Υπόθεση C-167/05 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Σουηδίας «Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ – Εσωτερικοί φόροι επιβαλλόμενοι στα προϊόντα άλλων κρατών μελών – Φόροι δυνάμενοι να προστατεύουν εμμέσως άλλα προϊόντα – Απαγόρευση διακρίσεων μεταξύ εισαγομένων προϊόντων και ομοειδών εγχωρίων προϊόντων – Ειδικοί φόροι καταναλώσεως – Διαφορετική φορολόγηση του ζύθου και του οίνου – Βάρος αποδείξεως»

 

 

 

Περίληψη της αποφάσεως

Φορολογικές διατάξεις – Εσωτερικοί φόροι – Φόροι δυνάμενοι να προστατεύσουν εμμέσως άλλα προϊόντα

[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 95, εδ. 2 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 90, εδ. 2, ΕΚ)]

Το εθνικό φορολογικό σύστημα που πλήττει τον οίνο, ο οποίος εισάγεται κυρίως από άλλα κράτη μέλη, με υψηλότερο ειδικό φόρο καταναλώσεως από αυτόν ο οποίος πλήττει τον ζύθο, προϊόν κυρίως εγχώριο, και που βασίζεται στη φορολόγηση της εκατοστιαίας κατ’ όγκο περιεκτικότητας σε αλκοόλη του οίνου και του ζύθου, προφανώς δεν έχει ως αποτέλεσμα την έμμεση προστασία του εγχωρίου ζύθου και συνεπώς δεν είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), κατά το μέτρο που, αφενός, η διαφορά μεταξύ της τιμής πωλήσεως του ενισχυμένου ζύθου και του οίνου της ενδιάμεσης κατηγορίας που τελεί σε κατάσταση ανταγωνισμού προς αυτόν είναι τέτοια, ώστε η διαφορά φορολογήσεως μεταξύ των δύο αυτών προϊόντων δεν μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του καταναλωτή στον υπό εξέταση τομέα και, αφετέρου, επιπλέον, η πραγματική ύπαρξη προστατευτικού αποτελέσματος δεν προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία που αφορούν την πώληση των οικείων προϊόντων.

(βλ. σκέψεις 57-60)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 8ης Απριλίου 2008 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ – Εσωτερικοί φόροι επιβαλλόμενοι στα προϊόντα άλλων κρατών μελών – Φόροι δυνάμενοι να προστατεύουν εμμέσως άλλα προϊόντα – Απαγόρευση διακρίσεων μεταξύ εισαγομένων προϊόντων και ομοειδών εγχωρίων προϊόντων – Ειδικοί φόροι καταναλώσεως – Διαφορετική φορολόγηση του ζύθου και του οίνου – Βάρος αποδείξεως»

Στην υπόθεση C-167/05,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 14 Απριλίου 2005,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους L. Ström van Lier, K. Gross, K. Simonsson και R. Lyal, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Βασιλείου της Σουηδίας, εκπροσωπούμενου από την K. Wistrand,

καθού,

υποστηριζόμενου από τη

Δημοκρατία της Λετονίας, εκπροσωπούμενη από τους E. Balode-Buraka και E. Broks,

παρεμβαίνουσα,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, A. Rosas, K. Lenaerts και L. Bay Larsen, προέδρους τμήματος, R. Silva de Lapuerta, K. Schiemann, P. Kūris (εισηγητή) και A. Ó Caoimh, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Μαΐου 2007,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιουλίου 2007,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Σουηδίας, εφαρμόζοντας εσωτερικούς φόρους δυνάμενους να προστατεύουν εμμέσως τον ζύθο, ο οποίος παράγεται κυρίως στη Σουηδία, έναντι του οίνου, ο οποίος εισάγεται κυρίως από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο νόμος 1994:1564 περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης

2        Η σουηδική νομοθεσία περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί των αλκοολούχων ποτών η οποία αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής περιέχεται στον νόμο 1994:1564, περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης [lagen (1994:1564) om alkoholskatt], της 15ης Δεκεμβρίου 1994 (SFS 1994, αριθ. 1564), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 2001:822 (στο εξής: νόμος περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης).

3        Το άρθρο 2 του νόμου περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης ορίζει τα εξής:

«Επιβάλλεται ειδικός φόρος καταναλώσεως επί του ζύθου που εμπίπτει στην κατηγορία 2203, εφόσον ο αλκοολικός τίτλος του υπερβαίνει το 0,5 % κατ’ όγκο.

Ο ειδικός φόρος καταναλώσεως επιβάλλεται επίσης επί των προϊόντων που περιέχουν μείγμα ζύθου και μη αλκοολούχων ποσών που εμπίπτει στην κατηγορία 2206, αν ο αλκοολικός τίτλος του μείγματος υπερβαίνει το 0,5 % κατ’ όγκο.

Ο ειδικός φόρος καταναλώσεως ανά λίτρο ανέρχεται σε 1,47 [SEK] ανά εκατοστιαία μονάδα κατ’ όγκο αλκοόλης.

Οι ζύθοι των οποίων ο αλκοολικός τίτλος δεν υπερβαίνει το 2,8 % κατ’ όγκο απαλλάσσονται.»

4        Το άρθρο 3 του ίδιου αυτού νόμου ορίζει τα εξής:

«Ο ειδικός φόρος καταναλώσεως επιβάλλεται επί του οίνου που εμπίπτει στις κατηγορίες 2204 και 2205, αν ο αλκοολικός τίτλος προέρχεται αποκλειστικά από ζύμωση και

  1. αν ο αλκοολικός τίτλος υπερβαίνει το 1,2 % κατ’ όγκο, αλλά παραμένει χαμηλότερος ή ίσος του 15 %, ή
  2. αν ο αλκοολικός τίτλος υπερβαίνει το 15 % κατ’ όγκο, αλλά παραμένει χαμηλότερος ή ίσος του 18 %, εφόσον ο οίνος δεν περιέχει καμία πρόσθετη ουσία.

