ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ PAOLO MENGOZZI της 5ης Φεβρουαρίου 2009 (1) Υπόθεση C‑369/07 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας «Παράβαση κράτους μέλους – Απόφαση του Δικαστηρίου που διαπιστώνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωση ανάκτησης των ενισχύσεων που χορήγησε στην εταιρία Ολυμπιακή Αεροπορία – Παράλειψη εκτέλεσης – Προσφυγή του άρθρου 228 ΕΚ – Χρηματικές κυρώσεις»

 

 

 

I –    Εισαγωγή

  1. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ. Το προσφεύγον όργανο προσάπτει στο κράτος μέλος τη μη εκτέλεση της αποφάσεως της 12ης Μαΐου 2005 (2) (στο εξής: απόφαση του Δικαστηρίου του 2005), με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε την εκ μέρους της καθής παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από την απόφαση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2002 (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής του 2002) (3), για ενίσχυση που χορήγησε η Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία (στο εξής: ΟΑ). Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει την παράβαση και να υποχρεώσει την καθής στην καταβολή χρηματικής ποινής και κατ’ αποκοπή ποσού.

II – Το ιστορικό της διαφοράς

Α –       Οι ενέργειες της Επιτροπής προ της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002

  1. Το 1994, η Επιτροπή ενέκρινε, δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ), ορισμένα μέτρα ενίσχυσης υπέρ της ΟΑ, ως επί το πλείστον εντασσόμενα σε ένα πλαίσιο αναδιάρθρωσης κεφαλαίου και αναδιοργάνωσης της εταιρίας (4). Η συμβατότητα της ενίσχυσης εξαρτήθηκε από τον όρο να τηρήσει η Ελλάδα ορισμένες υποχρεώσεις.
  2. Θεωρώντας ότι ορισμένες από τις υποχρεώσεις αυτές δεν τηρήθηκαν, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 30 Απριλίου 1996, να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ) σε σχέση με τις εγκριθείσες ενισχύσεις, καθώς και σε σχέση με νέες, μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις των οποίων είχε λάβει γνώση. Η διαδικασία αυτή κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως 1999/332/ΕΚ, της 14ης Αυγούστου 1998 (5), με την οποία η Επιτροπή έδωσε εκ νέου την έγκρισή της για τις ενισχύσεις που είχαν επιτραπεί το 1994, όπως είχαν εν τω μεταξύ τροποποιηθεί από τις ελληνικές αρχές. Η χορήγηση των ενισχύσεων αυτών, όπως και αυτή του 1994, συνοδεύτηκε από ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης και εξαρτήθηκε από συγκεκριμένους όρους.
  3. Με μεταγενέστερη απόφαση του 2000, η Επιτροπή ενέκρινε νέα τροποποίηση των εγκεκριμένων οικονομικών ενισχύσεων.

Β –       Η απόφαση της Επιτροπής του 2002

  1. Κατόπιν καταγγελιών σχετικών με την παροχή ενισχύσεων υπέρ της ΟΑ, η Επιτροπή κίνησε, στις 6 Μαρτίου 2002, νέα διαδικασία δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και, στις 11 Δεκεμβρίου 2002, εξέδωσε την απόφαση 2003/372, η οποία στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στη διαπίστωση ότι οι περισσότεροι από τους στόχους του προγράμματος αναδιαρθρώσεως της εταιρίας δεν επιτεύχθηκαν, ότι οι όροι που συνόδευαν την εγκριτική απόφαση του 1998 δεν τηρήθηκαν πλήρως και ότι η εν λόγω απόφαση εφαρμόστηκε κατά τρόπο καταχρηστικό. Επιπλέον, διαπιστώθηκε η ύπαρξη νέων λειτουργικών ενισχύσεων, οι οποίες συνίστανται ιδίως στην εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ανοχή της διαιωνιζόμενης μη καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, του φόρου προστιθέμενης αξίας επί των καυσίμων και ανταλλακτικών, των οφειλομένων σε διαφόρους αερολιμένες μισθωμάτων, των αερολιμενικών τελών καθώς και του τέλους που καταβάλλουν οι επιβάτες που αναχωρούν από όλα τα ελληνικά αεροδρόμια, του αποκαλούμενου «σπατόσημου».
  2. Τα άρθρα 1 έως 3 των ουσιαστικών διατάξεων της αποφάσεως 2003/372 έχουν ως εξής:

«Άρθρο 1

Κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης η ενίσχυση αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε από την Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία υπό τη μορφή:

α) των εγγυήσεων δανείων που είχαν παρασχεθεί στην εταιρεία μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1994, δυνάμει του άρθρου 6 του ελληνικού νόμου 96/75 της 26ης Ιουνίου 1975·

β) των νέων εγγυήσεων δανείων συνολικού ύψους 378 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ για τα δάνεια που επρόκειτο να συναφθούν πριν από τις 31 Μαρτίου 2001 με σκοπό την αγορά νέων αεροσκαφών και για τις επενδύσεις που είναι αναγκαίες για την μετεγκατάσταση της Ολυμπιακής Αεροπορίας στον νέο αερολιμένα των Σπάτων·

γ) της μείωσης του βάρους των χρεών της [Ολυμπιακής Αεροπορίας] κατά ποσό 427 δισεκατομμυρίων δραχμών·

δ) της μετατροπής σε μετοχικό κεφάλαιο χρεών της [Ολυμπιακής Αεροπορίας] ύψους 64 δισεκατομμυρίων δραχμών·

ε) της εισφοράς κεφαλαίων 54 δισεκατομμυρίων δραχμών που μειώθηκε σε 40,8 δισεκατομμύρια δραχμές, σε τρεις δόσεις ύψους 19, 14 και 7,8 δισεκατομμυρίων δραχμών, αντιστοίχως, για τα έτη 1995, 1998 και 1999,

[…]

Άρθρο 2

Η κρατική ενίσχυση που έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα υπό τη μορφή της ανοχής που επέδειξε στο θέμα της διαιωνιζόμενης μη καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, του ΦΠΑ που οφειλόταν από την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα επί των καυσίμων και των ανταλλακτικών, των μισθωμάτων που οφείλονταν στους διάφορους αερολιμένες, των αερολιμενικών τελών στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και σε άλλους αερολιμένες, [καθώς και] του τέλους που [αποκαλείται] «σπατόσημο», δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

Άρθρο 3

  1. Η Ελλάδα υποχρεούται να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει από τη δικαιούχο την ενίσχυση 14 δισεκατομμυρίων δραχμών (41 εκατομμύρια ευρώ) (6), όπως αναφέρεται στο άρθρο 1, που δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη και την ενίσχυση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 2, η οποία τέθηκε παράνομα στη διάθεση της δικαιούχου.
  2. Η ανάκτηση πρέπει να γίνει χωρίς άλλη καθυστέρηση και με βάση τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, υπό τον όρο ότι επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης. Η ενίσχυση που πρέπει να ανακτηθεί πρέπει να συμπεριλαμβάνει τους τόκους από την ημερομηνία που τέθηκε στη διάθεση της δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της. Οι τόκοι υπολογίζονται με το βασικό επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιδότησης των περιφερειακών ενισχύσεων».
  3. Στις 24 Φεβρουαρίου 2003, η ΟΑ άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Γ –       Οι εξελίξεις μετά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002

  1. Τον Μάρτιο του 2003, οι ελληνικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεσή τους να ιδιωτικοποιήσουν την ΟΑ. Τον Σεπτέμβριο, η Επιτροπή ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να της ανακοινώσει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εξέταση της συμβατότητας των μέτρων αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης της ΟΑ με το άρθρο 87 ΕΚ. Τον Δεκέμβριο, μια νέα εταιρία, οι Ολυμπιακές Αερογραμμές (στο εξής: ΝΟΑ), άρχισε τις δραστηριότητές της.
  2. Στις 16 Μαρτίου 2004, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2005, κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία διαπίστωσε την ύπαρξη νέων, παράνομων και ασύμβατων προς το κοινοτικό δίκαιο ενισχύσεων υπέρ της ΟΑ και της ΝΟΑ (7) (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής του 2005). Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου από την Ελληνική Δημοκρατία, την ΟΑ και τη ΝΟΑ (8).
  3. Στις 4 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, και ζήτησε να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση. Στις 14 Φεβρουαρίου 2008, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία διαπίστωσε την παράβαση της Ελλάδας (9).

Δ –       Η απόφαση του Δικαστηρίου του 2005

  1. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2003, η Επιτροπή, κρίνοντας ανεπαρκείς τις πληροφορίες που της παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας σχετικά με την πρόοδο των διαδικασιών ανάκτησης των ενισχύσεων που αποτελούν αντικείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι «η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των ενισχύσεων που κρίθηκαν παράνομες και ασύμβατες με την κοινή αγορά –με εξαίρεση τις εισφορές προς τον εθνικό οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων […] –, σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως […] της Επιτροπής [του 2002], ή, εν πάση περιπτώσει, μη ενημερώνοντας την Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω αποφάσεως καθώς και από τη Συνθήκη ΕΚ».
  2. Όσον αφορά τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής υποχρέωση ανακτήσεως του ποσού 41 εκατομμυρίων ευρώ, το Δικαστήριο διαπίστωσε καταρχάς ότι «η μεταβίβαση […] [όλων των στοιχείων] του ενεργητικού της [ΟΑ], [ελεύθερων] χρεών, προς τη νέα εταιρία [ΝΟΑ]», που «τελέστηκε κατά τρόπο ώστε να καταστήσει αδύνατη, δυνάμει του εθνικού δικαίου, την ανάκτηση των οφειλών της παλαιάς εταιρίας [ΟΑ] από τη νέα εταιρία [ΝΟΑ]», «εμπόδισε την αποτελεσματική εκτέλεση της αποφάσεως [της Επιτροπής του 2002] και την ανάκτηση των ενισχύσεων» και «[ως] εκ τούτου, διακυβεύθηκε σοβαρά ο σκοπός της αποφάσεως αυτής, που αποβλέπει στην αποκατάσταση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας» (10). Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι «οι ενέργειες των ελληνικών αρχών, ήτοι η έκδοση αποφάσεως περί ανακτήσεως της οφειλής των 41 εκατομμυρίων ευρώ από την [ΟΑ], δεν είχαν κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα ως προς την πραγματική επιστροφή του ποσού αυτού από την εν λόγω εταιρία» (11) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωση ανακτήσεως του ποσού αυτού.
  3. Όσον αφορά την ανάκτηση των ποσών που αναφέρει το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι, ως προς το σημείο αυτό, δεν υπάρχει δυνατότητα εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τα προς ανάκτηση ποσά. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν απαιτεί από την Επιτροπή, όταν διατάσσει την ανάκτηση ενισχύσεως κηρυχθείσας ασύμβατης προς την κοινή αγορά, να καθορίζει το ακριβές ύψος της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί», δεδομένου ότι «αρκεί η απόφαση της Επιτροπής να περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων ο αποδέκτης της να μπορεί να καθορίσει ο ίδιος, χωρίς υπερβολικές δυσχέρειες, το ύψος αυτό» (12). Επιπλέον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «τα ποσά των ενισχύσεων που πρέπει να επιστραφούν […] μπορούν να συναχθούν από τη συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 2 και των αιτιολογικών σκέψεων 206 έως 208 της αποφάσεως αυτής» (13). Τέλος, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές «περιορίστηκαν σε ορισμένες διαδικαστικές και διοικητικές ενέργειες, σε μερικούς διακανονισμούς των οφειλών καθώς και σε πράξεις συμψηφισμού». Κατά το Δικαστήριο, «[δεν] μπορεί να θεωρηθεί ότι οι πρωτοβουλίες αυτές, οι οποίες εξάλλου είτε αναλήφθηκαν με καθυστέρηση είτε ήταν ελλιπείς είτε στερούνταν δεσμευτικής ισχύος και οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν κατέληξαν σε πραγματική ανάκτηση των οφειλομένων από την [ΟΑ] ποσών, συνιστούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν τα κράτη μέλη για την ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων» (14).
  4. Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο έκρινε, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, ότι «η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των ενισχύσεων που κρίθηκαν παράνομες και ασύμβατες με την κοινή αγορά –με εξαίρεση τις εισφορές προς τον εθνικό οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων–, σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως [της Επιτροπής του 2002], παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο αυτό».

