Υπόθεση C-248/07 Trespa International BV κατά Nova Haven- en Vervoerbedrijf NV (αίτηση του hof van beroep te Antwerpen για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως) «Κανονισμός εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα – Άρθρα 291 και 297 – Ευνοϊκή δασμολογική μεταχείριση – Ειδικός προορισμός – Έννοια της φράσεως “πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, με σκοπό να το θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία” – Έννοια της “εκχώρησης των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας” – Έννοια του όρου “ εκδοχέας ”»

 

 

 

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Ερωτήματα προδήλως αλυσιτελή και ερωτήματα υποθετικής φύσεως υποβληθέντα εντός πλαισίου που αποκλείει το ενδεχόμενο να δοθεί χρήσιμη απάντηση – Ερωτήματα άσχετα με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης

(Άρθρο 234 ΕΚ)

  1. Κοινό Δασμολόγιο – Υπαγωγή σε ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων – Πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, με σκοπό να το θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία, κατά το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93 – Έννοια

(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 5 § 4, εδ. 2· κανονισμοί της Επιτροπής 2454/93, άρθρα 291 §§ 1 και 3, εδ. 2, και 293, και 89/97)

  1. Κοινό Δασμολόγιο – Υπαγωγή σε ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων – Εκχώρηση των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας – Έννοια

(Κανονισμοί της Επιτροπής 2454/93, άρθρα 291, 297 § 1, 298 §§ 4 και 5, και 300, εδ. 2, και 89/97)

  1. Κοινό Δασμολόγιο – Υπαγωγή σε ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς λόγω του ειδικού προορισμού των εμπορευμάτων – Εκχώρηση των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας – Εκδοχέας κατά το άρθρο 297 του κανονισμού 2454/93 – Έννοια

(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 5· κανονισμοί της Επιτροπής 2454/93, άρθρα 291 και 297 § 1, και 89/97)

  1. Στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς και μόνο στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του, τόσο το αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, τα σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, απολαύουν τεκμηρίου λυσιτέλειας. Η εφαρμογή του τεκμηρίου λυσιτέλειας μπορεί να αποκλεισθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οσάκις είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, οσάκις πρόκειται για πρόβλημα υποθετικής φύσεως ή οσάκις το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν.

(βλ. σκέψεις 32-33)

  1. Το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 89/97, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρησιμοποιούμενη στην εν λόγω διάταξη φράση «πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα [είτε] το ίδιο [είτε] μέσω αντιπροσώπου» αφορά τον παραλήπτη του εμπορεύματος, ο οποίος προτίθεται να το χρησιμοποιήσει κατά τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό, ανεξαρτήτως του αν πραγματοποιεί ο ίδιος τη διασάφηση ή αν ορίζει προς τούτο αντιπρόσωπο, όπως προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού 2913/92. Η φράση αυτή δεν αφορά τον αντιπρόσωπο του εισαγωγέα, πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες το πρόσωπο αυτό τεκμαίρεται ότι ενεργεί ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2913/92, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ως εισαγωγέας.

Συναφώς, είναι μεν αληθές ότι το κεφάλαιο 2 του πρώτου τίτλου του μέρους ΙΙ του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο ρυθμίζει την υπαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων σε καθεστώς ευνοϊκής δασμολογικής μεταχειρίσεως λόγω του ειδικού τους προορισμού, δεν ορίζει την έννοια «πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα [είτε] το ίδιο [είτε] μέσω αντιπροσώπου», πλην όμως η κοινοτική αυτή ρύθμιση επιβάλλει στον δικαιούχο της σχετικής αδείας ορισμένες υποχρεώσεις, βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιο πρόσωπο αναφέρεται το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής. Συγκεκριμένα, από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν, αφενός, το άρθρο 291, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο προβλέπει ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παρέχει, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να παρακολουθούν τα εμπορεύματα στην εγκατάσταση ή στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεώς του κατά τη διάρκεια της τεχνικής διαδικασίας επεξεργασίας τους και, αφετέρου, το άρθρο 293 του κανονισμού αυτού, το οποίο ορίζει ότι ο δικαιούχος της αδείας οφείλει να χρησιμοποιεί τα εμπορεύματα κατά τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό, να τηρεί λογιστικά βιβλία προκειμένου οι τελωνειακές αρχές να μπορούν να διενεργούν τους ελέγχους που κρίνουν αναγκαίους και να φυλάσσει αυτά τα βιβλία, προκύπτει ότι το πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, ήτοι το πρόσωπο που πρέπει να έχει στην κατοχή του την άδεια του άρθρου 291 του κανονισμού εφαρμογής είναι ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, ο οποίος προτίθεται να τα χρησιμοποιήσει για τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό. Μόνον αυτό το πρόσωπο είναι σε θέση να τηρήσει τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 291 και 293 του κανονισμού εφαρμογής.

Το ότι το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής χρησιμοποιεί εναλλακτικά τις έννοιες «εισαγωγέας» και «αντιπρόσωπος του εισαγωγέα» σημαίνει ότι επιτρέπεται η εισαγωγή εμπορευμάτων που έχουν ειδικό προορισμό δι’ αντιπροσώπου ενώπιον των τελωνειακών αρχών, όπως προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού 2913/92. Επομένως, ο αντιπρόσωπος που πραγματοποιεί τις τελωνειακές διασαφήσεις για λογαριασμό τρίτου δεν είναι το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής και, επομένως, δεν οφείλει να έχει στην κατοχή του άδεια κατά την έννοια του άρθρου αυτού. Μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο τελωνειακός πράκτορας είτε δεν δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου είτε δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου χωρίς όμως να έχει πληρεξουσιότητα, μπορεί ο τελωνειακός πράκτορας να θεωρηθεί ως ο εισαγωγέας και πρέπει, κατά συνέπεια, να έχει στην κατοχή του γραπτή άδεια, προκειμένου να μπορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα να τύχουν ευνοϊκής δασμολογικής μεταχειρίσεως.

(βλ. σκέψεις 46-51, 54, διατακτ. 1)

  1. Το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 89/97, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει εκχώρηση εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας σε μια κατάσταση κατά την οποία τα οικεία εμπορεύματα εισάγονται σε κράτος μέλος και, εν συνεχεία, μεταφέρονται σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο δικαιούχος της αδείας ενεργεί για λογαριασμό του τελικού εισαγωγέα. Το γεγονός και μόνον ότι τα εμπορεύματα εισήχθησαν και εκτελωνίσθηκαν σε ένα κράτος μέλος και ακολούθως μεταφέρθηκαν σε άλλο δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της υπάρξεως εκχωρήσεως κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Σε περίπτωση εκχωρήσεως, ο εκδοχέας πρέπει να έχει στην κατοχή του άδεια εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 291 του κανονισμού αυτού.