Ο ειδικός φόρος καταναλώσεως ανέρχεται ανά λίτρο:

για τα ποτά των οποίων ο αλκοολικός τίτλος υπερβαίνει το 2,25 % κατ’ όγκο, αλλά είναι χαμηλότερος ή ίσος του 4,5 % κατ’ όγκο, σε 7,58 [SEK]·

για τα ποτά των οποίων ο αλκοολικός τίτλος υπερβαίνει το 4,5 % κατ’ όγκο, αλλά είναι χαμηλότερος ή ίσος του 7 % κατ’ όγκο, σε 11,20 [SEK]·

για τα ποτά των οποίων ο αλκοολικός τίτλος υπερβαίνει το 7 % κατ’ όγκο, αλλά είναι χαμηλότερος ή ίσος του 8,5 % κατ’ όγκο, σε 15,41 [SEK]·

για τα ποτά των οποίων ο αλκοολικός τίτλος υπερβαίνει το 8,5 % κατ’ όγκο, αλλά είναι χαμηλότερος ή ίσος του 15 % κατ’ όγκο, σε 22,08 [SEK], και

για τα ποτά των οποίων ο αλκοολικός τίτλος υπερβαίνει το 15 % κατ’ όγκο, αλλά είναι χαμηλότερος ή ίσος του 18 % κατ’ όγκο, σε 45,17 [SEK].

Οι οίνοι των οποίων ο αλκοολικός τίτλος δεν υπερβαίνει το 2,25 % κατ’ όγκο απαλλάσσονται.»

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

5        Η Επιτροπή, αφού έλαβε καταγγελίες σχετικές με το σουηδικό σύστημα ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του οίνου, σύμφωνα με τις οποίες ο φόρος αυτός ενέχει δυσμενή διάκριση σε σχέση με τον επιβαλλόμενο επί του ζύθου, εξέτασε την εν λόγω νομοθεσία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Βασίλειο της Σουηδίας εφάρμοζε εσωτερικές διατάξεις δυνάμενες να προστατεύουν εμμέσως τον ζύθο, ο οποίος παράγεται κυρίως στη Σουηδία, έναντι του οίνου, ο οποίος εισάγεται κυρίως από άλλα κράτη μέλη, κατά παράβαση του άρθρου 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.

6        Αφού έταξε στο κράτος μέλος αυτό προθεσμία για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, με έγγραφα που του κοινοποίησε στις 28 Φεβρουαρίου 2000 και την 1η Ιουλίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε, κατόπιν των κοινοποιήσεων αυτών, αιτιολογημένη γνώμη και συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, στις 19 Ιουνίου 2001 και στις 7 Ιουλίου 2004, αντιστοίχως.

7        Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν θεώρησε ικανοποιητικές τις νομοθετικές τροποποιήσεις που θεσπίστηκαν μετά τις 19 Ιουνίου 2001 με τους νόμους 2001:517 και 2001:822 και ότι το Βασίλειο της Σουηδίας έκρινε ότι δεν πρέπει να δεχθεί την άποψη που υποστήριξε αυτή με τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

8        Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2005, επιτράπηκε στη Δημοκρατία της Λετονίας να παρέμβει υπέρ του Βασιλείου της Σουηδίας.

 Επί της προσφυγής

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

9        Η Επιτροπή και το Βασίλειο της Σουηδίας συμφωνούν ότι, στη Σουηδία:

–        ο ζύθος αποτελεί κυρίως εγχώριο προϊόν και ο οίνος αποτελεί κυρίως εισαγόμενο προϊόν·

–        οι οίνοι που καταναλώνονται περισσότερο, οι οποίοι κατά κανόνα είναι οι λιγότερο δαπανηροί, έχουν επαρκή κοινά χαρακτηριστικά με τον ζύθο ώστε να αποτελούν, για τον καταναλωτή, προϊόν υποκαταστάσεώς του, οπότε μπορούν να θεωρηθούν ως ανταγωνιστικοί του ζύθου, υπό το πρίσμα του άρθρου 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ·

–        η φορολόγηση του ζύθου και του οίνου συνδέεται παραδοσιακά με την περιεκτικότητα των ποτών αυτών σε αλκοόλη, δηλαδή είναι ανάλογη προς τον κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο τους·

–        υπάρχει διαφορά μεταξύ του κατ’ όγκο φόρου που επιβάλλεται στον ζύθο και αυτού που επιβάλλεται στον οίνο και

–        η φορολογία μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του καταναλωτή.

10      Ωστόσο, όσον αφορά τα αναγραφόμενα στη δεύτερη και στην πέμπτη περίπτωση ανωτέρω, το Βασίλειο της Σουηδίας διατυπώνει ορισμένες επιφυλάξεις. Συγκεκριμένα, το κράτος μέλος αυτό θεωρεί ότι ο ζύθος και ο οίνος είναι μόνον εν μέρει ανταγωνιστικά και ότι η φορολογία αποτελεί απλώς έναν από τους παράγοντες που μπορούν αν επηρεάσουν τη συμπεριφορά του καταναλωτή.

11      Η Επιτροπή και το Βασίλειο της Σουηδίας συμφωνούν επίσης ότι, όταν το κράτος μέλος αυτό προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Ιανουαρίου 1995, ο φόρος που επιβαλλόταν στην εκατοστιαία κατ’ όγκο περιεκτικότητα σε αλκοόλη του ενισχυμένου ζύθου, ο οποίος οριζόταν με τον νόμο 1994:1738, περί των αλκοολούχων ποτών (alkohollagen), της 16ης Δεκεμβρίου 1994 (SFS 1994, αριθ. 1738), ως ο ζύθος του οποίου ο αλκοολικός τίτλος υπερβαίνει το 3,5 % κατ’ όγκο, και ο φόρος που επιβαλλόταν στην εκατοστιαία κατ’ όγκο περιεκτικότητα σε αλκοόλη του οίνου με αλκοολικό τίτλο 11 % κατ’ όγκο ήσαν σχεδόν οι ίδιοι.

12      Από 1ης Ιανουαρίου 1997, ο ειδικός φόρος καταναλώσεως επί του ζύθου μειώθηκε περίπου κατά 40 %.

13      Συναφώς, το Βασίλειο της Σουηδίας διευκρινίζει ότι, το 1996, η κυβέρνησή του διαπίστωσε ότι το μεθοριακό εμπόριο του ζύθου με τη Δανία, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς του φόρου επί του προϊόντος αυτού μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων κρατών μελών, είχε αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις ώστε επιβαλλόταν η μείωση του φόρου επί του ζύθου.

