ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ PAOLO MENGOZZI της 13ης Μαρτίου 2008 1(1) Υπόθεση C‑279/06 CEPSA, Estaciones de Servicio SA κατά LV Tobar e Hijos SL [αίτηση του Audiencia Provincial de Μadrid (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] «Ανταγωνισμός – Συμπράξεις − Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Άρθρο 85 της Συνθήκης – Άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83 – Κανονισμός (ΕΚ) 2790/1999 – Συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας μεταξύ πρατηριούχου και επιχειρήσεως πετρελαιοειδών – Διάκριση μεταξύ γνησίων και μη γνησίων εμπορικών αντιπροσώπων – Απαλλαγή»

 

 

 

I –    Εισαγωγή

  1. Με απόφαση της 16ης Ιουνίου 2006, το Audiencia Provincial de Madrid (Ισπανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (νυν άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ) και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας (2).
  2. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της CEPSA, Estaciones de Servicio SA (στο εξής: CEPSA), ενάγουσας στην κύρια δίκη, και της πρατηριούχου LV Tobar e Hijos SL (στο εξής: Tobar), εναγομένης στην κύρια δίκη, που είχε ως αντικείμενο προσαπτόμενο στη CEPSA περιορισμό του ανταγωνισμού, απορρέοντα από τη συμφωνία αποκλειστικής προμήθειας που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων.

II – Νομικό πλαίσιο

  1. Ο κανονισμός 1984/83 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας και εναρμονισμένων πρακτικών, οι οποίες πληρούν, κατά κανόνα, τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, για τον λόγο ότι συμβάλλουν, γενικώς, στη βελτίωση της διανομής των προϊόντων.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο δ΄, του κανονισμού, η απαλλαγή αυτή δεν εφαρμόζεται όταν η συμφωνία συνάπτεται για αόριστο χρόνο ή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από πέντε έτη.
  3. Τα άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού 1984/83 περιέχουν ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στις συμφωνίες πρατηρίων βενζίνης.
  4. Το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης κηρύσσεται ανεφάρμοστο στις συμφωνίες στις οποίες συμμετέχουν μόνο δύο επιχειρήσεις και στις οποίες το ένα συμβαλλόμενο μέρος, ο μεταπωλητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του αντισυμβαλλόμενου, του προμηθευτή, σε αντάλλαγμα για την παροχή ειδικών οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων, να προμηθεύεται μόνον από αυτόν, από επιχείρηση συνδεδεμένη με αυτόν ή από επιχείρηση στην οποία αυτός έχει αναθέσει τη διανομή των προϊόντων του, ορισμένα καύσιμα αυτοκινήτων με βάση το πετρέλαιο ή ορισμένα καύσιμα αυτοκινήτων και ορισμένα άλλα καύσιμα με βάση το πετρέλαιο που καθορίζονται στη σύμβαση.»

  1. Το άρθρο 11 του ίδιου κανονισμού ορίζει:

«Εκτός από την υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 10, δεν είναι δυνατόν να επιβάλλονται στον μεταπωλητή άλλοι περιορισμοί του ανταγωνισμού, εκτός από

α)      την υποχρέωση να μη μεταπωλεί στο πρατήριο που καθορίζεται στη συμφωνία καύσιμα αυτοκινήτων ή άλλα καύσιμα που προσφέρονται από τρίτη επιχείρηση·

β)      την υποχρέωση να μη χρησιμοποιεί μέσα στο πρατήριο που καθορίζεται στη συμφωνία λιπαντικά ή άλλα συγγενή ορυκτέλαια που προσφέρονται από τρίτη επιχείρηση, όταν ο προμηθευτής ή επιχείρηση συνδεδεμένη με αυτόν θέτει στη διάθεση του μεταπωλητή ή χρηματοδοτεί εγκατάσταση αλλαγής ελαίων ή λίπανσης αυτοκινήτων οχημάτων·

γ)      την υποχρέωση να μη διαφημίζει τα προϊόντα που προμηθεύεται από τρίτες επιχειρήσεις στο εσωτερικό ή στους εξωτερικούς χώρους του πρατηρίου, παρά μόνο στο μέτρο που αναλογεί στο μερίδιο αυτών των προϊόντων στον συνολικό κύκλο εργασιών του πρατηρίου·

δ)      την υποχρέωση να αναθέσει τη συντήρηση των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ή εφοδιασμού για τα προϊόντα πετρελαίου, οι οποίες ανήκουν ή έχουν χρηματοδοτηθεί από τον προμηθευτή ή επιχείρηση συνδεδεμένη με αυτόν, μόνο στον προμηθευτή ή σε επιχείρηση που καθορίζεται από αυτόν».

  1. Το άρθρο 12 του κανονισμού 1984/83 απαριθμεί τις ρήτρες και τις συμβατικές υποχρεώσεις οι οποίες κωλύουν την εφαρμογή του άρθρου 10 και ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 10 δεν εφαρμόζεται όταν η συμφωνία έχει συναφθεί για αόριστο χρόνο ή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δέκα έτη.
  2. Το άρθρο 13 του ίδιου κανονισμού προβλέπει την κατ’ αναλογία εφαρμογή των άρθρων 2, παράγραφοι 1 και 3, 3, στοιχεία α΄ και β΄, 4 και 5 στις συμφωνίες που αφορούν τα πρατήρια βενζίνης.
  3. Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ορίζει τα εξής:

«[…] τις συμφωνίες αυτές χαρακτηρίζει γενικά το γεγονός ότι, αφενός, ο προμηθευτής παρέχει στο μεταπωλητή ειδικά οικονομικά ή χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα καταβάλλοντας κεφάλαια χωρίς υποχρέωση επιστροφής, παρέχοντας ή μεσολαβώντας για δάνεια με ευνοϊκούς όρους, ενοικιάζοντας οικόπεδα ή χώρους για την εγκατάσταση [...] του πρατηρίου βενζίνης, θέτοντας στη διάθεσή του τεχνικές εγκαταστάσεις ή εξοπλισμό, ή προβαίνοντας σε άλλες ευνοϊκές επενδύσεις για το μεταπωλητή και, αφετέρου, ο μεταπωλητής συνάπτει με τον προμηθευτή μακροπρόθεσμη συμφωνία αποκλειστικής προμήθειας η οποία συνδέεται συνήθως με απαγόρευση ανταγωνισμού.»

  1. Ο κανονισμός 1984/83 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2790/1999 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1999, για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (3), ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2000.
  2. Το άρθρο 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2790/1999 ορίζει ότι η απαλλαγή από την απαγόρευση που θεσπίζει το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ δεν ισχύει για τις κάθετες συμφωνίες οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που υπόκεινται στον έλεγχο των μερών έχουν ως αντικείμενο τον «περιορισμό της δυνατότητας του αγοραστή να καθορίζει τις τιμές πωλήσεως, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα του προμηθευτή να επιβάλει μέγιστη τιμή πώλησης ή να συνιστά τιμή πώλησης, υπό τον όρο ότι αυτές δεν ισοδυναμούν με πάγια ή ελάχιστη τιμή πώλησης συνεπεία πιέσεων οποιουδήποτε μέρους στη σύμβαση ή κινήτρων που προσφέρονται από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος».
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού, η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 δεν εφαρμόζεται σε κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμού, η διάρκεια της οποίας είναι απεριόριστη ή υπερβαίνει τα πέντε έτη. Υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμού σιωπηρώς ανανεώσιμη πέραν της πενταετίας λογίζεται ότι συνάπτεται για απεριόριστο χρόνο.
  4. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 2790/1999, η απαγόρευση που θεσπίζει το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ δεν εφαρμόζεται κατά το χρονικό διάστημα από 1η Ιουνίου 2000 έως 31 Δεκεμβρίου 2001 όσον αφορά τις συμφωνίες που ίσχυαν ήδη κατά τις 31 Μαΐου 2000 και οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής του παρόντος κανονισμού, αλλά πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής, μεταξύ άλλων, του κανονισμού 1984/83.

III – Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα

  1. Οι διάδικοι της κύριας δίκης συνήψαν, στις 7 Φεβρουαρίου 1996, «σύμβαση που παρείχε δικαίωμα χρησιμοποιήσεως του σήματος και της εικόνας, τεχνικής και εμπορικής βοήθειας και προμήθειας υπό καθεστώς πρατηριούχου».
  2. Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η συμβατική σχέση μεταξύ CEPSA και Tobar χαρακτηρίζεται, κατ’ ουσίαν, από τριών ειδών ρήτρες, και συγκεκριμένα, πρώτον, ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας, την οποία το αιτούν δικαστήριο χαρακτηρίζει και «ρήτρα μη ανταγωνισμού» (4), δεύτερον, ρήτρες σχετικές με την κατανομή των εξόδων και των κινδύνων και, τρίτον, ρήτρες σχετικές με την εξόφληση των καυσίμων αυτοκινήτων και λοιπών καυσίμων.
  3. Δυνάμει της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας ή μη ανταγωνισμού, η Tobar δεσμεύθηκε να αγοράζει αποκλειστικά από τη CEPSA καύσιμα αυτοκινήτων και λοιπά καύσιμα, καθώς και λιπαντικά και άλλα συναφή προϊόντα, για τη μεταπώλησή τους από το πρατήριο στις καθορισμένες από την προμηθεύτρια τιμές πωλήσεως στο κοινό και σύμφωνα με τους όρους και τις μεθόδους πωλήσεως και εκμεταλλεύσεως που καθόριζε η προμηθεύτρια. Η διάρκεια ισχύος της υποχρεώσεως αυτής ορίστηκε σε δέκα έτη, με δυνατότητα παρατάσεως για διαδοχικές περιόδους των πέντε ετών, κατόπιν έγγραφης συμφωνίας και προειδοποιήσεως έξι τουλάχιστον μηνών. Επίσης, απαγορεύτηκε στην Tobar να προβαίνει σε πράξεις πωλήσεως ή προωθήσεως ανταγωνιστικών προϊόντων ή να συμμετέχει σε τέτοιες πράξεις, τόσο εντός των εγκαταστάσεων του πρατηρίου όσο και στον περιβάλλοντα χώρο.
  4. Δυνάμει των ρητρών για την κατανομή των εξόδων και των κινδύνων, η Tobar, πρώτον, ανέλαβε τον κίνδυνο των προϊόντων από τη στιγμή που τα παραλάμβανε από την προμηθεύτρια και τα αποθήκευε στις δεξαμενές του πρατηρίου και ήταν υποχρεωμένη να τα συντηρεί υπό τις συνθήκες που ήταν αναγκαίες προκειμένου να αποφευχθεί η καταστροφή ή η χειροτέρευσή τους. Δεύτερον, η Tobar ανέλαβε την ευθύνη έναντι της προμηθεύτριας και έναντι των τρίτων για κάθε ενδεχόμενη καταστροφή, μόλυνση ή πρόσμιξη των προϊόντων με άλλα υλικά, καθώς και για κάθε ζημία που θα μπορούσε να προκληθεί από τα προϊόντα (5). Τρίτον, μολονότι η Tobar δεν ανέλαβε τον κίνδυνο των μη εξοφλουμένων χρεών από τη χρησιμοποίηση της πιστωτικής κάρτας CEPSA CARD, εντούτοις κατέστη εγγυήτρια και υπεύθυνη για τους πελάτες που απέκτησαν την κάρτα μετά από διαμεσολάβησή της ή στους οποίους χορήγησε απευθείας πίστωση. Η Tobar συμμετείχε επίσης στη χρηματοδότηση μικρού μέρους του κόστους χρησιμοποιήσεως της κάρτας CEPSA. Από την άλλη πλευρά, η CEPSA ανέλαβε το κόστος μεταφοράς των προϊόντων και τα έξοδα εγκαταστάσεως και συντηρήσεως στο πρατήριο της εικόνας του σήματός της. Επίσης, η CEPSA παραχώρησε στην Tobar τις δεξαμενές και τις αντλίες καυσίμων, τις οποίες η πρατηριούχος έπρεπε να χρησιμοποιεί αποκλειστικά για την πώληση των προϊόντων που προμήθευε η CEPSA και τις οποίες έπρεπε να επιστρέψει όταν θα σταματούσε η επιτρεπόμενη χρήση. Εντούτοις, η πρατηριούχος υποχρεώθηκε να παράσχει εγγύηση «σε πρώτη ζήτηση» υπέρ της CEPSA ίση με την αξία των τεχνικών εγκαταστάσεων.
  5. Δυνάμει των ρητρών σχετικά με την πληρωμή των καυσίμων αυτοκινήτων και λοιπών καυσίμων, η Tobar ήταν υποχρεωμένη να εξοφλεί το αντίτιμο των καυσίμων αυτοκινήτων και λοιπών καυσίμων εντός εννέα ημερών από την ημερομηνία παραδόσεώς τους στο πρατήριο, καθώς και να παρέχει, κατά την ημερομηνία της πρώτης προμήθειας, τραπεζική εγγύηση για τη συνολική αξία των παραδιδομένων ποσοτήτων δεκαπέντε ημερών. Σε περίπτωση μη πληρωμής, η εγγύηση θα κατέπιπτε υπέρ της CEPSA και η πρατηριούχος εταιρία θα υποχρεούνταν να προκαταβάλει το αντίτιμο των παραδιδομένων ποσοτήτων. Η Tobar ελάμβανε ως αμοιβή τις προμήθειες της αγοράς που ίσχυαν κάθε φορά για τα πρατήρια. Στη σύμβαση ορίστηκε το αρχικό ποσό των προμηθειών και προβλέφθηκε ότι δεν μπορούσαν να είναι κατώτερες από τη μέση προμήθεια που προσφέρουν για πρατήρια οι τρίτοι επιχειρηματίες με σημαντική θέση στην αγορά για τα ίδια προϊόντα και στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Το ποσό που οφειλόταν στη CEPSA υπολογιζόταν βάσει του αριθμού των λίτρων που προμηθευόταν το πρατήριο, με αφαίρεση από την τιμή πωλήσεως στο κοινό που είχε καθορίσει η CEPSA, συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ), της προμήθειας που αναλογούσε στην πρατηριούχο, συν τον αντίστοιχο ΦΠΑ.
  6. Τον Νοέμβριο του 2001, η CEPSA απέστειλε επιστολή στην Tobar με την οποία της επέτρεψε να μειώσει «από σήμερα» την τιμή πωλήσεως χωρίς να μειωθούν τα έσοδα της CEPSA.
  7. Το 2003, μετά από πολυάριθμες επιστολές προς τη CEPSA, η πρατηριούχος έπαυσε να προμηθεύεται καύσιμα από την εν λόγω εταιρία και κάλυψε το λογότυπό της στις εγκαταστάσεις του πρατηρίου.
  8. Το 2004, η Tobar άσκησε κατά της CEPSA αγωγή ακυρώσεως της συμβάσεως ισχυριζόμενη ότι δεν συνάδει με το άρθρο 85 της Συνθήκης και ότι το αντικείμενό της ήταν ανυπόστατο ή παράνομο λόγω του ότι η τιμή πωλήσεως καθοριζόταν αποκλειστικά από τη CEPSA. Ζητούσε την καταβολή αποζημιώσεως.
  9. Η CEPSA, από την πλευρά της, αντιτάχθηκε στην αγωγή και άσκησε ανταγωγή με την οποία ζητούσε την εκπλήρωση της συμβάσεως ή τη λύση της λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως, καθώς και την καταβολή αποζημιώσεως.
  10. Με απόφαση της 29ης Ιουλίου 2005, το Juzgado de Primera Instancia de Madrid κήρυξε άκυρη τη σύμβαση ως αντίθετη προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και τους κανονισμούς 1984/83 και 2790/1999. Κατά της αποφάσεως αυτής η CEPSA άσκησε έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
  11. Εκτιμώντας ότι για την έκδοση αποφάσεως σχετικά με την αγωγή ακυρώσεως της συμβάσεως απαιτείται ερμηνεία του άρθρου 85 της Συνθήκης και του κανονισμού 1984/83, το Audiencia Provincial de Madrid αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«ΠΡΩΤΟΝ,