Συναφώς, όσον αφορά το ζήτημα αν υπάρχει εκχώρηση στο εσωτερικό της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, από τον σκοπό που επιδιώκει αυτός ο κανονισμός προκύπτει ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι η μεταβίβαση των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα οικεία εμπορεύματα. Προκειμένου να μπορεί να αναλάβει αυτές τις υποχρεώσεις, ο εκδοχέας πρέπει να έχει στην κατοχή του άδεια εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 291 του κανονισμού εφαρμογής. Πράγματι, τα άρθρα 298, παράγραφοι 4 και 5, και 300, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπουν ότι, από της ημερομηνίας της εκχωρήσεως των εμπορευμάτων, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 291 έως 304 του κανονισμού εφαρμογής μεταβιβάζονται από τον εκχωρητή-αποστολέα στον εκδοχέα-παραλήπτη, ο οποίος οφείλει να καταχωρίσει τα οικεία εμπορεύματα στα λογιστικά του βιβλία. Επομένως, η εκχώρηση εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής μπορεί να πραγματοποιηθεί αποκλειστικώς και μόνο μεταξύ των προσώπων που είναι δικαιούχοι της αδείας ειδικού προορισμού, δηλαδή των προσώπων που έχουν ή είχαν την πρόθεση να χρησιμοποιήσουν τα οικεία εμπορεύματα για τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό.

(βλ. σκέψεις 65-69, διατακτ. 2)

  1. Το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 89/97, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «εκδοχέας», όπως χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, δεν αφορά τον τελωνειακό πράκτορα που διεκπεραιώνει τις τελωνειακές διατυπώσεις για λογαριασμό του εισαγωγέα.

Πράγματι, ο εκδοχέας είναι το πρόσωπο που αποκτά από τον εκχωρητή το εκχωρούμενο δικαίωμα ή το μεταβιβαζόμενο αγαθό. Επομένως, ο όρος «εκδοχέας» κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής αφορά το πρόσωπο που αποκτά από τον εκχωρητή τα εμπορεύματα που έτυχαν μεν, κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, ευνοϊκής δασμολογικής μεταχειρίσεως λόγω του ειδικού τους προορισμού, πλην όμως δεν έχουν ακόμη χρησιμοποιηθεί για τον προορισμό αυτό κατά την ημερομηνία της εκχωρήσεως. Επομένως, ο τελωνειακός πράκτορας ο οποίος εκτελωνίζει εμπορεύματα προερχόμενα από χώρα εκτός της Κοινότητας για λογαριασμό του εισαγωγέα είναι ο αντιπρόσωπός του ενώπιον των τελωνειακών αρχών κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 2913/92, ενώ ο εισαγωγέας είναι το πρόσωπο που εισάγει, δι’ αντιπροσώπου, τα εμπορεύματα προκειμένου να τα θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την έννοια του άρθρου 291 του κανονισμού εφαρμογής.

(βλ. σκέψεις 72-74, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 6ης Νοεμβρίου 2008 (*)

«Κανονισμός εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα – Άρθρα 291 και 297 – Ευνοϊκή δασμολογική μεταχείριση – Ειδικός προορισμός – Έννοια της φράσεως “πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, με σκοπό να το θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία” – Έννοια της “εκχώρησης των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας” – Έννοια του όρου “εκδοχέας”»

Στην υπόθεση C‑248/07,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το hof van beroep te Antwerpen (Βέλγιο) με απόφαση της 8ης Μαΐου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Μαΐου 2007, στο πλαίσιο της δίκης

Trespa International BV

κατά

Nova Haven- en Vervoerbedrijf NV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus (εισηγητή), J. N. Cunha Rodrigues, A. Ó Caoimh και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer

γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Μαΐου 2008,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Trespa International BV, εκπροσωπούμενη από τους S. D’Hoine, A. Jansen και K. Van den Bosch, advocaten,

–        η Nova Haven- en Vervoerbedrijf NV, εκπροσωπούμενη από τους J. Stevens και B. Delbaere, advocaten,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Van den Broeck και C. Pochet,

–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους S. Schønberg και H. van Vliet,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1α, 291 και 297 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 89/97 της Επιτροπής, της 20ής Ιανουαρίου 1997 (ΕΕ L 17, σ. 28, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Trespa International BV (στο εξής: Trespa) και της Nova Haven- en Vervoerbedrijf NV (στο εξής: Nova), με αντικείμενο αγωγή της Trespa, που είχε ως αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως και την επιστροφή των διοικητικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε λόγω σφαλμάτων, όπως ισχυρίζεται, της Nova.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας

3        Κατά το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: ΚΤΚ):

«1.      Με την επιφύλαξη του άρθρου 64 και των μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο του άρθρου 243, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίζει αντιπρόσωπό του ενώπιον των τελωνειακών αρχών για τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία.

  1. Η αντιπροσώπευση μπορεί να είναι:

–        άμεση, οπότε ο αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου,

ή

–        έμμεση, οπότε ο αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό τρίτου.

Ένα κράτος μέλος μπορεί να περιορίσει, στο έδαφός του, το δικαίωμα διασάφησης:

–      με άμεση αντιπροσώπευση, ή

–        με έμμεση αντιπροσώπευση,

ορίζοντας ότι ο αντιπρόσωπος πρέπει να είναι εκτελωνιστής που ασκεί τη δραστηριότητά του στη χώρα αυτή.

[…]
  1. Ο αντιπρόσωπος πρέπει να δηλώσει ότι ενεργεί για λογαριασμό του προσώπου που αντιπροσωπεύει, να διευκρινίσει αν πρόκειται για άμεση ή έμμεση αντιπροσώπευση, καθώς και να έχει πληρεξουσιότητα.

Το πρόσωπο που δεν δηλώνει ότι ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου ή που δηλώνει ότι ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου χωρίς να έχει πληρεξουσιότητα θεωρείται ότι ενεργεί εξ ιδίου ονόματος και για ίδιο λογαριασμό.

  1. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτούν από κάθε πρόσωπο που δηλώνει ότι ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου, αποδεικτικά στοιχεία για την πληρεξουσιότητά του.»

4        Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του ΚΤΚ έχει ως εξής:

«Η ευνοϊκή δασμολογική μεταχείριση της οποίας είναι δυνατό να τύχουν ορισμένα εμπορεύματα λόγω της φύσεως ή του ειδικού τους προορισμού εξαρτάται από όρους που καθορίζονται με τη διαδικασία της επιτροπής. Όταν απαιτείται άδεια, εφαρμόζονται τα άρθρα 86 και 87.»

