε υποκύψει σε παραγραφή. Το Πρωτοδικείο εξέτασε κάθε σημείο της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής με πολλή προσοχή. Το Πρωτοδικείο απέρριψε ένα προς ένα τα επιχειρήματα της Επιτροπής ακολούθως δε εισήλθε στην εξέταση της ουσίας. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που στοιχειοθετούν ευθύνη της Κοινότητας και αφορούν τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτομένης συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας (37). Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε, με παρεμπίπτουσα απόφαση, ότι η Επιτροπή έπρεπε να αποζημιώσει τις προσφεύγουσες για τη ζημία που υπέστησαν λόγω της παντελούς ή μερικής παραλείψεως καταβολής του μέρους που αντιπροσώπευε η κοινοτική ενίσχυση –την οποία είχαν δικαίωμα να αξιώσουν κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 2499/82– από το ποσό των απλήρωτων πιστώσεών τους έναντι του DAI (38).
  2. Όσον αφορά την εξέταση του επιχειρήματος που στηρίζεται στην παραγραφή, πρέπει να διευκρινίσω ότι συμμερίζομαι την ανάλυση του Πρωτοδικείου σχετικά με το βάσιμο της εν λόγω προσφυγής-αγωγής. Είναι σαφές ότι σκοπός του κοινοτικού δικαίου δεν είναι να στερήσει την ενίσχυση που δικαιούται ένας οινοπαραγωγός ο οποίος τήρησε τις υποχρεώσεις του από τον κανονισμό 2499/82 από υπαιτιότητα του οινοπνευματοποιού η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να του καταλογιστεί.
  3. Συναφώς, υπενθυμίζω επίσης ότι, με την απόφαση Lingenfelser (39), το Δικαστήριο έκρινε ανίσχυρο το τρίτο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2499/82 στον βαθμό που επέβαλε ως κύρωση την απώλεια ολόκληρου του ποσού της ενισχύσεως για οποιαδήποτε υπέρβαση από τον οινοπνευματοποιό της προβλεπόμενης προθεσμίας για την καταβολή της στον παραγωγό. Με τον τρόπο αυτόν, το Δικαστήριο είχε προδήλως προσδώσει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι το αντικείμενο του κανονισμού 2499/82, εν γένει, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, ειδικότερα, ήταν να διασφαλίσει ότι ο παραγωγός θα ελάμβανε ωφέλεια παρεμφερή με αυτήν που θα είχε αν επρόκειτο για εμπορική πώληση (40).
  4. Στην υπό κρίση υπόθεση, επίσης η παράλειψη του οινοπνευματοποιού ήταν αυτή που αποτέλεσε την αιτία για την άσκηση της προσφυγής-αγωγής από τις προσφεύγουσες. Πράγματι, το γεγονός ότι δεν τους κατέβαλε την ενίσχυση την οποία εδικαιούντο αποτελεί τον πυρήνα των τριών παραβάσεων του κανονισμού τις οποίες διέγνωσε το εθνικό δικαστήριο απορρίπτοντας την αγωγή του DAI. Οι προσφεύγουσες δεν επέτυχαν αυτό που επεδίωκαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων λόγω κενού του κανονισμού 2499/82, δεδομένου ότι οι οινοπαραγωγοί υπόκεινται, χωρίς να συντρέχει αντικειμενικός λόγος, σε διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με το αν το κράτος μέλος τους επέλεξε τη διαδικασία του άρθρου 9 ή του άρθρου 10 του ιδίου κανονισμού. Μόνον ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να πληρώσει το κενό αυτό.
  5. Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, φρονώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ζημία την οποία υπέστησαν οι προσφεύγουσες κατά τα τέλη Ιουνίου 1983 λόγω της μη καταβολής από το DAI κατέστη βεβαία (ήτοι επικείμενη και προβλέψιμη) από της ανωτέρω ημερομηνίας. Αντιθέτως, φρονώ ότι –στο πλαίσιο των οιονεί συμβατικών σχέσεων με τον AIMA– οι προσφεύγουσες είχαν αυτό που ένας εξωτερικός παρατηρητής θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αντικειμενική νόμιμη προσδοκία όπως το εθνικό δικαστήριο τις θεωρήσει ως τις αποδέκτριες της κοινοτικής ενισχύσεως και διατάξει οτιδήποτε διασφαλίζει την καταβολή σε αυτές του εν λόγω ποσού. Πέραν τούτου, οι προσφεύγουσες είχαν εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις τους από τον κανονισμό 2499/82 και η προληπτική απόσταξη είχε πραγματοποιηθεί δεόντως (41). Κατά συνέπεια, απορρίπτω την άποψη ότι η προθεσμία άρχισε να τρέχει έναντι των προσφευγουσών προτού ακόμη αρχίσει η δίκη, στην οποία παρενέβησαν ακολούθως, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