Ε –       Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

  1. Με έγγραφο της 18ης Μαΐου 2005, η Επιτροπή ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να την πληροφορήσει σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να εκτελέσει την απόφαση του Δικαστηρίου του 2005.
  2. Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε με έγγραφο της 2ας Ιουνίου 2005, με το οποίο επισήμανε ότι η ανάκτηση των ενισχύσεων επρόκειτο να πραγματοποιηθεί, αφενός, μέσω του προϊόντος από την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού και τη διάθεση των μεριδίων του ομίλου ΟΑ και, αφετέρου, μέσω της εφαρμογής του άρθρου 27 του νόμου 3185/2003, βάσει του οποίου πιστώθηκαν αυτομάτως στο Ελληνικό Δημόσιο όλα τα έσοδα από την πώληση της ΝΟΑ και των τομέων δραστηριότητας εκτός του πτητικού έργου. Οι ελληνικές αρχές γνωστοποίησαν επίσης στην Επιτροπή ότι, σε περίπτωση που δεν αρκούσαν οι πόροι της ΟΑ, είχαν την πρόθεση να συνεχίσουν τη διαδικασία ανάκτησης μέσω της εκκαθαρίσεως της εταιρίας. Αν και αυτό το μέτρο αποδεικνυόταν ανεπαρκές, οι ελληνικές αρχές θα στρέφονταν, εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η κοινοτική νομολογία, στη ΝΟΑ, τη διάδοχο εταιρία της ΟΑ ως προς το πτητικό της έργο. Με το ίδιο έγγραφο, η Ελληνική Δημοκρατία ενημέρωσε επίσης την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας ανάκτησης των ενισχύσεων. Όσον αφορά την ενίσχυση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, η Ελληνική Δημοκρατία υπενθύμισε στην Επιτροπή ότι η εντολή ανακτήσεως των ενισχύσεων, εκδοθείσα μετά το πέρας της διαδικασίας καθορισμού του ύψους του ποσού της ενίσχυσης και των σχετικών τόκων, προσβλήθηκε από την ΟΑ ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι, στις 26 Ιανουαρίου 2004, ανεστάλη η εκτελεστότητα της εντολής αυτής εν αναμονή της αποφάσεως επί της προσφυγής. Ως προς την ενίσχυση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, η Ελληνική Δημοκρατία ανακοίνωσε στην Επιτροπή ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαδικασίες προσδιορισμού, βεβαίωσης και καταλογισμού των προς ανάκτηση ποσών. Υπενθυμίζοντας τη σκέψη 41 της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005, οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 και με τις αιτιολογικές σκέψεις 206 έως 208 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, τα προς ανάκτηση ποσά αφορούσαν την εκ μέρους της ΟΑ μη καταβολή: i) του ΦΠΑ επί των καυσίμων για τις περιόδους από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο 2001 και από τον Νοέμβριο έως τον Δεκέμβριο 2001 (αιτιολογική σκέψη 206)· ii) του ΦΠΑ επί ανταλλακτικών για τις περιόδους από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο 2001 και από τον Νοέμβριο έως τον Δεκέμβριο 2001 (αιτιολογική σκέψη 206)· iii) μισθωμάτων που οφείλονταν σε περιφερειακούς αερολιμένες (αιτιολογική σκέψη 206)· iv) αερολιμενικών τελών που οφείλονται στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών (αιτιολογική σκέψη 207), και v) του τέλους που αποκαλείται «σπατόσημο» για την περίοδο από τον Δεκέμβριο 2000 έως τον Φεβρουάριο 2002, καθώς και για τον μήνα Μάρτιο 1999 (αιτιολογική σκέψη 208). Το συνολικό ποσό προς ανάκτηση από την ΟΑ υπολογίστηκε περίπου στα 111 εκατομμύρια ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των τόκων.
  3. Κατόπιν περαιτέρω ανταλλαγής αλληλογραφίας, στις 18 Οκτωβρίου 2005, η Επιτροπή απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 228 ΕΚ.
  4. Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε με έγγραφο της 19ης Δεκεμβρίου 2005. Με το έγγραφο αυτό, το καθού κράτος μέλος αντέτεινε ότι η καθυστέρηση στις διαδικασίες ανάκτησης της ενίσχυσης του άρθρου 1 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 οφειλόταν στην προσφυγή που άσκησε η ΟΑ κατά της πράξεως που περιείχε την εντολή καταβολής των ποσών αυτών, ισχυρίστηκε δε ότι εξάντλησε όλα τα κατά το ελληνικό δίκαιο μέσα παροχής ένδικης προστασίας που έχει στη διάθεσή του και δήλωσε την πρόθεσή του να αναμείνει την έκβαση της ένδικης διαδικασίας προτού προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Όσον αφορά την ενίσχυση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, η Ελληνική Δημοκρατία βεβαίωσε ότι είχε καθορίσει τα οφειλόμενα ποσά και είχε κοινοποιήσει τις σχετικές εντολές καταβολής τους. Γενικότερα, οι ελληνικές αρχές επισήμαναν ότι η έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής του 2005 καθυστέρησε την ολοκλήρωση των ενεργειών ανάκτησης των ενισχύσεων, διότι παρακώλυσε τη σύναψη της συμφωνίας πώλησης της ΝΟΑ, εμποδίζοντας έτσι την ΟΑ να αποκτήσει τους αναγκαίους πόρους ώστε να προβεί στις καταβολές (15).
  5. Κρίνοντας ότι δεν έλαβε καμία πληροφόρηση σχετική με την πραγματική ανάκτηση των ενισχύσεων, η Επιτροπή απέστειλε, στις 10 Απριλίου 2006 (16), αιτιολογημένη γνώμη στην Ελληνική Δημοκρατία με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κράτος μέλος αυτό, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ και την κάλεσε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις αυτές εντός δύο μηνών από τη λήψη της αιτιολογημένης γνώμης. Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης τις ελληνικές αρχές ότι, σε περίπτωση που θα αποφάσιζε να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ, θα ζητούσε να υποχρεωθεί η Ελλάδα στην καταβολή χρηματικής ποινής και κατ’ αποκοπή ποσού, των οποίων το ύψος επιφυλάχθηκε να καθορίσει.
  6. Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 9ης Ιουνίου 2006. Όσον αφορά την ενίσχυση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, η Ελληνική Δημοκρατία επανέλαβε ότι η διαδικασία ανάκτησης ανεστάλη εν αναμονή της εκδόσεως της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επί της προσφυγής που άσκησε η ΟΑ. Προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω καθυστερήσεις, το εν λόγω κράτος μέλος ζήτησε τη συνδρομή της Επιτροπής και πρότεινε την επιτάχυνση της διαδικασίας διαθέσεως των στοιχείων του ενεργητικού της ΟΑ. Αν και καταρχήν η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ήταν αντίθετη προς το ενδεχόμενο εκκαθάρισης της εταιρίας ελλείψει άλλων λύσεων, υποστήριξε εντούτοις ότι η πώληση της εταιρίας με μοναδικό σκοπό να επιτευχθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων, πράγμα που πρότεινε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, θα συνιστούσε παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ΟΑ για έννομη προστασία και ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
  7. Όσον αφορά την ενίσχυση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε καταρχάς από την Επιτροπή να προσδιορίσει το χρονικό διάστημα που θα είχε στη διάθεσή της η ΟΑ στην περίπτωση που η ανάκτηση της εν λόγω ενίσχυσης θα γινόταν μέσω της εφαρμογής διατάξεως του εθνικού δικαίου που επιτρέπει την απόσβεση των χρεών προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου μέσω τακτικών καταβολών που εκτείνονται σε χρονικό διάστημα ανώτατης διάρκειας δέκα ετών. Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία παρέσχε πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο που σημειώθηκε όσον αφορά τη διαδικασία ανάκτησης της ενίσχυσης. Ως προς το τέλος που αποκαλείται «σπατόσημο», οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι το αρχικό προς ανάκτηση ποσό, ήτοι 60,9 εκατομμύρια ευρώ, μειώθηκε κατόπιν της εκ μέρους της ΟΑ καταβολής των ποσών που αντιστοιχούν στον Μάρτιο του 1999 και στην περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 2000 και Μαΐου 2001. Οι ελληνικές αρχές ζήτησαν εκ νέου τη συνδρομή της Επιτροπής για τον καθορισμό της διαδικασίας επιστροφής των υπολειπόμενων ποσών. Όσον αφορά τα οφειλόμενα στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (στο εξής: ΥΠΑ) αερολιμενικά μισθώματα, οι ελληνικές αρχές επικαλέστηκαν ότι οι σχετικές με τη μη καταβολή των μισθωμάτων αυτών οφειλές μερικώς συμψηφίστηκαν, κατά ποσό περίπου 2,3 εκατομμυρίων ευρώ, και μερικώς διαγράφηκαν. Το υπόλοιπο των 176 082,17 ευρώ, που προκύπτει από ένα τιμολόγιο που αμφισβητεί η ΟΑ, θα καταβαλλόταν το συντομότερο δυνατό.
  8. Οι ελληνικές αρχές κατέληξαν ότι, δεδομένης της προόδου της διαδικασίας ανάκτησης των ενισχύσεων και λαμβανομένης υπόψη της αιτήσεως συνδρομής που απηύθυναν οι αρχές αυτές προς την Επιτροπή καθώς και της εκκρεμούσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, η ενδεχόμενη απόφαση της Επιτροπής να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ αντίκειται στην αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 10 ΕΚ.

III – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων

  1. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Αυγούστου 2007, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, ζητώντας από το Δικαστήριο:

–        να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου του 2005, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της απόφασης της Επιτροπής του 2002 και του άρθρου 228 ΕΚ,

–        να υποχρεώσει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 53 611 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου του 2005, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην παρούσα υπόθεση μέχρι την ημερομηνία εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου του 2005,

–        να υποχρεώσει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή ένα κατ’ αποκοπή ποσό, το ύψος του οποίου προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό ενός ημερήσιου ποσού ύψους 10 512 ευρώ επί τον αριθμό των ημερών εξακολούθησης της παράβασης από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου του 2005 έως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην υπό κρίση υπόθεση,

–        να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

  1. Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Οι εκπρόσωποι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Νοεμβρίου 2008.

IV – Ανάλυση

Α –         Επί της προβαλλόμενης παράβασης

  1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
  2. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι εκπλήρωσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση της Επιτροπής του 2002 και ότι, προς τον σκοπό αυτό, ανέκτησε πλήρως, μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου 2007, τις ενισχύσεις στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 1 και 2 της αποφάσεως αυτής. Κατά πάγια νομολογία, κρίσιμο χρονικό σημείο για να εκτιμηθεί η προβαλλόμενη παράβαση υπό την έννοια του άρθρου 228 ΕΚ αποτελεί η λήξη της προθεσμίας που ορίζει η αιτιολογημένη γνώμη που εκδόθηκε δυνάμει της διάταξης αυτής (17), ήτοι, εν προκειμένω, δύο μήνες μετά την κοινοποίησή της στην Ελληνική Δημοκρατία, στις 10 Απριλίου 2006.
  3. Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι το καθού κράτος μέλος, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως όλα τα αναγκαία μέτρα εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228 ΕΚ και πρέπει, ως εκ τούτου, να διαπιστωθεί η εκ μέρους του παράβαση.
  4. Εντούτοις, δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε, παράλληλα με την διαπίστωση της παραβάσεως, να υποχρεωθεί η Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει, εκτός από κατ’ αποκοπή ποσό, και χρηματική ποινή, πρέπει ακόμη να ερευνηθεί αν η προβαλλόμενη παράβαση συνεχιζόταν κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο (18). Η διερεύνηση αυτή συνεπάγεται ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τα μέτρα που έλαβε το καθού κράτος μέλος μετά την άσκηση της προσφυγής, επί των οποίων η Επιτροπή δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει θέση παρά μόνο στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης.
  5. Ειδικότερα, τα υπομνήματα που κατέθεσε η καθής κυβέρνηση κατά το στάδιο της έγγραφης διαδικασίας και οι απαντήσεις της στις γραπτές ερωτήσεις που της τέθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου αναφέρονται σε μια σειρά συμψηφισμών αμοιβαίων απαιτήσεων της ΟΑ και του Ελληνικού Δημοσίου, μέσω των οποίων επιδιώχθηκε η ανάκτηση του μεγαλύτερου μέρους των ποσών των ενισχύσεων που κρίθηκαν ασύμβατες με την κοινή αγορά με την απόφαση της Επιτροπής του 2002.
  6. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων σχετικών με τη διαδικασία αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων, η αναζήτηση των παράνομων ενισχύσεων πρέπει, καταρχήν, να πραγματοποιείται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εθνικό δίκαιο (19). Η νομολογία αυτή κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (20), ο οποίος προβλέπει ότι «η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής».
  7. Επομένως, το κράτος μέλος που, βάσει αποφάσεως της Επιτροπής, είναι υποχρεωμένο να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις είναι ελεύθερο να επιλέξει, μεταξύ των μέσων που του παρέχει η εσωτερική του έννομη τάξη, εκείνα με τα οποία θα εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιλεγέντα μέτρα δεν θίγουν το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (21). Από τούτο προκύπτει ότι, καταρχήν, μπορεί και ο συμψηφισμός να συνιστά μέσο διά του οποίου είναι δυνατή η ανάκτηση ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί παρανόμως, στις περιπτώσεις που τούτο προβλέπεται από την εθνική έννομη τάξη ως μέσο απόσβεσης απαιτήσεων. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το συμπέρασμα αυτό, αντιθέτως, όμως, αμφισβητεί την αποδεικτική ισχύ των εγγράφων που προσκόμισε η Ελληνική Δημοκρατία και τους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι προβαλλόμενοι συμψηφισμοί.
  8. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή φέρει, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ, το βάρος προσκομίσεως στο Δικαστήριο των στοιχείων που είναι αναγκαία για να προσδιοριστεί ο βαθμός συμμορφώσεως ενός κράτους μέλους [με] απόφαση του Δικαστηρίου περί αναγνωρίσεως παραβάσεως (22). Στην περίπτωση που η Επιτροπή έχει προσκομίσει επαρκή στοιχεία που προδίδουν τη συνέχιση της παραβάσεως, «στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να αμφισβητήσει, με εμπεριστατωμένα και λεπτομερή επιχειρήματα, τα προσκομισθέντα στοιχεία και τις συνέπειές τους» (23).
  9. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται επιπλέον, δυνάμει τού άρθρου 10 ΕΚ, να συνεργάζονται με την Επιτροπή προκειμένου να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής που της έχει ανατεθεί (24). Όσον αφορά, ειδικότερα, την εκτέλεση αποφάσεως περί ανακτήσεως παράνομων ενισχύσεων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, «όταν ένα κράτος μέλος προβλέπει την ανάκτηση […] ενισχύσεων με μέσο διαφορετικό από την καταβολή μετρητών, οφείλει να προσκομίσει στην Επιτροπή όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα επαληθεύσεως ότι το επιλεγέν μέσο συνιστά πρόσφορο μέσο εκτελέσεως της σχετικής αποφάσεως». Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο, «σε αντίθεση προς την ανάκτηση με την καταβολή μετρητών, η οποία, λόγω της φύσεώς της, διευκολύνει τον εκ μέρους της Επιτροπής έλεγχο της εκτελέσεως μιας τέτοιας αποφάσεως, τα άλλα μέτρα που μπορεί να προτείνει ένα κράτος μέλος για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις ενδέχεται να επιβάλλουν την εκτίμηση περίπλοκων στοιχείων. Για να μπορέσει η Επιτροπή να προβεί σε τέτοιου είδους έλεγχο, χρειάζεται πληροφοριακά στοιχεία που δεν μπορεί να τα αποκτήσει ελλείψει στενής συνεργασίας με το οικείο κράτος μέλος» (25).
  10. Τα διάφορα μέτρα που έλαβε η Ελληνική Δημοκρατία προς εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 πρέπει να εξεταστούν υπό το φως των ανωτέρω αρχών.
  11. Επί της ανακτήσεως της ενισχύσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002