5        Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΤΚ ορίζει:

«1.      Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής που πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33, εφόσον:

[…]

γ)      κανένα μέρος του προϊόντος κάθε μεταγενέστερης μεταπώλησης, μεταβίβασης ή χρησιμοποίησης των εμπορευμάτων από τον αγοραστή δεν περιέρχεται αμέσως ή εμμέσως στον πωλητή, εκτός αν είναι δυνατό να γίνει κατάλληλη προσαρμογή βάσει του άρθρου 32

[…]»

6        Κατά το άρθρο 86 του ΚΤΚ:

«Με την επιφύλαξη των ειδικών όρων που προβλέπονται στα πλαίσια του οικείου καθεστώτος, η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 85, καθώς και εκείνη του άρθρου 100 παράγραφος 1, χορηγείται μόνο:

–        στα πρόσωπα που παρέχουν όλα τα εχέγγυα που απαιτούνται για την καλή διεξαγωγή των πράξεων,

και

–        εφόσον οι τελωνειακές αρχές μπορούν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο του καθεστώτος χωρίς να υποχρεωθούν να θέσουν σε εφαρμογή διοικητικό μηχανισμό δυσανάλογο προς τις εν λόγω οικονομικές ανάγκες.»

 Ο κανονισμός εφαρμογής

7        Το άρθρο 1α του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει:

«Για την εφαρμογή των άρθρων 16 έως 34 και 291 έως 308, οι χώρες της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ θεωρούνται ως ένα μόνο κράτος μέλος.»

8        Οι σχετικές με τη διαφορά της κύριας δίκης διατάξεις του κανονισμού εφαρμογής, ήτοι τα άρθρα 291 έως 304, περιλαμβάνονται στο υπό τον τίτλο «Οι τελωνειακοί προορισμοί» μέρος ΙΙ του κανονισμού αυτού, συγκεκριμένα δε στο επιγραφόμενο «Εμπορεύματα εκτός από άλογα που προορίζονται για σφαγή» τμήμα 1 του φέροντος τον τίτλο «Εισαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων με υπαγωγή σε ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς λόγω του ειδικού τους προορισμού» κεφαλαίου 2 του τίτλου 1, ο οποίος επιγράφεται «Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία».

9        Το άρθρο 291 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει:

«1.      Η υπαγωγή, κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος, σε ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς λόγω του ειδικού του προορισμού, εξαρτάται από την παροχή γραπτής άδειας στο πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, με σκοπό να το θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία.

  1. Η άδεια αυτή εκδίδεται μετά από γραπτή αίτηση του ενδιαφερομένου, από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους, στο οποίο διασαφίζεται το εμπόρευμα για να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
  2. […]

Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να καθιστά δυνατή, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στις αρμόδιες αρχές, την παρακολούθηση των προϊόντων στην ή στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της τεχνικής διαδικασίας για την επεξεργασία τους.»

10      Το άρθρο 293 του κανονισμού εφαρμογής έχει ως εξής:

«Ο δικαιούχος της άδειας υποχρεούται:

α)      να δώσει στο εμπόρευμα τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό·

β)      να τηρεί λογιστικά βιβλία, τα οποία επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να πραγματοποιούν τους ελέγχους που κρίνουν αναγκαίους, όσον αφορά την πραγματική χρησιμοποίηση του σχετικού εμπορεύματος για τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό και να φυλάσσει τα βιβλία αυτά.»

11      Κατά το άρθρο 295, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:

«1.      Τα εμπορεύματα θεωρείται ότι λαμβάνουν τον εν λόγω ειδικό προορισμό:

[…]

2)      εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που μπορούν να έχουν επαναλαμβανόμενη χρήση: δύο έτη από την ημέρα της πρώτης χρησιμοποίησης για τον προδιαγραφέντα προορισμό· η ημερομηνία της πρώτης χρησιμοποίησης πρέπει να αναγράφεται στα λογιστικά βιβλία που προβλέπονται στο άρθρο 293, στοιχείο β΄· ωστόσο:

[…]

γ)      όσον αφορά τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο παράρτημα 40, μέρος Ι, που προορίζονταν για ορισμένες κατηγορίες αεροσκαφών ενόψει της κατασκευής, συντήρησης, μεταποίησης και του εξοπλισμού αυτών: κατά τη στιγμή της εκχώρησης του αεροσκάφους σε πρόσωπο άλλο από το δικαιούχο της άδειας ή τη στιγμή της διάθεσής του στον ιδιοκτήτη, μετά, ιδίως, από συντήρηση, επισκευή ή μεταποίηση·

δ)      όσον αφορά τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο παράρτημα 40 μέρος ΙΙ, που προορίζονταν αντίστοιχα για ορισμένες κατηγορίες πλοίων, εξεδρών γεώτρησης ή εκμετάλλευσης ενόψει της κατασκευής, συντήρησης, μεταποίησης και του εξοπλισμού αυτών: κατά τη στιγμή της εκχώρησης του πλοίου ή της εξέδρας ή κατά τη στιγμή της θέσης του πλοίου ή της εξέδρας στη διάθεση του ιδιοκτήτη, μετά, ιδίως, από συντήρηση, επισκευή ή μεταποίηση·

[…]»

12      Το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει:

«Σε περίπτωση εκχώρησης των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ο εκδοχέας πρέπει να κατέχει άδεια εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 291.»

13      Το άρθρο 298, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει:

«4.      Μόλις ο εκδοχέας-παραλήπτης παραλάβει το εμπόρευμα, το καταχωρεί στα λογιστικά του βιβλία που προβλέπονται στο άρθρο 293 στοιχείο β΄, στα οποία επισυνάπτει το πρωτότυπο και διαβιβάζει, αμέσως, το τέταρτο αντίγραφο στο αρμόδιο τελωνείο του κράτους μέλους προορισμού, με τον τρόπο που αυτό επιθυμεί, [γνωστοποιώντας] του την ημερομηνία άφιξης. Σε περίπτωση που παρατηρείται πλεόνασμα, έλλειμμα, αντικατάσταση ή άλλες παρατυπίες, ενημερώνει αμέσως το συγκεκριμένο τελωνείο. Εξάλλου επιστρέφει το πέμπτο αντίγραφο στον εκχωρητή-αποστολέα.

  1. Από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 4, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν κεφάλαιο μεταβιβάζονται από τον εκχωρητή-αποστολέα στον εκδοχέα-παραλήπτη. Μέχρι τότε, οι υποχρεώσεις αυτές βαρύνουν τον εκχωρητή-αποστολέα.»

14      Κατά το άρθρο 300 του κανονισμού αυτού:

«Κάθε εκχώρηση εμπορεύματος στο εσωτερικό του ίδιου κράτους μέλους πρέπει να ανακοινώνεται στις τελωνειακές αρχές. Ο τύπος, η προθεσμία και οι λοιπές προϋποθέσεις της ανακοίνωσης καθορίζονται από τις τελωνειακές αρχές. Η ανακοίνωση πρέπει να αναφέρει ήδη σαφώς την ημερομηνία εκχώρησης των εμπορευμάτων.

Από την εν λόγω ημερομηνία, ο [εκδοχέας], όσον αφορά τα εμπορεύματα που αποτέλεσαν αντικείμενο της εκχώρησης, αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν τμήμα.»