  6. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον φρονώ ότι έχει ιδιαίτερη σημασία, προκειμένου να καθοριστεί ο ακριβής χρόνος ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής για την άσκηση της εν λόγω αγωγής, να εξεταστεί με προσοχή η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (του Tribunale civile di Roma). Παρέθεσα ανωτέρω (σημείο 29) το βασικό χωρίο της αποφάσεώς του.
  7. Το εθνικό δικαστήριο επισήμανε κατ’ αρχάς ότι «ο κανονισμός [...] 2499/82 χορηγεί το δικαίωμα για ενισχύσεις υπό τον όρο ότι τηρούνται οι αυστηρώς ταχθείσες προθεσμίες και προϋποθέσεις, η μη τήρηση των οποίων συνεπάγεται τη μερική ή ολική επιστροφή της εκ των προτέρων καταβληθείσας ενισχύσεως. Οι οινοπνευματοποιοί είναι […] οι αποδέκτες της ενισχύσεως ενώ οι παραγωγοί οίνου και σταφυλιών είναι οι τελικοί αποδέκτες».
  8. Με την ανωτέρω εκτίμησή του, το εθνικό δικαστήριο προέβη σε δύο ορθές παραδοχές, αλλά υπέπεσε σε ένα σημαντικό σφάλμα. Οι κοινοτικές ρυθμίσεις για τη στήριξη της αγοράς πράγματι εξαρτώνται, ορθά, από τη διασφάλιση ότι οι αιτούντες θα τηρήσουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που τάσσουν οι κοινοτικοί κανονισμοί (42). Οι παραγωγοί οίνου και σταφυλιών ήσαν πράγματι οι «τελικοί αποδέκτες της ενισχύσεως». Εντούτοις, φρονώ ότι, αν ο κανονισμός 2499/82 ερμηνευθεί ορθά, οι οινοπνευματοποιοί (DAI) δεν ήσαν, αληθώς ειπείν, οι «αποδέκτες της ενισχύσεως» όσον αφορά την ελάχιστη τιμή αγοράς. Αντιθέτως, ήσαν οι ενδιάμεσοι χάρη στους οποίους η ενίσχυση αυτή έπρεπε να καταβληθεί στους οινοπαραγωγούς –υπό την προϋπόθεση ότι ο οίνος είχε δεόντως εισέλθει στο οινοπνευματοποιείο και είχε αποσταχθεί (43).
  9. Το εθνικό δικαστήριο προσέθεσε αφοριστικά ότι «προκύπτει ότι ο [κανονισμός 2499/82] ευκόλως ερμηνεύεται και δεν παρίσταται ανάγκη να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο». Τούτο είναι απολύτως ορθό αν ληφθούν υπόψη αποκλειστικά –πράγμα το οποίο προδήλως έπραξε το εθνικό δικαστήριο– οι διάφορες προθεσμίες εντός των οποίων ο οινοπνευματοποιός είχε την υποχρέωση να λάβει διάφορα μέτρα για να αποτρέψει την κατάπτωση της ασφάλειας την οποία είχε συστήσει λόγω της προκαταβολής του ποσού της κοινοτικής ενισχύσεως.
  10. Συνεπώς, δεν είναι ορθό να συναχθεί ότι η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου δεν έλαβε υπόψη της το κοινοτικό δίκαιο. Με την απόφαση αυτή, το εθνικό δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον κανονισμό 2499/82, αλλά αποκλειστικά προκειμένου να εξετάσει τις προθεσμίες που τάσσει το άρθρο 9 του κανονισμού αυτού για να δράσει το DAI και να προσκομίσει τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία για τις ενέργειές του. Το εθνικό δικαστήριο περιορίστηκε αποκλειστικά στις σχέσεις μεταξύ του DAI και του AIMA (όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τη σύσταση εγγυήσεως από την Assedile). Εντόπισε (πολύ ορθά) τρία διαφορετικά σημεία στα οποία το DAI είχε παραβεί τις υποχρεώσεις του από τον κανονισμό: (i) δεν κατέβαλε, πλην του ποσού των 110 795 870 ITL (57 221 ευρώ) (44), την ελάχιστη τιμή στους παραγωγούς, (ii) δεν τους εξόφλησε εντός της προθεσμίας των 90 ημερών και (iii) δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία πριν από την 1η Ιουνίου 1984 από τα οποία να προκύπτει η διενέργεια των καταβολών. (Και οι τρεις περιπτώσεις αποτελούν βεβαίως διαφορετικές πτυχές της ίδιας βασικής παραβάσεως από το DAI των υποχρεώσεών του, ήτοι της μη καταβολής στους οινοπαραγωγούς του συνόλου του ποσού της ελάχιστης τιμής αγοράς που τους οφειλόταν για τον οίνο που παρέδωσαν προς απόσταξη.)
  11. Με τον τρόπο αυτόν, το εθνικό δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει το απώτερο (και θεμελιώδες) ζήτημα της ταυτότητας του τελικού αποδέκτη της επίμαχης κοινοτικής ενισχύσεως. Είναι προφανές ότι το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι οι παρεμβαίνοντες οινοπαραγωγοί (οι αποδέκτες της ελάχιστης τιμής αγοράς· και οι μόνοι τους οποίους το κοινοτικό σύστημα σκοπούσε να ευνοήσει οικονομικά με αυτήν την τιμή αγοράς) βρίσκονταν στην ίδια μοίρα με όλους αυτούς στους οποίους το DAI όφειλε χρηματικά ποσά όταν κηρύχθηκε σε πτώχευση. Τα ποσά που αφορούν αυτό το μέρος της κοινοτικής ενισχύσεως που τους οφείλονταν τέθηκαν στο ίδιο επίπεδο με τις λοιπές οφειλές του DAI στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχεύσεως. Τούτο προκύπτει σαφέστατα από τη μόνη σκέψη της αποφάσεως που εξετάζει ειδικά τα συμφέροντά τους:

«Οι οινοποιητικοί συνεταιρισμοί μπορούν, όπως και η ασφαλίστρια [η Assedile] αν αποφασίσει να ενεργήσει υποκαθιστάμενη στα δικαιώματα, να ικανοποιηθούν από τους πιστωτές τους στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας, μαζί με το σύνολο των άλλων πιστωτών και τηρουμένης της αρχής της ισότητας των πιστωτών.»

  1. Με την εκτίμησή του αυτή, το εθνικό δικαστήριο παρέβλεψε την κεντρική φιλοσοφία και το αντικείμενο του συστήματος των κοινοτικών ενισχύσεων. Το γεγονός ότι αρνήθηκε επίσης να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έχει βαρύνουσα σημασία. Βεβαίως, δεν είχε μια τέτοια υποχρέωση δεδομένου ότι δεν αποτελεί δικαστήριο που δικάζει σε τελευταίο βαθμό και εμπίπτει στις αυστηρότερες προϋποθέσεις του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 234 ΕΚ (εξάλλου, είναι πιθανόν το Tribunal civile di Roma να μην έθεσε τα ορθά ερωτήματα διερωτώμενο αν η προδικαστική παραπομπή ήταν «αναγκαία»). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα, κατά το στάδιο αυτό, να εξετάσει τη δομή και το αντικείμενο του κανονισμού 2499/82. Εάν το είχε πράξει, φρονώ ότι θα είχε πιθανώς καταλήξει στην ίδια εκτίμηση στην οποία κατέληξε το Πρωτοδικείο, ήτοι ότι υπάρχει κενό στον κανονισμό 2499/82, που έχει ως συνέπεια τη διαφορετική μεταχείριση των οινοπαραγωγών ανάλογα με το αν το κράτος μέλος τους έχει επιλέξει τη διαδικασία του άρθρου 9 ή του άρθρου 10, ότι η διαφορετική μεταχείριση δεν είναι δικαιολογημένη και ότι η ευθύνη για την παράβαση αυτή έπρεπε να καταλογιστεί στο κοινοτικό όργανο που συνέταξε τον κανονισμό 2499/82, ήτοι στην Επιτροπή (45). Έστω και αν οι απαντήσεις που θα είχαν δοθεί στο εθνικό δικαστήριο θα είχαν (αναπόφευκτα) ως συνέπεια τη μη καταβολή της κοινοτικής ενισχύσεως που οφειλόταν στις προσφεύγουσες στο πλαίσιο της παρεμβάσεώς τους στη δίκη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στην περίπτωση αυτή θα γνώριζαν κατά τρόπο αντικειμενικό ότι έπρεπε να στραφούν κατά της Επιτροπής. Συνεπώς, ο χρόνος παραγραφής για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 253 ΕΚ θα είχε σαφώς άρχισε να τρέχει εις βάρος τους από της ανωτέρω ημερομηνίας.
  2. Είναι πιθανόν το εθνικό δικαστήριο να μην εστίασε την προσοχή του στα συμφέροντα των οινοπαραγωγών, διότι ενεργούσαν ως παρεμβαίνοντες στο πλαίσιο αγωγής που άσκησε το DAI και όχι ως ενάγοντες ενεργούντες ιδίω ονόματι. Φρονώ ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, θα ήταν υπέρμετρα αυστηρό να προσαφθεί στους παραγωγούς ότι δεν άσκησαν χωριστή αγωγή, πιθανώς κατά του DAI (αφού αυτό ήταν το οινοπνευματοποιείο που τους όφειλε στην πράξη το υπόλοιπο της κοινοτικής ενισχύσεως), και κατά του AIMA, ακόμη και κατά της Assedile, ως εναγομένων. Πράγματι, μια τέτοια αγωγή (του DAI κατά του AIMA) εκκρεμούσε ήδη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ήταν φυσικό, προς το συμφέρον της αποτελεσματικότητας και της οικονομίας της δίκης, να παρέμβουν κατά την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής και να προβάλουν το δικαίωμα των οινοπαραγωγών στην καταβολή της κοινοτικής ενισχύσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου με τον τρόπο αυτόν. Αν η αγωγή του DAI ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είχε γίνει δεκτή ή αν είχε απορριφθεί κατόπιν δικαστικής παραπομπής, θα είχαν (αντιστοίχως) περισσότερες πιθανότητες να τους καταβάλει το DAI την ενίσχυση ή θα γνώριζαν τουλάχιστον τι θα έπρεπε να κάνουν. Αν το γεγονός ότι άσκησαν παρέμβαση στο πλαίσιο της ανωτέρω δίκης αντί να ασκήσουν χωριστή αγωγή ήταν σφάλμα, φρονώ ότι το σφάλμα αυτό είναι αντικειμενικά συγγνωστό.
  3. Ως παρεμβαίνοντες οι οινοπαραγωγοί (και τα προφανή συμφέροντά τους) δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής από το εθνικό δικαστήριο. Πλην του (αναμφισβήτητου) οφέλους της εκ των υστέρων γνώσεως, φρονώ ότι δυσχερώς μπορεί να εντοπιστεί στην απόφαση του Tribunale civile di Roma κάποια σαφής (πόσο μάλλον ρητή) υπόδειξη ότι η αξίωσή τους ήταν βάσιμη, πλην όμως έπρεπε να προβληθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Αντιθέτως, το εθνικό δικαστήριο τους επισήμανε ότι η θέση τους δεν ήταν ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη από αυτήν οποιουδήποτε άλλου προσώπου στο οποίο το DAI όφειλε χρήματα.
  4. Ειδικότερα, από την απόφαση του Tribunale civile di Roma δεν συνάγω καμία σαφή δικαστική καθοδήγηση η οποία να υποδεικνύει στους οινοπαραγωγούς ότι δεν θα δικαιώνονταν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (είτε στο πλαίσιο της αγωγής του DAI ή, άλλως, στο πλαίσιο χωριστής αγωγής) διότι δεν υπήρχε μηχανισμός για την προάσπιση των συμφερόντων τους ο οποίος να εμποδίζει την κατάσχεση της ασφάλειας του DAI από τον AIMA και την εν συνεχεία καταβολή του από τον AIMA στο ΕΓΤΠΕ στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος (όπως είναι η Ιταλία) έχει επιλέξει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 9 του κανονισμού 2499/82. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι η εν λόγω απόφαση τους παρέσχε την αντικειμενική δυνατότητα να αντιληφθούν ότι η μόνη οδός ήταν να εγκαταλείψουν την εθνική διαδικασία και να ασκήσουν αμέσως αγωγή κατά της Επιτροπής ως συντάκτριας της πλημμελούς νομοθεσίας.
  5. Οι οινοπαραγωγοί άσκησαν έφεση. Η διαδικασία (η οποία, όπως φαίνεται, δεν ευδοκίμησε κυρίως για δικονομικούς λόγους) (46) υπήρξε μακρά. Άρχισε στις 27 Ιανουαρίου 1986 (ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Tribunale civile di Roma), συνεχίστηκε με την απόφαση του Corte d’appello της 19ης Νοεμβρίου 1991 και διήρκεσε μέχρι της οριστικής απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως των προσφευγουσών από το Corte suprema di Cassazione στις 28 Νοεμβρίου 1994. Από τα στοιχεία της δικογραφίας είναι αδύνατο να διαπιστωθεί αν οι προσφεύγουσες επισήμαναν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής ότι το αίτημά τους στηρίζεται στο κοινοτικό δίκαιο ή αν έθεσαν εκ νέου ζήτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο προκειμένου να δοθούν ορισμένες κατευθύνσεις για την ερμηνεία της οικονομίας του κανονισμού 2499/82, ούτως ώστε να ρυθμιστεί η συγκεχυμένη κατάσταση που προκάλεσε η πτώχευση του DAI. Ενδέχεται οι προσφεύγουσες πράγματι να μην είχαν σε μεγάλο βαθμό, ή και καθόλου, τη δυνατότητα να ενεργήσουν με τον τρόπο αυτόν. Προσωπικά, διστάζω να δεχτώ ότι ουδέποτε έπρεπε να ασκήσουν αγωγή και ότι ο χρόνος παραγραφής πρέπει να θεωρηθεί ότι άρχισε να τρέχει από τις 28 Νοεμβρίου 1994.
  6. Εξάλλου, φρονώ ότι, αν οι προσφεύγουσες είχαν επιχειρήσει να ασκήσουν αγωγή κατά της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου χωρίς προηγουμένως να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια, η Επιτροπή θα είχε πιθανώς αντιτείνει ότι θα έπρεπε να προβάλουν τις αξιώσεις τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα οποία θα μπορούσαν να τους παράσχουν απολύτως αποτελεσματική ένδικη προστασία. Κατά πάσα πιθανότητα, η Επιτροπή θα είχε προβάλει επιχειρήματα παρεμφερή προς αυτά τα οποία προέβαλε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (47).
  7. Στη συνάφεια αυτή, θα εξετάσω την ανάλυση του Πρωτοδικείου σχετικά με τον χρόνο παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.