α)      Έχει το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ την έννοια ότι μία σύμβαση περί αποκλειστικής προμήθειας και περί παροχής του δικαιώματος χρησιμοποιήσεως της εμπορικής επωνυμίας του προμηθευτή, η οποία συνήφθη το 1996 μεταξύ διανομέα πετρελαιοειδών προϊόντων και πρατηριούχου επιχειρήσεως και βάσει της οποίας η δεύτερη υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς καύσιμα του προμηθευτή για ορισμένο χρονικό διάστημα και δεσμεύεται να μην πωλεί τέτοια προϊόντα άλλων διανομέων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού λόγω του ότι η υποχρέωση αυτή ενέχει συμφωνία μη ανταγωνισμού, ακόμη και αν η σύμβαση, λόγω της οικονομικής της σημασίας, μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβαση αντιπροσωπείας;

β)      Σε περίπτωση που η σύμβαση αυτή εμπίπτει πράγματι στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω άρθρου, μπορεί να τύχει απαλλαγής από την απαγόρευση αν πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 1984/83, και ιδίως αυτές που αφορούν τη διάρκεια ισχύος των σχετικών συμβάσεων;

γ)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, οι διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του κανονισμού αυτού, οι οποίες παρέχουν στα συμβαλλόμενα μέρη τη δυνατότητα να προσδώσουν σε ρήτρα μη ανταγωνισμού διάρκεια ισχύος μεγαλύτερη των πέντε ετών, σε αντιστάθμισμα για την παροχή ειδικών οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων από τον προμηθευτή προς τον πρατηριούχο, απαιτούν να είναι τα οικονομικά και χρηματοδοτικά αυτά πλεονεκτήματα ουσιώδη ή, απλώς, να μην είναι αμελητέα; Μπορούν οι διατάξεις αυτές να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι χορηγούνται τέτοια οικονομικά και χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα με σύμβαση περί αποκλειστικής προμήθειας και περί παροχής του δικαιώματος χρησιμοποιήσεως της εμπορικής επωνυμίας του προμηθευτή, η οποία προβλέπει ότι αυτός αναλαμβάνει τα έξοδα εγκαταστάσεως και συντηρήσεως που αφορούν την προβολή του σήματός του στο πρατήριο και παραχωρεί τις δεξαμενές και τις αντλίες καυσίμων, τις οποίες ο πρατηριούχος, αφενός, δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει για προϊόντα που δεν έχει παραδώσει ο αποκλειστικός προμηθευτής άνευ γραπτής εξουσιοδοτήσεώς του και, αφετέρου, οφείλει να του επιστρέψει όταν παύσει την εξουσιοδοτημένη χρήση τους, η δε αξία τους καλύπτεται από την εγγύηση σε πρώτη ζήτηση που ο πρατηριούχος έχει συστήσει υπέρ του προμηθευτή;

δ)      Αν η απαλλαγή αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής, θίγει η προβλεπόμενη από το άρθρο 81, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ αυτοδίκαιη ακυρότητα τη σύμβαση στο σύνολό της;

ΔΕΥΤΕΡΟΝ

α)      Έχει το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ την έννοια ότι μια σύμβαση, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, στο μέτρο που προβλέπει ότι η πρατηριούχος επιχείρηση οφείλει να πωλεί αποκλειστικώς και μόνο τα καύσιμα κινήσεως και θερμάνσεως που της παραδίδει ο συγκεκριμένος προμηθευτής και στις τιμές που αυτός ορίζει, εμπίπτει κατ’ αρχήν στην απαγόρευση κάθε περιορισμού του ανταγωνισμού για τον λόγο ότι καθορίζει τις τιμές πωλήσεως στο κοινό, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής της σημασίας και, ειδικότερα, του γεγονότος ότι η πρατηριούχος επιχείρηση αναλαμβάνει τους κινδύνους και μέρος των δαπανών που συνδέονται τόσο με την προμήθεια των προϊόντων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως, όσο και με την προώθηση της πωλήσεώς τους, δεδομένων των ακόλουθων σχετικών στοιχείων:

  1. i)      Ο πρατηριούχος δεσμεύεται να πωλεί αποκλειστικώς λιπαντικά και συναφή προϊόντα για αυτοκίνητα οχήματα, καθώς και καύσιμα κινήσεως και θερμάνσεως, που του παραδίδει στο πρατήριο ο προμηθευτής, στις καθορισμένες από αυτόν τιμές πωλήσεως στο κοινό και σύμφωνα με τους όρους και τις μεθόδους πωλήσεως και εκμεταλλεύσεως που αυτός καθορίζει, για χρονικό διάστημα 10 ετών, το οποίο δύναται να παραταθεί για διαδοχικές περιόδους των πέντε ετών, κατόπιν κατηγορηματικής, γραπτής συναινέσεως και με τήρηση προθεσμίας προειδοποιήσεως τουλάχιστον έξι μηνών.
  2. ii)      Ο πρατηριούχος αναλαμβάνει τους κινδύνους που συνδέονται με τα καύσιμα κινήσεως και θερμάνσεως, περιλαμβανομένου του κινδύνου διαφορών κατά την ογκομέτρηση, από τη στιγμή που ο προμηθευτής τα παραδίδει προς αποθήκευση στις δεξαμενές του πρατηρίου. Από τη στιγμή της παραλαβής των προϊόντων, ο πρατηριούχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα συντηρεί υπό τις συνθήκες που είναι αναγκαίες προκειμένου να αποφευχθεί η καταστροφή ή η χειροτέρευσή τους και καθίσταται υπεύθυνη έναντι τόσο του προμηθευτή όσο και των τρίτων για κάθε ενδεχόμενη καταστροφή, μόλυνση ή πρόσμιξή τους με άλλα υλικά, καθώς και για τις ζημίες που μπορούν να προκληθούν από αυτά τα προϊόντα.

iii)      Ο πρατηριούχος καταβάλλει στον προμηθευτή το αντίτιμο των καυσίμων κινήσεως και θερμάνσεως εντός εννέα ημερών από την ημερομηνία παραδόσεώς τους στο πρατήριο, αφού προηγουμένως συστήσει και προσκομίσει, κατά την ημερομηνία της πρώτης προμήθειας, τραπεζική εγγύηση για τη συνολική αξία των προμηθευομένων ποσοτήτων δεκαπέντε ημερών. Σε περίπτωση μη καταβολής, πέραν της δυνατότητας καταπτώσεως υπέρ του προμηθευτή της εγγυήσεως που έχει συστήσει η πρατηριούχος επιχείρηση, ο πρατηριούχος οφείλει να πληρώνει τις ποσότητες που προμηθεύεται πριν από την παράδοσή τους στο πρατήριο. Το ποσό που οφείλει ο πρατηριούχος στην εταιρία διανομής προκύπτει μετά από αφαίρεση από την τιμή πωλήσεως στο κοινό που έχει καθορίσει η εταιρία διανομής, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, του ποσού της «προμήθειας» που αναλογεί στον πρατηριούχο, συν τον αντίστοιχο ΦΠΑ. Τα προμηθευόμενα καύσιμα πωλούνται, κατά μέσον όρο, πολύ πριν παρέλθει το χρονικό διάστημα των εννέα ημερών από την παράδοσή τους, το οποίο προβλέπεται για την πληρωμή τους από τον πρατηριούχο στον διανομέα. Κάθε μήνα, η εταιρία διανομής χρεώνει ή πιστώνει, κατά περίπτωση, κάποια ποσά στο πρατήριο λόγω των διακυμάνσεων, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, των τιμών που έχουν καθοριστεί για τα προμηθευόμενα καύσιμα. Ο προμηθευτής αναλαμβάνει το κόστος της μεταφοράς.

  1. iv)      Ο πρατηριούχος εγγυάται και είναι υπεύθυνος για τους πελάτες που έχουν αποκτήσει μέσω αυτού την πιστωτική κάρτα που έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται ο όμιλος εταιριών στον οποίον ανήκει ο προμηθευτής, χρεώνει τις πωλήσεις, στις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται η εν λόγω πιστωτική κάρτα, κατά τον επόμενο μήνα από εκείνον στη διάρκεια του οποίου πραγματοποιούνται οι πωλήσεις αυτές, συμμετέχει στη χρηματοδότηση ενός μικρού τμήματος των εξόδων χρησιμοποιήσεως της κάρτας-πελάτη της εταιρίας διανομής καυσίμων και αναλαμβάνει τον κίνδυνο μη πληρωμής των πελατών στους οποίους έχει χορηγήσει απευθείας πίστωση.
  2. v)      Η εταιρία που προμηθεύει τα πετρελαιοειδή προϊόντα αναλαμβάνει τα έξοδα εγκαταστάσεως και συντηρήσεως που αφορούν την προβολή του σήματός της στο πρατήριο και παραχωρεί τις δεξαμενές και τις αντλίες καυσίμου, τις οποίες ο πρατηριούχος δεν μπορεί να χρησιμοποιεί, χωρίς γραπτή εξουσιοδότηση του προμηθευτή, για προϊόντα που δεν έχει προμηθεύσει αυτός και η αξία των οποίων εκτιμάται ακριβώς στο ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση που έχει συστήσει ο πρατηριούχος υπέρ του προμηθευτή.
  3. b)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, έχει ο κανονισμός [1984/83] και, συγκεκριμένα, τα άρθρα του 10 έως 13, την έννοια ότι μια τέτοια σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει εφαρμογής η απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, αν η σύμβαση πληροί τις απαιτούμενες από τα εν λόγω άρθρα προϋποθέσεις απαλλαγής;
  4. c)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, χρήζει ερμηνείας το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι στη σύμβαση προβλέπονται περισσότεροι του ενός περιορισμοί του ανταγωνισμού, καθόσον, πέραν της ρήτρας περί αποκλειστικής προμήθειας, η οποία συνεπάγεται υποχρέωση μη ανταγωνισμού, προβλέπεται και ότι ο προμηθευτής καθορίζει τις τιμές πωλήσεως; Μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί έγκυρη κατόπιν της εξουσιοδοτήσεως του προμηθευτή προς τον πρατηριούχο, τον Νοέμβριο του 2001, να μειώσει την τιμή πωλήσεως χωρίς να μειωθούν τα έσοδα του προμηθευτή;»

IV – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

  1. Η CEPSA, η Tobar και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουνίου 2007.

