ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER της 10ης Φεβρουαρίου 2009 1(1Υπόθεση C-284/05 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Δημοκρατίας της Φινλανδίας Υπόθεση C‑294/05 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Σουηδίας Υπόθεση C‑372/05 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Υπόθεση C‑387/05 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας Υπόθεση C‑409/05 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας Υπόθεση C‑461/05 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Δανίας Υπόθεση C‑239/06 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας «Προσφυγές λόγω παραβάσεως – Εισαγωγή στρατιωτικού υλικού και υλικού διπλής χρήσεως – Αναστολή της επιβολής δασμών – ΄Ιδιοι πόροι – Άρθρο 296 ΕΚ – Εθνική ασφάλεια – Καθήκον εχεμύθειας –Αρχή δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Κανονισμός 150/2003»

 

 

 

Πίνακας περιεχομένων

I –   Εισαγωγή

II – Το κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο

Α –   Πρωτογενές δίκαιο

  1. Επί της τελωνειακής ενώσεως
  2. Επί των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων
  3. Επί των μεμονωμένων παρεκκλίσεων από τη Συνθήκη της Ρώμης
  4. Επί των συμφωνιών που συνήφθησαν από τα κράτη μέλη πριν από την προσχώρησή τους

Β –   Παράγωγο δίκαιο

  1. Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας
  2. Η απόφαση 94/728/ΕΚ  του Συμβουλίου
  3. Οι κανονισμοί 1552/1989 και 1150/2000
  4. Ο κανονισμός 150/2003

III – Η άποψη της Επιτροπής, η προηγηθείσα διοικητική διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

IV – Εξέταση των ενστάσεων απαραδέκτου

Α –   Στην υπόθεση C-372/05 (Επιτροπή κατά Γερμανίας)

  1. Το άρθρο 226 ΕΚ αποτελεί εσφαλμένη νομική βάση
  2. Τα ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειας του κράτους και η απουσία αποδείξεων της παραβάσεως
  3. Το δικαίωμα της Γερμανίας να μην παρέχει πληροφορίες

Β –   Στην υπόθεση C-387/05 (Επιτροπή κατά Ιταλίας)

Γ –   Στην υπόθεση C-409/05 (Επιτροπή κατά Ελλάδας)

V –   Η εξέταση της παραβάσεως

Α –   Οι ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων

Β –   Επί των δασμών ειδικότερα

Γ –   Τα αντικειμενικά στοιχεία της παραβάσεως

VI – Άλλα επιχειρήματα των κρατών μελών

Α –   Επί του άρθρου 296 ΕΚ και της εθνικής ασφάλειας

  1. Το πεδίο εφαρμογής
  2. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 296 ΕΚ και ο έλεγχός τους από το Δικαστήριο
  3. Το βάρος αποδείξεως
  4. Το αβάσιμο της επικλήσεως της διατάξεως