 Εκτίμηση

  1. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, σε περιπτώσεις που η εξωσυμβατική ευθύνη θεμελιώνεται σε νομοθετική πράξη, ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει προτού επέλθουν τα επιζήμια αποτελέσματα της πράξεως αυτής και, ως εκ τούτου, προτού οι ενδιαφερόμενοι υποστούν βεβαία ζημία (48).
  2. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο χρόνος παραγραφής είχε αρχίσει να τρέχει από της ημερομηνίας κατά την οποία οι προσφεύγουσες υπέστησαν βεβαία ζημία λόγω της παντελούς ή μερικής παραλείψεως καταβολής της κοινοτικής ενισχύσεως (49). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, υπό τις εξαιρετικές αυτές περιστάσεις, (i) ένας σώφρων και ενημερωμένος επιχειρηματίας θα μπορούσε ευλόγως να προσδοκά την καταβολή της ενισχύσεως και (ii) (λαμβανομένου ιδίως υπόψη του περίπλοκου χαρακτήρα του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 2499/82 (50) και του εξαιρετικού χαρακτήρα της καταστάσεως που έχει προκύψει από το κενό στον ανωτέρω κανονισμό) ότι θα ήταν εξαιρετικά δυσχερές, για έναν τέτοιο επιχειρηματία, να αντιληφθεί ότι δεν θα μπορούσε να επιτύχει την καταβολή του ποσού αυτού ασκώντας αγωγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, προκειμένου να εκτιμηθεί ο βέβαιος χαρακτήρας της ζημίας, έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι εθνικές διαδικασίες που αφορούσαν ειδικά την τύχη της ασφάλειας.
  3. Φρονώ ότι αυτά τα δύο στοιχεία θα μπορούσαν να διατυπωθούν εξίσου καλά (και ενδεχομένως με πιο επιτυχή τρόπο) αν ετίθετο ως βάση το πώς θα εκτιμούσε την αντικειμενική κατάσταση ένας συνετός τρίτος παρατηρητής. Αντικειμενικά, λαμβανομένων υπόψη της κοινοτικής ρυθμίσεως, των οιονεί συμβατικών σχέσεων μεταξύ του AIMA και των οινοπαραγωγών, του γεγονότος ότι οι εν λόγω παραγωγοί είχαν τηρήσει τις υποχρεώσεις τους καθώς και του πρόδηλου σκοπού της κοινοτικής ρυθμίσεως, όπως αυτός εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2499/82, φρονώ ότι ένας τέτοιος παρατηρητής θα είχε θεωρήσει ότι η ενδεδειγμένη οδός παροχής ένδικης προστασίας θα ήταν η άσκηση αγωγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να διαταχθεί η καταβολή της κοινοτικής ενισχύσεως κατόπιν, κατά πάσα πιθανότητα, προδικαστικής παραπομπής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ. Οι καταβολές αυτές πραγματοποιούνται εν γένει σε εθνικό επίπεδο και ζητούνται (εφόσον παρίσταται ανάγκη) μέσω εθνικής διαδικασίας στο κράτος μέλος το οποίο, στην περίπτωση αυτή, αποδίδει λογαριασμό στην Κοινότητα μέσω της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Δύσκολα θα μπορούσα να αποδεχθώ την άποψη ότι ένας συνετός παρατηρητής, εξετάζοντας την κατάσταση αντικειμενικά, θα είχε καταλήξει το 1983 στο συμπέρασμα ότι οι οινοπαραγωγοί έπρεπε να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής.
  4. Αντιθέτως, αν εφαρμοστεί το κριτήριο (όπως αυτό εκτίθεται από την Επιτροπή), βάσει του οποίου «ο χρόνος παραγραφής δεν μπορεί να αρχίσει πριν εμφανιστούν τα ζημιογόνα αποτελέσματα της πράξεως αυτής και, κατά συνέπεια, πριν οι ενδιαφερόμενοι υποστούν βεβαία ζημία», φρονώ ότι ο εν λόγω παρατηρητής θα αποφαινόταν ότι, έστω και αν τον Ιούνιο του 1983 ήταν ενδεχομένως προφανές ότι θα ήταν πιθανόν οι προσφεύγουσες να υποστούν εν γένει ζημία σε περίπτωση μη καταβολής της κοινοτικής ενισχύσεως, εντούτοις δεν ήταν προφανής ο αναπόφευκτος χαρακτήρας της. Οι προσφεύγουσες «υπέστησαν βεβαία ζημία» μόνον όταν κατέστη σαφές κατά τρόπο αντικειμενικό ότι η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δεν θα κατέληγε στην καταβολή της ενισχύσεως. Αυτό είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο «εμφανίστ[ηκαν] τα ζημιογόνα αποτελέσματα [του κενού] της [κοινοτικής] πράξεως».
  5. Βάσει των ανωτέρω διευκρινίσεων, συμμερίζομαι απολύτως την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, τουλάχιστον όσον αφορά τις τέσσερις προσφεύγουσες οι οποίες άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως του Tribunale civile di Roma (51).
  6. Αν, επικουρικώς, το Δικαστήριο είναι έτοιμο να εξετάσει το ενδεχόμενο να ληφθεί υπόψη, σε μια εξαιρετική περίπτωση, κάποιο υποκειμενικό στοιχείο φρονώ ότι υπάρχουν μεγάλες ομοιότητες με την υπόθεση Adams κατά Επιτροπής(52), και ότι συντρέχουν εν προκειμένω για την προσθήκη ενός τέτοιου στοιχείου εξίσου σημαντικοί λόγοι με αυτούς που συνέτρεχαν στην ανωτέρω υπόθεση.
  7. Όπως και στην υπόθεση Adams κατά Επιτροπής, η παρούσα υπόθεση αποτελεί, για τους λόγους που εξέθεσε το Πρωτοδικείο, μια εξαιρετική περίπτωση.