14      Το Βασίλειο της Σουηδίας διευκρινίζει επίσης ότι κανένα μεθοριακό εμπόριο αντίστοιχο προς το διαπιστωθέν ως προς τον ζύθο δεν αναπτύχθηκε για τον οίνο, μολονότι η σουηδική φορολογία είναι, και για το τελευταίο αυτό προϊόν, σημαντικά υψηλότερη από τη δανική φορολογία. Επομένως, κατά το κράτος μέλος αυτό, δεν υπάρχει καμία ανάγκη προσαρμογής του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του οίνου και δεν υπήρχε κανένας λόγος αναθεωρήσεως του φόρου που επιβάλλεται επί του προϊόντος αυτού παράλληλα προς τη μείωση του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του ζύθου, όταν αυτή αποφασίστηκε. Το εν λόγω κράτος μέλος προσθέτει ωστόσο ότι, κατόπιν των πιέσεων που άσκησε η Επιτροπή, ο ειδικός φόρος καταναλώσεως επί του οίνου μειώθηκε κατά 18,8 % από 1ης Δεκεμβρίου 2001 κατ’ εφαρμογή του νόμου 2001:822 και ότι, λόγω της μειώσεως αυτής, η σχέση που υπήρχε προηγουμένως μεταξύ του φόρου επί του ενισχυμένου ζύθου και του επιβαλλόμενου επί του οίνου αποκαταστάθηκε. Έτσι, οι δύο αυτοί φόροι είναι έκτοτε ισοδύναμοι.

15      Στη Σουηδία, η λιανική πώληση του οίνου, του ενισχυμένου ζύθου και των αλκοολούχων ποτών αποτελεί αντικείμενο μονοπωλίου, το οποίο έχει ανατεθεί σε μετοχική εταιρία που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Σουηδικό Δημόσιο, τη Systembolaget AB (στο εξής: Systembolaget). Από τις εξηγήσεις που παρέσχε το Βασίλειο της Σουηδίας, ως προς τις οποίες δεν αντέλεξε η Επιτροπή, προκύπτει ότι το σύστημα αυτό αποτελεί τον βασικό μηχανισμό της πολιτικής του κράτους αυτού για την καταπολέμηση του αλκοολισμού, η οποία σκοπεί στη διοχέτευση της λιανικής πωλήσεως των αλκοολούχων ποτών μέσω της εταιρίας αυτής προκειμένου να διασφαλίσει τον έλεγχο της ηλικίας των καταναλωτών και την τήρηση των ισχυουσών απαγορεύσεων πωλήσεως, διασφαλίζοντας συγχρόνως τη δυνατότητα προσβάσεως στα οικεία προϊόντα.

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

16      Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο σουηδικός ζύθος, κυρίαρχο προϊόν στις πωλήσεως οινοπνεύματος στη σουηδική αγορά, πλήττεται με χαμηλότερο φόρο καταναλώσεως απ’ ό,τι ο οίνος της ανταγωνιστικής κατηγορίας. Κατά την άποψή της, η διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο επηρεάζει την επιλογή του καταναλωτή, καθόσον η δομή και τα χαρακτηριστικά του επίμαχου φορολογικού συστήματος ενισχύουν την ιστορική, όπως λέγεται, προτίμηση του Σουηδού καταναλωτή για τον ζύθο. Η κατάσταση αυτή είναι δυσμενής για τον οίνο, ο οποίος εισάγεται κυρίως από άλλα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, έχει υπέρ του ζύθου, ο οποίος παράγεται κυρίως στη Σουηδία, προστατευτικό αποτέλεσμα απαγορευόμενο από το άρθρο 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.

17      Εξετάζοντας τη διάρθρωση των οικείων σουηδικών φορολογικών διατάξεων, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, παρά τη μείωση του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του οίνου, από 1ης Δεκεμβρίου 2001 κατ’ εφαρμογήν του νόμου 2001:822, το προϊόν αυτό όχι μόνον εξακολουθεί να υπόκειται σε υψηλότερο ειδικό φόρο καταναλώσεως απ’ ό,τι ο ζύθος, αλλά επιπλέον ο φόρος αυξάνει προοδευτικά αναλόγως του αλκοολικού τίτλου του οίνου, σύμφωνα με την κλίμακα ειδικών φόρων καταναλώσεως του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του νόμου περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης. Έτσι, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, επί οίνου με αλκοολικό τίτλο 12,5 % κατ’ όγκο, ο οποίος κατ’ αυτήν είναι συνήθης, αντιστοιχεί ειδικός φόρος καταναλώσεως ανερχόμενος σε 1,77 SEK ανά εκατοστιαία μονάδα κατ’ όγκο αλκοόλης, υπάρχει δηλαδή διαφορά περίπου 20 % σε σχέση με τον ειδικό φόρο καταναλώσεως επί του ζύθου (1,47 SEK ανά εκατοστιαία μονάδα κατ’ όγκο αλκοόλης).

18      Υπογραμμίζει ότι η τελική τιμή περιλαμβάνει και τον φόρο προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) ποσοστού 25 %, υπολογιζόμενο επί της τιμής που περιλαμβάνει τον ειδικό φόρο καταναλώσεως, με αποτέλεσμα, δεδομένου ότι ο οίνος πλήττεται με υψηλότερο ειδικό φόρο καταναλώσεως απ’ ό,τι ο ζύθος, η διαφορά να πολλαπλασιάζεται επί τον ΦΠΑ, πράγμα που ενισχύει το προστατευτικό αποτέλεσμα του επίμαχου φορολογικού συστήματος.

19      Εντεύθεν συνάγεται, κατά την Επιτροπή, ότι ο οίνος φορολογείται βαρύτερα απ’ ό,τι ο ζύθος και ότι το ποσοστό του φόρου είναι υψηλότερο στην τιμή των πλέον πωλουμένων οίνων (με αλκοολικό τίτλο από 8,5 έως 15 % κατ’ όγκο, οι οποίοι εμπίπτουν σε ένα φάσμα τελικής τιμής πωλήσεως από 49 έως 70 SEK, στο εξής: μέση κατηγορία) απ’ ό,τι στην τιμή του ζύθου.