α)     Το οικονομικό επιχείρημα

β)     Το απόρρητο και η τελωνειακή διαδικασία

γ)     Συμπέρασμα

  1. Μια διάταξη που ανθίσταται στον χρόνο

Β –   Περί του άρθρου 307 ΕΚ

Γ –   Επί της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

VII – Επί των δικαστικών εξόδων

VIII – Πρόταση

I –    Εισαγωγή

  1. Με τις εξεταζόμενες προσφυγές λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Δημοκρατία της Φινλανδίας (C-284/05), το Βασίλειο της Σουηδίας (C-294/05), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (C-372/05), η Ιταλική Δημοκρατία (C-387/05 και C-239/06), η Ελληνική Δημοκρατία (C-409/05) και το Βασίλειο της Δανίας (C-461/05) παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τα άρθρα 26 ΕΚ, 20 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (2) και 2, 9, 10 και 11 των κανονισμών 1552/89 (3) και 1150/2000 (4), διότι δεν ενέγραψαν ως ιδίους πόρους των Κοινοτήτων τα ποσά, κεφάλαιο και τόκους, που αντιστοιχούν στους δασμούς από την εισαγωγή στρατιωτικού υλικού και υλικού διπλής χρήσεως (5).
  2. Σε μια Κοινότητα πολιτών και αρχών, χωρίς νομισματικά εμπόδια, εσωτερικά σύνορα και προσκόμματα στην αμοιβαία αναγνώριση, αιφνιδιάζει τόσο το άκουσμα των μυστικών ψιθύρων που υποστηρίζουν ότι, στην περίπτωση της εισαγωγής οπλικών συστημάτων, η τελωνειακή διαδικασία υποσκάπτει τα θεμέλια της εθνικής ασφάλειας των κρατών μελών, όσο και η άρνηση παροχής στοιχείων υπό το πρόσχημα του κρατικού απορρήτου, η οποία θέτει σχεδόν σε αβεβαιότητα το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
  3. Όταν εγείρονται αμφιβολίες σχετικά με τους μηχανισμούς της τελωνειακής ενώσεως, είναι αναγκαία όχι μόνον η εξέταση του κατά πόσον διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα ορισμένων συναλλαγών ή το αν χωρούν ενδεχομένως ασυμμετρίες στη δομή των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων· επιβάλλεται, επιπλέον, η εξέταση των εννοιών της υπεροχής και της αυτοτέλειας της ευρωπαϊκής έννομης τάξεως και το Δικαστήριο καλείται να φέρει εις πέρας το σύνθετο έργο του ορισμού του άρθρου 296 ΕΚ, το οποίο εκφράζει μια ιδέα εθνικής κυριαρχίας όχι πάντοτε ορθώς κατανοητής.
  4. Τα όνειρα για έναν αρμονικό κόσμο (6), στον οποίο δεν θα ήταν αναγκαία η προμήθεια όπλων, εξανεμίστηκαν κατά την πορεία της ιστορίας εξαιτίας ωφελιμιστικών θεωρήσεων (7), οικονομικών συμφερόντων ή διάφορων άλλων λόγων.
  5. Δεν έχω καμιά πρόθεση να αφυπνίσω συνειδήσεις, θα επιθυμούσα, όμως, οι προτάσεις αυτές (8) να οδηγήσουν το Δικαστήριο να αναλογιστεί τη σημασία που έχουν οι επιφυλάξεις ως προς τη διαφάνεια στην Ευρώπη της ολοκληρώσεως, της συνεργασίας και της ειρήνης, η οποία, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση ενός συγγραφέα του 18ου αιώνα, αποστρέφεται την τυραννία της δυσπιστίας (9).

II – Το κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο

Α –         Πρωτογενές δίκαιο

  1. Επί της τελωνειακής ενώσεως
  2. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ενισχύεται δυναμικά με την τελωνειακή ένωση, η οποία, δυνάμει του άρθρου 23 ΕΚ, εκτείνεται «[...] στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών» και περιλαμβάνει «[...] την απαγόρευση των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις τους με τις τρίτες χώρες», η θέσπιση του οποίου, κατά το άρθρο 26 ΕΚ, εναπόκειται στο Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει «με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής».
  3. Επί των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων
  4. Με την επιφύλαξη άλλων εσόδων, το άρθρο 269 ΕΚ ορίζει ότι ο προϋπολογισμός χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου με τους ιδίους πόρους, ενώ, στην παράγραφο 2, αναθέτει στο Συμβούλιο να θεσπίζει ομόφωνα, προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τις διατάξεις σχετικά με το σύστημα των ιδίων πόρων της Κοινότητας, «[...] τους οποίους συνιστά στα κράτη μέλη να αποδεχθούν, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους».
  5. Επί των μεμονωμένων παρεκκλίσεων από τη Συνθήκη της Ρώμης
  6. Σύμφωνα με το άρθρο 296 ΕΚ:

«1. Οι διατάξεις της παρούσας Συνθήκης δεν αντιτίθενται προς τους εξής κανόνες:

α)      κανένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες τη διάδοση των οποίων θεωρεί αντίθετη προς ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του,

β)      κάθε κράτος μέλος δύναται να λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφαλείας του, που αφορούν την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και στρατιωτικού υλικού· τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς σχετικά με τα προϊόντα που δεν προορίζονται για στρατιωτικούς ειδικά σκοπούς.

  1. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα προτάσει της Επιτροπής, μπορεί να επιφέρει τροποποιήσεις στον πίνακα τον οποίο κατάρτισε στις 15 Απριλίου 1958, και ο οποίος αφορά τα προϊόντα για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1, στοιχείο β΄.»
  2. Το άρθρο 298 ΕΚ διευκρινίζει:

«Αν τα μέτρα που λαμβάνονται στις περιπτώσεις των άρθρων 296 και 297 έχουν ως αποτέλεσμα τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, η Επιτροπή εξετάζει μαζί με το ενδιαφερόμενο κράτος τους όρους υπό τους οποίους τα μέτρα αυτά δύνανται να προσαρμοσθούν στους κανόνες που θεσπίζει η παρούσα Συνθήκη.

Κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία των άρθρων 226 και 227, η Επιτροπή ή κάθε κράτος μέλος δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, αν θεωρεί ότι άλλο κράτος μέλος ασκεί καταχρηστικώς τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 296 και 297. Το Δικαστήριο αποφασίζει κεκλεισμένων των θυρών.»

  1. Επί των συμφωνιών που συνήφθησαν από τα κράτη μέλη πριν από την προσχώρησή τους
  2. Κατά το άρθρο 307 ΕΚ:

«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν προ της 1ης Ιανουαρίου 1958 ή, για τα κράτη που προσχωρούν, προ της ημερομηνίας της προσχώρησής τους, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, αφενός, και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών, αφετέρου, δεν θίγονται από την παρούσα Συνθήκη.

Κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη, το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα. Εν ανάγκη, τα κράτη μέλη παρέχουν προς τον σκοπό αυτό αμοιβαία συνδρομή και υιοθετούν, κατά περίπτωση, κοινή στάση.

Κατά την εφαρμογή των συμβάσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι τα πλεονεκτήματα που παραχωρεί με την παρούσα Συνθήκη κάθε κράτος μέλος αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιδρύσεως της Κοινότητας και επομένως είναι αδιαχωρίστως συνδεδεμένα με τη σύσταση κοινών οργάνων, τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σ’ αυτά και την παραχώρηση των ιδίων πλεονεκτημάτων από όλα τα άλλα κράτη μέλη.»

Β –         Παράγωγο δίκαιο

  1. Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας
  2. Το άρθρο 20 του κανονισμού 2913/92 καθιερώνει, κατ’ αρχάς, στην πρώτη παράγραφό του, την αρχή ότι «οι δασμοί που καθίστανται απαιτητοί σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής βασίζονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», και στη συνέχεια, στην τρίτη παράγραφο, απαριθμεί τα διάφορα στοιχεία που περιλαμβάνει το δασμολόγιο αυτό, τα οποία παραθέτω εδώ κατά το μέρος που εξυπηρετεί την παρούσα υπόθεση:

«[…]

α)      τη συνδυασμένη ονοματολογία των εμπορευμάτων,

β)      κάθε άλλη ονοματολογία που περιλαμβάνει τη συνδυασμένη ονοματολογία εν όλω ή εν μέρει ή προσθέτει ενδεχομένως υποδιαιρέσεις, η οποία θεσπίζεται με ειδικές κοινοτικές διατάξεις για την εφαρμογή δασμολογικών ή άλλων μέτρων στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών,

γ)      τους συντελεστές και τα άλλα στοιχεία είσπραξης που κανονικά εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που καλύπτονται από τη συνδυασμένη ονοματολογία όσον αφορά:

– τους δασμούς

[…]

δ)      τα προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που περιλαμβάνονται στις συμφωνίες που έχει συνάψει η Κοινότητα με ορισμένες χώρες ή ομάδες χωρών και που προβλέπουν τη χορήγηση προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος,

ε)      τα προτιμησιακά δασμολογικά μέτρα που αποφασίζονται μονομερώς από την Κοινότητα υπέρ ορισμένων χωρών, ομάδων χωρών ή εδαφών,

στ)      τα αυτόνομα μέτρα αναστολής που προβλέπουν μειώσεις ή απαλλαγές από τους εισαγωγικούς δασμούς που επιβάλλονται σε ορισμένα εμπορεύματα,

ζ)      τα άλλα δασμολογικά μέτρα που προβλέπονται από άλλες κοινοτικές ρυθμίσεις.»