Επιχειρήματα των διαδίκων

  1. Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε καμία πληροφόρηση σχετικά με την πραγματική ανάκτηση της ενισχύσεως των 41 εκατομμυρίων ευρώ στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002.
  2. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ενίσχυση έχει επιστραφεί και παραπέμπει σε μια βεβαίωση των ελληνικών φορολογικών αρχών με ημερομηνία 18 Οκτωβρίου 2007, που επισυνάπτεται στο υπόμνημα αντικρούσεως και με την οποία βεβαιώνεται ότι, μεταξύ άλλων, ένα ποσό 73 363 107 ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει κεφάλαιο και τόκους υπολογιζόμενους με βάση το εφαρμοστέο κοινοτικό επιτόκιο (26), επιστράφηκε από την ΟΑ στο Ελληνικό Δημόσιο στις 31 Αυγούστου 2007. Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση που τους τέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν ότι η επιστροφή του εν λόγω ποσού πραγματοποιήθηκε μέσω συμψηφισμού με τα ποσά που επιδικάστηκαν στην ΟΑ ως αποζημίωση δυνάμει ορισμένων διαιτητικών αποφάσεων του 2006 και του 2007. Από τις πληροφορίες που παρέσχαν οι εν λόγω αρχές προκύπτει ότι, βάσει του άρθρου 27 του νομοθετικού διατάγματος 3560/1956, το οποίο επανέλαβε τους όρους της «σύμβασης περί αεροπορικών συγκοινωνιών» που συνάφθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Αριστοτέλη Ωνάση, οι διαφορές μεταξύ της ΟΑ και του Δημοσίου υπήχθησαν στα διαιτητικά δικαστήρια. Το 2006 και το 2007, η ΟΑ άσκησε συνολικά επτά αγωγές κατά του Ελληνικού Δημοσίου: τέσσερις για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της προβλεπόμενης παύσης της λειτουργίας του αερολιμένα του Ελληνικού και της υποχρέωσης μετεγκατάστασης στον διεθνή αερολιμένα των Σπάτων και τρεις σχετικά με τη ζημία που υπέστη ως αποτέλεσμα της παροχής υπηρεσιών γενικού συμφέροντος την οποία πραγματοποίησε χωρίς αντιπαροχή την περίοδο 1993-1999, το 2000 και το 2001. Αποφαινόμενα επί των αγωγών αυτών, τα διαιτητικά δικαστήρια υποχρέωσαν το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ΟΑ περίπου 846 εκατομμύρια ευρώ για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της μετεγκατάστασης στον αερολιμένα των Σπάτων και περίπου 25 εκατομμύρια ευρώ για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την υποχρέωση που της επιβλήθηκε να παράσχει υπηρεσίες γενικού συμφέροντος. Ειδικότερα, το οφειλόμενο από την ΟΑ ποσό των 41 εκατομμυρίων ευρώ δυνάμει των άρθρων 2 και 3 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 συμψηφίστηκε, κατά την καθής, με το ένταλμα πληρωμής των 601 289 003,97 ευρώ που εκδόθηκε κατόπιν της διαιτητικής αποφάσεως 57/2006 της 6ης Δεκεμβρίου 2006 (27).
  3. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2006, επισήμανε στην Ελληνική Δημοκρατία την πιθανότητα οι προαναφερθείσες διαιτητικές αποφάσεις να περιέχουν στοιχεία ενίσχυσης και ζήτησε να της κοινοποιηθούν οι αποφάσεις αυτές επισήμως προτού πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε καταβολή. Ωστόσο, οι εν λόγω αποφάσεις δεν της κοινοποιήθηκαν. Η Επιτροπή υπενθυμίζει επίσης ότι, αντιδρώντας σε ορισμένες καταγγελίες και πληροφορίες που έλαβε από την Ελλάδα, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (28) με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τις αποζημιώσεις που είχαν επιδικαστεί στην ΟΑ από τα διαιτητικά δικαστήρια. Επί της ουσίας των διαιτητικών αποφάσεων, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει μεν επαρκείς πληροφορίες για να καθορίσει κατά πόσο η ΟΑ είχε νομική υποχρέωση να πραγματοποιεί ζημιογόνες πτήσεις, δεν μπορεί, όμως, να αποκλειστεί μια υπερτίμηση του συμψηφισθέντος ποσού που επιδικάστηκε ως αποζημίωση στην ΟΑ με τις αποφάσεις αυτές, η οποία θα συνεπαγόταν παράνομη ενίσχυση. Όσον αφορά την αποκατάσταση της ζημίας που η ΟΑ υπέστη λόγω της μετεγκατάστασης στον διεθνή αερολιμένα Αθηνών, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το ζήτημα αυτό αντιμετωπίστηκε με τις αποφάσεις της του 1998, 2000 και 2002, αλλά ότι οι πληροφορίες που της διαβίβασε η Ελληνική Κυβέρνηση στο πλαίσιο της τρέχουσας διοικητικής διαδικασίας δεν της έδωσαν τη δυνατότητα να συγκρίνει τα ποσά που περιέχονται στις εν λόγω αποφάσεις και εκείνα τα οποία επιδικάζουν οι διαιτητικές αποφάσεις. Η Επιτροπή εκφράζει το φόβο ότι η ίδια ζημία συμψηφίστηκε δύο φορές. Γενικότερα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανάκτηση των ενισχύσεων που η απόφασή της του 2002 έκρινε ασύμβατες, σε όποιες περιπτώσεις πραγματοποιήθηκε, κατέστη δυνατή μόνο χάρις στη χορήγηση νέων ενισχύσεων. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, αν γίνει δεκτή η ανάκτηση ενισχύσεων που πραγματοποιείται υπό τους όρους αυτούς, η συνέπεια θα είναι να επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος, το οποίο παραβαίνει την υποχρέωση ανάκτησης ενισχύσεων που η Επιτροπή έχει κρίνει με απόφασή της ασύμβατες, να αποφεύγει την εφαρμογή των κυρώσεων του άρθρου 228 ΕΚ χορηγώντας νέες ενισχύσεις προκειμένου να καταστήσει δυνατή την επιστροφή των παλαιών.
  4. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως και με την απάντηση στις γραπτές ερωτήσεις που της τέθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στην ΟΑ με τις διαιτητικές αποφάσεις δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις και ότι η διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2007 είναι άνευ αντικειμένου. Όσον αφορά τη διαιτητική απόφαση 57/2006, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο του συμψηφισμού, η Ελληνική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι, κατά την εκκαθάριση του ποσού της οφειλόμενης από το Ελληνικό Δημόσιο στην ΟΑ αποζημίωσης, το διαιτητικό δικαστήριο αφαίρεσε 146 100 000 ευρώ, που αντιστοιχούν στα ποσά που είχαν καταβληθεί προς αποκατάσταση της ίδιας ζημίας προτού εκδοθεί η απόφαση της Επιτροπής του 2002. Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, ακόμα και αν η Επιτροπή αποδείξει ότι η προσαπτόμενη από την ΟΑ ζημία υπερτιμήθηκε, τούτο δεν ασκεί καμιά επιρροή στην εγκυρότητα της διαδικασίας ανάκτησης, διότι, συνολικά, το ποσό των ενισχύσεων που έπρεπε ακόμα να επιστραφούν από την ΟΑ και οι οποίες συνιστούσαν τη σημαντικότερη οφειλή της εταιρίας προς το Ελληνικό Δημόσιο υπολειπόταν κατά πολύ του ποσού της αποζημίωσης που καθόρισε το διαιτητικό δικαστήριο.

Εκτίμηση

  1. Όπως επισημάνθηκε, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή φέρει, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ, το βάρος προσκομίσεως στο Δικαστήριο των στοιχείων που είναι αναγκαία για να προσδιοριστεί ο βαθμός συμμορφώσεως ενός κράτους μέλους με απόφαση του Δικαστηρίου περί αναγνωρίσεως παραβάσεως. Στην περίπτωση που η Επιτροπή έχει προσκομίσει επαρκή στοιχεία που προδίδουν τη συνέχιση της παραβάσεως, στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να αμφισβητήσει, με εμπεριστατωμένα και λεπτομερή επιχειρήματα, τα προσκομισθέντα στοιχεία και τις συνέπειές τους.
  2. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες για να αποδείξει ότι οι επίμαχες διαιτητικές αποφάσεις ενέχουν νέα στοιχεία ενισχύσεως υπέρ της ΟΑ, αλλάεικάζειότι τούτο συμβαίνει. Έχει κινηθεί σχετικά διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ η οποία, με βάση τα στοιχεία που έχουν παρασχεθεί στο Δικαστήριο, εκκρεμεί ακόμα (29). Από την πλευρά της, η Ελληνική Δημοκρατία αποσαφήνισε τις περιστάσεις που την οδήγησαν στην ανάκτηση της ενίσχυσης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 και προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο τη διαιτητική απόφαση που εκκαθάρισε τα ποσά που λήφθηκαν υπόψη για τον συμψηφισμό –απόφαση που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή διαιτητικής ρήτρας επικυρωμένης από το νόμο– όσο και το ένταλμα πληρωμής που εκδόθηκε προς εκτέλεση της διαιτητικής αυτής αποφάσεως. Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία προσκόμισε βεβαίωση της ελληνικής φορολογικής αρχής η οποία βεβαιώνει τον πραγματοποιηθέντα συμψηφισμό.
  3. Υπό τις περιστάσεις αυτές, μολονότι είναι κατανοητή η δυσαρέσκεια της Επιτροπής, καθόσον το θεσμικό αυτό όργανο ενημερώθηκε για τον πραγματοποιηθέντα συμψηφισμό και τη διαδικασία πραγματοποίησής του μόλις κατά τη διάρκεια της υπό κρίση υπόθεσης, θεωρώ ότι δεν μπορεί να ζητηθεί από το καθού κράτος μέλος να αποδείξει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως, ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση δεν προέβη σε υπερτίμηση της προβληθείσας από την ΟΑ ζημίας, συνεπαγόμενη, ως εκ τούτου, χορήγηση νέων ενισχύσεων προς την εταιρία.
  4. Από την άλλη πλευρά, κατά τη γνώμη μου, δεν απόκειται στο Δικαστήριο, όταν επιλαμβάνεται μιας προσφυγής λόγω παραβάσεως, να αξιολογεί αν τα μέτρα που προτείνει ή θεσπίζει ένα κράτος μέλος προς εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από την Επιτροπή υποχρεώσεως για ανάκτηση μιας ενισχύσεως ενέχουν νέα στοιχεία ενισχύσεως. Τούτο ισχύει ειδικότερα υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως όπου, αφενός, το ζήτημα της ανάκτησης που φέρεται ότι πραγματοποιήθηκε μέσω χορήγησης νέων ενισχύσεων ετέθη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να έχει, συνεπώς, αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, κατά την οποία η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να συγκεντρώσει και να εξετάσει τα αναγκαία στοιχεία αξιολόγησης, και, αφετέρου, η Επιτροπή κίνησε διοικητική διαδικασία αφορώσα, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία ενίσχυσης των οποίων την ύπαρξη απλώς και μόνον εικάζει το προσφεύγον στην υπό κρίση υπόθεση θεσμικό όργανο.
  5. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως ανακτήσεως της ενισχύσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 συνεχίστηκε μέχρι την εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο.
  6. Επί της ανακτήσεως της ενισχύσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002