  8. Στην υπόθεση Adams κατά Επιτροπής, ο ενάγων είχε γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ορισμένες αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές τις οποίες μετερχόταν ο εργοδότης του, ήτοι η εταιρία Hoffmann-La Roche & Co AG (στο εξής: Roche). Ακολούθως, άσκησε αγωγή κατά της Επιτροπής ζητώντας να του καταβληθεί αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη συνεπεία παράνομων πράξεων ή παραλείψεων της Επιτροπής που είχαν ως συνέπεια τη σύλληψη, την κράτηση και την καταδίκη του ενάγοντος στην Ελβετία για οικονομική κατασκοπεία λόγω της γνωστοποιήσεως των πρακτικών αυτών στην Επιτροπή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατόπιν επισκέψεως του δικηγόρου της Roche στην Επιτροπή στις 8 Νοεμβρίου 1974, η γνώση της τελευταίας σχετικά με την έκταση του κινδύνου στον οποίον εξέθετε τον Adams με την προηγούμενη συμπεριφορά της (53) αρκούσε για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της. Παραλείποντας να προβεί σε όλες τις εύλογες ενέργειες προκειμένου να διαβιβάσει στον Adams τα στοιχεία που διέθετε κατόπιν της επισκέψεως αυτής, η Επιτροπή κατέστη υπόλογη έναντι αυτού λόγω της ζημίας που θα μπορούσε να προκαλέσει ο εντοπισμός του.
  9. Ο Adams άσκησε αγωγή τον Ιούλιο του 1983. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προβαλλόμενη αξίωση είχε παραγραφεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43 (νυν άρθρου 46) του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Ο Adams υποστήριξε ότι είχε λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών το πρώτον το 1980, αφότου ο νέος δικηγόρος που προσέλαβε είχε τη δυνατότητα να μελετήσει την ποινική δικογραφία. Ο Adams δεν θεώρησε αξιόπιστα τα στοιχεία της ελβετικής αστυνομίας και δεν είχε τη δυνατότητα να διαβάσει τις ελβετικές αποφάσεις που είχαν συνταχθεί στη γερμανική. Εξάλλου, δεν είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν την επίσκεψη του δικηγόρου της Roche στην Επιτροπή στις 8 Νοεμβρίου 1974.
  10. Κατά το Δικαστήριο, «[το άρθρο 43] πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η παραγραφή δεν μπορεί να αντιταχθεί στο θύμα της ζημίας που δεν μπόρεσε να λάβει έγκαιρα γνώση του γενεσιουργού της ζημίας αυτής λόγου και κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν διέθετε εύλογη προθεσμία για να ασκήσει την αγωγή του ή να υποβάλει την αίτησή του πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής. Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο στηρίζει το συμπέρασμά του, όσον αφορά την ευθύνη της Κοινότητας, στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προσπάθησε να πληροφορήσει και να συμβουλεύσει τον ενάγοντα μετά την επίσκεψή του [του δικηγόρου της Roche] της 8ης Νοεμβρίου 1974. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του περιστατικού αυτού μόλις κατά την έρευνα της παρούσας αγωγής, καθόσον η επίσκεψή του [του δικηγόρου της Roche] αναφέρεται για πρώτη φορά στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής. Επομένως, δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει, για τον λόγο αυτό, την ύπαρξη ευθύνης της Κοινότητας πριν από την κανονική ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας παραγραφής» (54).
  11. Βεβαίως, όπως αφήνει να εννοηθεί η Επιτροπή, η υπόθεση Adams κατά Επιτροπής διαφέρει από την παρούσα υπόθεση σε πολλά σημεία (αν και το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η υπόθεση αυτή δεν αφορά τον καθορισμό του σημείου ενάρξεως του χρόνου παραγραφής, αλλά αντιθέτως το σημείο λήξεώς της, μου δημιουργεί κάποια σύγχυση δεδομένου ότι το ένα εξαρτάται προφανώς από το άλλο). Εντούτοις, τούτο καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο είναι έτοιμο να παρεκκλίνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από την κανονική εφαρμογή των κανόνων περί παραγραφής. Σε τόσο σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις, φρονώ ότι ενδέχεται να είναι αναγκαία η προσέγγιση των κανόνων αυτών με μεγαλύτερη επιείκεια προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο να γίνεται επίκληση της παραγραφής ως μέσου άμυνας υπό περιστάσεις υπό τις οποίες τούτο θα ήταν προδήλως άδικο.
  12. Στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγουσες έλαβαν την απόφαση, η οποία ήταν απολύτως εύλογη για την εποχή εκείνη και για τις περιστάσεις, να ασκήσουν παρέμβαση τον Σεπτέμβριο του 1984 ενώπιον του Tribunale civile di Roma κατά την εκδίκαση της αγωγής που είχε ασκήσει το DAI κατά της Assedile και του AIMA. Οι προσφεύγουσες δεν είχαν, και δεν μπορούσαν να έχουν, τον έλεγχο σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής. Το εν λόγω δικαστήριο αρνήθηκε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Εάν το είχε πράξει, τα ζητήματα της υποθέσεως θα είχαν διευκρινιστεί κατά το στάδιο αυτό. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας δικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο θα είχε κατ’ ανάγκη επανεξετάσει τη δομή του κανονισμού 2499/82. Με τον τρόπο αυτόν, θα είχε εντοπίσει το κενό στον κανονισμό αυτόν (όπως έπραξε το Πρωτοδικείο στη συνέχεια), ήτοι ότι, αν ένα κράτος μέλος επέλεγε κάποια από τις δύο δυνατές επιλογές για την καταβολή της ενισχύσεως, τα κεφάλαια που προορίζονταν για τους παραγωγούς ως τελικούς αποδέκτες της ενισχύσεως, σε περιστάσεις όπως είναι αυτές που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως, θα επιστρέφονταν στην Κοινότητα αντί να καταβληθούν στους παραγωγούς.