  1. Η βεβαίωση της οφειλής ρυθμίζεται από το άρθρο 217 του κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι «κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή […] υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων […]».
  2. Η απόφαση 94/728/ΕΚ (10) του Συμβουλίου
  3. Η απόφαση αυτή καταργεί από 1ης Ιανουαρίου 1995 την απόφαση 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ (11) και ορίζει, στο άρθρο της 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ότι συνιστούν ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα που προέρχονται από «[…] τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη και από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα τα οποία υπάγονται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα».
  4. Οι κανονισμοί 1552/1989 και 1150/2000
  5. Ο δεύτερος από τους ως άνω κανονισμούς κατήργησε τον πρώτο και τον αντικατέστησε από της δημοσιεύσεώς του στις 31 Μαΐου 2000 (12).
  6. Το άρθρο 2 του κανονισμού 1150/2000 αναγνωρίζει «για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού», την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, η οποία βεβαιώνεται «άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη».
  7. Σύμφωνα με το άρθρο 9, «[…] το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει».
  8. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, ρυθμίζει τον χρόνο της εγγραφής και ορίζει ότι διενεργείται το αργότερο «[…] την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση […]».
  9. Σχετικά με την περίπτωση καθυστερήσεως στην κατάθεση των ποσών, το άρθρο 11 ορίζει τα εξής: «Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας».
  10. Ο κανονισμός 150/2003 (13)
  11. Προκειμένου να προστατεύσει το απόρρητο των κρατών μελών σε στρατιωτικά θέματα, ο κανονισμός αυτός καθιερώνει συγκεκριμένες διοικητικές διαδικασίες για την παροχή του ωφελήματος της αναστολής των εισαγωγικών δασμών επί ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού, τα οποία εισάγονται από τρίτες χώρες από τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη στρατιωτική άμυνα ή για λογαριασμό των εν λόγω αρχών (14).
  12. Για την κατάλληλη διασφάλιση του σκοπού αυτού, προβλέπεται «[μ]ια δήλωση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, για τις ένοπλες δυνάμεις του οποίου προορίζονται τα όπλα ή ο στρατιωτικός εξοπλισμός, η οποία θα μπορούσε επίσης να χρησιμεύσει ως [η] τελωνειακή διασάφηση που απαιτεί ο τελωνειακός κώδικας»· απαιτείται, ωστόσο, η δήλωση αυτή να έχει «τη μορφή πιστοποιητικού […]» και να επιτρέπει τη «[…] χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων για τη διασάφηση» (15).
  13. Το άρθρο 2 έχει ως εξής:

«1.      Οι δασμοί του κοινού δασμολογίου που επιβάλλονται στις εισαγωγές εμπορευμάτων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, αναστέλλονται ολοσχερώς, όταν τα εμπορεύματα αυτά χρησιμοποιούνται από τις στρατιωτικές δυνάμεις κράτους μέλους ή για λογαριασμό τους, μεμονωμένα ή σε συνεργασία με άλλα κράτη, για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους μέλους ή για τη συμμετοχή σε διεθνείς ειρηνευτικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις υποστήριξης ή άλλους στρατιωτικούς σκοπούς όπως η προστασία των υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από κοινωνικές ή στρατιωτικές ταραχές.

  1. Οι εν λόγω δασμοί αναστέλλονται επίσης ολοσχερώς και όσον αφορά τις εισαγωγές:

α)      μερών, εξαρτημάτων, δομικών στοιχείων ή συγκροτημάτων για ενσωμάτωση ή προσαρμογή σε είδη του πίνακα των παραρτημάτων Ι, και ΙΙ, ή μερών, εξαρτημάτων, δομικών στοιχείων ή συγκροτημάτων αυτών, ή για την επισκευή, την ανακαίνιση ή τη συντήρηση τέτοιων ειδών·

β)      εμπορευμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται στην εκπαίδευση ή τη δοκιμή των ειδών που περιέχονται στον πίνακα των παραρτημάτων Ι και ΙΙ.

  1. Τα εισαγόμενα εμπορεύματα, όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι και στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, υπόκεινται στους όρους σχετικά με την τελική τους χρήση που προβλέπονται στα άρθρα 21 και 82 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 και τη νομοθεσία εφαρμογής του. Η τελωνειακή επιτήρηση της τελικής χρήσης παύει τρία έτη μετά την ημερομηνία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία.
  2. Η χρήση των εμπορευμάτων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, για εκπαιδευτικούς σκοπούς ή η προσωρινή τους χρήση στην επικράτεια της Κοινότητας από τις στρατιωτικές δυνάμεις ή άλλες δυνάμεις για μη στρατιωτικούς σκοπούς, που οφείλονται σε απρόβλεπτες ή σε φυσικές καταστροφές, δεν συνιστά παράβαση της τελικής χρήσης που ορίζεται στην παράγραφο 1.»
  3. Το άρθρο 3 έχει ως εξής:

«1.      Η αίτηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων για τα οποία ζητείται η χορήγηση του ευεργετήματος της αναστολής των δασμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, συνοδεύεται από πιστοποιητικό, το οποίο εκδίδει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προς τις ένοπλες δυνάμεις του οποίου προορίζονται τα εμπορεύματα. Το πιστοποιητικό, όπως καθορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ, προσκομίζεται στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής, μαζί με τα εμπορεύματα για τα οποία έχει εκδοθεί. Το εν λόγω πιστοποιητικό μπορεί να αντικαθιστά την τελωνειακή διασάφηση που απαιτείται δυνάμει των άρθρων 59 έως 76 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92.