20      Όσον αφορά τη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του ζύθου και του οίνου, η Επιτροπή φρονεί ότι στη Σουηδία υπάρχει σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του ενισχυμένου ζύθου, προϊόντος που δεσπόζει στις πωλήσεις στη σουηδική αγορά και των οίνων της μέσης κατηγορίας. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι ο οίνος πρέπει να αγοράζεται στα σημεία πωλήσεως της Systembolaget, όπως και ο ενισχυμένος ζύθος, ενώ ο ζύθος του οποίου ο αλκοολικός τίτλος είναι χαμηλότερος του 3,5 % διατίθεται στα καταστήματα τροφίμων. Ο ενισχυμένος ζύθος και ο οίνος τελούν συνεπώς σε σχέση ανταγωνισμού στα ίδια σημεία πωλήσεως. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι ο καταναλωτής είναι υποχρεωμένος να απευθυνθεί στη Systembolaget για να αγοράσει ενισχυμένο ζύθο και οίνο αποτελεί στοιχείο ικανό να ενισχύσει τη δυνατότητα υποκαταστάσεως και, επομένως, τη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των δύο αυτών προϊόντων. Εξάλλου, διευκρινίζει ότι ο οίνος και ο ζύθος διατίθενται μόνο στα εστιατόρια και καταστήματα εστιάσεως που διαθέτουν ειδική άδεια όπου, επομένως, τα δύο ποτά μπορούν επίσης να τελούν σε σχέση ανταγωνισμού.

21      Η Επιτροπή συγκρίνει την επιρροή του επίμαχου φορολογικού συστήματος, λαμβανομένων υπόψη της τιμής, του αλκοολικού τίτλου και του όγκου του ζύθου και του οίνου, αντιστοίχως, και υποστηρίζει ότι, όποια και αν είναι η επιλεγείσα μέθοδος συγκρίσεως, το φορολογικό βάρος που πλήττει τον οίνο είναι σαφώς υψηλότερο από το επιβαλλόμενο επί του ζύθου. Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρεί ότι η επίπτωση της φορολογίας είναι πιο έντονη για τους οίνους των οποίων η τελική τιμή κυμαίνεται μεταξύ 41 και 70 SEK, οι οποίοι αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα λιανικών πωλήσεων του προϊόντος αυτού (78,7 % το 2003).

22      Όσον αφορά την υπό το πρίσμα του άρθρου 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ εκτίμηση του προστατευτικού χαρακτήρα του επίμαχου φορολογικού συστήματος, η Επιτροπή φρονεί ότι είναι καθοριστική όχι μόνον η απόδειξη του προστατευτικού χαρακτήρα του συστήματος αυτού, αλλά και η απόδειξη του αποτελέσματος του εν λόγω χαρακτήρα ως προς τον καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να ωθείται άμεσα ή έμμεσα, πράγματι ή εν δυνάμει, να επιλέξει ένα εγχώριο προϊόν το οποίο, ελλείψει του στοιχείου αυτού, θα ήταν ισοδύναμο με ένα εισαγόμενο προϊόν και, επομένως, ανταγωνιστικό αυτού.

23      Θεωρεί ότι το επίμαχο στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυής φορολογικό σύστημα έχει το ίδιο αντικείμενο με το σύστημα που αφορά η σκέψη 27 της αποφάσεως της 12ης Ιουλίου 1983, 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1983, σ. 2265), ως προς το οποίο το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε ως αποτέλεσμα να επιβάλλει στον οίνο προελεύσεως άλλων κρατών μελών πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση, ικανή να εξασφαλίσει την προστασία της εθνικής παραγωγής ζύθου, καθόσον αυτή αποτελεί το πλησιέστερο σημείο αναφοράς από πλευράς ανταγωνισμού. Η Επιτροπή, αναφερόμενη στην απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 207, σκέψη 14), θεωρεί ότι το εν λόγω σύστημα παγιώνει τις καταναλωτικές συνήθειες, ενισχύοντας το πλεονέκτημα του ζύθου, του εγχωρίου προϊόντος, και εισάγοντας δυσμενή διάκριση έναντι των εμπορικών δυνατοτήτων του οίνου, του προερχομένου από άλλα κράτη μέλη προϊόντος.

24      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Βασίλειο της Σουηδίας χρησιμοποιεί έτσι τη φορολογία για να επηρεάσει τη συμπεριφορά του καταναλωτή όσον αφορά όχι μόνον την επιλογή των προϊόντων, αλλά και την επιλογή μεταξύ ανταγωνιστικών προϊόντων. Κατ’ αυτήν, από τις στατιστικές που δημοσιεύει η Systembolaget προκύπτει ότι, πριν από την κατά 40 % μείωση του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του ζύθου και την ταυτόχρονη ελαφρά αύξηση του φόρου επί του οίνου από 1ης Ιανουαρίου 1997, οι όγκοι πωλήσεων του ζύθου και του οίνου ήσαν σχετικώς παρεμφερείς και ότι, κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, οι πωλήσεις οίνου μειώθηκαν κατά 3,7 %, ενώ οι πωλήσεις ζύθου αυξήθηκαν κατά 8,9 %. Μετά τη μείωση, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως ελαφρά, του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του οίνου από 1ης Δεκεμβρίου 2001, οι πωλήσεις οίνου αυξήθηκαν κατά 11 %, δηλαδή σημειώθηκε η μεγαλύτερη αύξηση που έχει διαπιστωθεί κατά το διάστημα από το 1995 μέχρι το 2004. Ωστόσο, από τις ίδιες στατιστικές προκύπτει επίσης ότι, παραλλήλως προς αυτή την αύξηση των πωλήσεων οίνου, οι πωλήσεις ζύθου σημείωσαν σαφώς μεγαλύτερη αύξηση σε ποσοστό επί τοις εκατό. Η Επιτροπή προσθέτει ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξετασθούν λαμβανομένου υπόψη του ότι το Βασίλειο της Σουηδίας χρησιμοποιεί τη φορολογία ως μέσο για να ενισχύσει έναν προσανατολισμό της καταναλώσεως των οικείων προϊόντων.