V –    Ανάλυση

  1. Το αιτούν δικαστήριο θέτει δύο ερωτήματα που αφορούν προφανώς, αντίθετες καταστάσεις. Το πρώτο ερώτημα, που περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη [υπό α) έως δ)], αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία η επίδικη στην κύρια δίκη συμβατική σχέση εκλαμβάνεται ως σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ του αντιπροσωπευομένου και του εμπορικού αντιπροσώπου του (6). Το δεύτερο, που περιλαμβάνει τρία σκέλη [υπό α) έως γ)], αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία η συμβατική αυτή σχέση εκλαμβάνεται ως σχέση μεταξύ δύο αυτόνομων επιχειρήσεων και αφορά, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία του άρθρου 85 της Συνθήκης και του κανονισμού 1984/83 υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης (7).
  2. Μολονότι τα δύο ερωτήματα και οι αντίστοιχες υποδιαιρέσεις τους είναι δυνατόν να απαντηθούν διαδοχικά, προτείνω να ακολουθηθεί μια διαφορετική μέθοδος, και συγκεκριμένα να εξεταστούν τα ερωτήματα αυτά σύμφωνα με τα ζητήματα που θίγουν. Θα χρειαστεί, συνεπώς, πρώτον, να αναλυθεί το πρόβλημα του χαρακτηρισμού μιας συμβάσεως ανάλογης με την επίδικη στην κύρια δίκη ως «συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης [πρώτο ερώτημα, υπό α) και δεύτερο ερώτημα, υπό α)], δεύτερον, να αξιολογηθεί, σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, αν είναι εφαρμοστέα η απαλλαγή κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83 (και ήδη ο κανονισμός 2790/1999) [πρώτο ερώτημα, υπό β) και γ) και δεύτερο ερώτημα, υπό β) και γ)] και, τρίτον, εφόσον δεν είναι εφαρμοστέα η προαναφερθείσα απαλλαγή κατά κατηγορίες, να εξεταστούν οι συνέπειες της ενδεχόμενης ακυρότητας της συμβάσεως [πρώτο ερώτημα, υπό δ)].

Επί του χαρακτηρισμού συμβάσεως ανάλογης με την επίμαχη στην κύρια δίκη ως «συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης [πρώτο ερώτημα, υπό α), και δεύτερο ερώτημα, υπό α)]