15      Το άρθρο 302 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει:

«1.      Η χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων για προορισμό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίον ισχύει το ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς που προβλέπεται στο άρθρο 291, γίνεται δεκτή από τις αρμόδιες αρχές μόνον εφόσον αποδεικνύεται από το δικαιούχο της άδειας, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές, ότι το εμπόρευμα δεν μπόρεσε να λάβει τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό για λόγους αναφερόμενους είτε στο δικαιούχο της άδειας είτε σ’ αυτό το ίδιο το εμπόρευμα.

[…]
  1. Το πλεονέκτημα της διάταξης που προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους εξαρτάται από την πληρωμή από το δικαιούχο της άδειας του ποσού των εισαγωγικών δασμών, που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 208 του [ΚΤΚ].»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

16      Από 1ης Ιανουαρίου 1995, η Trespa εισάγει από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στις Κάτω Χώρες χαρτί κράφτ, το οποίο χρησιμοποιείται για την παρασκευή οικοδομικών υλικών. Η Trespa προμηθεύεται τα εμπορεύματα αυτά από την αμερικανική εταιρία Westvaco, με όρους πωλήσεως που χαρακτηρίζουν τις συμφωνίες για «παράδοση χωρίς καταβολή δασμών» («delivered duty unpaid»). Σύμφωνα με τους όρους αυτούς, ο πωλητής αναλαμβάνει τα έξοδα αποθεματοποιήσεως και η Trespa έχει τη δυνατότητα να αντλεί από τα οικεία αποθέματα ανάλογα με τις ανάγκες της.

17      Μέχρι τον Μάιο του 1997, το χαρτί κράφτ παραδιδόταν στην εταιρία Moerdijk Marine Services στο Moerdijk (Κάτω Χώρες), όπου και αποθηκευόταν. Τον Μάιο του 1997, το ευρωπαϊκό τμήμα της Westvaco, η Westvaco Europe NV, ενημέρωσε την Trespa για την πρόθεσή της να μεταφέρει τις αποθήκες της από το Moerdijk στην Αμβέρσα (Βέλγιο) και να αρχίσει να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της Nova για τις πράξεις που αφορούν τον εκτελωνισμό και την είσοδο και έξοδο του χαρτιού κράφτ από την αποθεματοποίηση.

18      Παράλληλα με τη μετακόμιση των αποθηκών της Westvaco Europe NV στην Αμβέρσα, η Trespa ζήτησε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την υπαγωγή του χαρτιού κράφτ στο καθεστώς αναστολής, προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής εισαγωγικών δασμών. Το αίτημα της Trespa στηριζόταν στο γεγονός ότι η παραγωγή χαρτιού κράφτ στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επαρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες της.

19      Στις 27 Ιουνίου 1997, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1291/97, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 2505/96, σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης αυτόνομων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων όσον αφορά ορισμένα αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα, και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 3059/95, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για ορισμένα αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα (1η σειρά 1996) (ΕΕ L 176, σ. 17), ο οποίος προβλέπει ότι οι πράξεις εισαγωγής που αφορούν μέχρι 8 000 τόνους χαρτιού κράφτ της δασμολογικής κλάσεως ΣΟ 4804 4191 10 και μέχρι 7 000 τόνους χαρτιού της δασμολογικής κλάσεως ΣΟ 4804 5190 10 υπόκεινται σε μηδενικό δασμό.

20      Κατά τον κανονισμό 1291/97, το πλεονέκτημα των δύο αυτών δασμολογικών ποσοστώσεων παρέχεται μόνο για το χαρτί κράφτ που έχει ως ειδικό προορισμό την παρασκευή ορισμένων προϊόντων.

21      Από τον Ιούλιο του 1997 έως τον Ιανουάριο του 1998, η Nova εκτελώνιζε τα εμπορεύματα της Trespa χωρίς να καταβάλλει εισαγωγικούς δασμούς και δίχως οι τελωνειακές αρχές της Αμβέρσας να έχουν προβάλει συναφώς οποιαδήποτε αντίρρηση. Τον Ιανουάριο του 1998, οι εν λόγω αρχές πραγματοποίησαν εξωτερικό λογιστικό έλεγχο των εγγράφων εκτελωνισμού και πληροφόρησαν τη Nova ότι η αναγνώριση του πλεονεκτήματος των δασμολογικών αυτών ποσοστώσεων εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις, καθόσον τα εισαγόμενα προϊόντα πρέπει να έχουν ειδικό προορισμό και απαιτείται, συναφώς, η έκδοση αδείας.

22      Έχοντας ενημερωθεί σχετικώς από τη Nova, η Trespa υπέβαλε στις ολλανδικές τελωνειακές αρχές, στις 26 Ιανουαρίου 1998, αίτηση χορηγήσεως αδείας ειδικού προορισμού, προκειμένου να μην καταβάλλει δασμούς κατά την εισαγωγή από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής του χαρτιού κράφτ που χρησιμοποιείται για την παραγωγή των σανίδων Trespa. Στις 17 Ιουνίου 1998, οι ολλανδικές αρχές εξέδωσαν την άδεια, με ημερομηνία ενάρξεως ισχύος την 1η Ιανουαρίου 1998.

23      Η Nova υπέβαλε παρόμοια αίτηση στις βελγικές αρχές, οι οποίες της χορήγησαν, στις 17 Φεβρουαρίου 1998, άδεια ειδικού προορισμού για εμπορεύματα που εμπίπτουν στη δασμολογική κλάση ΣΟ 4804 4199 10. Ακολούθως, η Nova υπέβαλε συμπληρωματική αίτηση και η ισχύς της αδείας αυτής κατέλαβε, από 11ης Ιουνίου 1998, τις δασμολογικές κλάσεις ΣΟ 4804 4191 10 και ΣΟ 4804 5190 10.

24      Στις 2 Δεκεμβρίου 1999, οι βελγικές τελωνειακές αρχές απέστειλαν στη Nova πράξη εκ των υστέρων επιβολής τελωνειακών δασμών και φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ), σχετικά με τα εμπορεύματα που εισήγε για λογαριασμό της Trespa. Η Nova, αφού ενημέρωσε την Trespa για το έγγραφο αυτό και της ζήτησε να της επιστρέψει τα ποσά που κλήθηκε να καταβάλει, προχώρησε η ίδια στην καταβολή τελωνειακών δασμών και ΦΠΑ, συνολικού ύψους περίπου 508 400 ευρώ.

25      Ακολούθως, η Trespa ζήτησε από τις ολλανδικές τελωνειακές αρχές να πραγματοποιήσουν διοικητικό έλεγχο, προκειμένου να αποδειχθεί ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα χρησιμοποιούνταν, από 1ης Ιανουαρίου 1998, για τον προδιαγραφέντα κατά τις αντίστοιχες δασμολογικές κλάσεις προορισμό.