Επί του περιεχομένου της υποχρεώσεως ανακτήσεως

  1. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ρητώς, με την απόφαση του 2005, ότι η υποχρέωση ανάκτησης της ενίσχυσης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, που συνίσταται στη μη καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της διαπιστωθείσας παραβάσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας. Επιπλέον, μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, το Πρωτοδικείο, με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007 (30), αποφαινόμενο επί προσφυγής ασκηθείσας από την ΟΑ, ακύρωσε τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 «καθόσον αφορούν την ανοχή για τη διαιώνιση της μη καταβολής, αφενός, των οφειλομένων από την [ΟΑ] στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών αερολιμενικών τελών και, αφετέρου, του οφειλομένου από την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΦΠΑ επί των καυσίμων και των ανταλλακτικών», απορρίπτοντας την προσφυγή κατά τα λοιπά (31).
  2. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο εξέτασης των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, η υποχρέωση επιστροφής που υπέχει η Ελληνική Δημοκρατία από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 περιλαμβάνει, χωρίς να υπάρχει αμφισβήτηση συναφώς εκ μέρους των διαδίκων, τα στοιχεία που συνίστανται στη μη καταβολή, αφενός, των αερολιμενικών μισθωμάτων και, αφετέρου, του τέλους που αποκαλείται «σπατόσημο».
  3. Αντιθέτως, αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου το ζήτημα κατά πόσον εμπίπτει στην υποχρέωση ανάκτησης και το στοιχείο ενίσχυσης που εξέτασε η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 209 της αποφάσεώς της του 2002 και το οποίο συνίσταται στην «ανοχή της διαιωνιζόμενης μη καταβολής των αερολιμενικών τελών». Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση επιστροφής, καθόσον οι ουσιαστικές διατάξεις της αποφάσεως δεν αναφέρονται σ’ αυτό το στοιχείο ενίσχυσης.
  4. Η Επιτροπή, χωρίς να λάβει θέση επί των επιχειρημάτων που προέβαλε η καθής, επισήμανε σαφώς, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι το ποσό στο οποίο γίνεται αναφορά με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη καλύπτεται από την εντολή περί ανακτήσεως. Ωστόσο, ερωτηθείσα επί του σημείου αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και με δύο χωριστές γραπτές ερωτήσεις που της τέθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή τροποποίησε την αρχική της θέση, ισχυριζόμενη ότι το ποσό αυτό δεν υπόκειται σε ανάκτηση διότι δεν συνιστά καθεαυτό κρατική ενίσχυση και ότι, για τον λόγο αυτό, δεν εντάχθηκε στις ουσιαστικές διατάξεις της αποφάσεώς της του 2002. Ομολογώ ότι η άποψη που υποστήριξε εκ των υστέρων η Επιτροπή δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα σαφής και, προπάντων, δεν μου φαίνεται ότι μπορεί να θεμελιωθεί στα σχετικά χωρία της αποφάσεως του οργάνου αυτού του 2002. Συγκεκριμένα, το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 κηρύσσει ασύμβατη προς την κοινή αγορά, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση «που έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα υπό τη μορφή της ανοχής που επέδειξε στο θέμα της διαιωνιζόμενης μη καταβολής […] των αερολιμενικών τελών στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και σε άλλους αερολιμένες» (32). Η αναφορά όμως στα τέλη που οφείλει η ΟΑ σε αερολιμένες διαφορετικούς από τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών φαίνεται να παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις 151 έως 153 και 209 της αποφάσεως, στις οποίες αναλύεται η συμφωνία περί συμψηφισμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΑ που έχει ως αντικείμενο τις οφειλές της εταιρίας αυτής, ύψους 28,9 εκατομμυρίων ευρώ, προς διαφόρους αερολιμένες, οφειλές σχετικές με τη μη καταβολή των αερολιμενικών τελών για εσωτερικές και διεθνείς πτήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ Νοεμβρίου 1994 και Δεκεμβρίου 1998 (33). Εξάλλου, οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις είναι οι μοναδικές στις οποίες εξετάζονται τα εν λόγω τέλη. Επομένως, από την ανάγνωση της αποφάσεως φαίνεται μάλλον να επιβεβαιώνεται τη αρχική θέση που υποστήριξε η Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία το ποσό των 28,9 εκατομμυρίων ευρώ της αιτιολογικής σκέψης 209 εμπίπτει και αυτό στην εντολή περί ανάκτησης του άρθρου 3 της αποφάσεως αυτής.
  5. Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εκτίμηση ως προς την ερμηνεία της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής, το Δικαστήριο δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να μη λάβει υπόψη τη θέση που διατύπωσε εκ των υστέρων η Επιτροπή, θέση η οποία συνεπάγεται ότι το όργανο αυτό παραιτείται αμετάκλητα από το δικαίωμα να ζητήσει από την καθής την ανάκτηση του εν λόγω ποσού που αρχικά χαρακτηρίστηκε ως στοιχείο της προβαλλόμενης παράβασης στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης.
  6. Συμπερασματικά, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η υποχρέωση ανάκτησης που υπέχει η Ελληνική Δημοκρατία, κατά τον χρόνο εξέτασης των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, από τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 αφορά τα στοιχεία ενίσχυσης που συνιστά η μη καταβολή α) των αερολιμενικών τελών που οφείλονται σε διάφορους περιφερειακούς αερολιμένες και β) του τέλους που αποκαλείται «σπατόσημο».

Επί της εκπληρώσεως της υποχρέωσης ανάκτησης

  1. i)      Επί των τελών που οφείλονται σε διάφορους περιφερειακούς αερολιμένες
  2. Η αιτιολογική σκέψη 206 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 αναφέρει τη μη καταβολή από την ΟΑ των αερολιμενικών μισθωμάτων σχετικά με την περίοδο 1998-2001, που ανέρχονται συνολικά σε 2,46 εκατομμύρια ευρώ. Με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε ότι οι οφειλές της ΟΑ προς την ΥΠΑ σχετικά με τη μη καταβολή των μισθωμάτων αυτών μερικώς συμψηφίστηκαν, κατά ποσό περίπου 2,3 εκατομμυρίων ευρώ, και μερικώς διαγράφηκαν και ότι υπολείπεται ακόμα η καταβολή, προς εξόφληση των τελών αυτών, ενός ποσού ύψους 176 082,17 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ένα τιμολόγιο που αμφισβητεί η ΟΑ, και ενός ποσού ύψους 478 609,91 ευρώ, που αντιστοιχεί σε τιμολόγιο προς την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα, εταιρία του ομίλου ΟΑ, του οποίου επίσης το κύρος προσβλήθηκε. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ΥΠΑ πραγματοποίησε επαληθευτικό έλεγχο των οφειλών της ΟΑ ως προς τα αερολιμενικά μισθώματα, από τον οποίο προέκυψε ότι στην πραγματικότητα επιστράφηκε μόνον 1 818 027 ευρώ και όχι 2,3 εκατομμύρια ευρώ, όπως είχε αναφερθεί προγενέστερα. Η διαφορά οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν ευδοκίμησε το ένδικο βοήθημα που άσκησε η Ολυμπιακή Αεροπλοΐα κατά του εν λόγω τιμολογίου.

–       Επί της επιστροφής του ποσού του 1 818 027 ευρώ.

  1. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το ποσό αυτό επιστράφηκε τον Ιούνιο του 2006. Η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι τα έγγραφα που επισυνάπτονταν στην απάντηση της Ελλάδας στην αιτιολογημένη γνώμη δεν περιείχαν πληροφορίες ως προς τη διαδικασία ανάκτησης του ποσού αυτού και, αφετέρου, ότι οι βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παρέχουν τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι το ποσό αυτό όντως επιστράφηκε.
  2. Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο σχετικά με τη διαδικασία ανάκτησης, η Ελληνική Δημοκρατία παρέπεμψε, πρώτον, στις πληροφορίες που παρέσχε με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, από τις οποίες προκύπτει ότι τέσσερα τιμολόγια συνολικού ποσού 1 087 141,43 ευρώ, εκδοθέντα από την ΥΠΑ, ακυρώθηκαν με απόφαση της υπηρεσίας αυτής λόγω σφαλμάτων στην τιμολόγηση και αντικαταστάθηκαν από ένα τιμολόγιο ποσού 605 072,63 ευρώ. Η εν λόγω απόφαση, η οποία αναφέρει 14 τιμολόγια, μεταξύ των οποίων και τα επίμαχα τέσσερα, συνολικού ποσού 2 690 281,91 ευρώ, επισυνάπτεται στο έγγραφο της απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη. Η ως άνω απόφαση, εκτός του ότι αφορά ποσό διαφορετικό από εκείνο που υπέδειξαν οι ελληνικές αρχές τόσο με την απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη όσο και με την απάντηση στις γραπτές ερωτήσεις που της έθεσε το Δικαστήριο, δεν προσδιορίζει τους λόγους που οδήγησαν την ΥΠΑ να ακυρώσει και να αντικαταστήσει τα εν λόγω τιμολόγια. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως αυτής επισημαίνει ότι το σύνολο των ακυρωθέντων τιμολογίων αφορά την εκμίσθωση χώρων του παλαιού αερολιμένα Αθηνών για περίοδο μεταγενέστερη (34) εκείνης που αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 206 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002 (1998-2001). Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν προς απόδειξη της καταβολής του ποσού των 605 072,63 ευρώ, που αντιστοιχεί στο νέο τιμολόγιο που εκδόθηκε σε αντικατάσταση των προηγουμένων, συνίστανται σε τρεις βεβαιώσεις, μία της ΥΠΑ, με ημερομηνία 28 Σεπτεμβρίου 2007, και δύο προερχόμενες από τις ελληνικές φορολογικές αρχές, από τις οποίες δεν προκύπτουν ωστόσο οι λεπτομέρειες της καταβολής αυτής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ορθώς η Επιτροπή αμφισβητεί την καταλληλότητα των βεβαιώσεων αυτών να αποδείξουν ότι η ανάκτηση όντως πραγματοποιήθηκε.
  3. Η καθής κυβέρνηση παρέπεμψε, δεύτερον, στην απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών της 8ης Φεβρουαρίου 2005, που επισυνάπτεται στην απάντηση των ελληνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη και η οποία ενέκρινε τον συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων της ΟΑ και της ΥΠΑ για συνολικό ποσό 1 073 317,93 ευρώ. Ο συμψηφισμός αυτός αφορά επίσης τις οφειλές της ΟΑ που αντιστοιχούν στη μη εξόφληση τριών τιμολογίων σχετικών με αερολιμενικά μισθώματα συνολικού ποσού 349 081,73 ευρώ (35). Εκτός από το γεγονός ότι από τον πίνακα του σημείου 3.78 της απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη προκύπτει ότι δύο από τα τρία αυτά τιμολόγια (το υπ’ αριθ. 4082/01 και το υπ’ αριθ. 227/02) αφορούν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην ΟΑ μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου 2002, ήτοι για περίοδο μεταγενέστερη από εκείνη την οποία αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 206 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, η καθής κυβέρνηση δεν παρέσχε καμία πληροφορία σχετικά με τις συμψηφισθείσες οφειλές της ΥΠΑ προς την ΟΑ, ενώ τέτοιες πληροφορίες δεν μπορούν να εξαχθούν ούτε από την υπουργική απόφαση που ενέκρινε τον συμψηφισμό ή από τις βεβαιώσεις της φορολογικής αρχής που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
  4. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω (36), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, οσάκις ένα κράτος μέλος προβαίνει στην ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων μέσω συστήματος διαφορετικού από την καταβολή μετρητώνοφείλει να προσκομίσει στην Επιτροπή όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που της παρέχουν τη δυνατότητα να επαληθεύσει ότι το επιλεγέν μέσο συνιστά πρόσφορο μέσο εκπληρώσεως της υποχρεώσεως ανάκτησης. Εν προκειμένω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που της διαβίβασε η Ελληνική Κυβέρνηση δεν παρέχουν τη δυνατότητα προσδιορισμού των οφειλών του Ελληνικού Δημοσίου προς την ΟΑ των οποίων έχει γίνει συμψηφισμός.
  5. Θεωρώ ότι, όπως υποστήριξε και η Επιτροπή, στην περίπτωση που το κράτος μέλος αποφασίζει να προβεί στην ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων μέσω συμψηφισμού, πρέπει τουλάχιστον να προσδιορίζονται σαφώς από τα διαβιβαζόμενα έγγραφα τόσο η φύση των απαιτήσεων που έχει ο αποδέκτης της κρατικής ενίσχυσης έναντι του Δημοσίου και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του συμψηφισμού όσο και το ποσό και η περίοδος που αφορούν οι απαιτήσεις αυτές. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής ενδεχομένως και με την προσκόμιση των συναφών τιμολογίων. Αντιθέτως, κατά την άποψή μου, όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, η προσκόμιση επίσημης βεβαίωσης των αρχών του οικείου κράτους μέλους από την οποία προκύπτει απλώς και μόνον ο συμψηφισμός των οφειλών που έχει προς το κράτος η εταιρία που έλαβε την ενίσχυση και οι οποίες απορρέουν από τη χορήγηση της ενίσχυσης αυτής δεν αρκεί για να αποδειχτεί ότι η διά συμψηφισμού ανάκτηση πραγματοποιήθηκε προσηκόντως.
  6. Εν προκειμένω, όπως υποστήριξε και η Επιτροπή, οι πληροφορίες που παρέσχε η Ελληνική Κυβέρνηση δεν φαίνονται επαρκείς για να μπορέσει να εξακριβωθεί κατά πόσον ανακτήθηκε όντως το ποσό των 349 081,73 ευρώ που αντιστοιχεί στα τρία τιμολόγια που αναφέρθηκαν ανωτέρω στο σημείο 52.
  7. Συμπερασματικά, συμφωνώ με την εκτίμηση της Επιτροπής ότι τα έγγραφα που προσκόμισε το καθού κράτος μέλος δεν αρκούν για να αποδειχτεί η ανάκτηση του ποσού του 1 818 027 ευρώ, ποσού που φέρεται ότι επιστράφηκε από την ΟΑ τον Ιούνιο του 2006 ως τμήμα του στοιχείου ενίσχυσης που αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 206 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002.