  1. Με το πρώτο ερώτημα, υπό α), το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν η επίμαχη σύμβαση, εφόσον εκληφθεί ως γνήσια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης λόγω της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας ή μη ανταγωνισμού που τη χαρακτηρίζει. Με το δεύτερο ερώτημα, υπό α), ζητεί να διευκρινιστεί αν σύμβαση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ιδίως λόγω του ότι η τιμή πωλήσεως ορίζεται από τον προμηθευτή.
  2. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, οι κάθετες συμφωνίες, όπως οι συμβάσεις μεταξύ της CEPSA και των πρατηριούχων, εμπίπτουν στο άρθρο 85 της Συνθήκης μόνο στην περίπτωση που ο πρατηριούχος θεωρηθεί ανεξάρτητος οικονομικός φορέας και, κατά συνέπεια, πρόκειται περί συμφωνίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων (8). Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού, κάθε φορέα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο της χρηματοδοτήσεώς του. Εξάλλου, οικονομική δραστηριότητα αποτελεί κάθε δραστηριότητα που έγκειται στην προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά (9).
  3. Συναφώς, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο και η Επιτροπή, οι εμπορικοί αντιπρόσωποι δραστηριοποιούνται κατ’ αρχήν σε δύο χωριστές υπηρεσίες: αφενός, στην ανάντη αγορά, εντός της οποίας ο εμπορικός αντιπρόσωπος προσφέρει τις υπηρεσίες του διαμεσολαβήσεως σε έναν εν δυνάμει αντιπροσωπευόμενο και, αφετέρου, στην κατάντη αγορά, εντός της οποίας ο εμπορικός αντιπρόσωπος προσφέρει σε εν δυνάμει πελάτες τα εμπορεύματα ή τις υπηρεσίες του αντιπροσωπευομένου (10).
  4. Εντός της πρώτης αγοράς, ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι κατά κανόνα ανεξάρτητος επιχειρηματίας και, επομένως, επιχειρηματίας κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, ρήτρες σε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με τις οποίες ο αντιπροσωπευόμενος απαγορεύει στον εμπορικό αντιπρόσωπο να εργάζεται για ανταγωνιστικές επιχειρήσεις (απαγορεύσεις ασκήσεως ανταγωνισμού) πρέπει να εκτιμώνται βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης (11).
  5. Αντιθέτως, στη δεύτερη αγορά, δηλαδή στην αγορά εντός της οποίας προσφέρει τα εμπορεύματα ή τις υπηρεσίες του αντιπροσωπευομένου σε εν δυνάμει πελάτες, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, καίτοι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα από τον αντιπροσωπευόμενο, παύει να έχει την ιδιότητα ανεξάρτητου οικονομικού φορέα όταν δεν αναλαμβάνει κανέναν οικονομικό ή εμπορικό κίνδυνο όσον αφορά την εν λόγω οικονομική δραστηριότητα και, κατά συνέπεια, δεν καθορίζει με αυτόνομο τρόπο τη συμπεριφορά του στην αγορά, καθόσον εξαρτάται πλήρως από τον εντολέα του. Στην περίπτωση αυτή, η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν έχει, κατ’ αρχήν, εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ του εμπορικού αντιπροσώπου και του εντολέα του (12). Στην περίπτωση αυτή, ο εμπορικός αντιπρόσωπος θεωρείται βοηθητικό πρόσωπο ενταγμένο στην επιχείρηση του αντιπροσωπευομένου.
  6. Το Δικαστήριο φαίνεται να έχει επικυρώσει αυτή τη διχοτόμηση, που θεμελιώνεται στη διάκριση μεταξύ των αγορών στις οποίες δραστηριοποιείται ο αντιπρόσωπος, με την προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, η οποία αφορούσε συμβάσεις μεταξύ της CEPSA και πρατηριούχων και είναι ασφαλώς σημαντική για την υπό κρίση υπόθεση (13).
  7. Αφού προσδιόρισε τα κριτήρια που επιτρέπουν να αξιολογηθεί η πραγματική κατανομή των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων μεταξύ των πρατηριούχων και του προμηθευτή των καυσίμων αυτοκινήτων και λοιπών καυσίμων, όπως είχαν οριστεί με τις επίδικες στην υπόθεση εκείνη συμβάσεις, προκειμένου να κριθεί αν ήταν εφαρμοστέο το άρθρο 85 της Συνθήκης –ζήτημα που θα εξετάσω λεπτομερέστερα στη συνέχεια των προτάσεών μου– το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το άρθρο 85 της Συνθήκης δεν είναι εφαρμοστέο, εκτός από την περίπτωση στην οποία ο πρατηριούχος δεν φέρει κανένα οικονομικό ή εμπορικό κίνδυνο, και στην περίπτωση στην οποία φέρει αμελητέο μόνο μέρος των εν λόγω κινδύνων (14).
  8. Το Δικαστήριο προσέθεσε, εντούτοις, ότι, στην περίπτωση αυτή, «οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον [πρατηριούχο] στο πλαίσιο της πωλήσεως των εμπορευμάτων σε τρίτους για λογαριασμό του εντολέαδεν εμπίπτουν καθαυτές στο άρθρο αυτό. Πράγματι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η σύμβαση αντιπροσωπείας είναι δυνατό να περιέχει διατάξεις που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου, όπως ρήτρες περί αποκλειστικότητας και μη ανταγωνισμού, στις οποίες το εν λόγω άρθρο έχει εφαρμογή. Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι, στο πλαίσιο παρόμοιων σχέσεων, οι αντιπρόσωποι είναι, κατ’ αρχήν, ανεξάρτητοι οικονομικοί φορείς και οι διατάξεις αυτές ενδέχεται να έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες του ανταγωνισμού, στο μέτρο που συνεπάγονται τη στεγανοποίηση τηςοικείας αγοράς» (15).
  9. Συνέπεια της διευκρινίσεως αυτής είναι ότι, αν ο εμπορικός αντιπρόσωπος φέρει, στην αγορά πωλήσεως των εμπορευμάτων σε τρίτους, αμελητέο μόνον οικονομικό και εμπορικό κίνδυνο, δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ολόκληρη η συμβατική σχέση μεταξύ του εμπορικού αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευομένου του, αλλά αποκλειστικά και μόνο το τμήμα εκείνο της σχέσεως το οποίο θεμελιώνεται στις συμβατικές ρήτρες που αφορούν την εν λόγω αγορά.
  10. Οι ρήτρες αυτές θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης αν ο εμπορικός αντιπρόσωπος φέρει, τουλάχιστον, μη αμελητέο μέρος των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων που συναρτώνται με την πώληση εμπορευμάτων (ή/και υπηρεσιών) σε τρίτους για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
  11. Αντιθέτως, η ρήτρα μη ανταγωνισμού που συμφωνείται μεταξύ του εμπορικού αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευομένου του και αφορά την αγορά υπηρεσιών μεσάζοντα, εξακολουθεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ανεξαρτήτως των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων που φέρει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος στην αγορά πωλήσεως εμπορευμάτων σε τρίτους για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Η προσέγγιση αυτή ευρίσκει έρεισμα στο γεγονός ότι μια τέτοια ρήτρα, η οποία επηρεάζει τον ανταγωνισμό μεταξύ εμπορικών σημάτων, δεν αποτελεί εγγενές μέρος της συμβάσεως αντιπροσωπείας.
  12. Το σύνολο της συμβάσεως αντιπροσωπείας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης αν περιέχει, εκτός από ρήτρα μη ανταγωνισμού, όπως η παρατιθέμενη στο σημείο 17 των προτάσεών μου, ρήτρες με τις οποίες ο αντιπρόσωπος φέρει, τουλάχιστον, μη αμελητέο μέρος των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων που συνδέονται με την πώληση εμπορευμάτων σε τρίτους για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Στην περίπτωση αυτή, η συμβατική σχέση παύει να είναι γνήσια σχέση εμπορικής αντιπροσωπείας.
  13. Συναφώς, με το δεύτερο ερώτημα, υπό α), το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της συμβατικής σχέσεως μεταξύ CEPSA και Tobar, οι οποίες απαριθμούνται στο εν λόγω ερώτημα, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει σύμβαση αυτού του είδους, ιδίως λόγω του ότι η τιμή πωλήσεως καθορίζεται από τον προμηθευτή.
  14. Μολονότι η CEPSA αντικρούει σθεναρά την παρουσίαση και την εκτίμηση της συμβατικής σχέσεως που τη συνδέει με την Tobar, στην οποία προβαίνει το αιτούν δικαστήριο με το δεύτερο ερώτημα, υπό α), κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως (16). Στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, και όχι του Δικαστηρίου, εμπίπτει και η εφαρμογή επί συγκεκριμένων καταστάσεων των κοινοτικών κανόνων τους οποίους έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο (17).
  15. Το Δικαστήριο οφείλει, εντούτοις, να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών και των εθνικών δικαστηρίων, το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως αυτό καθορίζεται με την απόφαση περί παραπομπής (18), προκειμένου δε να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να προσδιορίζει τα κριτήρια που θα παράσχουν τη δυνατότητα εκτιμήσεως του τρόπου με τον οποίο οι επίμαχες στο πλαίσιο της κύριας δίκης συμβάσεις κατανέμουν, στην πράξη, τους οικονομικούς και εμπορικούς κινδύνους μεταξύ του πρατηριούχου και του προμηθευτή καυσίμων (19).
  16. Ανάλογα κριτήρια προσδιόρισε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio. Τα κριτήρια αυτά θα υπενθυμίσω στη συνέχεια, λόγω της λυσιτέλειάς τους για την παρούσα υπόθεση.
  17. Σύμφωνα με την απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, αφενός, τους κινδύνους που συνδέονται με την πώληση των εμπορευμάτων, όπως τη χρηματοδότηση των αποθεμάτων καυσίμων, και, αφετέρου, τους κινδύνους που συνδέονται με επενδύσεις οι οποίες προσιδιάζουν στην οικεία αγορά, ήτοι με αυτές που είναι αναγκαίες προκειμένου ο πρατηριούχος να μπορεί να διαπραγματευθεί ή να συνάψει συμβάσεις με τρίτους (20).
  18. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία κινδύνων, από την προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio προκύπτει επίσης ότι είναι πιθανόν ότι ο εν λόγω πρατηριούχος αναλαμβάνει τους κινδύνους αυτούς εν όλω ή εν μέρει, οσάκις καθίσταται κύριος των εμπορευμάτων από τη στιγμή της παραλαβής τους από τον προμηθευτή, ήτοι προ της μεταγενέστερης πωλήσεώς τους στους τρίτους, όταν φέρει, αμέσως ή εμμέσως, τις δαπάνες που συνδέονται με τη διανομή των οικείων εμπορευμάτων, ιδίως δε τα έξοδα της μεταφοράς, όταν διατηρεί αποθέματα με δικά τους έξοδα ή/και όταν φέρει την ευθύνη για τυχόν ζημίες προκληθείσες στα εμπορεύματα, όπως η καταστροφή ή η χειροτέρευσή τους, καθώς και για ζημίες που προκάλεσαν τα πωληθέντα εμπορεύματα σε τρίτους, ανεξαρτήτως της ευθύνης λόγω πταίσματος του αντιπροσώπου (21). Πρέπει, επίσης, να εκτιμηθεί η κατανομή του συνδεόμενου με τα εμπορεύματα εμπορικού κινδύνου, ιδίως όσον αφορά την πληρωμή του καυσίμου στην περίπτωση κατά την οποία ο πρατηριούχος δεν βρίσκει αγοραστή ή στην περίπτωση ετεροχρονισμένης πληρωμής λόγω χρησιμοποιήσεως πιστωτικής κάρτας, βάσει του καθεστώτος που διέπει την πληρωμή των καυσίμων (22).
  19. Όσον αφορά τους κινδύνους που συνδέονται με τις προσιδιάζουσες στην αγορά επενδύσεις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μετατίθενται στον πρατηριούχο οσάκις ο πρατηριούχος πραγματοποιεί ειδικές επενδύσεις συνδεόμενες την πώληση των εμπορευμάτων, όπως αγορά εγκαταστάσεων ή εξοπλισμού, παραδείγματος χάρη δεξαμενής καυσίμων, ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να επενδύσει σε πράξεις που αφορούν την προώθηση των προϊόντων (23).
  20. Όπως επισήμανα, για να είναι εφαρμοστέο το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεν είναι απαραίτητο να φέρει ο πρατηριούχος όλους τους προαναφερθέντες κινδύνους –οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, δεν απαριθμούνται εξαντλητικά– εφόσον φέρει μη αμελητέο μέρος τους. Μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες ο πρατηριούχος, αφενός, δεν φέρει κανέναν από τους κινδύνους που απορρέουν από τις συμβάσεις τις οποίες διαπραγματεύεται ή συνάπτει για λογαριασμό του προμηθευτή ή, αφετέρου, όπως διευκρινίστηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, αναλαμβάνει αμελητέο μόνο μέρος των εν λόγω κινδύνων, η συμβατική σχέση μεταξύ του εν λόγω αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευομένου, η οποία αφορά την αγορά πωλήσεως εμπορευμάτων στους τρίτους, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποτελεί συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (24). Πράγματι, από οικονομική άποψη, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της καταστάσεως του εμπορικού αντιπροσώπου που δεν φέρει κανένα κίνδυνο σχετικό με τις πράξεις για τις οποίες μεσολαβεί και του εμπορικού αντιπροσώπου που φέρει αμελητέο μόνο μέρος τους (25).
  21. Στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης και όσον αφορά τους κινδύνους που συνδέονται με την πώληση των εμπορευμάτων, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, πρώτον, ότι η πρατηριούχος φέρει «τον κίνδυνο» των προϊόντων από την παράδοσή τους από την προμηθεύτρια στη δεξαμενή του πρατηρίου, δεύτερον, ότι είναι υπεύθυνη για τυχόν ζημίες των προϊόντων καθώς και για τις ζημίες που μπορούν να προκληθούν από αυτά, τρίτον, ότι η πρατηριούχος υποχρεούται να εξοφλεί στη CEPSA το αντίτιμο της πωλήσεως των καυσίμων εντός εννέα ημερών από την ημερομηνία παραδόσεώς τους, ανεξαρτήτως του αν πωλήθηκαν σε τρίτους· σε περίπτωση μη τηρήσεως αυτού του όρου, η πρατηριούχος υποχρεούται να εξοφλεί τις ποσότητες που προμηθεύεται πριν από την παράδοσή τους, ενώ παράλληλα καταπίπτει υπέρ της προμηθεύτριας η τραπεζική εγγύηση ίση προς τη συνολική αξία παραδιδομένων ποσοτήτων δεκαπέντε ημερών την οποία είχε παράσχει η πρατηριούχος, τέταρτον, ότι η πρατηριούχος φέρει τον κίνδυνο διαφορών κατά την ογκομέτρηση λόγω μεταβολών της θερμοκρασίας των καυσίμων, με αποτέλεσμα να υποχρεούται να καταβάλει το αντίτιμο για τα λίτρα που προμηθεύει η CEPSA, ακόμα και αν πωλήσει λιγότερα λίτρα και, πέμπτον, ότι την παράδοση των καυσίμων ακολουθεί η τιμολόγηση του ΦΠΑ από τη CEPSA προς την πρατηριούχο.
  22. Τα προαναφερθέντα αποτελούν ενδείξεις για το ότι η κυριότητα των καυσίμων μεταβιβάζεται από τη CEPSA στην πρατηριούχο κατά τον χρόνο παραλαβής τους από την πρατηριούχο, η οποία φέρει τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταβίβαση αυτή, συμπεριλαμβανομένης τυχόν ευθύνης εκ των προϊόντων.
  23. Εξάλλου, ο κίνδυνος διαφορών κατά την ογκομέτρηση, τον οποίο φέρει η πρατηριούχος είναι ανάλογος, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, με τον κίνδυνο απώλειας των αποθεμάτων (26).
  24. Επιπλέον, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που περιέχει η απόφαση περί παραπομπής, η πρατηριούχος φαίνεται να εγγυάται και να αναλαμβάνει την ευθύνη των μη εξοφλούμενων οφειλών από πελάτες που έχουν προσχωρήσει, μετά από διαμεσολάβησή της, στο σύστημα πιστωτικής κάρτας το οποίο δημιούργησε και διαχειρίζεται η CEPSA, οφειλές που μπορούν να ανέρχονται σε μη αμελητέα ποσά σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, στην οποία παρατίθεται παράδειγμα ανεξόφλητου υπολοίπου άνω των 30 000 ευρώ.
  25. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η CEPSA αναλαμβάνει τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταφορά των εμπορευμάτων, τα στοιχεία που παρατέθηκαν, και τα οποία πρέπει ασφαλώς να εκτιμηθούν in concreto από το αιτούν δικαστήριο, υποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου, ότι η Tobar φέρει μη αμελητέους κινδύνους συνδεδεμένους με την πώληση των προϊόντων πετρελαίου που αποτελούν το αντικείμενο της επίδικης συμβάσεως.
  26. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει επαρκείς ενδείξεις όσον αφορά την κατανομή των κινδύνων που συνδέονται με τις προσιδιάζουσες στην αγορά επενδύσεις. Διευκρινίζει, ασφαλώς, ότι η CEPSA αναλαμβάνει τα έξοδα εγκαταστάσεως και συντηρήσεως στο πρατήριο που αφορούν την εικόνα και το σήμα της και ότι παραχωρεί τις δεξαμενές και τις αντλίες βενζίνης στην πρατηριούχο. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι η Tobar είναι ιδιοκτήτρια του πρατηρίου και ότι η πρατηριούχος υποχρεούται να παράσχει τραπεζική εγγύηση μέχρι ποσού αντίστοιχου προς την αξία του εξοπλισμού που παραχωρεί η CEPSA, πράγμα που μπορεί να υποδηλώνει, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, ότι η πρατηριούχος αναλαμβάνει μη αμελητέες δαπάνες και αναγκάζεται να προσφύγει στη χρηματαγορά, όπως θα έκανε και αν ίδρυε ίδια επιχείρηση. Εντούτοις, η απόφαση περί παραπομπής δεν παρέχει καμία πληροφορία, έστω και ενδεικτική, όσον αφορά τις δαπάνες που βαρύνουν τους συμβαλλομένους και τα έσοδα που πραγματοποιούν, καθώς και όσον αφορά την ενδεχόμενη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού, καθώς και την απόσβεσή του, μετά τη λήξη της συμβατικής σχέσεως. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να αξιολογήσει τη φύση των επενδύσεων που πραγματοποίησαν οι συμβαλλόμενοι και συνδέονται με την πώληση των οικείων εμπορευμάτων λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προαναφερθέντων στοιχείων.
  27. Εφόσον ο έλεγχος που πρέπει να πραγματοποιήσει το εθνικό δικαστήριο οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η πρατηριούχος φέρει μη αμελητέο μέρος των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων που συνδέονται με τις πράξεις για τις οποίες διαμεσολαβεί για λογαριασμό της προμηθεύτριας, η εν λόγω εμπορική αντιπρόσωπος θα θεωρηθεί ανεξάρτητος οικονομικός φορέας και η αποκλειστική συμβατική σχέση που τη συνδέει με την προμηθεύτρια θα υπαχθεί στις «συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, η ρήτρα σχετικά με την υποχρέωση της πρατηριούχου να πωλεί τα καύσιμα σε τιμή την οποία καθορίζει η προμηθεύτρια, την οποία αφορά το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, υπό α), in fine, θα υπόκειται στη διάταξη αυτή, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (27). Στην περίπτωση αυτή, μια τέτοια ρήτρα θα εμπίπτει στην απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της Συνθήκης και τίθεται το ζήτημα αν η υποχρέωση που επιβάλλεται στην πρατηριούχο να πωλεί τα καύσιμα σε προκαθορισμένη τιμή μπορεί να εμπίπτει στην απαλλαγή κατά κατηγορίες που προβλέπουν τα άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού 1984/83 (28). Το ζήτημα αυτό θα εξετάσω κατωτέρω.
  28. Αν, αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στη διαπίστωση ότι η πρατηριούχος φέρει αμελητέο μόνο μέρος των κινδύνων που συνδέονται με τις πράξεις τις οποίες διενεργεί για λογαριασμό της αντιπροσωπευομένης, οι απορρέουσες από τη συμβατική σχέση υποχρεώσεις του μεσάζοντα που αφορούν την αγορά των πωλουμένων σε τρίτους προϊόντων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Για τον λόγο αυτό, όπως έχει διευκρινίσει ήδη το Δικαστήριο, η υποχρέωση η οποία επιβάλλεται στην πρατηριούχο να πωλεί τα καύσιμα στην τιμή που καθορίζει η προμηθεύτρια εμπίπτει στη διάταξη αυτή και, ως εκ τούτου, συνιστά εγγενή συνέπεια της δυνατότητας της CEPSA να προσδιορίζει το πεδίο της δραστηριότητας των αντιπροσώπων της. Συνεπώς, εξαιρείται και αυτή της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (29).
  29. Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, υπό α), και στο δεύτερο ερώτημα, υπό α), η απάντηση ότι όσον αφορά την αγορά πωλήσεως των εμπορευμάτων σε τρίτους, οι ρήτρες συμβάσεως, συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας περί καθορισμού της τελικής τιμής πωλήσεως στο κοινό, μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και πρατηριούχου, δυνάμει των οποίων ο πρατηριούχος φέρει, το πολύ, αμελητέο μέρος των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων που συνδέονται με την πώληση των εν λόγω εμπορευμάτων δεν συνιστούν συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ακόμα και αν η σύμβαση περιέχει και ρήτρα μη ανταγωνισμού ή αποκλειστικότητας δυνάμει της οποίας ο πρατηριούχος δεσμεύεται να προμηθεύεται αποκλειστικά προϊόντα του προμηθευτή. Συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης συνιστά η ύπαρξη σε μια τέτοια σύμβαση ρήτρας μη ανταγωνισμού ή αποκλειστικότητας, με την οποία ο πρατηριούχος δεσμεύεται να προμηθεύεται αποκλειστικά προϊόντα του προμηθευτή και η οποία αφορά την αγορά υπηρεσιών μεσολαβητή.Συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης συνιστά επίσης η σύμβαση διανομής που συνάπτεται μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και πρατηριούχου, εφόσον ο πρατηριούχος φέρει μη αμελητέο μέρος του ή των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων που συνδέονται με την πώληση των εν λόγω καυσίμων σε τρίτους. Προκειμένου να κριθεί αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης είναι εφαρμοστέο στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει, υπό το πρίσμα των ρητρών της επίδικης συμβάσεως, την πραγματική κατανομή των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων μεταξύ του πρατηριούχου και του προμηθευτή, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με την πώληση των εμπορευμάτων και τους κινδύνους που συνδέονται με τις προσιδιάζουσες στην αγορά επενδύσεις. Στο πλαίσιο αυτό, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η επιβαλλόμενη στην πρατηριούχο υποχρέωση να πωλεί τα καύσιμα σε καθοριζόμενη από την προμηθεύτρια τιμή δεν συνάδει προφανώς προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της Συνθήκης.