  13. Εντούτοις, ελλείψει υποβολής προδικαστικού ερωτήματος που θα έδινε τη δυνατότητα του ελέγχου αυτού, μόνο μετά το πέρας της εθνικής διαδικασίας (ήτοι με τη δημοσίευση της αποφάσεως της 28ης Νοεμβρίου 1994 του Corte suprema di cassazione) αντιλήφθηκαν οι τέσσερις από τις πέντε προσφεύγουσες, που άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως του Tribunale civile di Roma (55), ότι η προσπάθειά τους να επιτύχουν την καταβολή της κοινοτικής ενισχύσεως που τους οφειλόταν μέσω των εθνικών δικαστηρίων δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει. Φρονώ ότι αυτή η ημερομηνία αποτελεί το ενδεδειγμένο σημείο ενάρξεως του χρόνου παραγραφής κατά την έννοια του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
  14. Όσον αφορά την πέμπτη προσφεύγουσα, η ανάλυση που προτείνω ανωτέρω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος παραγραφής άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Tribunale civile di Roma, ήτοι στις 27 Ιανουαρίου 1989. Συνεπώς, η αξίωση της πέμπτης προσφεύγουσας κατά της Επιτροπής έχει υποκύψει σε παραγραφή. Άλλως θα είχαν τα πράγματα στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε, όπως στην υπόθεση Adams κατά Επιτροπής, ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως του επιβάλλουν να αποφανθεί κατ’ ουσίαν ότι ο χρόνος παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου δεν εφαρμόζεται σε καμία από τις προσφεύγουσες.
  15. Για λόγους πληρότητας, πρέπει να προσθέσω ότι ακολούθως οι προσφεύγουσες άσκησαν αγωγή κατά του AIMA ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στηριζόμενες στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (56). Μετά τις επαφές που είχαν με την Επιτροπή και αφού βεβαιώθηκαν ότι τα κεφάλαια της ασφάλειας της Assedile είχαν μεταφερθεί στην Επιτροπή μέσω του AIMA και πιστωθεί υπέρ του ΕΓΤΠΕ (57), οι προσφεύγουσες αντιλήφθηκαν ότι και η αγωγή αυτή δεν επρόκειτο να ευδοκιμήσει: ο AIMA δεν είχε καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος.
  16. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτή είναι η ημερομηνία κατά την οποία εξέλειπε και η τελευταία αμυδρή ελπίδα δικαιώσεως των προσφευγουσών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο ούτε ενδείκνυται να φθάσουμε μέχρι του σημείου αυτού.
  17. Συνεπώς, φρονώ ότι, από αντικειμενικής απόψεως, η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως από το Corte suprema di cassazione έθεσε τέλος, για τις προσφεύγουσες, σε οποιαδήποτε πραγματική δυνατότητα να δικαιωθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (58). Επομένως, αυτή είναι η ημερομηνία κατά την οποία η προκληθείσα ζημία μπορούσε να θεωρείται ως «βέβαιη». Πράγματι, κατά το στάδιο αυτό, η ζημία ήταν τόσο επικείμενη όσο και προβλέψιμη, έστω και αν δεν μπορούσε να καθοριστεί με ακρίβεια (59).
  18. Αντιλαμβάνομαι ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι καθ’ όλα παρεμφερής προς την υφιστάμενη νομολογία που παραθέτει τόσο το Πρωτοδικείο με την απόφασή του όσο και η Επιτροπή με την αίτησή της αναιρέσεως. Εντούτοις, η νομολογία αυτή δεν αναπτύχθηκε υπό περιστάσεις παρεμφερείς προς αυτές που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως και οι οποίες εμπίπτουν δυστυχώς τόσο στην εθνική όσο και στην κοινοτική έννομη τάξη. Αντιθέτως, το θεμελιώδες ζήτημα σε σχέση με το ποια από τις δύο αυτές έννομες τάξεις υπερισχύει προκειμένου να καθοριστεί το αρμόδιο δικαστήριο δεν έχει ακόμη τεθεί στη νομολογία.
  19. Εν προκειμένω, αν οι προσφεύγουσες είχαν ασκήσει απευθείας αγωγή κατά της Επιτροπής, η τελευταία θα είχε πολύ πιθανόν υποστηρίξει ότι το εθνικό δικαστήριο ήταν αρμόδιο, τόσο διότι η κοινοτική ενίσχυση στον αγροτικό τομέα καταβάλλεται κατά κανόνα από τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως όσο και διότι ήταν σε εξέλιξη η διαδικασία πτωχεύσεως. Στη συνάφεια αυτή, είναι κατά την άποψή μου σημαντικό το γεγονός ότι η Επιτροπή εξακολούθησε να υποστηρίζει, ακόμη και στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, ότι οι διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προσέφεραν πράγματι στις προσφεύγουσες αποτελεσματικά μέσα παροχής ένδικης προστασίας.
  20. Αν ο αμυντικός ισχυρισμός που στηρίζεται στην παραγραφή γινόταν δεκτός στην παρούσα υπόθεση, τούτο θα στερούσε από τις προσφεύγουσες την πρόσβαση στα δικαστήρια και επομένως στη δικαιοσύνη. Τούτο θα ήταν αντίθετο προς τη θεμελιώδη αρχή βάσει της οποίας το κοινοτικό δίκαιο εφαρμόζεται κατά τρόπο που να παρέχεται αποτελεσματική ένδικη προστασία στα πρόσωπα στα οποία αναγνωρίζει δικαιώματα. Οι προσφεύγουσες είναι αυτές που δικαιούνται να λάβουν την κοινοτική ενίσχυση για τον οίνο που παρέδωσαν προς απόσταξη στο DAI καθώς και αυτές που δεν εισέπραξαν τα ποσά που εδικαιούντο λόγω κενού στον κανονισμό 2499/82, πράγμα για το οποίο το Πρωτοδικείο καταλόγισε την ευθύνη στην Επιτροπή. Επί της ουσίας δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση. Φρονώ ότι θα ήταν παντελώς άδικο να γίνει δεκτός ο αμυντικός ισχυρισμός που στηρίζεται στην παραγραφή υπό τις εξαιρετικές περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως.
  21. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να επικυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου.