–       Επί της επιστροφής των 176 082,18 ευρώ που αντιστοιχούν στο υπ’ αριθ. 3307/98 τιμολόγιο της ΥΠΑ

  1. Σύμφωνα με όσα ισχυρίστηκε με το υπόμνημα αντικρούσεως η Ελληνική Κυβέρνηση, το υπόλοιπο των εκ μέρους της ΟΑ έτι οφειλομένων και μη καταβληθέντων αερολιμενικών μισθωμάτων ανέρχεται, μετά την επιστροφή του ποσού του 1 818 027 ευρώ που αναλύθηκε ανωτέρω, στα 654 692 ευρώ (176 082,18 ευρώ + 478 606,91 ευρώ). Από το ποσό αυτό, ένα ποσό 176 082,18 ευρώ πλέον τόκων, συνολικού ύψους 352 808,78 ευρώ, επιστράφηκε στις 31 Αυγούστου 2007. Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση που της τέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι το ποσό αυτό συμψηφίστηκε με τα ποσά που επιδικάστηκαν στην ΟΑ ως αποζημίωση με την προμνησθείσα διαιτητική απόφαση 57/2006. Όσον αφορά επομένως την απόδειξη ότι εκπληρώθηκε η υποχρέωση ανάκτησης του εν λόγω ποσού ισχύουν οι σκέψεις που αναπτύχθηκαν ανωτέρω στα σημεία 40 και 41.

–       Επί της επιστροφής των 478 606,91 ευρώ που αντιστοιχούν στο υπ’ αριθ. 4175/99 τιμολόγιο που εξέδωσε η ΥΠΑ προς την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα

  1. Το σχετικό με το τιμολόγιο αυτό ποσό πλέον τόκων, συνολικού ύψους 933 289,41 ευρώ, επιστράφηκε, σύμφωνα με την Ελληνική Κυβέρνηση, στις 2 Οκτωβρίου 2007 μέσω συμψηφισμού μεταξύ αμοιβαίων απαιτήσεων της ΟΑ και της ΥΠΑ. Ως αποδεικτικά στοιχεία, η Ελληνική Κυβέρνηση επισύναψε στο υπόμνημα αντικρούσεως την απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών της Ελλάδας με την οποία εγκρίθηκε ο συμψηφισμός καθώς και ένα από 17 Οκτωβρίου 2007 έγγραφο της ΥΠΑ προς την ΟΑ, στο οποίο επισυνάπτεται λεπτομερής κατάσταση των ποσών που αφορά ο συμψηφισμός. Από την κατάσταση αυτή προκύπτει ότι οι απαιτήσεις της ΟΑ έναντι της ΥΠΑ αφορούσαν τις υπηρεσίες εξυπηρέτησης που παρείχε η ΟΑ στα αεροσκάφη της ΥΠΑ κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2004 μέχρι 31 Ιουλίου 2007. Δύο επιπλέον βεβαιώσεις της ΥΠΑ, απευθυνόμενες στην ΟΑ, επισυνάπτονται στο υπόμνημα αντικρούσεως: η πρώτη, με ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 2007, με την οποία βεβαιώνεται ότι, όσον αφορά τα οφειλόμενα για την περίοδο 1998-2001 αερολιμενικά μισθώματα, «όλες οι χρηματικές εντολές οφειλών της Ολυμπιακής [Αεροπορίας] είτε έχουν εξοφληθεί, είτε έχουν ακυρωθεί, είτε έχουν συμψηφιστεί, είτε έχουν διαβιβαστεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για βεβαίωση και είσπραξη»· η δεύτερη, με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2007, με την οποία βεβαιώνεται ότι μεταξύ των οφειλών της ΟΑ που συμψηφίστηκαν με την από 2 Οκτωβρίου 2007 Υπουργική Απόφαση συμπεριλαμβάνεται και εκείνη που αφορά το τιμολόγιο των 478 606,91 ευρώ, πλέον των σχετικών τόκων.
  2. Οι πληροφορίες που παρέσχε η Ελληνική Κυβέρνηση σχετικά με την ανάκτηση του εν λόγω ποσού, ειδικότερα δε οι πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο που επισυνάπτεται στη βεβαίωση της ΥΠΑ της 17ης Οκτωβρίου 2007, είναι σαφώς λεπτομερέστερες και, αντιθέτως προς τα υποστηριχθέντα από την Επιτροπή, παρέχουν τη δυνατότητα να προσδιοριστεί με επαρκή σαφήνεια η φύση των απαιτήσεων της ΟΑ έναντι της ΥΠΑ οι οποίες λήφθηκαν υπόψη στο πλαίσιο του συμψηφισμού, καθώς και το ποσό και η περίοδος που αφορούν οι απαιτήσεις αυτές.

–       Συμπεράσματα σχετικά με την εκπλήρωση της υποχρέωσης ανάκτησης του στοιχείου ενίσχυσης που αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 206 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002

  1. Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, θεωρώ αποδειχθέν ότι, κατά τον χρόνο εξέτασης των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, δεν είχε εκπληρωθεί η υποχρέωση ανάκτησης από την ΟΑ του στοιχείου ενίσχυσης που αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 206 της απόφασης της Επιτροπής του 2002, συνιστάμενου στη διαιώνιση της μη καταβολής των οφειλόμενων για την περίοδο 1998-2001 αερολιμενικών μισθωμάτων, συνολικού ποσού 2,46 εκατομμυρίων ευρώ, με την εξαίρεση, αφενός, του ποσού των 176 082,18 ευρώ που αντιστοιχεί στο υπ’ αριθ. 3307/98 τιμολόγιο της ΥΠΑ και, αφετέρου, του ποσού των 478 606,91 ευρώ που αντιστοιχεί στο υπ’ αριθ. 4175/99 τιμολόγιο της ΥΠΑ, για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν προς την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα.
  2. ii)    Επί της επιστροφής του τέλους που αποκαλείται «σπατόσημο»
  3. Η αιτιολογική σκέψη 208 της απόφασης της Επιτροπής του 2002 αναφέρει το στοιχείο ενίσχυσης που συνίσταται στην ανοχή της διαιωνιζόμενης μη καταβολής, εκ μέρους της ΟΑ, του τέλους για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των αερολιμένων, που αποκαλείται «σπατόσημο», για την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 2000 και Φεβρουαρίου 2002 και για τον Μάρτιο του 1999, και το οποίο ανέρχεται σε συνολικό ποσό περίπου 60 999 156 ευρώ.
  4. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε επανειλημμένως την Επιτροπή ότι ένα τμήμα του ποσού του οφειλόμενου τέλους για την επίμαχη περίοδο καταβλήθηκε προτού εκδοθεί η απόφαση της Επιτροπής του 2002. Τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την καταβολή αυτή, για συνολικό ποσό 22 806 158,87 ευρώ, επισυνάφθηκαν σε έγγραφο που απέστειλε, στις 26 Ιουνίου 2003, ο τότε Γενικός Γραμματέας Μεταφορών στην Επιτροπή· τα συναφή αποσπάσματα του εγγράφου αυτού και τα σχετικά συνημμένα προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, τα δικαιολογητικά έγγραφα της εν λόγω καταβολής συνίστανται, αφενός, σε μια σειρά σημειωμάτων εκδοθέντων από την ΟΑ, εκ των οποίων κανένα δεν φέρει, στο αντίστοιχο τετραγωνάκι, τη σφραγίδα της τράπεζας στην οποία φέρεται ότι έγινε η καταβολή (Τράπεζα της Ελλάδος) και, αφετέρου, σε μια βεβαίωση των αντίστοιχων κινήσεων του λογαριασμού της ΟΑ, η οποία είναι δυσανάγνωστη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, συμφωνώ με την εκτίμηση του προσφεύγοντος θεσμικού οργάνου ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν είναι ικανά να αποδείξουν την πραγματική καταβολή των εν λόγω ποσών.
  5. Όσον αφορά το έγγραφο που απέστειλε η ΥΠΑ στην ΟΑ στις 2 Οκτωβρίου 2007, το οποίο επισυνάπτεται στο υπόμνημα αντικρούσεως και το οποίο βεβαιώνει ότι η ΟΑ, στις 24 Σεπτεμβρίου 1999 και στις 29 Ιουνίου 2001, κατέβαλε συνολικό ποσό 22 806 158,87 ευρώ προς εξόφληση του «σπατόσημου» για τον Μάρτιο του 1999 και για την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 2000 και Μαΐου 2001, δεν θεωρώ ότι, ελλείψει των σχετικών παραστατικών, το έγγραφο αυτό αποτελεί βεβαία απόδειξη ότι πραγματοποιήθηκε η καταβολή. Το ίδιο ισχύει, κατά τη γνώμη μου, για το πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας της ΟΑ που επισυνάπτεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, από το οποίο προκύπτει ότι η εταιρία αυτή δεν έχει, στις 29 Ιανουαρίου 2008, ουδεμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το Δημόσιο.
  6. Όσον αφορά το υπόλοιπο του ποσού που οφείλεται, μετά την καταβολή των προαναφερθέντων 22 806 158,87 ευρώ, για την εξόφληση του «σπατόσημου», και του οποίου το ύψος υπολογίζεται σε 38 192 997 ευρώ, η Ελληνική Κυβέρνηση, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις που της τέθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, διευκρίνισε ότι το ποσό αυτό συμψηφίστηκε, μαζί με τους τόκους που είχαν γεννηθεί ως τις 31 Αυγούστου 2007, με τα ποσά που όφειλε το Δημόσιο ως αποζημίωση δυνάμει της προαναφερθείσας διαιτητικής αποφάσεως 57/2006. Όσον αφορά, επομένως, την απόδειξη ότι εκπληρώθηκε η υποχρέωση ανάκτησης του εν λόγω ποσού, ισχύουν οι σκέψεις που αναπτύχθηκαν ανωτέρω στα σημεία 40 και 41.

Συμπεράσματα σχετικά με την εκπλήρωση της υποχρέωσης ανάκτησης της ενίσχυσης του άρθρου 2 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002

  1. Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, θεωρώ αποδειχθέν ότι η εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως που υπέχει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 της αποφάσεως της Επιτροπής εξακολούθησε μέχρι την εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, όσον αφορά: i) την ανάκτηση από την ΟΑ του στοιχείου ενίσχυσης που αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 206 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, συνιστάμενου στη διαιώνιση της μη καταβολής των οφειλόμενων για την περίοδο 1998-2001 αερολιμενικών μισθωμάτων, συνολικού ποσού 2,46 εκατομμυρίων ευρώ, με την εξαίρεση, αφενός, του ποσού των 176 082,18 ευρώ που αντιστοιχεί στο υπ’ αριθ. 3307/98 τιμολόγιο της ΥΠΑ και, αφετέρου, του ποσού των 478 606,91 ευρώ που αντιστοιχεί στο υπ’ αριθ. 4175/99 τιμολόγιο της ΥΠΑ, για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα και ii) την ανάκτηση από την ΟΑ του στοιχείου ενίσχυσης που αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 208 της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, συνιστάμενου στη διαιώνιση της μη καταβολής του τέλους που αποκαλείται «σπατόσημο», συνολικού ποσού 60 999 156 ευρώ, με την εξαίρεση ενός ποσού 38 192 997 ευρώ.