Επί της δυνατότητας εφαρμογής της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83 (και στη συνέχεια ο κανονισμός 2790/1999) [πρώτο ερώτημα, υπό β) και γ), δεύτερο ερώτημα, υπό β) και γ)]

  1. Με το πρώτο ερώτημα, υπό β) και το δεύτερο ερώτημα, υπό β), το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η επίδικη στην κύρια δίκη σύμβαση θα μπορούσε να τύχει της κατά κατηγορίες απαλλαγής του κανονισμού 1984/83, που εφαρμόζεται στις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας που συνάπτονται με σκοπό τη μεταπώληση, εφόσον η εν λόγω σύμβαση πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός. Το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται ιδίως στις προϋποθέσεις που αφορούν τη μέγιστη διάρκεια της ρήτρας αποκλειστικότητας (ή μη ανταγωνισμού) και το ζήτημα του εύρους των οικονομικών και χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων που πρέπει να παρέχει ο προμηθευτής προκειμένου να μπορεί μια τέτοια ρήτρα να συνάπτεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών [πρώτο ερώτημα, υπό β), in fine, και υπό γ]. Ερωτά, επίσης, ποια είναι η επίπτωση συμβατικής ρήτρας περί καθορισμού της τιμής πωλήσεως από τον προμηθευτή επί της δυνατότητας εφαρμογής του καθεστώτος απαλλαγής κατά κατηγορίες [δεύτερο ερώτημα, υπό γ)].
  2. Υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 1984/83 προβλέπει, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης στις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας που συνάπτονται με σκοπό τη μεταπώληση προϊόντων πετρελαίου σε πρατήρια βενζίνης. Οι κανόνες αυτοί, οι οποίοι διαφέρουν από τους γενικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας περιέχονται στα άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού 1984/83. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού, η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, κηρύσσεται ανεφάρμοστη στην υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας την οποία επιβάλλει στον μεταπωλητή ο προμηθευτής καυσίμων αυτοκινήτων και άλλων καυσίμων με βάση το πετρέλαιο, «σε αντάλλαγμα για την παροχή ειδικών οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων». Το άρθρο 11 του κανονισμού 1984/83 απαριθμεί τους υπόλοιπους περιορισμούς του ανταγωνισμού που μπορούν να επιβληθούν στον μεταπωλητή, εκτός του περιορισμού τον οποίο προβλέπει το άρθρο 10, μεταξύ των οποίων «την υποχρέωση να μη μεταπωλεί στο πρατήριο που καθορίζεται στη συμφωνία καύσιμα αυτοκινήτων ή άλλα καύσιμα που προσφέρονται από τρίτη επιχείρηση». Το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι το άρθρο 10 δεν εφαρμόζεται όταν η συμφωνία έχει συναφθεί για αόριστο χρόνο ή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δέκα έτη.
  3. Κατά την άποψή μου, η απάντηση που θα δοθεί στα ερωτήματα του σημείου 58 εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό της επίδικης στην κύρια δίκη συμβάσεως, ανάλογα με το αν κριθεί ότι πρόκειται για γνήσια σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης ή συμβατική σχέση μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων (σύμβαση διανομής), περιπτώσεις που θα πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά στη συνέχεια.
  4. Γνήσια σχέση αντιπροσωπείας
  5. Ενώ ο κανονισμός 1984/83 εφαρμόζεται τυπικά στις κάθετες συμφωνίες διανομής και μεταπωλήσεως που συνάπτονται μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η κατά κατηγορίες απαλλαγή που προβλέπουν τα άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού 1984/83 ενδέχεται να εφαρμόζεται και στο πλαίσιο σχέσεως αντιπροσωπείας μεταξύ του προμηθευτή καυσίμων αυτοκινήτων και λοιπών καυσίμων και των πρατηριούχων (30).
  6. Εντούτοις, είναι προφανές ότι οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού δεν μπορούν να εφαρμοστούν στις συμβατικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον εμπορικό αντιπρόσωπο στην αγορά πωλήσεως εμπορευμάτων σε τρίτους, αν στην αγορά αυτή ο αντιπρόσωπος δεν φέρει, δυνάμει των ρητρών της συμβάσεως που τον συνδέει με τον αντιπροσωπευόμενό του, κανέναν οικονομικό και εμπορικό κίνδυνο ή φέρει αμελητέο μόνο μέρος των κινδύνων που συνδέονται με την εν λόγω δραστηριότητα, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι οικείες υποχρεώσεις δεν συνιστούν «συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης (31).
  7. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως ισχυρίστηκαν η CEPSA και η Tobar, οι διατάξεις των άρθρων 10 έως 13 του κανονισμού 1984/83 μπορούν να εφαρμοστούν μόνο στη ρήτρα αποκλειστικότητας ή μη ανταγωνισμού μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου, η οποία θεωρείται καθεαυτή συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Μια τέτοια ρήτρα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού, και ιδίως την προϋπόθεση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, σχετικά με την επιτρεπόμενη διάρκεια της συμφωνίας.
  8. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν [πρώτο ερώτημα, υπό γ)] αν η ρήτρα αποκλειστικότητας της οποίας η διάρκεια δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη, όπως προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1984/83, πρέπει να συνοδεύεται από την παροχή, εκ μέρους του προμηθευτή των καυσίμων, σημαντικών οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων, ή αν τα πλεονεκτήματα αυτά πρέπει να είναι απλώς «μη αμελητέα», εφόσον το εύρος των εν λόγω πλεονεκτημάτων δεν διευκρινίζεται από το άρθρο 10 του κανονισμού (32).
  9. Εξαιρέσει της ισπανικής εκδοχής του άρθρου 10, η οποία δεν περιλαμβάνει κανέναν επιθετικό προσδιορισμό των εν λόγω πλεονεκτημάτων, είναι αληθές ότι οι υπόλοιπες γλωσσικές εκδοχές του άρθρου 10 του κανονισμού 1984/83, οι οποίες αναφέρουν απλώς ότι τα οικονομικά και χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα που παρέχει ο προμηθευτής ως αντάλλαγμα για την παρατεταμένη αποκλειστικότητα πρέπει να είναι «ιδιαίτερα» («particuliers»), είναι μάλλον ασαφείς όσον αφορά το σημείο αυτό, διότι η διάταξη του εν λόγω άρθρου θα μπορούσε να αφορά, όπως υπαινίσσονται ορισμένες γλωσσικές εκδοχές οι οποίες χρησιμοποιούν τον όρο «ειδικά» («spéciaux») (33), αντί του όρου «ιδιαίτερα» («particuliers») ο οποίος χρησιμοποιείται στη γαλλική εκδοχή, είτε πλεονεκτήματα που παρέχονται στον ίδιο τον πρατηριούχο, δηλαδή που παρέχονται ειδικώς για τη συγκεκριμένη συμβατική σχέση, είτε πλεονεκτήματα που δεν είναι συνήθη, όπως υπονοεί ο όρος «ιδιαίτερος» («particulier»).
  10. Αυτές οι δύο έννοιες του όρου «ιδιαίτερος» («particulier») μπορούν ασφαλώς να οδηγήσουν στο να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα πλεονεκτήματα που προβλέπει το άρθρο 10 του κανονισμού 1984/83 να μπορούν να είναι απλώς αμελητέα. Κατά συνέπεια, μολονότι η γραμματική ανάλυση επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι τα πλεονεκτήματα τα οποία παρέχει ο προμηθευτής πρέπει να είναι, τουλάχιστον, «μη αμελητέα», εντούτοις δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι τα πλεονεκτήματα αυτά πρέπει να είναι σημαντικά.
  11. Από τον σκοπό της επίμαχης διατάξεως προκύπτει, νομίζω, ότι τα οικονομικά και χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 10 του κανονισμού 1984/83 θα πρέπει να έχουν αρκετά σημαντικό εύρος ώστε να δικαιολογούν αποκλειστική προμήθεια η διάρκεια της οποίας να μην υπερβαίνει τα δέκα έτη.
  12. Όπως προκύπτει από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1984/83, ο λόγος για τον οποίο παρέχονται τα εν λόγω πλεονεκτήματα από τον προμηθευτή είναι ότι «διευκολύνεταισημαντικά η ανέγερση ή ο εκσυγχρονισμός των […] πρατηρίων βενζίνης, και η συντήρηση και λειτουργία τους» (34). Με άλλα λόγια, τα πλεονεκτήματα αυτά παρέχονται προκειμένου να διευκολυνθεί, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, η πρόσβαση στην αγορά λιανικής διανομής και η ταχεία επέκταση του δικτύου διανομής επιρρίπτοντας στον προμηθευτή το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών και των επενδύσεων που προσιδιάζουν στη συμβατική σχέση (35). Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, ειδική εφαρμογή του οποίου συνιστά ο κανονισμός 1984/83, ο απαραίτητος χαρακτήρας του περιορισμού του ανταγωνισμού, τον οποίον αποτελεί η παρατεταμένη διάρκεια της αποκλειστικής προμήθειας, φαίνεται να δικαιολογείται μόνον όταν είναι εντελώς απίθανο να μπορέσει ο πρατηριούχος να αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά –εν προκειμένω, στην περίπτωση εμπορικού αντιπροσώπου, στην αγορά υπηρεσιών μεσάζοντα επιφορτισμένου να διαθέτει στην αγορά καύσιμα– χωρίς τα οικονομικά και χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα που παρέχει ο προμηθευτής. Με άλλα λόγια, εφόσον η παρατεταμένη διάρκεια της αποκλειστικής προμήθειας την οποία αναλαμβάνει ο πρατηριούχος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της συνέπειας στεγανοποίησης της αγοράς (36), ο περιορισμός αυτός αντισταθμίζεται μόνον αν τα πλεονεκτήματα τα οποία παρέχει ο προμηθευτής είναι, τουλάχιστον, σημαντικά (37).
  13. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον, όπως εκτίθεται, κατ’ ουσίαν, στη δωδέκατη και δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1984/83, η θέσπιση ειδικών κανόνων περί απαλλαγής των συμφωνιών πρατηρίων βενζίνης δικαιολογείται στο μέτρο κατά το οποίο οι συμφωνίες αυτές χαρακτηρίζονται γενικά από οικονομικά και χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα «ιδιαιτέρως σημαντικά» («particulièrement importants»), τα οποία παρέχει ο προμηθευτής και ως αντάλλαγμα για τα οποία ο μεταπωλητής αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας μακράς διαρκείας.
  14. Ασφαλώς, η διευκρίνιση, στη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1984/83, ότι τα πλεονεκτήματα που παρέχονται είναι «ιδιαιτέρως σημαντικά» («particulièrement importants»), εμφανίζεται σε ορισμένες μόνο γλωσσικές εκδοχές του κειμένου (38), ενώ οι υπόλοιπες γλωσσικές εκδοχές χρησιμοποιούν το ίδιο επίθετο που χρησιμοποιείται στο άρθρο 10 του κανονισμού [«ειδικά» («spéciaux»)] (39). Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν φαίνεται να έχει αποφασιστική σημασία, αν ληφθεί υπόψη, αφενός, ο προαναφερθείς σκοπός της επίμαχης ρυθμίσεως και, αφετέρου, το γεγονός ότι τα παραδείγματα επενδύσεων που απαριθμούνται στη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1984/83, έχουν αδιαμφισβήτητη οικονομική ή χρηματοδοτική σημασία σε όλες τις γλωσσικές εκδοχές. Τα παραδείγματα αυτά υποδηλώνουν κατ’ ουσίαν ότι τα οικεία πλεονεκτήματα, αφενός μεν, «παρέχονται» από τον προμηθευτή κατά ασύμμετρο τρόπο, δηλαδή ο προμηθευτής επενδύει περισσότερο από τον πρατηριούχο, αφετέρου δε, παρέχονται επί μακρό χρόνο, χωρίς το κόστος των επενδύσεων να μπορεί να ανακτηθεί σύντομα (40).
  15. Κατά συνέπεια, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει αν τα οικονομικά ή χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα που παρέσχε η CEPSA είναι τόσο σημαντικά ώστε να δικαιολογούν την ανάληψη από την Tobar υποχρεώσεως αποκλειστικής προμήθειας διάρκειας που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.
  16. Συναφώς, εκτός του ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι δύσκολο να δοθεί απάντηση στο επικουρικό ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο σχετικά με το αν η CEPSA προέβη σε ιδιαίτερα σημαντικές επενδύσεις στο πλαίσιο της επίδικης συμβάσεως, λόγω του ότι δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες, ιδίως όσον αφορά το συνολικό ύψος των επενδύσεων που πραγματοποίησε η προμηθεύτρια, τον ασύμμετρο χαρακτήρα τους και τον χρόνο αποσβέσεώς τους.
  17. Αν το αιτούν δικαστήριο κρίνει, υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, ότι τα πλεονεκτήματα που παρέσχε η CEPSA μπορούν να δικαιολογήσουν τη σύναψη ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας διάρκειας που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη, φρονώ ότι θα πρέπει να συνεκτιμήσει ένα επιπλέον στοιχείο, το οποίο αφορά την τροποποίηση της κοινοτικής ρυθμίσεως.
  18. Πράγματι, δεδομένου ότι, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, η ρήτρα αποκλειστικότητας συνήφθη τον Φεβρουάριο 1996 και είχε (αρχική) διάρκεια δέκα ετών (δηλαδή μέχρι τον Φεβρουάριο 2006), είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι ο κανονισμός 1984/83 καταργήθηκε με τον κανονισμό 2790/1999 από 1ης Ιουνίου 2000. Εντούτοις, το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 2790/1999, προβλέπει προθεσμία μεταφοράς μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2001 όσον αφορά τις συμφωνίες που ίσχυαν ήδη την 31η Μαΐου 2000 και οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής του κανονισμού 2790/1999, αλλά πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής του κανονισμού 1984/83. Συνεπώς, από την 1η Ιανουαρίου 2002, οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί προ της 31ης Μαΐου 2000 και πληρούν τα κριτήρια του κανονισμού 1984/83 θα πρέπει, για να τύχουν της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 2790/1999, να πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός αυτός.
  19. Αν, αντιθέτως, οι συμφωνίες αυτές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής κατά κατηγορίες τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός 1984/83, θα πρέπει, για να τύχουν της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 2790/1999, να πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός αυτός από την 1η Ιουνίου 2000.
  20. Ανεξαρτήτως της ημερομηνίας από την οποία οι συμφωνίες μπορούν να επιτρέπονται δυνάμει του κανονισμού 2790/1999, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, ιδίως, ότι η απαλλαγή κατά κατηγορίες δεν εφαρμόζεται σε κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμού, η διάρκεια της οποίας είναι απεριόριστη ή υπερβαίνει τα πέντε έτη (υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμού σιωπηρώς ανανεώσιμη πέραν της πενταετίας λογίζεται ότι συνάπτεται για απεριόριστο χρόνο) (άρθρο 5 του κανονισμού), υπό τον όρο ότι το μερίδιο αγοράς που διαθέτει ο προμηθευτής δεν υπερβαίνει το 30 % της σχετικής αγοράς στην οποία πωλεί τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αναφέρονται στη σύμβαση (άρθρο 3 του κανονισμού).
  21. Μολονότι η προβληματική που συνδέεται με τη διάρκεια της ρήτρας αποκλειστικότητας δεν θα ετίθετο αν, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, το μερίδιο αγοράς της CEPSA υπερέβαινε το 30 %, διότι αυτό θα απέκλειε αυτομάτως την εφαρμογή του καθεστώτος απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 2790/1999, θα πρέπει, ελλείψει σχετικών πληροφοριών από το αιτούν δικαστήριο, να ληφθεί ως σημείο εκκινήσεως η υπόθεση, η οποία δεν στερείται αληθοφάνειας, ότι η CEPSA δεν διαθέτει μερίδιο αγοράς αυτού του μεγέθους (41).