25      Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι η μεταβολή των όγκων πωλήσεων των δύο αυτών ποτών οφείλεται στη διαφορά φορολογικής μεταχειρίσεως, η οποία θεσπίστηκε μεταξύ τους το 1997 και η οποία σκοπούσε σαφώς στην προστασία της εγχώριας παραγωγής ζύθου, και εξηγείται από τη διαφορά αυτή. Αυτό το προστατευτικό αποτέλεσμα διαρκεί ακόμη. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, μολονότι ο ειδικός φόρος καταναλώσεως που επιβάλλεται επί του οίνου μειώθηκε επίσης, η μείωσή του δεν είναι το ίδιο σημαντική με αυτή του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του ζύθου και ο φόρος καταναλώσεως επί του οίνου παραμένει παρά ταύτα υψηλότερος από τον φόρο επί του ζύθου, οπότε το επίμαχο φορολογικό σύστημα έχει ως αποτέλεσμα την προώθηση του ζύθου σε σχέση με τον οίνο.

26      Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι, χωρίς το Βασίλειο της Σουηδίας να πρέπει να φορολογεί τον ζύθο και τον οίνο με συγκεκριμένο συντελεστή, πρέπει να καθορίζει τον ειδικό φόρο καταναλώσεως επί αυτών των ανταγωνιστικών προϊόντων έτσι ώστε τα εγχώρια προϊόντα να μην ευνοούνται σε οποιοδήποτε επίπεδο. Διευκρίνισε, συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, κατά την άποψή της, έπρεπε να επέλθει νέα μείωση της φορολογίας του οίνου, της ίδιας τάξεως με την πραγματοποιηθείσα από 1ης Δεκεμβρίου 2001.

27      Το Βασίλειο της Σουηδίας αμφισβητεί ότι παρέβη τις υποχρεώσεις του από το άρθρο 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Συγκεκριμένα, οι επίμαχοι φορολογικοί κανόνες, οι οποίοι δεν ταυτίζονται καθεαυτοί, δεν έχουν ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα την έμμεση προστασία του εμπορίου ζύθου από τον ανταγωνισμό του οίνου.

28      Το Βασίλειο της Σουηδίας θεωρεί ότι η εκτίμηση του επίμαχου φορολογικού καθεστώτος υπό το πρίσμα του άρθρου 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να βασίζεται σε σύγκριση μεταξύ, αφενός, των πλέον πωλούμενων δυνατών ζύθων και, αφετέρου, των πλέον πωλούμενων και φθηνότερων οίνων με αλκοολικό τίτλο περίπου 11 % κατ’ όγκο.

29      Κατά το κράτος μέλος αυτό, το καθοριστικό ερώτημα είναι αν η φορολογική επιβάρυνση που πλήττει αυτά τα ανταγωνιστικά προϊόντα είναι τέτοια ώστε μπορεί να επηρεάσει τη σχετική αγορά, μειώνοντας την εν δυνάμει κατανάλωση των εισαγομένων προϊόντων υπέρ των εγχωρίων προϊόντων.

30      Τα αποτελέσματα των εθνικών φορολογικών κανόνων πρέπει να εκτιμηθούν σε δύο στάδια. Κατ’ αρχάς, πρέπει να πραγματοποιηθεί μια σύγκριση των τιμών από πλευράς της επιρροής που ασκούν στην επιλογή του καταναλωτή μεταξύ ζύθου και οίνου και, στη συνέχεια, να μελετηθούν οι στατιστικές που αφορούν τη διάρθρωση των πωλήσεων ως προς την επιλογή μεταξύ των προϊόντων αυτών.

31      Όσον αφορά τη σύγκριση μεταξύ των τιμών πωλήσεως του ζύθου και του ανταγωνιστικού οίνου, το Βασίλειο της Σουηδίας θεωρεί ότι η επιλογή της βάσεως υπολογισμού που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τη σύγκριση αυτή δεν είναι προφανής και ότι δεν προκύπτει εύκολα ποια σύγκριση τιμών δίδει την πιο πιστή εικόνα της σχέσεως ανταγωνισμού.

32      Δεδομένου ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας προσφυγής λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως, το εν λόγω κράτος μέλος δεν θεωρεί αναγκαίο να παραθέσει όλες τις δυνατές συγκρίσεις της τελικής τιμής πωλήσεως των επιμάχων προϊόντων. Θεωρεί επαρκές να εμμείνει εν προκειμένω, όπως στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, 356/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ. 3299), στα αποτελέσματα της συγκρίσεως της τιμής πωλήσεως ενός λίτρου ζύθου και ενός λίτρου οίνου. Στην υπό κρίση υπόθεση, η σύγκριση αυτή εμφαίνει επίσης ότι δεν είναι δυνατόν να μη ληφθεί υπόψη η ουσιώδης διαφορά τιμής μεταξύ ζύθου και οίνου, ανεξαρτήτως της διαφοράς της φορολογικής επιβαρύνσεως που επιβάλλεται στα προϊόντα αυτά.

33      Το Βασίλειο της Σουηδίας θεωρεί ότι η σύγκριση της τιμής πωλήσεως ενός λίτρου του πλέον πωλούμενου ενισχυμένου ζύθου και ενός λίτρου του πλέον πωλούμενου και φθηνότερου οίνου με αλκοολικό τίτλο περίπου 11 % κατ’ όγκο εμφαίνει ότι η διαφορά φορολογικής επιβαρύνσεως μεταξύ των προϊόντων αυτών δεν είναι τέτοια ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει τη συμπεριφορά του καταναλωτή. Συγκεκριμένα, ο οίνος αυτός, έστω και πληττόμενος με τον ίδιο φόρο όπως ο ενισχυμένος ζύθος που συγκρίνεται προς αυτόν, είναι δυο φορές ακριβότερος από αυτόν. Συνεπώς, μια λυσιτελής σύγκριση των τιμών δεν θα μπορούσε να στηρίξει το συμπέρασμα ότι οι επίμαχοι σουηδικοί φορολογικοί κανόνες μπορούν να επηρεάσουν την επιλογή του καταναλωτή, ευνοώντας το εμπόριο του ζύθου, εγχωρίου προϊόντος, εις βάρος του εμπορίου του οίνου, εισαγομένου προϊόντος.