Β –        Επί των χρηματικών κυρώσεων

  1. Το 2005, η Επιτροπή εξέδωσε νέα ανακοίνωση για την εφαρμογή του άρθρου 228 ΕΚ (στο εξής: ανακοίνωση του 2005) (37). Στο σημείο 10 της ανακοίνωσης αυτής, η Επιτροπή εξηγεί ότι η ανάγκη να αποφεύγεται το φαινόμενο της μη επιβολής καμίας κύρωσης στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη συμμορφώνονται καθυστερημένα προς τις υποχρεώσεις τους και, κατ’ επέκταση, το φαινόμενο της μη αποτελεσματικής αποθάρρυνσης της καθυστερημένης αυτής συμμόρφωσης την οδήγησε να μεταβάλει την πρακτική που ακολουθούσε βάσει των δύο προγενέστερων ανακοινώσεων (38) και να συνοδεύει στο εξής συστηματικά τις δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ προσφυγές της με την εισήγηση για επιβολή τόσο χρηματικής ποινής όσο και κατ’ αποκοπή ποσού. Σύμφωνα με τον προσανατολισμό αυτό, η Επιτροπή προτείνει εν προκειμένω στο Δικαστήριο να επιβάλει στην Ελληνική Δημοκρατία αμφότερες τις χρηματικές κυρώσεις.
  2. Επί της χρηματικής ποινής

Επιχειρήματα των διαδίκων

  1. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μια χρηματική ποινή 53 611 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005 από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση αντανακλά ορθώς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της προβληθείσας παραβάσεως και λαμβάνει υπόψη την απαίτηση διασφαλίσεως του κατασταλτικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα της κυρώσεως. Σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού που ορίζεται στο σημείο 14 της ανακοινώσεως του 2005, το ποσό αυτό καθορίζεται με πολλαπλασιασμό ενός ενιαίου βασικού κατ’ αποκοπή ποσού 600 ευρώ ημερησίως με ένα συντελεστή σοβαρότητας και με ένα συντελεστή διάρκειας και, εν συνεχεία, με πολλαπλασιασμό του γινομένου με ένα συντελεστή «n» που λαμβάνει υπόψη την ικανότητα πληρωμής του καθού κράτους μέλους, υπολογιζόμενη βάσει του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος του και του αριθμού ψήφων που αυτό διαθέτει στο Συμβούλιο, συντελεστή που, για την Ελλάδα, έχει καθοριστεί στο 4,38. Όσον αφορά τη σοβαρότητατης παραβάσεως, η Επιτροπή εφάρμοσε συντελεστή 12, σε κλίμακα με διαβάθμιση από 1 έως 20, τόσο λόγω της σπουδαιότητας της κοινοτικής διάταξης που παραβιάστηκε όσο και λόγω των συνεπειών της παραβάσεως αυτής επί των γενικών και ιδιωτικών συμφερόντων. Ως προς τη διάρκεια της παραβάσεως, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το χρονικό διάστημα των 17 μηνών το οποίο παρήλθε από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005 (12 Μαΐου 2005) μέχρι την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως για προσφυγή στο Δικαστήριο (18 Οκτωβρίου 2006), εφαρμόζοντας, σύμφωνα με το σημείο 17 της ανακοινώσεως του 2005, συντελεστή 1,7. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, στο Δικαστήριο απόκειται να καθορίσει συντελεστή ενδεχομένως υψηλότερο, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη λήψη της αποφάσεως του θεσμικού οργάνου να προσφύγει στο Δικαστήριο και την εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το τελευταίο.
  2. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κυρίως, ότι το αίτημα της Επιτροπής να υποχρεωθεί το καθού κράτος μέλος στην καταβολή χρηματικής ποινής πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στερείται αντικειμένου, εφόσον η απόφαση του Δικαστηρίου του 2005 έχει εκτελεστεί πλήρως. Επικουρικώς, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι το ποσό που προτείνει η Επιτροπή είναι δυσανάλογο και πρέπει να μειωθεί λαμβανομένων υπόψη τριών στοιχείων. Πρώτον, η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005 πραγματοποιήθηκε εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, παρά την έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της Επιτροπής και την ασάφεια ορισμένων σημείων της αποφάσεώς της του 2002. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο ακύρωσε μερικώς την εν λόγω απόφαση της Επιτροπής, με συνέπεια να μην μπορεί να προσαφθεί στην Ελληνική Δημοκρατία παράβαση σχετική με τα στοιχεία ενίσχυσης που αφορά το ακυρωθέν μέρος της απόφασης. Τρίτον, ο συντελεστής σοβαρότητας που καθόρισε η Επιτροπή είναι δυσανάλογος, τόσο σε σχέση με τους συντελεστές που καθορίστηκαν σε άλλες υποθέσεις, μολονότι η προβαλλόμενη παράβαση στις υποθέσεις αυτές ήταν σοβαρότερη, όσο και σε σχέση με τις συγκεκριμένες συνέπειες της παραβάσεως επί των γενικών και ιδιωτικών συμφερόντων. Ως προς το τελευταίο σημείο, η Ελληνική Κυβέρνηση επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η ΟΑ έπαυσε κάθε πτητική δραστηριότητα και, κατά συνέπεια, η καθυστέρηση στην ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων δεν εξακολούθησε να νοθεύει τον ανταγωνισμό στον τομέα των αερομεταφορών.

Αξιολόγηση

  1. Κατά πάγια νομολογία, η δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ ενδεχόμενη επιβολή χρηματικής ποινής, της οποίας ο χαρακτήρας ως μέτρου εξαναγκασμού ως προς την οικεία παράβαση έχει επανειλημμένως υπογραμμιστεί από το Δικαστήριο (39), δεν δικαιολογείται καταρχήν παρά μόνον εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται η παράβαση που συνίσταται στη μη εκτέλεση προηγούμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου (40). Δεδομένου ότι, βάσει των αξιολογήσεων που εκτέθηκαν ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ότι η προβαλλόμενη παράβαση στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης εξακολουθεί μερικώς να υφίσταται, το αίτημα της Επιτροπής να επιβληθεί στο καθού κράτος μέλος χρηματική ποινή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό.
  2. Το ποσό της χρηματικής ποινής που προτείνει η Επιτροπή προκύπτει από την εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού που ορίζει η ανακοίνωση του 2005. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι οι κατευθυντήριες γραμμές που περιέχονται στις ανακοινώσεις της Επιτροπής δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά συμβάλλουν στην εγγύηση της διαφάνειας, του προβλέψιμου και της ασφάλειας δικαίου κατά τη δράση της Επιτροπής (41). Επομένως, οι προτάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή βάσει αυτών των κατευθυντήριων γραμμών αποτελούν απλώς μια χρήσιμη βάση αναφοράς για το Δικαστήριο (42).
  3. Δεδομένου ότι η χρηματική ποινή σκοπεί να ασκήσει οικονομική πίεση στο κράτος μέλος που αθετεί την υποχρέωση εκτελέσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται παράβαση ώστε να παύσει την παράβαση αυτή, το ποσό της πρέπει να είναι ανάλογο με τον βαθμό πιέσεως που απαιτείται για να μεταβάλει το εν λόγω κράτος μέλος τη συμπεριφορά του (43). Στο Δικαστήριο εναπόκειται, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεώς του, να καθορίζει το ποσό αυτό σε τέτοιο ύψος ώστε η χρηματική ποινή να είναι, αφενός μεν, πρόσφορη για τις περιστάσεις, αφετέρου δε, ανάλογη προς τη διαπιστωθείσα παράβαση και την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους (44). Υπό το πρίσμα αυτό, τα βασικά κριτήρια που πρέπει καταρχήν να λαμβάνονται υπόψη για να εξασφαλίζεται ο χαρακτήρας της χρηματικής ποινής ως μέτρου εξαναγκασμού, με σκοπό την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, είναι, κατά το Δικαστήριο, η σοβαρότητα της παραβάσεως, η διάρκειά της και η ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους (45). Τελικά, τα κριτήρια αυτά δεν διαφέρουν κατ’ ουσίαν από εκείνα τα οποία λαμβάνει υπόψη της η Επιτροπή στις ανακοινώσεις της για την εφαρμογή του άρθρου 228 ΕΚ (46).
  4. Εν προκειμένω, όσον αφορά, πρώτον, τη σοβαρότητατης παραβάσεως, συμφωνώ με την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η εφαρμογή υψηλού συντελεστή είναι καταρχήν δικαιολογημένη, δεδομένου του θεμελιώδους χαρακτήρα των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που σκοπούν στη θέσπιση ενός καθεστώτος που να διασφαλίζει ότι δεν νοθεύεται ο ανταγωνισμός στην εσωτερική αγορά· η υποχρέωση ανάκτησης των ενισχύσεων που είναι ασύμβατες προς την κοινή αγορά αποτελεί λογικό επακόλουθο της απαγόρευσης που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές. Πρέπει επιπλέον να υπομνησθεί ότι, μετά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, το όργανο αυτό διαπίστωσε τη χορήγηση νέων ενισχύσεων (απόφαση της Επιτροπής του 2005) και ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε, το 2005, ότι η Ελλάδα παρέβη την υποχρέωση ανάκτησης και αυτών των ενισχύσεων.
  5. Ωστόσο, για να καθοριστεί ο κατάλληλος συντελεστής που είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ληφθούν υπόψη και τα ακόλουθα στοιχεία, που συμβάλλουν στον μετριασμό της σοβαρότητας που συνδέεται με τη φύση της παραβάσεως. Καταρχάς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ποσό των ενισχύσεων για τις οποίες εξακολουθεί να υφίσταται υποχρέωση ανάκτησης που δεν προκύπτει ότι έχει εκπληρωθεί είναι σαφώς χαμηλότερο από το ποσό που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (47). Προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνον η μερική ακύρωση από το Πρωτοδικείο της αποφάσεως της Επιτροπής του 2002, κατόπιν της ασκήσεως της προσφυγής, αλλά επίσης, αφενός, το γεγονός ότι η Επιτροπή προσήψε αρχικά στο καθού κράτος μέλος και τη μη ανάκτηση του στοιχείου ενισχύσεως που αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 209 της αποφάσεως αυτής και, αφετέρου, αν γίνει δεκτή η ανάλυση που προτείνω, τα στοιχεία της παραβάσεως αυτής των οποίων η διαιώνιση δεν αποδείχτηκε από την Επιτροπή.
  6. Επιπλέον, όσον αφορά τις συνέπειες της μη εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005 επί των γενικών και ιδιωτικών συμφερόντων, επιβάλλεται η επισήμανση ότι από τον φάκελο της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή, εκτιμώντας τις συνέπειες αυτές κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, εξέτασε ειδικά τον αντίκτυπο της μεταβίβασης του πτητικού έργου από την ΟΑ στη ΝΟΑ τον Δεκέμβριο του 2003. Μολονότι όμως αληθεύει ότι η μεταβίβαση αυτή ενδεχομένως συνεπάγεται τη μεταβίβαση στη νέα λειτουργική εταιρία του οφέλους των ενισχύσεων που έλαβε η ΟΑ, και, ως εκ τούτου, τη διατήρηση της στρέβλωσης του ανταγωνισμού στην αγορά των αερομεταφορών, στην υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο, η Επιτροπή περιορίστηκε να ισχυριστεί δίκην αποδείξεως ότι η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιήθηκε (48). Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δύσκολο να αξιολογηθεί σε όλη της την έκταση η επιρροή που ασκεί η συνέχιση της εν λόγω παραβάσεως στους οικονομικούς φορείς που δραστηριοποιούνται στην αγορά αυτή (49). Πρέπει, εντούτοις, να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση του 2005, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω μεταβίβαση «εμπόδισε την αποτελεσματική εκτέλεση της αποφάσεως [του 2002] και την ανάκτηση των ενισχύσεων με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο στήριξε τις εμπορικές δραστηριότητες της [ΟΑ]» και ότι «ως εκ τούτου, διακυβεύθηκε σοβαρά ο σκοπός της αποφάσεως αυτής, που αποβλέπει στην αποκατάσταση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας» (50).
  7. Τέλος, δεν θεωρώ ότι πρέπει να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της Επιτροπής κατά το στάδιο εκπλήρωσης της υποχρέωσης ανάκτησης. Αν και από ορισμένα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως διαφαίνεται ότι η επικοινωνία μεταξύ του καθού κράτους μέλους και του προσφεύγοντος θεσμικού οργάνου υπήρξε δυσχερής, δεν νομίζω ότι, συνολικά, μπορεί να προσαφθεί στη μια ή στην άλλη πλευρά συμπεριφορά που όντως παραβαίνει την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 10 ΕΚ, δικαιολογώντας, ανάλογα με την περίπτωση, την εφαρμογή επιβαρυντικής ή ελαφρυντικής περίστασης.
  8. Βάσει των προεκτεθέντων, ο συντελεστής σοβαρότητας 12 (σε κλίμακα με διαβάθμιση από 1 έως 20) που προτείνει η Επιτροπή είναι, εν προκειμένω, υπερβολικός. Αντιθέτως, θεωρώ ότι ο συντελεστής 3 αντανακλά κατά τρόπο ενδεδειγμένο τη σοβαρότητα της επίδικης παραβάσεως.
  9. Όσον αφορά, δεύτερον, τη διάρκειατης παραβάσεως, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η νομολογία έχει αποσαφηνίσει ότι ο σχετικός συντελεστής «πρέπει να υπολογίζεται με βάση τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο το Δικαστήριο εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και όχι εκείνον της ασκήσεως της προσφυγής της Επιτροπής, ενώ άλλωστε η εξουσία εκτιμήσεως του Δικαστηρίου δεν πρέπει να περιορίζεται από τη διαβαθμιζόμενη από 1 μέχρι 3 κλίμακα την οποία προτείνει η Επιτροπή» (51). Εν προκειμένω, έχουν παρέλθει περισσότερα από τριάμισι έτη από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005 (52). Πρόσφατα το Δικαστήριο έκρινε, αξιολογώντας ανάλογο χρονικό διάστημα, ότι ο συντελεστής 2 είναι καταλληλότερος για να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της παράβασης (53). Θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να εφαρμοστεί ο ίδιος συντελεστής εν προκειμένω.
  10. Τέλος, όσον αφορά την ικανότητα πληρωμήςτου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, το Δικαστήριο έκρινε κατάλληλη τη μέθοδο υπολογισμού που προτείνει η Επιτροπή με τις ανακοινώσεις της, καθόσον «έτσι λαμβάνονται υπόψη αφενός η ικανότητα πληρωμής του κράτους μέλους αυτού και αφετέρου οι εύλογες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών» (54). Ο συντελεστής που καθορίζει η ανακοίνωση του 2005 για την Ελλάδα και που θεωρώ ορθό να εφαρμοστεί εν προκειμένω είναι 4,38.
  11. Αν πολλαπλασιαστεί το βασικό ποσό των 600 ευρώ με τους προτεινόμενους συντελεστές, ήτοι 3 για τη σοβαρότητα της παραβάσεως, 2 για τη διάρκειά της και 4,38 για την ικανότητα πληρωμής του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, προκύπτει ποσό 15 768 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Το ποσό αυτό φαίνεται ενδεδειγμένο, λαμβανομένου υπόψη του κατασταλτικού σκοπού της χρηματικής ποινής.
  12. Επί του κατ’ αποκοπή ποσού