  1. Παρά την παράγραφο 1, για λόγους στρατιωτικού απορρήτου, το πιστοποιητικό και τα εισαγόμενα εμπορεύματα μπορούν να προσκομίζονται σε άλλες αρχές τις οποίες ορίζει προς τούτο το κράτος μέλος εισαγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια αρχή η οποία εκδίδει το πιστοποιητικό, αποστέλλει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αυτού πριν από την 31η Ιανουαρίου και την 31η Ιουλίου εκάστου έτους συνοπτική έκθεση σχετικά με τις εισαγωγές αυτές. Η έκθεση καλύπτει περίοδο έξι μηνών αμέσως πριν από τον μήνα κατά τον οποίο υποβάλλεται η έκθεση και περιλαμβάνει τον αριθμό και την ημερομηνία έκδοσης των πιστοποιητικών, την ημερομηνία εισαγωγής και τη συνολική αξία και το μεικτό βάρος των προϊόντων που εισήχθησαν δυνάμει των πιστοποιητικών αυτών.
  2. Για την έκδοση και την υποβολή του πιστοποιητικού στις τελωνειακές αρχές ή άλλες αρχές που είναι αρμόδιες για τον εκτελωνισμό, είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται τεχνική επεξεργασία των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 292, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου [...].
  3. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών για τα εισαγόμενα εμπορεύματα του παραρτήματος ΙΙ.»
  4. Ο κανονισμός 150/2003, καίτοι εφαρμοστέος από 1ης Ιανουαρίου 2003, άρχισε να ισχύει την επομένη της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2003 (16).

III – Η άποψη της Επιτροπής, η προηγηθείσα διοικητική διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

  1. Η Επιτροπή προσάπτει στη Φινλανδία, τη Σουηδία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ελλάδα και τη Δανία ότι δεν κατέβαλαν τους δασμούς από την εισαγωγή όπλων ή υλικού διπλής χρήσεως κατά το χρονικό διάστημα αμέσως πριν την έναρξη ισχύος του κανονισμού 150/2003.
  2. Η συζήτηση πίσω από τις προσφυγές αυτές ανάγεται στη δεκαετία του 1970. Αυτό αναγνωρίζεται και από την Επιτροπή στην περίπτωση της Ιταλίας (17) (C-239/06)· οι αιτιολογημένες γνώμες της 10ης Σεπτεμβρίου 1984 προς τη Γερμανία και της 25ης Ιουλίου 1985 προς την Ιταλία (C-387/05), καθώς και αυτή του 1990, που αφορά την Ελλάδα, καταδεικνύουν το μάκρος των συζητήσεων· άλλα στοιχεία του ιστορικού περιέχονται στις πρώτες προειδοποιήσεις που εστάλησαν προς τα καθών κράτη στις 20 Δεκεμβρίου 2001 (18), οι οποίες, όμως, δεν οδήγησαν σε ένδικες διαδικασίες· όσον αφορά την Ιταλία, στην υπόθεση C-387/05, η Επιτροπή διατύπωσε τις αιτιάσεις της σε επιστολή που απέστειλε στις 31 Ιανουαρίου 2002.
  3. Η Επιτροπή εξέφρασε και πάλι στα κράτη μέλη τις αμφιβολίες της για το κατά πόσον η άρνηση καταβολής των σχετικών ποσών είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο (19) με έγγραφό της στις 31 Οκτωβρίου 2002 προς την Ιταλική Δημοκρατία (C-387/05), στις 15 Οκτωβρίου 2003 προς τη Δημοκρατία της Φινλανδίας (C-284/05) και, τέλος, στις 17 Οκτωβρίου 2003 προς το Βασίλειο της Σουηδίας (C-294/05), την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (C-372/05), το Βασίλειο της Δανίας (C-461/05), την Ελληνική Δημοκρατία (C-409/05) και στην Ιταλική Δημοκρατία (C-239/06), για δεύτερη φορά.
  4. Η Επιτροπή δεν έκρινε ικανοποιητικές τις εξηγήσεις που της έδωσαν τα ως άνω κράτη και εξέδωσε τις αιτιολογημένες γνώμες της 11ης Ιουλίου 2003 για την Ιταλία (C-387/05), της 7ης Ιουλίου 2004 για τη Φινλανδία, της 9ης Ιουλίου 2004 για τη Σουηδία και την Ιταλία (C-239/06) και της 18ης Οκτωβρίου 2004 για τη Γερμανία (C-372/05), τη Δανία (C-461/05) και την Ελλάδα (C-409/05).
  5. Στις 15 Ιουλίου 2005, 20 Ιουλίου 2005, 7 Οκτωβρίου 2005, 24 Οκτωβρίου 2005, 21 Νοεμβρίου 2005, 23 Δεκεμβρίου 2005 και 29 Μαΐου 2006, αντίστοιχα, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, παράγραφος 2, προσφυγές κατά της Δημοκρατίας της Φινλανδίας (C-284/05), του Βασιλείου της Σουηδίας (C-294/05), της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (C-372/05), της Ιταλικής Δημοκρατίας (C-387/05), της Ελληνικής Δημοκρατίας (C-409/05), του Βασιλείου της Δανίας (C-461/05) και μια δεύτερη προσφυγή κατά της Ιταλίας (C-239/06)· κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων διαδικασιών, οι διάδικοι επανέλαβαν τις αρχικές τους απόψεις.
  6. Σε όλες τις διαδικασίες υποβλήθηκαν και έγιναν δεκτές αιτήσεις παρεμβάσεως (20).
  7. Μετά τη συνεδρίαση της διοικητικής ολομέλειας του Δικαστηρίου της 7ης Οκτωβρίου 2008, διεξήχθησαν οι επ’ ακροατηρίου συζητήσεις της 25ης Νοεμβρίου 2008 (21) και οι υποθέσεις κρίθηκαν ώριμες για τη διατύπωση προτάσεων.