26      Η Trespa μπόρεσε να αποδείξει για όλα σχεδόν τα εισαχθέντα εμπορεύματα, πλην μιας μικρής ποσότητας, ότι χρησιμοποιήθηκαν όντως για τον προβλεπόμενο ειδικό προορισμό, οπότε οι βελγικές αρχές επέστρεψαν στη Nova κατά το χρονικό διάστημα από 30 Νοεμβρίου 2000 έως 15 Δεκεμβρίου 2003 το σύνολο σχεδόν των καταβληθέντων δασμών, ήτοι περίπου 507 200 ευρώ.

27      Εντούτοις, η Nova εξέδωσε στις 18 Ιανουαρίου 2000 ένα τιμολόγιο στο όνομα της Trespa για ποσό που αντιστοιχούσε στους τελωνειακούς δασμούς και στον ΦΠΑ που είχε καταβάλει. Στις 7 Νοεμβρίου 2001, η Nova άσκησε ενώπιον του rechtbank van koophandel te Antwerpen (εμποροδικείου της Αμβέρσας) αγωγή, με αίτημα να υποχρεωθεί η Trespa να της επιστρέψει εντόκως ποσό ύψους περίπου 203 100 ευρώ και να της καταβάλει ως κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τα διοικητικά της έξοδα το 10 % του ποσού του εν λόγω τιμολογίου. Κατόπιν της εκ μέρους των βελγικών αρχών τμηματικής επιστροφής του συνόλου σχεδόν των καταβληθέντων δασμών, η Nova τροποποίησε το αίτημα της αγωγής της, χωρίς όμως να την αποσύρει. Η Trespa, από την πλευρά της, άσκησε ανταγωγή, με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως και την επιστροφή των διοικητικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε.

28      Το rechtbank van koophandel te Antwerpen εξέδωσε την απόφασή του στις 26 Νοεμβρίου 2004. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ούτε ότι η Nova υπέπεσε σε σφάλματα που προκάλεσαν την έκδοση της πράξεως εκ των υστέρων επιβολής δασμών από τις βελγικές τελωνειακές αρχές ούτε ότι η Nova όφειλε να έχει η ίδια στην κατοχή της άδεια ειδικού προορισμού. Τελικώς, η Trespa και η Nova υποχρεώθηκαν να καταβάλουν ορισμένα ποσά η μία στην άλλη. Την 1η Φεβρουαρίου 2005, η Trespa άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής.

29      Κατά την Trespa, η έκδοση της πράξεως εκ των υστέρων επιβολής δασμών δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε σφάλμα της Nova, η οποία δεν είχε στην κατοχή της, ως όφειλε, την άδεια ειδικού προορισμού κατά τον χρόνο της διασαφήσεως των εμπορευμάτων στα βελγικά τελωνεία. Κατά τη Nova, μόνον η εντολέας της, δηλαδή η Trespa, υπείχε υποχρέωση κατοχής αυτής της αδείας.

30      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το hof van beroep te Antwerpen αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει η φράση “πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, με σκοπό να το θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία” του άρθρου 291 [του κανονισμού εφαρμογής] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά και τον τελωνειακό πράκτορα που πραγματοποιεί τη διασάφηση ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό ή μόνον τον εισαγωγέα-παραλήπτη των εμπορευμάτων;

2)      Υπάρχει εκχώρηση εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 297 ή του άρθρου 1α [του κανονισμού εφαρμογής] όταν τα εμπορεύματα εισάγονται εντός της Κοινότητας […], στην Αμβέρσα, και κατόπιν μεταφέρονται στις Κάτω Χώρες και πρέπει, ενδεχομένως, το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 291 [του κανονισμού αυτού] να έχει στην κατοχή του άδεια, στην περίπτωση αυτή;

3)      Περιλαμβάνει η έννοια “εκδοχέας”, όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 297 [του κανονισμού εφαρμογής], τον τελωνειακό πράκτορα ο οποίος, για λογαριασμό του τελικού εισαγωγέα, εκτελωνίζει σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμπορεύματα προερχόμενα από χώρα εκτός της Κοινότητας;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του παραδεκτού

31      Η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες περί του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Υποστηρίζει, αφενός, ότι η ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορά αφορά την ιδιωτικού δικαίου σχέση μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, η οποία διέπεται από τον βελγικό αστικό κώδικα, και, αφετέρου, ότι δεν είναι πρόδηλη η λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων για την επίλυση της διαφοράς αυτής. Η Επιτροπή δέχεται μεν ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα έχουν ενδεχομένως κάποια σημασία στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, πλην όμως δεν έχει πεισθεί ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί σε αυτά αρκεί για να επιλυθεί η εν λόγω διαφορά.

32      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς και μόνο στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του, τόσο το αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold, Συλλογή 2005, σ. I‑9981, σκέψη 34· της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑217/05, Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, Συλλογή 2006, σ. I‑11987, σκέψη 16, και της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05, Lucchini, Συλλογή 2007, σ. I‑6199, σκέψη 43).

33      Συνεπώς, τα σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, απολαύουν τεκμηρίου λυσιτέλειας (βλ. αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, C‑300/01, Salzmann, Συλλογή 2003, σ. I‑4899, σκέψη 31, και της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C‑94/04 και C‑202/04, Cipolla κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑11421, σκέψη 25). Η εφαρμογή του τεκμηρίου λυσιτέλειας μπορεί να αποκλεισθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οσάκις είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, οσάκις πρόκειται για πρόβλημα υποθετικής φύσεως ή οσάκις το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2005, C‑105/03, Pupino, Συλλογή 2005, σ. I‑5285, σκέψη 30, και της 28ης Ιουνίου 2007, C‑467/05, Dell’Orto, Συλλογή 2007, σ. I‑5557, σκέψη 40).

34      Εν προκειμένω, αναλόγως της ερμηνείας της σχετικής κοινοτικής τελωνειακής ρυθμίσεως θα διευκρινισθεί αν ο τελωνειακός πράκτορας οφείλει, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, να έχει στην κατοχή του άδεια ειδικού προορισμού. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι αυτή η διευκρίνιση είναι αναγκαία προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να μπορέσει να αποφανθεί, αφενός, αν η Nova υπέπεσε σε σφάλματα στο πλαίσιο της συμβατικής της σχέσεως με την Trespa και, αφετέρου, ποια από τις δύο εταιρίες πρέπει να αναλάβει τα έξοδα που προκλήθηκαν από την εκ των υστέρων είσπραξη των επίδικων τελωνειακών δασμών. Επομένως, δεν πρόκειται ούτε για πρόβλημα θεωρητικής φύσεως ούτε για ζήτημα που δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.

35      Αναμφίβολα, από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει σαφώς αν ο τελωνειακός πράκτορας, ήτοι η Nova, πραγματοποίησε τις επίμαχες διασαφήσεις για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό της Trespa. Το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα δημιουργούν, συναφώς, μια ασάφεια, η οποία επιτείνεται από τα αντικρουόμενα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι διάδικοι της κύριας δίκης τόσο με τις γραπτές όσο και με τις προφορικές τους παρατηρήσεις.