  22. Εφόσον η κύρια δίκη αφορά τη διάρκεια της ρήτρας αποκλειστικότητας, αν η ρήτρα αυτή δεν μπορεί να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83, θα μπορούσε να ισχύσει, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 2790/1999, μόνο μέχρι την 1η Ιουνίου 2005, εκτός αν η σύμβαση θεωρηθεί, όπως αναφέρεται κατωτέρω στο σημείο 79, ότι έχει συναφθεί για απεριόριστο χρόνο, οπότε δεν θα μπορεί να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες την οποία προβλέπει ο κανονισμός 2790/1999.
  23. Αν, αντιθέτως, η ρήτρα τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες δυνάμει του κανονισμού 1984/83 χωρίς να πληροί της προϋποθέσεις του κανονισμού 2790/1999, οι οποίες επίσης θα ισχύουν το αργότερο από την 1η Ιανουαρίου 2002, θα μπορούσε να επωφεληθεί του καθεστώτος απαλλαγών που προβλέπει ο κανονισμός 2790/1999 μέχρι τη λήξη της αρχικής συμβάσεως, εκτός αν η σύμβαση θεωρηθεί, δυνάμει του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού, ότι έχει συναφθεί για απεριόριστο χρόνο.
  24. Συναφώς, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η αρχική σύμβαση διάρκειας δέκα ετών μπορούσε να παραταθεί για διαδοχικές περιόδους πέντε ετών, κατόπιν έγγραφης συμφωνίας και προειδοποιήσεως τουλάχιστον έξι μηνών. Μολονότι ασφαλώς απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει τη σημασία αυτής της διατάξεως σύμφωνα με τη συναφή εθνική νομοθεσία, η πρόβλεψη προειδοποιήσεως κρίνεται μάλλον περίεργη, ιδίως λόγω του ότι από την απόφαση περί παραπομπής και από την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προέκυψε σαφώς αν η προειδοποίηση αυτή αφορά την πρόθεση να μην παραταθεί η σύμβαση (πράγμα που σημαίνει αναγκαστικά ότι η σύμβαση παρατείνεται υποχρεωτικά αν δεν υπάρξει προειδοποίηση, δηλαδή παρατείνεται σιωπηρά) ή την πρόθεση να παραταθεί (πράγμα που σημαίνει ότι αν η προειδοποίηση γίνει εγκαίρως, ο αντισυμβαλλόμενος δεν φαίνεται να μπορεί να αρνηθεί την παράταση της συμβάσεως). Εν πάση περιπτώσει, αν το αιτούν δικαστήριο, αφού εξετάσει την εν λόγω ρήτρα, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μορφή σιωπηρής παρατάσεως, η ρήτρα αποκλειστικότητας δεν θα μπορεί να καλυφθεί ούτε από την απαλλαγή κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83 ούτε από την απαλλαγή κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 2790/1999, εφόσον θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί για απεριόριστο χρόνο, κατά την έννοια, αντιστοίχως, του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1984/83 (42) και του άρθρου 5 του κανονισμού 2790/1999 (43).
  25. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, υπό β) και γ), που θέτει το αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι, εφόσον μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και πρατηριούχου συνάπτεται γνήσια σύμβαση αντιπροσωπείας, η ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας μπορεί να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83 υπό τον όρο ότι συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός, και ιδίως την προϋπόθεση που αφορά τη διάρκεια μιας τέτοιας ρήτρας. Συναφώς, η διάρκεια δέκα ετών κατ’ ανώτατο όριο, την οποία προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1984/83, δικαιολογείται αν τα οικονομικά και χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα τα οποία παρέχει ο προμηθευτής είναι τόσο σημαντικά ώστε, αν δεν υπήρχαν, είναι εντελώς απίθανο ο πρατηριούχος να είχε μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών μεσάζοντα επιφορτισμένου να διαθέτει στην αγορά καύσιμα. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει αν η διαφορά της κύριας δίκης πληροί την εν λόγω προϋπόθεση, ιδίως ενόψει της πραγματικής διάρκειας της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας που περιλαμβάνει η επίδικη σύμβαση, του ποσού των επενδύσεων που πραγματοποίησε η προμηθεύτρια και η πρατηριούχος και της αποσβέσεώς τους.
  26. Συμβατική σχέση μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων (σύμβαση διανομής)
  27. Στην περίπτωση συμβατικής σχέσεως ανάλογης προς σύμβαση διανομής μεταξύ δύο οικονομικά ανεξάρτητων επιχειρήσεων, η οποία μπορεί, κατ’ αρχήν, να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83, φρονώ ότι, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, η δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού αυτού, και ειδικότερα της προϋποθέσεως που αφορά τη διάρκεια της συμφωνίας, εξαρτάται από τη συμβατότητα με το άρθρο 85 της Συνθήκης της ρήτρας που αφορά την υποχρέωση της πρατηριούχου να πωλεί το καύσιμο στην τιμή που καθορίζει η προμηθεύτρια.
  28. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η ρήτρα περί επιβολής της τελικής τιμής πωλήσεως των καυσίμων στο κοινό από την προμηθεύτρια αποτελεί περιορισμό του ανταγωνισμού που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις οι οποίες μπορούν, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 1984/83, να επιβληθούν στην πρατηριούχο, επιπλέον της ρήτρας αποκλειστικότητας, την οποία προβλέπει το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού. Συνεπώς, συμφωνία που προβλέπει υποχρέωση της πρατηριούχου να εφαρμόζει την τελική τιμή πωλήσεως την οποία καθορίζει η προμηθεύτρια δεν καλύπτεται από τα άρθρα 10 έως 13 του εν λόγω κανονισμού (44). Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί σχετικά με την επιτρεπόμενη διάρκεια της συμφωνίας αποκλειστικότητας υπό το πρίσμα του κανονισμού 1984/83.
  29. Με το δεύτερο ερώτημα, υπό γ), in fine, το αιτούν δικαστήριο υπονοεί προφανώς το ενδεχόμενο η συμφωνία, παρά το ότι δεν θα μπορούσε να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83 λόγω της υποχρεώσεως της πρατηριούχου να εφαρμόζει την τελική τιμή πωλήσεως την οποία καθορίζει η προμηθεύτρια, θα μπορούσε να θεωρηθεί έγκυρη λόγω του ότι η προμηθεύτρια επέτρεψε στην πρατηριούχο, τον Νοέμβριο του 2001, να μειώσει την τιμή πωλήσεως χωρίς μείωση των εσόδων της προμηθεύτριας.
  30. Συναφώς, θα πρέπει κατ’ αρχάς να υπενθυμιστεί, ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να προσδιορίσει την έκταση της αποφάσεως της προμηθεύτριας που επηρεάζει τη συμβατική ρήτρα περί καθορισμού από την προμηθεύτρια της τελικής τιμής πωλήσεως των καυσίμων. Το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και φρονώ ότι πρέπει να κριθεί βάσει του εθνικού δικαίου, όπως επισήμανε και η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της.
  31. Αν, συνεπώς, υποτεθεί ότι η απόφαση αυτή της προμηθεύτριας καυσίμων θα πρέπει να θεωρηθεί «μονομερής τροποποίηση» της συμβατικής ρήτρας σχετικά με την τιμή (45) και ότι το ισπανικό εσωτερικό δίκαιο επιτρέπει μια τέτοια τροποποίηση, θα πρέπει να καθοριστεί, αφενός, αν η τροποποίηση αυτή επέφερε πράγματι κατάργηση του περιορισμού του ανταγωνισμού που έγκειται στον καθορισμό, από τον προμηθευτή της τελικής τιμής πωλήσεως των καυσίμων και, αφετέρου, σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, αν ο περιορισμός αυτός ισχύει αναδρομικώς ή μόνο για το μέλλον.
  32. Εντούτοις, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η μονομερής συμμόρφωση με το άρθρο 85 της Συνθήκης ρήτρας που υποχρεώνει διανομέα να μεταπωλεί προϊόν του οποίου η τιμή καθορίζεται από τον προμηθευτή μπορεί να καθιστά αναδρομικώς έγκυρη μια τέτοια ρήτρα, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω (46), η συνέπεια αυτή δεν καθιστά περιττή την αξιολόγηση της συμβατότητας της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας με το άρθρο 85 της Συνθήκης, ιδίως όσον αφορά τη διάρκεια της εν λόγω αποκλειστικότητας. Πράγματι, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η συμβατική σχέση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης είναι γνήσια σχέση αντιπροσωπείας ή όχι, το ζήτημα της συμβατότητας της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας με το άρθρο 85 της Συνθήκης τίθεται σε κάθε περίπτωση με όρους τουλάχιστον ανάλογους προς εκείνους που εκτίθενται στα σημεία 65 έως 80 των προτάσεών μου, χωρίς δηλαδή η μονομερής τροποποίηση του επιπλέον περιορισμού λόγω του καθορισμού της τελικής τιμής πωλήσεως από τον προμηθευτή να καθιστά ipso facto άκυρη την αρχική σύμβαση.
  33. Ανεξαρτήτως αυτού, αν η μη υπερβαίνουσα τα δέκα έτη διάρκεια της αποκλειστικής προμήθειας θεωρηθεί δικαιολογημένη στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να δώσει απάντηση στα ζητήματα που επισημάνθηκαν στο σημείο 86 ανωτέρω υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών και του νομικού πλαισίου που διέπει την υπόθεση.
  34. Κρίνω σκόπιμο να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις επί της ουσίας του θέματος.
  35. Όσον αφορά το πρόβλημα κατά πόσον η υποτιθέμενη μονομερής τροποποίηση από τη CEPSA της συμβατικής ρήτρας σχετικά με την τιμή καθιστά την εν λόγω ρήτρα συμβατή με το άρθρο 85 της Συνθήκης, το περιεχόμενο της αποφάσεως της CEPSA του Νοεμβρίου του 2001, όπως εκτίθεται από το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται να αποδίδει μεγαλύτερη ελευθερία στην πρατηριούχο, η οποία δεν φαίνεται να είναι πλέον υποχρεωμένη να εφαρμόζει την τελική τιμή πωλήσεως που ορίζει η προμηθεύτρια και συνεπώς μπορεί να χορηγεί εκπτώσεις στους πελάτες της, πράγμα που ευνοεί τον ανταγωνισμό μεταξύ διανομέων του ίδιου προμηθευτή.
  36. Παρά το γεγονός αυτό, όμως, και αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίστηκε η CEPSA, η δυνατότητα του προμηθευτή να επιβάλλει μέγιστη τιμή πώλησης ή να συνιστά τιμή πώλησης στον διανομέα, εφόσον υφίσταται στην κρινόμενη υπόθεση κατόπιν της προαναφερθείσας αποφάσεως της CEPSA, δεν τυγχάνει αυτομάτως της απαλλαγής από την απαγόρευση την οποία προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Πράγματι, όπως υποδηλώνει το γράμμα του άρθρου 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2790/1999, η απαλλαγή κατά κατηγορίες που ισχύει για τις κάθετες συμφωνίες τις οποίες διέπει ο εν λόγω κανονισμός μπορεί ασφαλώς να εφαρμοστεί στην περίπτωση κατά την οποία ο προμηθευτής επιβάλλει μέγιστη τιμή πωλήσεως ή συνιστά τιμή πωλήσεως, αλλά «υπό τον όρο ότι αυτές δεν ισοδυναμούν με πάγια ή ελάχιστη τιμή πώλησης συνεπεία πιέσεων οποιουδήποτε μέρους στη σύμβαση ή κινήτρων που προσφέρονται από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος». Η προϋπόθεση αυτή δεν φαίνεται να πληρούται στην περίπτωση κατά την οποία, μολονότι αναφέρεται μέγιστη ή συνιστώμενη τιμή πωλήσεως, το περιθώριο κέρδους του διανομέα ορίζεται από τον προμηθευτή (47) εις τρόπον ώστε ο προμηθευτής να μην είναι πρακτικά σε θέση να χορηγεί εκπτώσεις στην πελατεία του χρησιμοποιώντας το εν λόγω περιθώριο, ιδίως δε αν ο διανομέας υποχρεούται συγχρόνως να εξασφαλίζει σταθερά έσοδα στον προμηθευτή. Στην περίπτωση αυτή, η πάγια ή ελάχιστη τιμή πωλήσεως στην πραγματικότητα επιβάλλεται έμμεσα στον διανομέα. Δεν αποκλείεται, εξάλλου, η μέγιστη ή η συνιστώμενη από τον προμηθευτή τιμή να μπορεί, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως του προμηθευτή στην αγορά ή/και των μέσων που διαθέτει για την επιβολή κινήτρων ή κυρώσεων, να ωθήσει τους πρατηριούχους να ευθυγραμμιστούν ομοιόμορφα με την τιμή αυτή, έτσι ώστε να είναι πρακτικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να μην την εφαρμόσουν (48).
  37. Για τους λόγους αυτούς, στην περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η συμβατική σχέση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης πρέπει να χαρακτηριστεί σχέση διανομής μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, θα εναπόκειται σε αυτό να εξετάσει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, προκειμένου να εξακριβώσει αν, κατόπιν της αποφάσεως της CEPSA του Νοεμβρίου του 2001, η CEPSA επέβαλε στην Tobar, τουλάχιστον έμμεσα, την τήρηση πάγιας ή ελάχιστης τιμής πωλήσεως.
  38. Αν ισχύει αυτό –και έρχομαι πλέον στο δεύτερο ζήτημα που επισημάνθηκε στο σημείο 86 των προτάσεών μου– η σχετική με την τιμή ρήτρα, όπως τροποποιήθηκε, αλλά και η συμφωνία στο σύνολό της, δεν μπορούν να τύχουν της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 2790/1999. Ελλείψει συνεπώς ατομικής απαλλαγής ή άλλων λόγων που να επιτρέπουν την εφαρμογή των προϋποθέσεων απαλλαγής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης (49), οι οποίες είναι μάλλον αλυσιτελείς εν προκειμένω (50), η συμφωνία θα είναι άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
  39. Αν, αντιθέτως, η μονομερής τροποποίηση καθιστά τη σχετική με την τιμή συμβατική ρήτρα συμβατή με το άρθρο 85 της Συνθήκης και το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η διάρκεια της αποκλειστικής προμήθειας μπορεί να τύχει της απαλλαγής που προβλέπει ο κανονισμός 2790/1999, η συμφωνία δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να καταστεί αναδρομικά έγκυρη σε σχέση με την απαλλαγή κατά κατηγορίες την οποία προβλέπει ο κανονισμός 1984/83. Πράγματι, η αντίθετη ερμηνεία θα παρέβλεπε τον επιτακτικό χαρακτήρα της προβλεπόμενης από το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης αυτοδίκαιης ακυρότητας κάθε συμφωνίας απαγορευόμενης από το άρθρο 85 της Συνθήκης (51). Όπως προαναφέρω στο σημείο 83 των προτάσεών μου, ο καθορισμός από τον προμηθευτή της τελικής τιμής πωλήσεως των καυσίμων στο κοινό καθιστά αδύνατη την εφαρμογή των συναφών διατάξεων του κανονισμού 1984/83 στη συμφωνία αποκλειστικότητας μεταξύ προμηθεύτριας και πρατηριούχου εις τρόπον ώστε, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι που να επιτρέπουν την εφαρμογή των προϋποθέσεων απαλλαγής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η συμφωνία αυτή θα πρέπει να κριθεί άκυρη και δεν μπορεί να ανακτήσει την εγκυρότητά της κατόπιν μονομερούς τροποποιήσεως της ρήτρας που διέπει τον καθορισμό της εν λόγω τιμής.
  40. Κατόπιν των προεκτεθέντων προτείνω να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα, υπό β) και γ), η απάντηση ότι οι όροι συμβάσεως διανομής που συνάπτεται μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και πρατηριούχου και δυνάμει της οποίας ο πρατηριούχος αναλαμβάνει υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας των καυσίμων που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως μπορούν να τύχουν της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83. Τα άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού 1984/83 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι μια τέτοια σύμβαση δεν υπάγεται στον κανονισμό αυτό στον βαθμό κατά τον οποίο προβλέπει υποχρέωση του πρατηριούχου να εφαρμόζει την τελική τιμή πωλήσεως στο κοινό την οποία καθορίζει ο προμηθευτής. Η συμμόρφωση συμβατικής ρήτρας περί καθορισμού από τον προμηθευτή της τελικής τιμής πωλήσεως στο κοινό με το άρθρο 85 της Συνθήκης δεν θεραπεύει αναδρομικά την ακυρότητα των όρων της συμβάσεως που ήσαν αντίθετοι προς το άρθρο αυτό πριν την ημερομηνία συμμορφώσεως. Η προαναφερθείσα συμμόρφωση δεν απαλλάσσει επίσης την εν λόγω σύμβαση της ανάγκης, προκειμένου να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπουν οι διατάξεις του κανονισμού 1984/83 ή του μεταγενέστερου κανονισμού 2790/1999, να πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι εν λόγω κανονισμοί, και ιδίως την προϋπόθεση που αφορά την επιτρεπόμενη διάρκεια της αποκλειστικής προμήθειας.