 Τα δικαστικά έξοδα

  1. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Φρονώ ότι, εν αντιθέσει προς τις τέσσερις πρώτες προσφεύγουσες, η πέμπτη προσφεύγουσα (Cantina sociale del Vermentino) ηττήθηκε. Εντούτοις, από τη δικογραφία συνάγεται ότι τα έξοδα που θα μπορούσαν να καταλογιστούν μόνο στην πέμπτη προσφεύγουσα –εάν όντως υφίστανται τέτοια έξοδα– είναι πιθανόν αμελητέα και, σε κάθε περίπτωση, δυσχερές να προσδιοριστούν. Κατά συνέπεια, προτείνω να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως σε σχέση και με τις πέντε προσφεύγουσες.

 Πρόταση

  1. Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

2 – T-166/98 (Συλλογή 2004, σ. II-3991).

3 – Βλ. υποσημείωση 15 και σημείο 52 κατωτέρω.

4 – ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2144/82 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1982 (ΕΕ L 227, σ. 1).

5 – Πρόκειται για εκούσια απόσταξη για την απόσυρση των προβλεπόμενων πλεονασμάτων οίνου προκειμένου να βελτιωθούν οι τιμές.

6 – Προπαρατεθείς στην υποσημείωση 4.

7 – ΕΕ L 267, σ. 16, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς της Επιτροπής (ΕΟΚ) 311/83, της 7ης Φεβρουαρίου 1983 (ΕΕ L 36, σ. 6) και (ΕΟΚ) 2276/83, της 9ης Αυγούστου 1983 (ΕΕ L 219, σ. 9).

8 – Βλ. όγδοη αιτιολογική σκέψη.

9 – Το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο το τρίτο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 2, «καθόσον επιβάλλει ως κύρωση την ολική απώλεια της ενισχύσεως για κάθε υπέρβαση της προθεσμίας που τάσσεται στον οινοπνευματοποιό για να καταβάλει την κατώτατη τιμή αγοράς στον παραγωγό»: βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-118/89, Lingenfelser (Συλλογή 1990, σ. I-2637).

10 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 352/78 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 1978, περί διαθέσεως των ασφαλειών, χρηματικών καταθέσεων ως εγγυήσεων ή λοιπών εγγυήσεων που συνιστώνται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και καταπίπτουν (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/020, σ. 102).

11 – Είναι προφανές ότι τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως έλαβαν χώρα πολύ πριν από την εισαγωγή του ευρώ. Δεδομένου ότι είναι πιθανόν ο αναγνώστης να είναι τώρα περισσότερο εξοικειωμένος με τα ευρώ απ’ ό,τι με τις ιταλικές λίρες ως αξία νομίσματος, παρέθεσα την αντιστοιχία των ποσών αυτών σε ευρώ προκειμένου να καταφανεί το ύψος των κονδυλίων που διακυβεύονται.

12 – Το Πρωτοδικείο ορθώς αναλύει το σύστημα των καταβολών σε δύο στάδια, ήτοι στο στάδιο της καταβολής από τον οινοπνευματοποιό στον παραγωγό της ελάχιστης τιμής αγοράς και στο στάδιο της καταβολής από τον οργανισμό παρεμβάσεως στον οινοπνευματοποιό της κατά κυριολεξία «κοινοτικής ενισχύσεως». Εντούτοις, στη συνέχεια το Πρωτοδικείο χρησιμοποιεί συχνά τον όρο «κοινοτική ενίσχυση» ή «ενίσχυση» για να υποδηλώσει είτε αμφότερες τις καταβολές αυτές στο σύνολό τους είτε, ειδικότερα, την καταβολή της ελάχιστης τιμής αγοράς. Ακολούθησα την πρακτική του θεωρώντας ότι τούτο καθίσταται σαφές από τα συμφραζόμενα.

13 – Ήτοι οι προσφεύγουσες στην παρούσα υπόθεση, ένας άλλος οινοποιητικός συνεταιρισμός και μια κοινοπραξία οινοποιητικών συνεταιρισμών.

14 – Από τη δικογραφία συνάγεται ότι αυτό πρέπει να ήταν το κύριο σημείο της επιχειρηματολογίας τους ενώπιον του Corte suprema di cassazione.

15 – Το άρθρο 235 ΕΚ παρέχει στον κοινοτικό δικαστή την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπει το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, «[η] Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τι γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθίσταται η ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».

16 – Σκέψεις 58 έως 84 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.

17 – Σκέψη 85.

18 – Σκέψεις 109 και 110.

19 – Απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, 281/82 (Συλλογή 1984, σ. 1969, σκέψη 11).

20 – Σκέψεις 87 και 88. Υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο της προηγηθείσας εθνικής διαδικασίας, το Tribunale civile di Roma αρνήθηκε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

21 – Σκέψεις 115 έως 117.

22 – Βλ. σκέψη 77 της αποφάσεως.

23 – Σκέψη 118.

24 – Σκέψη 120.

25 – Σκέψεις 131 έως 133.

26 – Σκέψεις 134 και 135· βλ. σημεία 18 και 24 ανωτέρω.

27 – Σκέψεις 136 έως 139.

28 – Σκέψη 142.

29 – Βλ. νομοθετικό πλαίσιο όπως αυτό παρατίθεται στη σκέψη 144 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.

30 – Σκέψεις 143 έως 147.

31 – Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1982, 256/80, 257/80, 265/80, 267/80 και 5/81, Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 85, σκέψη 10).

32 – Όπ.π.