36      Υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιλύσει διαφορά η οποία αφορά πραγματικό ζήτημα. Μια τέτοια διαφορά, όπως και κάθε εκτίμηση σχετική με τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (βλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑279/06, CEPSA, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 30 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

37      Εν προκειμένω, πάντως, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία για να ερμηνεύσει τους οικείους κοινοτικούς κανόνες και να δώσει χρήσιμες απαντήσεις, διακρίνοντας, εφόσον χρειάζεται, μεταξύ διαφόρων ενδεχομένων.

38      Επομένως, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κρίνεται παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

Επί του πρώτου ερωτήματος

39      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν η φράση «πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, με σκοπό να το θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία» του άρθρου 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά, εκτός του εισαγωγέα-παραλήπτη των εμπορευμάτων, και τον τελωνειακό πράκτορα που πραγματοποιεί τη διασάφηση.

40      Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι ούτε ο ΚΤΚ ούτε ο κανονισμός εφαρμογής του ορίζουν την έννοια «τελωνειακός πράκτορας». Το άρθρο 5 του ΚΤΚ αναφέρεται στον «εκτελωνιστή» ως αντιπρόσωπο ενώπιον των τελωνειακών αρχών.

41      Σύμφωνα με το ίδιο αυτό άρθρο, κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίσει αντιπρόσωπό του ενώπιον των τελωνειακών αρχών για τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που προβλέπει η τελωνειακή νομοθεσία. Η αντιπροσώπευση αυτή μπορεί να είναι είτε άμεση είτε έμμεση, ανάλογα με το αν ο αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου ή ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου.

42      Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει την ιδιότητα υπό την οποία η Nova, ενεργώντας ως τελωνειακός πράκτορας, πραγματοποίησε τις επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης διασαφήσεις. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να αποσαφηνίσει τα πραγματικά περιστατικά ως προς αυτό το σημείο.

43      Αν υποτεθεί ότι η Nova ενήργησε ως αντιπρόσωπος κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΤΚ, τότε κατά πάσα πιθανότητα πραγματοποίησε τις επίμαχες διασαφήσεις για λογαριασμό της Trespa ως έμμεσος αντιπρόσωπος, δεδομένου ότι από τις διευκρινίσεις που παρέσχαν η Nova και η Βελγική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι η βελγική τελωνειακή νομοθεσία δεν προβλέπει δυνατότητα άμεσης αντιπροσωπεύσεως.

44      Εντούτοις, δεν μπορούν να αποκλεισθούν τα ενδεχόμενα η Nova είτε να μη δήλωσε ότι ενεργούσε για λογαριασμό της Trespa είτε να μην είχε πληρεξουσιότητα. Το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του ΚΤΚ ορίζει ότι, στις δύο αυτές περιπτώσεις, το πρόσωπο που πραγματοποίησε τις διασαφήσεις τεκμαίρεται ότι ενήργησε ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό. Επομένως, το πρόσωπο αυτό λογίζεται ως εισαγωγέας, και όχι ως αντιπρόσωπος.

45      Ακολούθως, πρέπει να εξετασθεί αν, στις δύο αυτές περιπτώσεις, ο τελωνειακός πράκτορας, όπως είναι εν προκειμένω η Nova, οφείλει να έχει στην κατοχή του γραπτή άδεια κατά την έννοια του άρθρου 291 του κανονισμού εφαρμογής.

46      Ναι μεν είναι αληθές ότι το κεφάλαιο 2 του πρώτου τίτλου του μέρους ΙΙ του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο ρυθμίζει την υπαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων σε καθεστώς ευνοϊκής δασμολογικής μεταχειρίσεως λόγω του ειδικού τους προορισμού, δεν ορίζει την έννοια «πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα [είτε] το ίδιο [είτε] μέσω αντιπροσώπου», πλην όμως η κοινοτική αυτή ρύθμιση επιβάλλει στον δικαιούχο της σχετικής αδείας ορισμένες υποχρεώσεις, βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιο πρόσωπο αναφέρεται το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής.

47      Συγκεκριμένα, το άρθρο 291, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής διευκρινίζει ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παρέχει, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να παρακολουθούν τα εμπορεύματα στην εγκατάσταση ή στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεώς του κατά τη διάρκεια της τεχνικής διαδικασίας επεξεργασίας τους. Επιπλέον, από το άρθρο 293 του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι ο δικαιούχος της αδείας οφείλει να χρησιμοποιεί τα εμπορεύματα κατά τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό, να τηρεί λογιστικά βιβλία προκειμένου οι τελωνειακές αρχές να μπορούν να διενεργούν τους ελέγχους που κρίνουν αναγκαίους και να φυλάσσει αυτά τα βιβλία.

48      Οι υποχρεώσεις αυτές καταδεικνύουν, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, ότι το πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα, το ίδιο ή μέσω αντιπροσώπου, ήτοι το πρόσωπο που πρέπει να έχει στην κατοχή του την άδεια του άρθρου 291 του κανονισμού εφαρμογής είναι ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, ο οποίος προτίθεται να τα χρησιμοποιήσει για τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό. Μόνον αυτό το πρόσωπο είναι σε θέση να τηρήσει τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 291 και 293 του κανονισμού εφαρμογής.

49      Το ότι το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής χρησιμοποιεί εναλλακτικά τις έννοιες «εισαγωγέας» και «αντιπρόσωπος του εισαγωγέα» σημαίνει ότι επιτρέπεται η εισαγωγή εμπορευμάτων που έχουν ειδικό προορισμό δι’ αντιπροσώπου ενώπιον των τελωνειακών αρχών, όπως προβλέπει το άρθρο 5 του ΚΤΚ.

50      Προκύπτει εντεύθεν ότι ο αντιπρόσωπος που πραγματοποιεί τις τελωνειακές διασαφήσεις για λογαριασμό τρίτου δεν είναι το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής και, επομένως, δεν οφείλει να έχει στην κατοχή του άδεια κατά την έννοια του άρθρου αυτού.

51      Μόνο στην προαναφερθείσα με τη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως περίπτωση, κατά την οποία ο τελωνειακός πράκτορας είτε δεν δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου είτε δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου χωρίς όμως να έχει πληρεξουσιότητα, μπορεί ο τελωνειακός πράκτορας να θεωρηθεί ως ο εισαγωγέας και πρέπει, κατά συνέπεια, να έχει στην κατοχή του γραπτή άδεια, προκειμένου να μπορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα να τύχουν ευνοϊκής δασμολογικής μεταχειρίσεως.