Επί των επιπτώσεων ενδεχόμενης ακυρότητας της συμβάσεως [πρώτο ερώτημα, υπό δ)]

  1. Σε περίπτωση γνήσιας σχέσεως εμπορικής αντιπροσωπείας και εφόσον η ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας δεν μπορεί να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες την οποία προβλέπει ο κανονισμός 1984/83, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η αυτοδίκαιη ακυρότητα την οποία προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης επηρεάζει αποκλειστικά την εν λόγω ρήτρα ή τη σύμβαση στο σύνολό της.
  2. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ακυρότητα την οποία προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης και την οποία μπορούν να επικαλεστούν άπαντες, δεσμεύει τον δικαστή εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και εφόσον η οικεία συμφωνία δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Δεδομένου ότι η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, η άκυρη δυνάμει αυτής της διατάξεως συμφωνία δεν παράγει αποτελέσματα μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων. Επιπλέον, δύναται να έχει επιπτώσεις εφ’ όλων των αποτελεσμάτων, παρελθόντων ή μελλόντων, της οικείας συμφωνίας ή αποφάσεως (52).
  3. Εν τούτοις, η αυτοδίκαιη ακυρότητα την οποία προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης δεν επηρεάζει αυτομάτως την οικεία σύμβαση στο σύνολό της. Πράγματι, η ακυρότητα πλήττει μόνον τα στοιχεία της συμβάσεως που εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ή τη συμφωνία στο σύνολό της, αν κριθεί ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν μπορούν να διαχωριστούν από αυτή (53).
  4. Αν οι συμβατικές ρήτρες που δεν είναι συμβατές με το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης μπορούν να διαχωριστούν από τη συμφωνία, οι συνέπειες της ακυρότητάς τους επί των λοιπών στοιχείων της συμφωνίας ή επί των άλλων υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή δεν αφορούν το κοινοτικό δίκαιο, αλλά πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου (54). Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, τη σημασία και τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης απαγορεύσεως ορισμένων ρητρών, βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης, για το σύνολο των επίμαχων στην κύρια δίκη συμβατικών σχέσεων (55).
  5. Για τους λόγους αυτούς προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, υπό δ), η απάντηση ότι η αυτοδίκαιη ακυρότητα που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης επηρεάζει τις ρήτρες συμφωνίας οι οποίες παραβιάζουν την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, χωρίς να είναι εφαρμοστέα απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, εκτός αν τα απαγορευόμενα στοιχεία δεν μπορούν να διαχωριστούν από την εν λόγω συμφωνία, οπότε η ακυρότητα επηρεάζει τη συμφωνία στο σύνολό της. Στην περίπτωση κατά την οποία τα απαγορευόμενα στοιχεία μπορούν να διαχωριστούν από τα υπόλοιπα στοιχεία της συμφωνίας, οι συνέπειες της ακυρότητας των απαγορευόμενων ρητρών επί των υπολοίπων στοιχείων της συμφωνίας δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο.

VI – Πρόταση

  1. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει το Audiencia Provincial de Madrid ως εξής:

«1)      Όσον αφορά την αγορά πωλήσεως των εμπορευμάτων σε τρίτους, οι ρήτρες συμβάσεως, συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας περί καθορισμού της τελικής τιμής πωλήσεως στο κοινό, μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και πρατηριούχου, δυνάμει των οποίων ο πρατηριούχος φέρει, το πολύ, αμελητέο μέρος των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων που συνδέονται με την πώληση των εν λόγω εμπορευμάτων δεν συνιστούν συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ), ακόμα και αν η σύμβαση περιέχει και ρήτρα μη ανταγωνισμού ή αποκλειστικότητας δυνάμει της οποίας ο πρατηριούχος δεσμεύεται να προμηθεύεται αποκλειστικά προϊόντα του προμηθευτή.

Συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης συνιστά η ύπαρξη σε μια τέτοια σύμβαση ρήτρας μη ανταγωνισμού ή αποκλειστικότητας, με την οποία ο πρατηριούχος δεσμεύεται να προμηθεύεται αποκλειστικά προϊόντα του προμηθευτή και η οποία αφορά την αγορά υπηρεσιών μεσολαβητή.

Συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης συνιστά επίσης η σύμβαση διανομής που συνάπτεται μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και πρατηριούχου, εφόσον ο πρατηριούχος φέρει μη αμελητέο μέρος του ή των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων που συνδέονται με την πώληση των εν λόγω καυσίμων σε τρίτους.

Προκειμένου να κριθεί αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης είναι εφαρμοστέο στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει, υπό το πρίσμα των ρητρών της επίδικης συμβάσεως, την πραγματική κατανομή των οικονομικών και εμπορικών κινδύνων μεταξύ του πρατηριούχου και του προμηθευτή, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με την πώληση των εμπορευμάτων και τους κινδύνους που συνδέονται με τις προσιδιάζουσες στην αγορά επενδύσεις. Στο πλαίσιο αυτό, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η επιβαλλόμενη στην πρατηριούχο υποχρέωση να πωλεί τα καύσιμα σε καθοριζόμενη από την προμηθεύτρια τιμή δεν συνάδει προφανώς προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της Συνθήκης.

2)      Εφόσον μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και πρατηριούχου συνάπτεται γνήσια σύμβαση αντιπροσωπείας, η ρήτρα δυνάμει της οποίας ο πρατηριούχος δεσμεύεται να προμηθεύεται καύσιμα αποκλειστικά από τον προμηθευτή μπορεί να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1984/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας, υπό τον όρο ότι συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός, και ιδίως την προϋπόθεση που αφορά την επιτρεπόμενη διάρκεια μιας τέτοιας ρήτρας.

Συναφώς, η διάρκεια δέκα ετών κατ' ανώτατο όριο, την οποία προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1984/83, δικαιολογείται αν τα οικονομικά και χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα τα οποία παρέχει ο προμηθευτής είναι τόσο σημαντικά ώστε, αν δεν υπήρχαν, είναι εντελώς απίθανο ο πρατηριούχος να είχε μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών μεσάζοντα επιφορτισμένου να διαθέτει στην αγορά καύσιμα. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να αξιολογήσει αν η διαφορά της κύριας δίκης πληροί την εν λόγω προϋπόθεση, ιδίως ενόψει της πραγματικής διάρκειας της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας που περιλαμβάνει η επίδικη σύμβαση, του ποσού των επενδύσεων που πραγματοποίησε η προμηθεύτρια και η πρατηριούχος και της αποσβέσεώς τους.