Επιχειρήματα των διαδίκων

  1. Για τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπή ποσού, η Επιτροπή προτείνει τον πολλαπλασιασμό ενός ημερήσιου ποσού 200 ευρώ με τους συντελεστές 12 (σοβαρότητα της παραβάσεως) και 4,38 (ικανότητα πληρωμής του κράτους μέλους), που προτάθηκαν για τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής. Το ποσό των 10 512 ευρώ που προκύπτει από τον υπολογισμό αυτό πρέπει, κατά την Επιτροπή, να εφαρμοστεί για το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005 μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση.
  2. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κυρίως, ότι δεν πρέπει να επιβληθεί κανένα κατ’ αποκοπή ποσό, δεδομένου ότι η ίδια εξασφάλισε την ταχεία και πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005. Επικουρικώς, αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι δεν υπήρξε τέτοια εκτέλεση, το καθού κράτος μέλος θεωρεί ότι πρέπει να αποκλειστεί ενδεχόμενη σώρευση των χρηματικών κυρώσεων του άρθρου 228 ΕΚ, διότι αμφότερες επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό. Η Ελληνική Δημοκρατία υπογραμμίζει επίσης ότι το Δικαστήριο έχει επιβάλει σωρευτικά χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπή ποσό σε μία και μόνη περίπτωση, χαρακτηριζόμενη από εξαιρετικές περιστάσεις, ιδίως ως προς τη διάρκεια της παραβάσεως. Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το ποσό που προτείνει η Επιτροπή είναι δυσανάλογο. Τα επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται η κυβέρνηση αυτή είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια με αυτά που προβάλλει προς αμφισβήτηση του ποσού της χρηματικής ποινής.

Αξιολόγηση

  1. Η θέση που υποστηρίζει κυρίως η Ελληνική Δημοκρατία, ήτοι ότι δεν μπορεί να επιβληθεί καμία κύρωση κατά το άρθρο 228 ΕΚ εφόσον δεν εξακολουθεί να υφίσταται παράβαση, αντίκειται προς μια πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία το καθού κράτος μέλος υποχρεώθηκε να καταβάλει κατ’ αποκοπή ποσό παρά το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, είχε εκτελεστεί ορθώς και εξ ολοκλήρου η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία είχε διαπιστωθεί αρχικά η παράβαση (55). Επομένως, ακόμα και αν το Δικαστήριο, αντιθέτως προς την πρότασή μου, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Δημοκρατία συμμορφώθηκε πλήρως με την απόφαση του Δικαστηρίου του 2005, το συμπέρασμα αυτό δεν αρκεί για να αποκλειστεί η επιβολή κατ’ αποκοπή ποσού στο εν λόγω κράτος μέλος.
  2. Όσον αφορά την επιχειρηματολογία που προβάλλει η καθής κυβέρνηση επικουρικώς, θεωρώ καταρχάς απορριπτέα την άποψη ότι η σώρευση των κυρώσεων του άρθρου 228 ΕΚ πρέπει να αποκλεισθεί για τον λόγο ότι αυτές επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό. Ακόμα και αν δεν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ήδη επιβάλει σωρευτικά χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπή ποσό, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ανωτέρω άποψη, ιδίως υπό το φως της απόφασης που παρατίθεται στο προηγούμενο σημείο. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας μια τάση που διαφαινόταν από την προηγούμενη νομολογία, διέκρινε σαφώς μεταξύ των δύο κυρώσεων όσον αφορά τη λειτουργία τους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Στόχος της χρηματικής ποινής είναι ουσιαστικά «να παρακινήσει ένα κράτος μέλος να παύσει, το ταχύτερο δυνατόν, μια παράβαση που, χωρίς το μέτρο αυτό, θα υπήρχε κίνδυνος να διαιωνισθεί» (56) και, ως εκ τούτου, προϋπόθεση για την επιβολή της είναι η συνέχιση της παράβασης. Αντιθέτως, μέσω του κατ’ αποκοπή ποσού σκοπείται μάλλον να επιβληθούν κυρώσεις λόγω των συνεπειών που παρήγαγε η παράβαση αυτή και λόγω της διάρκειάς της, καθώς και να προληφθεί η επανάληψη ανάλογων παραβάσεων: επομένως, η κύρωση αυτή μπορεί να αφορά και παράβαση που έχει παύσει εν τω μεταξύ. Δεδομένης της διαφορετικής λειτουργίας που επιτελούν οι δύο κυρώσεις, η ενδεχόμενη σωρευτική επιβολή τους δεν μπορεί καταρχήν να αποκλειστεί, έστω και αν ο τελικός σκοπός που επιδιώκεται μέσω της επιβολής τους παραμένει ο ίδιος, ήτοι να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη (57).
  3. Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι, όταν το Δικαστήριο επέβαλε για πρώτη φορά σωρευτικά χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπή ποσό, διευκρίνισε ότι σ’ αυτό εναπόκειται «να αποφασίζει, σε κάθε υπόθεση και υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες που έχουν υποβληθεί στην κρίση του καθώς και ανάλογα με τον βαθμό εξαναγκασμού και αποτροπής που κρίνει απαραίτητο, τις κατάλληλες χρηματικές κυρώσεις για να εξασφαλίσει την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση της αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε προηγούμενη παράβαση, και να προλάβει την επανάληψη αναλόγων παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου» (58). Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφασίζει να επιβάλει τη μια ή την άλλη κύρωση ή, ενδεχομένως, να τις επιβάλει σωρευτικά, αποκλειστικά βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και του απαιτούμενου βαθμού εξαναγκασμού και αποτροπής, χωρίς να δεσμεύεται, κατά την επιλογή μεταξύ των πιθανών διαθέσιμων μέσων, από ορισμένο βαθμό σοβαρότητας ή διάρκειας της παραβάσεως. Η σωρευτική επιβολή χρηματικής ποινής και κατ’ αποκοπή ποσού μπορεί, για παράδειγμα, να ενδείκνυται ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου σημειώνεται μερική μόνο καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώθηκε η παράβαση και στις οποίες, επομένως, η χρηματική ποινή είναι σύμμετρη προς τις πτυχές της παράβασης που εξακολουθούν να υφίστανται. Στις περιπτώσεις αυτές, το να υποχρεωθεί το κράτος μέλος να καταβάλει παράλληλα και κατ’ αποκοπή ποσό παρέχει τη δυνατότητα επιβολής στο κράτος αυτό κυρώσεων και για στοιχεία της συμπεριφοράς που εν τω μεταξύ έχουν παύσει.
  4. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, κατά το Δικαστήριο, η επιβολή κατ’ αποκοπή ποσού δεν έχει αυτόματο χαρακτήρα, όπως αφήνει να εννοηθεί η Επιτροπή με την ανακοίνωση του 2005, αλλά, «πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εξαρτάται από το σύνολο των συναφών στοιχείων που συνδέονται τόσο με τα χαρακτηριστικά της διαπιστωθείσας παραβάσεως όσο και με τη συμπεριφορά του κράτους μέλους το οποίο αφορά η δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ κινηθείσα διαδικασία» (59). Συναφώς, επισημαίνω ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι για το καθού κράτος μέλος έχουν εκδοθεί πολλές αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ με τις οποίες διαπιστώνονται παραβάσεις στο ίδιο τομέα με αυτόν που αφορά η επίδικη παράβαση(60).
  5. Υπό το φως των προεκτεθέντων κριτηρίων, θεωρώ ότι, εν προκειμένω, η επιβολή κατ’ αποκοπή ποσού δικαιολογείται κυρίως από τις εκτιμήσεις σχετικά με τη σοβαρότητα της εν λόγω παραβάσεως που εκτέθηκαν στο σημείο 72 ανωτέρω, ήτοι τη σπουδαιότητα των διατάξεων που παραβιάστηκαν και το γεγονός ότι έναντι της Ελληνικής Δημοκρατίας έχουν διαπιστωθεί δύο χωριστές παραβάσεις συνιστάμενες στη μη ανάκτηση ασύμβατων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στον ίδιο αποδέκτη.
  6. Όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως αυτής, που αρχίζει από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα μέτρα εκτελέσεως που, κατά τις ελληνικές αρχές, εξασφάλισαν την πραγματική ανάκτηση τμήματος των επίμαχων ενισχύσεων θεσπίστηκαν μόλις μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου 2007 και ότι ορισμένες πτυχές της παραβάσεως διαιωνίζονται για περισσότερο από τριάμισι έτη μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. Από την εξέταση του φακέλου της υποθέσεως δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να προκύψουν στοιχεία που να δικαιολογούν την καθυστέρηση αυτή, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη ότι τα περισσότερα από τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας δεν διέφεραν ουσιωδώς από εκείνα που το καθού κράτος μέλος θέσπισε πριν την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου του 2005 και που κρίθηκαν από το Δικαστήριο ανεπαρκή για την εξασφάλιση της πραγματικής ανάκτησης των ενισχύσεων. Όσον αφορά τις δυσχέρειες εσωτερικής τάξεως που αντιμετώπισε η Ελληνική Δημοκρατία κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, επιβάλλεται η υπόμνηση, αφενός, ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο (61) και, αφετέρου, ότι, κατά πάγια νομολογία, η εφαρμογή των διαδικασιών της εθνικής νομοθεσίας για την ανάκτηση των ενισχύσεων που κρίνονται ασύμβατες εξαρτάται, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, από την προϋπόθεση ότι αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής (62). Επιπλέον, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι, εφόσον, στο πλαίσιο μιας εθνικής διαδικασίας, αναγνωρίζεται ανασταλτικό αποτέλεσμα στα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά των από τις εθνικές αρχές βεβαιώσεων των ποσών που οι αρχές αυτές απαιτούν για την ανάκτηση μιας ενισχύσεως, η διαδικασία αυτή δεν καθιστά δυνατή την «άμεση και πραγματική» εκτέλεση της αποφάσεως με την οποία διατάχθηκε η ανάκτηση και επομένως δεν πληροί τους όρους της προαναφερθείσας διατάξεως του κανονισμού 659/1999 (63).
  7. Για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπή ποσού, θεωρώ ότι πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι σκέψεις που εκτέθηκαν στα σημεία 73 και 74 ανωτέρω, όσον αφορά, αντιστοίχως, τη μείωση του συνολικού ποσού των ενισχύσεων που έπρεπε αρχικά να ανακτηθούν και την αξιολόγηση των συνεπειών της διαιώνισης της παράβασης.
  8. Βάσει των ανωτέρω, θεωρώ ότι η επιβολή κατ’ αποκοπή ποσού 2 εκατομμυρίων ευρώ αποτελεί δίκαιη εκτίμηση των υπό κρίση περιστάσεων.
  9. Επί των δικαστικών εξόδων
  10. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί η Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και ότι διαπιστώθηκε η ύπαρξη παραβάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.