52      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 21 και 86 του ΚΤΚ, η άδεια χορηγείται μόνο στα πρόσωπα που παρέχουν όλα τα εχέγγυα για την ομαλή διεξαγωγή των οικείων πράξεων. Αν χορηγηθεί μεν άδεια, πλην όμως ο δικαιούχος της δεν μπορέσει κατόπιν να αποδείξει ότι το σύνολο των εμπορευμάτων χρησιμοποιήθηκε για τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό, τότε ο δικαιούχος υπέχει από το άρθρο 302 του κανονισμού εφαρμογής υποχρέωση καταβολής εισαγωγικών δασμών, το ύψος των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΚΤΚ.

53      Είναι απορριπτέο το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως, ότι ο τελωνειακός πράκτορας πρέπει να έχει στην κατοχή του άδεια ειδικού προορισμού όταν αποθεματοποιεί τα εμπορεύματα στις αποθήκες του για λογαριασμό του εντολέα του, προκειμένου να διασφαλίζεται η τελωνειακή επιτήρηση. Πράγματι, από τα άρθρα 291 έως 304 του κανονισμού εφαρμογής δεν προκύπτει ότι τα εμπορεύματα που έχουν ειδικό προορισμό πρέπει να βρίσκονται διαρκώς υπό καθεστώς τελωνειακής επιτηρήσεως. Αντιθέτως, τα εμπορεύματα αυτά τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και πρέπει να παρέχεται, απλώς, στις τελωνειακές αρχές η δυνατότητα να διενεργούν ελέγχους, είτε στην εγκατάσταση ή στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως του εισαγωγέα κατά τη διάρκεια της τεχνικής διαδικασίας επεξεργασίας των εμπορευμάτων είτε στα λογιστικά βιβλία του εισαγωγέα, προκειμένου να μπορούν να διαπιστώσουν, εκ των υστέρων, αν τα εμπορεύματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν όντως κατά τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό.

54      Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η φράση «πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα [είτε] το ίδιο [είτε] μέσω αντιπροσώπου» του άρθρου 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά τον παραλήπτη του εμπορεύματος, ο οποίος προτίθεται να το χρησιμοποιήσει κατά τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό, ανεξαρτήτως του αν πραγματοποιεί ο ίδιος τη διασάφηση ή αν ορίζει προς τούτο αντιπρόσωπο, όπως προβλέπει το άρθρο 5 του ΚΤΚ. Η φράση αυτή δεν αφορά τον αντιπρόσωπο του εισαγωγέα, πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες το πρόσωπο αυτό τεκμαίρεται ότι ενεργεί ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του ΚΤΚ, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ως εισαγωγέας.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

55      Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 1α αυτού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υπάρχει εκχώρηση εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας σε περίπτωση κατά την οποία τα οικεία εμπορεύματα εισάγονται στο Βέλγιο και κατόπιν μεταφέρονται στις Κάτω Χώρες. Επιπλέον, ερωτά αν, στην περίπτωση αυτή, το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 291 του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να έχει στην κατοχή του άδεια κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

56      Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται ότι τα άρθρα 291 και 297 του κανονισμού ρυθμίζουν διαφορετικές πράξεις. Το πρώτο αφορά την εισαγωγή εμπορεύματος υπό καθεστώς ευνοϊκής δασμολογικής μεταχειρίσεως λόγω του ειδικού του προορισμού, ενώ το δεύτερο αφορά την εκχώρηση του εμπορεύματος αυτού στο εσωτερικό της Κοινότητας, η οποία πραγματοποιείται μετά την εισαγωγή του, αλλά πριν τη χρησιμοποίησή του για τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό.

57      Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, δεδομένου ότι, αν πρόκειται για εισαγωγή, η απάντηση προκύπτει από τη σκέψη 54 της παρούσας αποφάσεως. Αντιθέτως, αν πρόκειται για εκχώρηση, το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι το πρόσωπο που οφείλει να έχει στην κατοχή του άδεια είναι ο εκδοχέας.

58      Κατά το άρθρο 297 του κανονισμού εφαρμογής, σε περίπτωση εκχωρήσεως εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ο εκδοχέας πρέπει να έχει στην κατοχή του άδεια εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 291 του κανονισμού αυτού. Το άρθρο 1α του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι, για τους σκοπούς της εφαρμογής, μεταξύ άλλων, των άρθρων του 291 έως 308, οι χώρες της οικονομικής ενώσεως Μπενελούξ λογίζονται ως ένα και μόνον κράτος μέλος.

59      Η Trespa υποστηρίζει, με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι υπάρχει εκχώρηση κατά την έννοια του άρθρου 297 του κανονισμού εφαρμογής κάθε φορά που μεταβιβάζεται η νομή των εισαχθέντων εμπορευμάτων.

60      Η Επιτροπή αντιτείνει ότι μόνον η μεταβίβαση της κυριότητας των οικείων εμπορευμάτων μπορεί να συνιστά εκχώρηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

61      Η Nova ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω δεν υπάρχει εκχώρηση στο εσωτερικό της Κοινότητας, καθόσον το Βασίλειο του Βελγίου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών πρέπει να θεωρηθούν ως ένα και μόνον κράτος μέλος, όπως προβλέπει το άρθρο 1α του κανονισμού εφαρμογής.

62      Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου περί της ερμηνείας μιας διατάξεως η οποία ήταν μεν προγενέστερη του άρθρου 297 του κανονισμού εφαρμογής, πλην όμως είχε πανομοιότυπη διατύπωση με αυτό, ως εκχώρηση στο εσωτερικό της Κοινότητας νοείται τόσο η μεταβίβαση που πραγματοποιείται από ένα κράτος μέλος προς ένα άλλο όσο και η μεταβίβαση που πραγματοποιείται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους (βλ., σχετικώς, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 248/88, 254/88 έως 258/88, 309/88 και 316/88, Chimica del Friuli κ.λπ., Συλλογή 1989, σ. 2837, διατακτικό). Επομένως, το άρθρο 1α του κανονισμού εφαρμογής δεν ασκεί καμία επιρροή για τον ορισμό της έννοιας «εκχώρηση».

63      Όσον αφορά το ερώτημα αν «εκχώρηση» κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής σημαίνει μεταβίβαση της κυριότητας των εμπορευμάτων ή της νομής τους, σαφής απάντηση δεν προκύπτει από το γράμμα ούτε του ΚΤΚ ούτε του κανονισμού εφαρμογής του. Συγκεκριμένα, ο όρος αυτός παρατίθεται στο μεν άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ΚΤΚ παρατακτικώς με τη «μεταπώληση» και τη «χρησιμοποίηση», στο δε άρθρο 295, παράγραφος 1, σημείο 2, στοιχεία γ΄ και δ΄, του κανονισμού εφαρμογής διαζευκτικώς με τη «διάθεση στον ιδιοκτήτη».

64      Επιπλέον, ούτε από τη σύγκριση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων του κανονισμού εφαρμογής προκύπτει αν, στο πνεύμα του νομοθέτη, η έννοια «εκχώρηση» έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και αν σημαίνει τη μεταβίβαση της κυριότητας ή της νομής των εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, η έννοια αυτή αποδίδεται, παραδείγματος χάρη, με τις λέξεις «cesión» στην ισπανική, «Übertragung» στη γερμανική, «transfer» στην αγγλική, «cessione» στην ιταλική και «overdracht» στην ολλανδική γλώσσα.