34      Έτσι, το Βασίλειο της Σουηδίας, υποστηριζόμενο από τη Δημοκρατία της Λετονίας, θεωρεί ότι η Επιτροπή, με τις συγκρίσεις τιμών τις οποίες πραγματοποιεί, δεν αποδεικνύει ότι η διαφορά τιμής μεταξύ των ζύθων και των οίνων παρεμφερούς ποιότητας είναι τόσο ασήμαντη ώστε η διαφορά φορολογικής επιβαρύνσεως μεταξύ των δύο προϊόντων να μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του καταναλωτή.

35      Υποστηρίζει περαιτέρω ότι οι στατιστικές που αφορούν τις τάσεις της καταναλώσεως ζύθου και οίνου τις οποίες επικαλέστηκε η Επιτροπή δεν παρέχουν καμία ένδειξη ως προς το προστατευτικό αποτέλεσμα το οποίο οι σουηδικοί κανόνες υποτίθεται ότι έχουν στο εμπόριο ζύθου. Συναφώς, το Βασίλειο της Σουηδίας ισχυρίζεται ότι από την εξέταση του συνόλου των στατιστικών της Systembolaget, του Skatteverket (σουηδικής αρχής έμμεσης και άμεσης φορολογίας) και της Svenska Bryggareföreningen (σουηδικής ομοσπονδίας ζυθοποιών) προκύπτει η πιο πιστή εικόνα της καταστάσεως. Διευκρινίζει ότι, από το 1996, ο όγκος των πωλήσεων ενισχυμένου ζύθου υπερέβαινε σχεδόν σταθερά τον όγκο πωλήσεων οίνου περίπου κατά 100 000 000 l ετησίως.

36      Το κράτος μέλος αυτό συμμερίζεται μεν την άποψη της Επιτροπής ότι από τις στατιστικές πωλήσεων προκύπτει ότι, σε απόλυτα μεγέθη, ο καταναλωτής είναι ευαίσθητος στη φορολογία, δεδομένου ότι αυτή επηρεάζει την τιμή του προϊόντος επί του οποίου επιβάλλεται, θεωρεί όμως συγχρόνως ότι ο μηχανισμός των τιμών είναι σημαντικός για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής του για την καταπολέμηση του αλκοολισμού. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο καταναλωτής αντιδρά σε μια μείωση των τιμών με μεγαλύτερη κατανάλωση δεν αποδεικνύει ότι, για τον λόγο αυτόν, τροποποιεί τη συμπεριφορά του κατά την επιλογή μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών αλκοολούχων ποσών. Αντιθέτως, η ευαισθησία στις τιμές αποτελεί επιχείρημα κατά της απόψεως ότι η προς τα κάτω προσαρμογή της τιμής του οίνου, η οποία θα κατέληγε σε απολύτως όμοια φορολόγηση του οίνου και του ενισχυμένου ζύθου, θα μπορούσε να συνεπάγεται αύξηση της καταναλώσεως του οίνου εις βάρος του ζύθου, δεδομένου ότι, αν ο οίνος έχει τη διπλάσια τιμή από τον ενισχυμένο ζύθο παρά τη μείωση του φόρου που τον πλήττει, ο καταναλωτής, ο οποίος είναι ευαίσθητος στην τιμή, δεν θα στραφεί προς τον οίνο.

37      Η Δημοκρατία της Λετονίας θεωρεί ουσιώδες να εξετασθεί το ζήτημα της αλληλεπιδράσεως της ζητήσεως του οίνου και του ζύθου. Κατά τη γνώμη της, η ζήτηση των προϊόντων αυτών είναι σχετικώς ανελαστική, δεδομένου ότι η ζήτηση δεν είναι ευαίσθητη στην εξέλιξη των τιμών. Συνάγει εντεύθεν ότι η τιμή του ζύθου και η τιμή του οίνου δεν αποτελούν καθοριστικό παράγοντα στην επιλογή του καταναλωτή.

38      Το Βασίλειο της Σουηδίας θεωρεί επιπλέον ότι η άποψη της Επιτροπής ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο ο ειδικός φόρος καταναλώσεως επηρεάζει την επιλογή του καταναλωτή μεταξύ ζύθου και οίνου υπεραπλουστεύει την κατάσταση. Πράγματι, δεδομένου ότι τα δύο αυτά προϊόντα δεν είναι απολύτως εναλλάξιμα, άλλοι παράγοντες πλην της φορολογίας θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επιλογή του καταναλωτή.

39      Το Βασίλειο της Σουηδίας, υποστηριζόμενο από τη Δημοκρατία της Λετονίας θεωρεί επίσης ότι οι σκέψεις που διατύπωσε η Επιτροπή όσον αφορά την εξέλιξη των συνηθειών της καταναλώσεως οίνου και ζύθου δεν αρκούν για να αποδειχθεί με βεβαιότητα η ύπαρξη σχέσεως μεταξύ των μεταβολών της καταναλώσεως και του γεγονότος ότι η φορολογία του οίνου είναι οριακά υψηλότερη από τη φορολογία του ζύθου. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το σουηδικό φορολογικό σύστημα έχει, στην πράξη, προστατευτικό αποτέλεσμα για το εμπόριο του ζύθου.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

40      Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 90 ΕΚ), στο σύνολό του, αποσκοπεί στην κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών υπό ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού, μέσω της εξάλειψης κάθε μορφής προστασίας που μπορεί να προκύψει από την επιβολή εσωτερικών φόρων συνιστώντων διάκριση εις βάρος προϊόντων άλλων κρατών μελών, και στην εξασφάλιση της πλήρους ουδετερότητας των εσωτερικών φόρων από πλευράς ανταγωνισμού μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων (απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 6).

41      Υπ’ αυτό το πρίσμα, η λειτουργία του άρθρου 90, δεύτερη παράγραφος, ΕΚ είναι να καταλαμβάνει κάθε εκδήλωση έμμεσου φορολογικού προστατευτισμού, στην περίπτωση εισαγομένων προϊόντων που, χωρίς να είναι ομοειδή, κατά την έννοια της πρώτης παραγράφου, προς τα εγχώρια προϊόντα, βρίσκονται ωστόσο προς ορισμένα από αυτά σε σχέση ανταγωνισμού, έστω και μερική, έμμεση ή ενδεχόμενη (αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 7, και της 11ης Αυγούστου 1995, C-367/93 έως C-377/93, Roders κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. I-2229, σκέψη 38).