33 – Η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 16ης Απριλίου 1997, T-20/94, Hartmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-595, σκέψεις 109 επ.), και, σε σχέση με τον προϊσχύσαντα Οργανισμό ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου, τη διάταξη της 18ης Ιουλίου 2002, C-136/01 P, Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-6565, ιδίως σκέψεις 31 και 56).

34 – Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1985, 145/83 (Συλλογή 1985, σ. 3539).

35 – Βλ. σκέψεις 139 και 140 της αποφάσεως.

36 – Αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1976, 56/74 έως 60/74, Kampffmeyer κ.λπκατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1976, σ. 291, σκέψη 6), της 29ης Ιανουαρίου 1985, 147/83, Binderer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 257, σκέψη 19), και της 14ης Ιανουαρίου 1987, 281/84, Zuckerfabrik Bedburg κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 49, σκέψη 14).

37 – Σκέψη 178 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.

38 – Σκέψη 179.

39 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 ανωτέρω.

40 – Βλ., π.χ., σκέψεις 11 και 13.

41 – Βλ. σκέψη 141 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.

42 – Τούτο προκύπτει από πλειάδα αποφάσεων στις οποίες το Δικαστήριο επικύρωσε την κατάργηση από την Επιτροπή της προβλεπόμενης από το ΕΓΤΠΕ ενισχύσεως για τον λόγο ότι το οικείο κράτος μέλος δεν διασφάλισε την τήρηση των προϋποθέσεων αυτών.

43 – Έστω και αν υφίστανται επιφυλάξεις ως προς το σημείο αυτό, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την απόφαση του Πρωτοδικείου επί της ουσίας. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν ενδεδειγμένο ούτε σύμφωνο προς την εξουσία ελέγχου του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση διαδικασίας να αμφισβητηθεί η ερμηνεία της ρυθμίσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο.

44 – Βλ. σημείο 26 ανωτέρω.

45 – Βλ. τη σχολαστική ανάλυση της ουσίας της υποθέσεως στις σκέψεις 151 έως 178, ιδίως τις σκέψεις 164 έως 172. Πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί την απόφαση του Πρωτοδικείου επί της ουσίας. Θέτει απλώς ζήτημα παραγραφής.

46 – Βλ. σκέψεις 31 έως 33 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.

47 – Βλ. σκέψη 89 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Με τη σκέψη 118, το Πρωτοδικείο διευκρινίζει κατά τρόπο πειστικό ότι οι προσφεύγουσες δεν έτυχαν αποτελεσματικής έννομης προστασίας ενώπιον του εθνικού δικαστή· δυσχερώς θα μπορούσε να μη γίνει αποδεκτή (λαμβανόμενων ακριβώς υπόψη των δέκα ετών εμπλοκής σε δικαστικούς αγώνες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων) η εκτίμηση αυτή. Εντούτοις, δεν είναι βέβαιο ότι η εκτίμηση αυτή θα ήταν το ίδιο προφανής αν η διαφορά είχε αχθεί κατ’ αρχάς ενώπιον του Πρωτοδικείου και όχι ενώπιον του εθνικού δικαστή.

48 – Απόφαση Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 10).

49 – Σκέψη 131.

50 – Βλ. σχόλια του γενικού εισαγγελέα Darmon στο συναφές πλαίσιο της αναλογικότητας της κυρώσεως που επιβάλλει το τρίτο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2499/82: «Μένει κανείς αμήχανος ενώπιον αυτής της περίεργης αναμείξεως ρητώς προβλεπόμενων κυρώσεων και σιωπηρώς συναγόμενων, καθώς και σ’ αυτή την παράλληλη παράθεση κύριων και επικουρικών υποχρεώσεων, για τις οποίες επιβάλλεται η ίδια αυστηρή κύρωση της ολικής απώλειας της ενισχύσεως […]» (σημείο 27 των προτάσεων επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 9 υποθέσεως Lingenfelser).

51 – Βλ. σημεία 30 και 32 ανωτέρω και 107 κατωτέρω.

52 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34.

53 – Πράγματι, η παράδοση σε μέλος του προσωπικού της Roche επεξεργασμένων φωτοτυπιών των υπομνημάτων που της είχε παραδώσει ο Adams ήταν αυτό που παρέσχε τη δυνατότητα στη Roche να κατονομάσει αυτόν ως τον κύριο ύποπτο στη μήνυση που κατέθεσε εναντίον του ενώπιον του Ελβετού εισαγγελέα και η οποία είχε ως συνέπεια τη σύλληψή του και την παροχή στην αστυνομία και τα ελβετικά δικαστήρια σημαντικών αποδεικτικών στοιχείων εναντίον του.

54 – Σκέψεις 50 και 51 της αποφάσεως.

55 – Βλ. σημεία 30 και 32 ανωτέρω.

56 – Στις 16 Φεβρουαρίου 1996: βλ. σκέψη 38 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που μνημονεύεται ανωτέρω στο σημείο 34.

57 – Βλ. σκέψεις 39 και 40 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.

58 – Λέγοντας αυτά, δεν λησμονώ ότι οι προσφεύγουσες είχαν αντιληφθεί τον κίνδυνο να καταβληθεί κάποτε από τον AIMA στην Επιτροπή και να πιστωθεί υπέρ του ΕΓΤΠΕ το ποσό που θα προερχόταν από την κατάπτωση της εγγυήσεως. Στο πλαίσιο της κύριας δίκης, ήλπιζαν ότι η εγγύηση δεν θα κατέπιπτε και/ή ότι το εθνικό δικαστήριο θα επείθετο να τους επιδικάσει με άλλον τρόπο το ποσό της ενισχύσεως. Για τους λόγους που παρέθεσα, δέχομαι ότι, από αντικειμενικής απόψεως, ήταν εύλογο για τις προσφεύγουσες να αποδυθούν στην προσπάθεια αυτή. Αντιθέτως, φρονώ ότι η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά του AIMA αποτελεί περισσότερο μια πράξη απελπισίας.

59 – Βλ. σκέψεις 129, 130 και 149 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Το ακριβές ποσό που απώλεσαν οι προσφεύγουσες δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί παρά μόνον όταν εισέπραξαν, ως προνομιούχες πιστώτριες, ένα μέρος των μη ικανοποιηθεισών απαιτήσεών τους από το DAI κατά το πέρας της διαδικασίας πτωχεύσεως το 2000.