3)      Οι όροι συμβάσεως διανομής που συνάπτεται μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και πρατηριούχου και δυνάμει της οποίας ο πρατηριούχος αναλαμβάνει υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας από τον προμηθευτή μπορούν να τύχουν της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός 1984/83. Τα άρθρα 10 έως 13 του κανονισμού 1984/83 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι μια τέτοια σύμβαση δεν υπάγεται στον κανονισμό αυτό στον βαθμό κατά τον οποίο προβλέπει υποχρέωση του πρατηριούχου να εφαρμόζει την τελική τιμή πωλήσεως στο κοινό την οποία καθορίζει ο προμηθευτής. Η συμμόρφωση συμβατικής ρήτρας περί καθορισμού από τον προμηθευτή της τελικής τιμής πωλήσεως στο κοινό με το άρθρο 85 της Συνθήκης δεν θεραπεύει αναδρομικά την ακυρότητα των όρων της συμβάσεως που ήσαν αντίθετοι προς το άρθρο αυτό πριν την ημερομηνία συμμορφώσεως. Η προαναφερθείσα συμμόρφωση δεν απαλλάσσει επίσης την εν λόγω σύμβαση της ανάγκης, προκειμένου να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορίες που προβλέπουν οι διατάξεις του κανονισμού 1984/83 ή του μεταγενέστερου κανονισμού (ΕΚ) 2790/1999 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1999, για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών, να πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι εν λόγω κανονισμοί, και ιδίως την προϋπόθεση που αφορά την επιτρεπόμενη διάρκεια της αποκλειστικής προμήθειας.

4)      Οι συνέπειες της αυτοδίκαιης ακυρότητας που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης επηρεάζουν τις ρήτρες συμφωνίας οι οποίες παραβιάζουν την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, χωρίς να είναι εφαρμοστέα απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, εκτός αν τα απαγορευόμενα στοιχεία δεν μπορούν να διαχωριστούν από την εν λόγω συμφωνία, οπότε η ακυρότητα επηρεάζει τη συμφωνία στο σύνολό της. Στην περίπτωση κατά την οποία τα απαγορευόμενα στοιχεία μπορούν να διαχωριστούν από τα υπόλοιπα στοιχεία της συμφωνίας, οι συνέπειες της ακυρότητας των απαγορευόμενων ρητρών επί των υπολοίπων στοιχείων της συμφωνίας δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο.»

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

2 – ΕΕ L 173, σ. 5, και διορθωτικό ΕΕ 1984, L 79, σ. 38.

3 – ΕΕ L 336, σ. 21.

4 – Η χρησιμοποίηση των δύο αυτών όρων αδιακρίτως από το αιτούν δικαστήριο μπορεί ίσως να αποδοθεί στο ότι, αντιθέτως προς τις συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας άλλων προϊόντων, όπως η μπύρα, το χαρακτηριστικό των συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας καυσίμων αυτοκινήτων και λοιπών καυσίμων, από αυστηρά υλική άποψη, είναι ότι από κάθε συγκεκριμένο πρατήριο πωλούνται καύσιμα μιας μόνον εταιρίας (χρήση ενός μόνο σήματος· «monomarquisme»): βλ., συναφώς απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑214/99, Neste (Συλλογή 2000, σ. I‑11121, σκέψη 31).

5 – Συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ζημιών λόγω ανωτέρας βίας ή λόγω ογκομετρικών διαφορών μεταξύ του παραδοθέντος και του πωληθέντος προϊόντος, οφειλομένων στη διαφορά θερμοκρασίας των καυσίμων ή σε άλλους λόγους.

6 – Βλ., επίσης, τη διατύπωση του πρώτου ερωτήματος, υπό α), την πρώτη φράση του σημείου της αποφάσεως περί παραπομπής που επιγράφεται «έβδομον» (σ. 13 του πρωτοτύπου).

7 – Συναφώς επισημαίνω ότι, αν και τα ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο αφορούν αποκλειστικά τις διατάξεις του κανονισμού 1984/83, το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής αναφέρεται και στις διατάξεις του κανονισμού 2790/1999, οι οποίες είναι επίσης κρίσιμες ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.

8 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑217/05 (Συλλογή 2006, σ. I‑11987, σκέψη 39).

9 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, C‑205/03 P, FENIN κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑6295, σκέψη 25).

10 – Βλ., με το ίδιο πνεύμα, σημείο 43 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα Kokott στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio.

11 – Όπ.π., σημείο 44. Βλ., επίσης, σημείο 19 της ανακοινώσεως της Επιτροπής με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς», ΕΕ (2000) C 291, σ. 1 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές).

12 – Βλ., Συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, σκέψεις 43 και 44.

13 – Όσον αφορά το πραγματικό μέρος, επισημαίνω ότι το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι ρήτρες της επίδικης συμβάσεως φαίνεται να είναι ταυτόσημες με τις ρήτρες των συμβάσεων τις οποίες αφορούσε η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στην προπαρατεθείσα υπόθεση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, οι οποίες, σύμφωνα με τη σκέψη 9 της εν λόγω αποφάσεως, αφορούσαν το 95 % των πρατηρίων του δικτύου CEPSA.

14 – Όπ.π., σκέψη 61.

15 – Σκέψη 62 (η υπογράμμιση δική μου).

16 – Βλ. με αυτό το πνεύμα, μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑341/05, Laval un Partneri (Συλλογή 2007, σ. Ι-11767, σκέψη 45 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

17 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, σκέψη 49 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

18 – Προπαρατεθείσα απόφαση Laval un Partneri, σκέψη 47 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

19 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, σκέψη 50.

20 – Όπ.π., σκέψη 51.

21 – Όπ.π., σκέψεις 52 έως 55.

22 – Όπ.π., σκέψη 56.

23 – Όπ.π., σκέψη 59.

24 – Όπ.π., σκέψεις 43 και 61.

25 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, προπαρατεθείσες προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Kokott, σημείο 64.

26 – Συναφώς βλ. και προπαρατεθείσες κατευθυντήριες γραμμές, σημείο 16.

27 – Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν μια συμφωνία αποκλειστικής προμήθειας έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, πρέπει να ληφθεί υπόψη το οικονομικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το δίκτυο αυτό και εντός του οποίου μπορεί να έχει, παράλληλα με άλλα δίκτυα, σωρευτική επίπτωση επί της λειτουργίας του ανταγωνισμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να εξετάζονται τα αποτελέσματα που συνεπάγεται μια τέτοια σύμβαση, σε συνδυασμό με άλλες ομοειδείς συμβάσεις, επί των δυνατοτήτων των εγχωρίων ανταγωνιστών ή των ανταγωνιστών από τα άλλα κράτη μέλη να διεισδύσουν στην αγορά που λαμβάνεται υπόψη ή να αυξήσουν το μερίδιο της αγοράς που ελέγχουν (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C‑234/89, Δηλιμίτης, Συλλογή 1991, σ. I‑935, σκέψεις 13 έως 15, και Neste, προπαρατεθείσα, σκέψη 25).

28 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, σκέψη 63.

29 – Όπ.π.

30 – Προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, σκέψη 63. Βλ. και προπαρατεθείσες προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Kokott, σημεία 45 και 74.

31 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 33 έως 37 των προτάσεών μου.

32 – Επισημαίνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1984/83, εάν η συμφωνία αφορά πρατήριο βενζίνης που ο προμηθευτής έχει παραχωρήσει στον μεταπωλητή (πρατηριούχο), με βάση σύμβαση μισθώσεως ή στα πλαίσια πραγματικής ή νομικής σχέσης χρήσεως, είναι δυνατόν να επιβάλλονται στον μεταπωλητή υποχρεώσεις αποκλειστικής προμήθειας και απαγορεύσεις του ανταγωνισμού που αναφέρονται στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού (που είναι εφαρμοστέος στις συμφωνίες πρατηρίων βενζίνης), για το συνολικό χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός εκμεταλλεύεται πράγματι το πρατήριο. Το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της ερμηνείας την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο, το οποίο επισημαίνει, εξάλλου, ότι, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, η πρατηριούχος είναι ιδιοκτήτρια του πρατηρίου.

33 – Όπως η γερμανική, η αγγλική, η φινλανδική, η ολλανδική και η σουηδική εκδοχή.

34 – Η υπογράμμιση δική μου.

35 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, και προπαρατεθείσες κατευθυντήριες γραμμές (σημεία 116, 4, και 155).

36 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, προπαρατεθείσα απόφαση Neste, σκέψεις 32 και 33.

37 – Επισημαίνω ότι με την προπαρατεθείσα απόφαση Neste (σκέψη 34), το Δικαστήριο επέμεινε στη σημασία των επενδύσεων που πραγματοποιεί ο προμηθευτής.

38 – Στην ισπανική, τη γαλλική και την πορτογαλική. Στην ιταλική εκδοχή χρησιμοποιείται ο όρος «cospicui», ο οποίος υποδηλώνει ότι τα εν λόγω πλεονεκτήματα είναι σημαντικά, ή ακόμα και μεγάλα, επιτρέποντας έτσι να περιληφθεί η εκδοχή αυτή στις προαναφερθείσες.

39 – Βλ. και γερμανική, αγγλική, φινλανδική, ολλανδική και σουηδική εκδοχή.

40 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, και κατευθυντήριες γραμμές, σημείο 116, 4).

41 _ Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή ανέφερε ότι το μερίδιο αγοράς της CEPSA ήταν κατώτερο από το ελάχιστο όριο που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 2790/1999. Ασφαλώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να επαληθεύσει αυτόν τον ισχυρισμό και, εν τέλει, να προσδιορίσει το μερίδιο αγοράς της CEPSA.

42 – Βλ., κατ’ αναλογία, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1984/83, απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουνίου 1995, T‑7/93, Langnese-Iglo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1533, σκέψη 138).

43 – Αν, στην κύρια δίκη, το εθνικό δικαστήριο δεχθεί, ενόψει του εθνικού δικαίου, ότι η ρήτρα αποκλειστικότητας συνήφθη για διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα ετών, η εξέταση του εύρους των οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων που είχε παράσχει η CEPSA μπορεί να αποδειχθεί τελικά περιττή.

44 – Προπαρατεθείσα απόφαση Confederación Española de Empresarios de Estaciόnes de Servicio, σκέψη 64 και σημείο 2 του διατακτικού.

45 – Επισημαίνεται ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης αντικρούουν τον χαρακτηρισμό αυτό της εγκρίσεως που χορήγησε η CEPSA.

46 – Λαμβανομένης υπόψη της αρχής που θεσπίζει το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης, σύμφωνα με την οποία οι απαγορευόμενες δυνάμει του άρθρου 85 της Συνθήκης συμφωνίες είναι αυτοδικαίως άκυρες. Βλ., σχετικά, σημεία 94 έως 98 των προτάσεών μου.

47 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, κατευθυντήριες γραμμές, σημείο 47. Επισημαίνεται ότι η Tobar αναφέρει στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι η CEPSA καθόριζε το εμπορικό περιθώριο των πρατηριούχων.

48 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, κατευθυντήριες γραμμές, σημεία 47 και 227.

49 – Πράγματι, τα συμβαλλόμενα μέρη σε μια τέτοια συμφωνία θα είχαν τη (θεωρητική εν προκειμένω) δυνατότητα να ζητήσουν από την Επιτροπή την έκδοση ατομικής αποφάσεως περί μη εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ή να προβάλουν το επιχείρημα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις άλλου κανονισμού απαλλαγής για άλλες κατηγορίες συμφωνιών ή ακόμα να θεμελιώσουν ότι η συμφωνία είναι συμβατή με το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης για άλλους λόγους: βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 10/86, VAG France (Συλλογή 1986, σ. 4071, σκέψεις 12 και 13), και Δηλιμίτης, προπαρατεθείσα, σκέψη 41.

50 – Οι δυνατότητες που αναφέρονται στην προηγούμενη υποσημείωση δεν εξετάστηκαν από το αιτούν δικαστήριο, ούτε προβλήθηκαν από τους διαδίκους της κύριας δίκης.

51 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C‑295/04 έως C‑298/04, Manfredi κ. λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑6619, σκέψη 57 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

52 – Όπ.π.

53 – Αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1966, 56/65, LTM (Συλλογή 1965, σ. 337), και Δηλιμίτης, προπαρατεθείσα, σκέψη 40.

54 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις VAG France προπαρατεθείσα, σκέψη 14, της 30ής Απριλίου 1998, C-230/96, Cabour (Συλλογή 1998, σ. Ι-2055, σκέψη 51), και της 30ής Νοεμβρίου 2006, C‑376/05 και C‑377/05, Brünsteiner και Hilgert (Συλλογή 2006, σ. I‑11383, σκέψη 48).

55 – Όπ.π.