42      Κατά συνέπεια, προς εξέταση της συμβατότητας του επικριθέντος από την Επιτροπή φορολογικού συστήματος προς το άρθρο 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει πρώτον να διευκρινισθεί κατά πόσον ο ζύθος και ο οίνος μπορούν να θεωρηθούν ανταγωνιστικά προϊόντα υπό το πρίσμα της διατάξεως αυτής.

43      Από τη νομολογία προκύπτει ότι ο οίνος και ο ζύθος μπορούν, ως εκ της φύσεώς τους, να ικανοποιούν ως ένα βαθμό τις ίδιες ανάγκες, έτσι ώστε πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται μεταξύ τους ορισμένος βαθμός υποκαταστάσεως, αν και το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, λαμβανομένων υπόψη των μεγάλων διαφορών μεταξύ των οίνων ως προς την ποιότητα και, επομένως, ως προς την τιμή, η αποφασιστική σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του ζύθου, ποτού λαϊκής και ευρείας καταναλώσεως, και του οίνου πρέπει να στοιχειοθετηθεί με βάση τους οίνους που είναι πιο προσιτοί στο ευρύ κοινό, και τέτοιοι γενικά είναι οι ελαφρότεροι και οι φθηνότεροι, και ότι σ’ αυτή τη βάση, επομένως, πρέπει να γίνονται συγκρίσεις σχετικά με τη φορολογία (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 10 και την παρατιθέμενη νομολογία).

44      Οι σκέψεις αυτές ισχύουν και στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι από τα υποβληθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει καμία ιδιομορφία της σουηδικής αγοράς που θα μπορούσε να δικαιολογήσει διαφορετική εκτίμηση. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι, εν προκειμένω, μόνον οι οίνοι της μέσης κατηγορίας, οι οποίοι μπορούν να πωλούνται λιανικώς μόνον από τη Systembolaget, παρουσιάζουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τον ενισχυμένο ζύθο, ο οποίος έχει αλκοολικό τίτλο τουλάχιστον 3,5 % κατ’ όγκο και πωλείται λιανικώς επίσης αποκλειστικώς από τη Systembolaget, ώστε να αποτελούν εναλλακτική επιλογή για τον καταναλωτή, και μπορούν επομένως να θεωρηθούν ως ανταγωνιστικοί του ενισχυμένου ζύθου, κατά την έννοια του άρθρου 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.

45      Δεύτερον, πρέπει να συγκριθούν τα φορολογικά συστήματα στα οποία υπόκεινται τα εν λόγω προϊόντα, προκειμένου να προσδιορισθεί η ενδεχόμενη διαφορετική φορολόγηση στην οποία υπόκεινται καθώς και η έκταση της διαφοράς αυτής.

46      Η Επιτροπή και το Βασίλειο της Σουηδίας διαφωνούν ως προς τη λυσιτέλεια της εν προκειμένω εφαρμογής των μεθόδων συγκρίσεως που χρησιμοποιήθηκαν με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου και Επιτροπή κατά Βελγίου, προκειμένου να εκτιμηθεί η από φορολογικής απόψεως σχέση μεταξύ του ζύθου και του οίνου.

47      Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η πλέον λυσιτελής στην υπό κρίση υπόθεση σύγκριση είναι η σύγκριση μεταξύ των ειδικών φόρων καταναλώσεως που καθορίζονται με βάση τον αλκοολικό τίτλο κατ’ όγκο των δύο αυτών ποτών.

48      Πράγματι, επισημαίνεται, όπως έπραξε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 54 των προτάσεών του, ότι η περιεκτικότητα σε αλκοόλη είναι το πλέον λυσιτελές κριτήριο εκτιμήσεως εν προκειμένω, δεδομένου ότι στη Σουηδία χρησιμοποιείται ως βάση για τον καθορισμό του ειδικού φόρου καταναλώσεως. Πρόκειται, επιπλέον, για αντικειμενικό κριτήριο που αντικατοπτρίζει τα χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων.

49      Δυνάμει του άρθρου 2 του νόμου περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης, ο φόρος καταναλώσεως επί του ζύθου είναι σταθερός ενώ, κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού, ο επιβαλλόμενος επί του οίνου είναι προοδευτικός και διαφέρει αναλόγως των κατηγοριών που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι ο συντελεστής του ΦΠΑ είναι 25 % επί της τιμής πωλήσεως, περιλαμβανομένου του ειδικού φόρου καταναλώσεως, και για τα δύο προϊόντα.

50      Έτσι, όπως προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ του ύψους των φόρων σε σχέση τον αλκοολικό τίτλο, ένας οίνος ο οποίος τελεί σε σχέση ανταγωνισμού με τον ενισχυμένο ζύθο και έχει αλκοολικό τίτλο 12,5 % κατ’ όγκο υπόκειται σε φόρο ανά εκατοστιαία μονάδα όγκου αλκοόλης ανά λίτρο κατά 20 % περίπου υψηλότερο από αυτόν του ενισχυμένου ζύθου (1,77 SEK έναντι 1,47 SEK), διαφορά η οποία αυξάνει σε 36 % για έναν οίνο με αλκοολικό τίτλο 11 % κατ’ όγκο (2 SEK έναντι 1,47 SEK) και σε 50 % για έναν οίνο με αλκοολικό τίτλο 10 % κατ’ όγκο (2,208 SEK έναντι 1,47 SEK).

51      Συνεπώς, ο οίνος που τελεί σε σχέση ανταγωνισμού με τον ενισχυμένο ζύθο υπόκειται σε υψηλότερη φορολογία από αυτόν.

52      Τρίτον, πρέπει να εξακριβωθεί αν η υψηλότερη αυτή επιβάρυνση του οίνου σε σχέση με τον ενισχυμένο ζύθο είναι ικανή να επηρεάσει τη σχετική αγορά, προκαλώντας μείωση της δυνητικής καταναλώσεως των εισαγομένων προϊόντων προς όφελος των ανταγωνιστικών τους εγχωρίων προϊόντων (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 15, και Roders κ.λπ., σκέψη 39).