V –    Πρόταση

  1. Για τους προεκτεθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής στην παρούσα υπόθεση:

«1)      Η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας και, εν πάση περιπτώσει, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή, εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 12ης Μαΐου 2005, C–415/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σχετικά με τη μη ανάκτηση των ενισχύσεων που κρίθηκαν παράνομες και ασύμβατες προς την κοινή αγορά –με εξαίρεση τις εισφορές προς τον εθνικό οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων–, σύμφωνα με το άρθρο 3 της αποφάσεως 2003/372/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2002, για ενίσχυση που χορήγησε η Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ.

2)       Υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας», χρηματική ποινή ύψους 15 768 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης στη θέσπιση, και/ή ανακοίνωση στην Επιτροπή, των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, από την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως μέχρι την ημερομηνία εκτελέσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας.

3)       Υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας», κατ’ αποκοπή ποσό ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ.

4)       Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.

2 – Υπόθεση C-415/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2005, σ. I‑3875).

3 – 2003/372/ΕΚ (ΕΕ L 132, σ. 1).

4 – Απόφαση 94/696/ΕΟΚ, της 7ης Οκτωβρίου 1994, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγεί το Ελληνικό Δημόσιο στην Ολυμπιακή Αεροπορία (ΕΕ L 273, σ. 22).

5 – ΕΕ L 128, σ. 1.

6 –      Ποσού ίσου με τη δεύτερη δόση της εισφοράς κεφαλαίου, η οποία εγκρίθηκε το 1998.

7 – C(2005) 2706, σχετικά με κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την Ελλάδα υπέρ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και των Ολυμπιακών Αερογραμμών.

8 – Πρόκειται για τις υποθέσεις T‑415/05, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑416/05, Ολυμπιακές Αερογραμμές κατά Επιτροπής και T‑423/05, Ολυμπιακή Αεροπορία κατά Επιτροπής, που εκκρεμούν ενώπιον του Πρωτοδικείου.

9 – Απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως C‑419/06, Επιτροπή κατά Ελλάδας (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή).

10 – Σκέψεις 33 και 34.

11 – Σκέψη 35.

12 – Σκέψη 39.

13 – Σκέψη 41.

14 – Σκέψη 44.

15 – Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η σύναψη της σύμβασης πώλησης της ΝΟΑ, σύμφωνα με το «Μνημόνιο Βασικών Θέσεων» μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Olympic Investors/York Capital, της 5ης Αυγούστου 2005, που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, εξαρτήθηκε από τον προσδιορισμό του ποσού των ενισχύσεων που έκρινε ασύμβατες η απόφαση της Επιτροπής του 2005 και ότι οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν ακριβώς λόγω της έλλειψης συνεργασίας επί του ζητήματος αυτού εκ μέρους της Επιτροπής.

16 – Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η αιτιολογημένη γνώμη περιήλθε στη μόνιμη αντιπροσωπεία της στις 14 Απριλίου 2006.

17 – Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2005, C–304/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2005, σ. Ι–6263, σκέψη 30), και της 14ης Μαρτίου 2006, C–177/04, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. Ι–2461, σκέψη 20).

18 – Βλ. προπαρατεθείσες στην προηγούμενη υποσημείωση αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 31), και της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 21).

19 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C–209/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2002, σ. Ι–11695, σκέψη 32). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1997, C–24/95, Alcan Deutschland (Συλλογή 1997, σ. Ι–1591, σκέψη 24), της 21ης Μαρτίου 1990, C–142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. Ι–959, σκέψη 61), και της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C–5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. Ι–3437, σκέψη 12).

20 – ΕΕ L 83, σ. 1.

21 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 34.

22 – Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C–387/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2000, σ. Ι–5047, σκέψη 73).

23 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 4875, σκέψη 21), της 9ης Νοεμβρίου 1999, C–365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. Ι–7773, σ. 84 έως 87), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 56.

24 – Απόφαση της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 7).

25 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψεις 40 έως 44.

26 – Ειδικότερα, στις 31 Αυγούστου 2007 το κεφάλαιο ανερχόταν σε 41 085 840 ευρώ και οι τόκοι σε 32 277 267 ευρώ.

27 – Αξίζει να υπομνησθεί ότι η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω διαιτητική απόφαση έχει ημερομηνία 20 Μαρτίου 2006 και ότι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ενημέρωσε αμελλητί την Επιτροπή για την άσκησή της. Υποστηρίζεται επίσης ότι οι διαιτητικές αποφάσεις ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή, προς ενημέρωση, στις 29 Ιανουαρίου 2008.

28 – 2007/2666/ΕΚ.

29 – Δεν προκύπτει εξάλλου ότι οι εν λόγω διαιτητικές αποφάσεις κοινοποιήθηκαν επίσημα στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, πράγμα που θα συνεπαγόταν την αναστολή των οφειλόμενων καταβολών προς εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, ούτε ότι η Επιτροπή εξέδωσε σχετική διαταγή αναστολής, οπότε θα μπορούσε ενδεχομένως να υποστηριχθεί ότι τα εκκαθαρισμένα υπέρ της ΟΑ ποσά δεν είναι απαιτητά και ότι, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.

30 – Που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Τ–68/03, Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. ΙΙ–2911).

31 – Σημεία 1 και 2 του διατακτικού.

32 – Η υπογράμμιση δική μου.

33 – Οι αιτιολογικές σκέψεις 151 έως 153 εντάσσονται στο τμήμα της αποφάσεως που ασχολείται με την περιγραφή των νέων παράνομων ενισχύσεων (σημείο 5.2) που τέθηκαν σε εφαρμογή υπό τη μορφή «[ανοχής] της Ελλάδας στο θέμα της μη καταβολής ή του ετεροχρονισμού των πληρωμών ή σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη προνομιακή μεταχείριση βάσει των διατάξεων του ελληνικού φορολογικού και εμπορικού δικαίου» (σημείο 5.2.2). Η αιτιολογική σκέψη 209 ενσωματώνεται στο τμήμα της αποφάσεως σχετικά με την αξιολόγηση της ενίσχυσης (σημείο 6), που τιτλοφορείται «Η εικαζόμενη νέα ενίσχυση όσον αφορά την ανοχή έναντι της μη καταβολής οφειλών ή άλλους τρόπους προνομιακής μεταχείρισης βάσει των διατάξεων του ελληνικού φορολογικού και εμπορικού δικαίου» (σημείο 6.2.1.2). Βλ., συναφώς, και την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30 απόφαση Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες κατά Επιτροπής. Ας υπομνησθεί ότι ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών άρχισε να λειτουργεί στις 28 Μαρτίου 2001· ως εκ τούτου, τα εν λόγω τέλη δεν μπορούν να αφορούν τον αερολιμένα αυτό.

34 – Μεταξύ Απριλίου 2001 και Σεπτεμβρίου 2003.

35 – Πρόκειται για τα τιμολόγια υπ’ αριθ. 3513/01, για ποσό 116 833,81 ευρώ, υπ’ αριθ. 4082/01, για ποσό 116 123,96 ευρώ, και υπ’ αριθ. 227/02, για ποσό 116 123,96 ευρώ.

36 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 31.

37 – Ανακοίνωση της Επιτροπής της 13ης Δεκεμβρίου 2005 – Εφαρμογή του άρθρου 228 της Συνθήκης ΕΚ, SEC(2005) 1658.

38 – Αντιστοίχως του 1996 και του 1997.

39 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψεις 90 και 92, και, ως πλέον πρόσφατη, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, C–121/07, Επιτροπή κατά Γαλλίας (που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψη 27).

40 – Βλ., μεταξύ άλλων, συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2006, C–119/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2006, σ. Ι–6885, σκέψεις 45 και 46), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 27.

41 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 17 αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 85, και της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 70.

42 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση της 4ης Ιουλίου 2002, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 89.

43 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 17 αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 91, και της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψεις 59 και 60.

44 – Βλ. προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 17 αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 103, και της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 61.

45 – Βλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2008, C–70/06, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2008, σ. Ι–1, σκέψη 39).

46 – Βλ. προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 17 αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 104, και της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 62.

47 – Συναφώς, δεν συμφωνώ με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το ποσό των προς ανάκτηση ενισχύσεων δεν ασκεί επιρροή στη σοβαρότητα της παραβάσεως. Συγκεκριμένα, αφενός, από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη το ποσό αυτό για να καθορίσει τον συντελεστή σοβαρότητας, ιδίως κατά την αξιολόγηση της επιρροής που ασκεί η παράβαση στα γενικά και ιδιωτικά συμφέροντα, και, αφετέρου, το σημείο 16.4 της προαναφερθείσας ανακοίνωσης της Επιτροπής του 2005 απαριθμεί ρητώς «τα οικονομικά ποσά που σχετίζονται με την παράβαση» μεταξύ των στοιχείων που, για παράδειγμα, λαμβάνονται υπόψη από το θεσμικό όργανο κατά την κατά περίπτωση εκτίμηση των αποτελεσμάτων της παραβάσεως επί των γενικών και ιδιωτικών συμφερόντων.

48 – Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, με την απόφαση του 2005, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΝΟΑ είναι η διάδοχος εταιρία της ΟΑ, τουλάχιστον όσον αφορά την ανάκτηση των κρατικών ενισχύσεων πριν από τη διάσπαση. Το συμπέρασμα αυτό αμφισβητείται από τη ΝΟΑ με την προσφυγή που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής στην εκκρεμούσα ενώπιον του Πρωτοδικείου υπόθεση Τ–416/05.

49 – Συναφώς, δεν μου φαίνεται λυσιτελής η αναφορά του υπομνήματος απαντήσεως στο γεγονός ότι η ΟΑ εξακολουθεί να ασκεί δραστηριότητες εξυπηρέτησης εδάφους, οι οποίες έχουν επίσης ελευθερωθεί. Με την αναφορά αυτή, η Επιτροπή φαίνεται να υπαινίσσεται, χωρίς να προσκομίζει συναφή αποδεικτικά στοιχεία, ότι εξακολουθεί ενδεχομένως να υφίσταται στρέβλωση του ανταγωνισμού σε μια αγορά διαφορετική από αυτήν της πολιτικής αεροπορίας, πράγμα που άλλωστε προϋποθέτει την απόδειξη περί του ότι το όφελος των ενισχύσεων που έλαβε η ΟΑ δεν μεταβιβάστηκε εξ ολοκλήρου στη ΝΟΑ.

50 – Σκέψη 34.

51 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση της 14ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 71, και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45 απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 44. Το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε ποια ημερομηνία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό «[του ακριβούς χρόνου] κατά τον οποίο το Δικαστήριο εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά»· ωστόσο από την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, συνάγεται ότι δεν πρόκειται για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Για λόγους απλότητας και διαφάνειας μου φαίνεται προτιμότερο ο χρόνος αυτός να ανατρέχει στην ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως και όχι στην ημερομηνία διασκέψεως του Δικαστηρίου, η οποία δεν δημοσιοποιείται.

52 – Από τη νομολογία προκύπτει σαφώς ότι, για τον υπολογισμό της διάρκειας της παραβάσεως, η αρχική προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου που διαπίστωσε για πρώτη φορά την παράβαση (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45 απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 46). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι η προθεσμία αυτή πρέπει να αρχίσει να τρέχει από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που τάσσει η αιτιολογημένη γνώμη που εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ.

53 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45 απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 46.

54 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση της 4ης Ιουλίου 2002, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 88, και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση της 15ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 109.

55 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 56.

56 – Σκέψη 58.

57 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 57.

58 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 59.

59 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 62.

60 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 66.

61 – Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2006, C–119/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2006, σ. Ι–6885, σκέψη 25), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C–195/02, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2004, σ. Ι–7857, σκέψη 82).

62 – Βλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 94/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 175, σκέψη 12)· προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Alcan Deutschland, σκέψη 24, και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψεις 32 έως 34.

63 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, C–232/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. Ι–10071, σκέψη 49).