65      Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα αν πρόκειται για μεταβίβαση της κυριότητας ή της νομής των εμπορευμάτων δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την εκτίμηση της υπάρξεως εκχωρήσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής. Αντιθέτως, από τον σκοπό που επιδιώκει αυτός ο κανονισμός προκύπτει ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι η μεταβίβαση των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα οικεία εμπορεύματα. Προκειμένου να μπορεί να αναλάβει αυτές τις υποχρεώσεις, ο εκδοχέας πρέπει να έχει στην κατοχή του άδεια εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 291 του κανονισμού εφαρμογής.

66      Πράγματι, τα άρθρα 298, παράγραφοι 4 και 5, και 300, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπουν ότι, από της ημερομηνίας της εκχωρήσεως των εμπορευμάτων, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 291 έως 304 του κανονισμού εφαρμογής μεταβιβάζονται από τον εκχωρητή-αποστολέα στον εκδοχέα-παραλήπτη, ο οποίος οφείλει να καταχωρίσει τα οικεία εμπορεύματα στα λογιστικά του βιβλία.

67      Επομένως, η εκχώρηση εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής μπορεί να πραγματοποιηθεί αποκλειστικώς και μόνο μεταξύ των προσώπων που είναι δικαιούχοι της αδείας ειδικού προορισμού, δηλαδή των προσώπων που έχουν ή είχαν την πρόθεση να χρησιμοποιήσουν τα οικεία εμπορεύματα για τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό.

68      Σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, κατά την οποία οι τελωνειακές διατυπώσεις διεκπεραιώνονται στο Βέλγιο και τα εμπορεύματα μεταφέρονται ακολούθως στις Κάτω Χώρες, δεν υπάρχει εκχώρηση εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, εφόσον το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο δικαιούχος της αδείας ενεργεί για λογαριασμό του τελικού εισαγωγέα. Το γεγονός και μόνον ότι τα εμπορεύματα εισήχθησαν και εκτελωνίσθηκαν στο Βέλγιο και, στη συνέχεια, μεταφέρθηκαν στις Κάτω Χώρες δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της υπάρξεως εκχωρήσεως κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

69      Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει εκχώρηση εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας σε περίπτωση κατά την οποία τα οικεία εμπορεύματα εισάγονται στο Βέλγιο και, εν συνεχεία, μεταφέρονται στις Κάτω Χώρες, εφόσον το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο δικαιούχος της αδείας ενεργεί για λογαριασμό του τελικού εισαγωγέα. Το γεγονός και μόνον ότι τα εμπορεύματα εισήχθησαν και εκτελωνίσθηκαν στο Βέλγιο και ακολούθως μεταφέρθηκαν στις Κάτω Χώρες δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της υπάρξεως εκχωρήσεως κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Σε περίπτωση εκχωρήσεως, ο εκδοχέας πρέπει να έχει στην κατοχή του άδεια εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 291 του κανονισμού αυτού.

Επί του τρίτου ερωτήματος

70      Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «εκδοχέας», όπως χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, αφορά τον τελωνειακό πράκτορα που διεκπεραιώνει τις τελωνειακές διατυπώσεις για λογαριασμό του εισαγωγέα.

71      Όπως ορθώς ισχυρίζονται οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

72      Πράγματι, ο εκδοχέας είναι το πρόσωπο που αποκτά από τον εκχωρητή το εκχωρούμενο δικαίωμα ή το μεταβιβαζόμενο αγαθό. Επομένως, ο όρος «εκδοχέας» κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής αφορά το πρόσωπο που αποκτά από τον εκχωρητή τα εμπορεύματα που έτυχαν μεν, κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, ευνοϊκής δασμολογικής μεταχειρίσεως λόγω του ειδικού τους προορισμού, πλην όμως δεν έχουν ακόμη χρησιμοποιηθεί για τον προορισμό αυτό κατά την ημερομηνία της εκχωρήσεως.

73      Επομένως, ο τελωνειακός πράκτορας ο οποίος, όπως στην περίπτωση της κύριας δίκης, εκτελωνίζει εμπορεύματα προερχόμενα από χώρα εκτός της Κοινότητας για λογαριασμό του εισαγωγέα είναι ο αντιπρόσωπός του ενώπιον των τελωνειακών αρχών κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΤΚ, ενώ ο εισαγωγέας είναι το πρόσωπο που εισάγει, δι’ αντιπροσώπου, τα εμπορεύματα προκειμένου να τα θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την έννοια του άρθρου 291 του κανονισμού εφαρμογής.

74      Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «εκδοχέας», όπως χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, δεν αφορά τον τελωνειακό πράκτορα που διεκπεραιώνει τις τελωνειακές διατυπώσεις για λογαριασμό του εισαγωγέα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

75      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 291, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 89/97 της Επιτροπής, της 20ής Ιανουαρίου 1997, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρησιμοποιούμενη στην εν λόγω διάταξη φράση «πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα [είτε] το ίδιο [είτε] μέσω αντιπροσώπου» αφορά τον παραλήπτη του εμπορεύματος, ο οποίος προτίθεται να το χρησιμοποιήσει κατά τον προδιαγραφέντα ειδικό προορισμό, ανεξαρτήτως του αν πραγματοποιεί ο ίδιος τη διασάφηση ή αν ορίζει προς τούτο αντιπρόσωπο, όπως προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Η φράση αυτή δεν αφορά τον αντιπρόσωπο του εισαγωγέα, πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες το πρόσωπο αυτό τεκμαίρεται ότι ενεργεί ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2913/92, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ως εισαγωγέας.

2)      Το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 89/97, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει εκχώρηση εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας σε μια κατάσταση κατά την οποία τα οικεία εμπορεύματα εισάγονται στο Βέλγιο και, εν συνεχεία, μεταφέρονται στις Κάτω Χώρες, εφόσον το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο δικαιούχος της αδείας ενεργεί για λογαριασμό του τελικού εισαγωγέα. Το γεγονός και μόνον ότι τα εμπορεύματα εισήχθησαν και εκτελωνίσθηκαν στο Βέλγιο και ακολούθως μεταφέρθηκαν στις Κάτω Χώρες δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της υπάρξεως εκχωρήσεως κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Σε περίπτωση εκχωρήσεως, ο εκδοχέας πρέπει να έχει στην κατοχή του άδεια εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 291 του κανονισμού αυτού.

3)      Το άρθρο 297, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 89/97, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «εκδοχέας», όπως χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, δεν αφορά τον τελωνειακό πράκτορα που διεκπεραιώνει τις τελωνειακές διατυπώσεις για λογαριασμό του εισαγωγέα.

(υπογραφές)

* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.