53      Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαφορά που υφίσταται μεταξύ των τιμών πωλήσεως των εξεταζομένων προϊόντων και η επίπτωση αυτής της διαφοράς στην επιλογή του καταναλωτή, καθώς και η εξέλιξη της καταναλώσεως των εν λόγω προϊόντων (απόφαση Roders κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 39).

54      Προκειμένου να επιτευχθεί η εκτίμηση αυτή, πρέπει να επιλεγεί μια συγκριτική μέθοδος η οποία γίνεται εν τέλει δεκτή από αμφοτέρους τους διαδίκους, αφορώσα ένα λίτρο οίνου και ένα λίτρο ζύθου, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τη λυσιτέλεια άλλης μεθόδου για την υπό κρίση υπόθεση.

55      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέσχαν η Επιτροπή και το Βασίλειο της Σουηδίας, η σχέση μεταξύ της τελικής τιμής πωλήσεως, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, ενός λίτρου ενισχυμένου ζύθου και ενός ανταγωνιστικού προς αυτόν οίνου είναι της τάξεως του 1 προς 2.

56      Όπως προκύπτει από τα παρασχεθέντα στο Δικαστήριο στοιχεία, ακόμη και αν, υποτεθείσθω, ο ειδικός φόρος καταναλώσεως, όπως προβλέπεται για τον ενισχυμένο ζύθο, ήτοι 1,47 SEK ανά εκατοστιαία μονάδα όγκου αλκοόλης ανά λίτρο, επιβαλλόταν στον οίνο που τελεί σε σχέση ανταγωνισμού με αυτόν, όπως είναι ο οίνος με 12,5 % κατ’ όγκο αλκοόλης, η μείωση της τελικής τιμής πωλήσεως, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, ενός λίτρου από τον οίνο αυτόν θα ανερχόταν σε 4,63 SEK (0,5 ευρώ), ή σε ποσοστό 6,65 %. Παρά τη μείωση αυτή, η σχέση μεταξύ τελικής τιμής πωλήσεως, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, του ενισχυμένου ζύθου και αυτής του οίνου που τελεί σε κατάσταση ανταγωνισμού προς αυτόν εξακολουθεί να είναι της τάξεως του 1 προς 2. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η σχέση μεταξύ τελικών τιμών πωλήσεως θα ανερχόταν σε 1 προς 2,1 αντί του 1 προς 2,3.

57      Συνεπώς, από τη σύγκριση της σχέσεως μεταξύ των τιμών πωλήσεως ενός λίτρου ενισχυμένου ζύθου και ενός λίτρου οίνου που τελεί σε κατάσταση ανταγωνισμού προς αυτόν προκύπτει ότι η διαφορά τιμής μεταξύ των δύο αυτών προϊόντων είναι σχεδόν η ίδια πριν και μετά τη φορολόγηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν η διαφορά που υπάρχει μεταξύ της τιμής πωλήσεως, αντιστοίχως, του ζύθου και του οίνου οι οποίοι τελούν σε κατάσταση ανταγωνισμού είναι χαμηλότερη από τη διαπιστωθείσα από το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, υπογραμμίζεται ότι η διαφορά τιμής πωλήσεως που διαπιστώθηκε στην υπό κρίση υπόθεση είναι παρά ταύτα τέτοια ώστε η διαφορά φορολογήσεως μεταξύ των δύο αυτών προϊόντων δεν μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του καταναλωτή του υπό εξέταση τομέα.

58      Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι, εν προκειμένω, η διαφορά μεταξύ της τιμής, αντιστοίχως, του ενισχυμένου ζύθου με αλκοολικό τίτλο τουλάχιστον 3,5 % κατ’ όγκο και του οίνου της ενδιάμεσης κατηγορίας, ο οποίος τελεί σε σχέση ανταγωνισμού προς αυτόν, είναι τόσο μειωμένη ώστε η διαφορά μεταξύ των εφαρμοστέων επί των προϊόντων αυτών ειδικών φόρων καταναλώσεως στη Σουηδία να μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του καταναλωτή. Λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως περί της σχέσεως μεταξύ των τελικών τιμών πωλήσεων η οποία πραγματοποιήθηκε στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, η εφαρμογή του επίμαχου φορολογικού συστήματος προφανώς δεν έχει ως αποτέλεσμα την έμμεση προστασία της σουηδικής μπύρας, υπό την έννοια του άρθρου 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, απλώς και μόνον λόγω του ότι συνεπάγεται ότι ο οίνος, ο οποίος εισάγεται κυρίως από άλλα κράτη μέλη, υπόκειται σε βαρύτερο φόρο απ’ ό,τι ο ζύθος, προϊόν κυρίως εγχώριο.

59      Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με την πώληση των οικείων προϊόντων τα οποία προσκόμισε η Επιτροπή εμφαίνουν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μια κάποια ευαισθησία του καταναλωτή στις μεταβολές των τιμών για σύντομο διάστημα, χωρίς διαρκή τροποποίηση των καταναλωτικών συνηθειών υπέρ του ζύθου και εις βάρος του οίνου.

60      Βεβαίως, το Δικαστήριο υπενθύμισε με τη σκέψη 10 της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1980, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, δεν μπορεί να απαιτείται σε έκαστη περίπτωση από την Επιτροπή να προσκομίζονται αριθμητικά αποδεικτικά στοιχεία για προστατευτικό αποτέλεσμα του επικρινόμενου συστήματος εσωτερικών φόρων, αλλά αρκεί να αποδεικνύεται ότι ορισμένος φορολογικός μηχανισμός, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, είναι ικανός να επιφέρει ένα τέτοιο αποτέλεσμα

61      Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, κατόπιν των ανωτέρω, κρίνεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η επίμαχη νομοθεσία μπορεί να συνεπάγεται τέτοιο προστατευτικό αποτέλεσμα.

62      Συνεπώς, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

63      Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Σουηδίας ζήτησε να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

64      Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Συνεπώς, κρίνεται ότι η Δημοκρατία της Λετονίας φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.

3)      Η Δημοκρατία της Λετονίας φέρει τα έξοδά της.

(υπογραφές)

* Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.