IV – Εξέταση των ενστάσεων απαραδέκτου

  1. Για να γίνουν ευκολότερα κατανοητές οι ενστάσεις αυτές, θα τις εξετάσω μία προς μία στις τρεις υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων υποβλήθηκαν, ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά υποβολής τους.

Α –         Στην υπόθεση C-372/05 (Επιτροπή κατά Γερμανίας)

  1. Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει τρία εμπόδια στο παραδεκτό της σχετικής προσφυγής.
  2. Το άρθρο 226 ΕΚ αποτελεί εσφαλμένη νομική βάση
  3. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έσφαλε στην επιλογή της δέουσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, με το επιχείρημα ότι, αφού είχε στηρίξει ουσιαστικά την επιχειρηματολογία της στην εφαρμογή του άρθρου 296 ΕΚ, παράγραφος 1, ΕΚ έπρεπε να είχε ακολουθήσει την ειδική διαδικασία του άρθρου 298, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (22).
  4. Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη. Από το άρθρο 298 ΕΚ, όπως αποδίδεται σε όλες τις γλώσσες, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να προσφύγει στην ειδική αυτή διαδικασία. Από την ισπανική («la Comisión o cualquier Estado miembro podrá recurrir directamente»), τη γαλλική («la Commission ou tout État membre peut saisir directement la Cour de Justice»), την αγγλική («the Commission or any Member State may bring the matter directly before the Court of Justice») ή τη γερμανική απόδοση του άρθρου («verfahren kann die Kommission oder ein Mitgliedstaat den Gerichtshof unmittelbar anrufen») ουδαμώς προκύπτει υποχρέωση, καθώς η αναφορά σε αυτή την απευθείας προσφυγή νοείται ως απλή δυνατότητα (23).
  5. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αγνοεί ότι, με την επιφύλαξη των διαδικαστικών ρυθμίσεων (24), το αντικείμενο κάθε ένδικης διαφοράς καθορίζεται από τον προσφεύγοντα και όχι από τους ισχυρισμούς του καθού· σε αντίθετη περίπτωση, οποιαδήποτε ένσταση απαραδέκτου θα μπορούσε να αλλοιώσει την ουσία της διαφοράς.
  6. Μολονότι από την προ της ένδικης διαδικασίας αλληλογραφία προκύπτουν σαφώς οι αντικρουόμενες τοποθετήσεις ως προς το άρθρο 296 ΕΚ, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η Επιτροπή ζητεί αποκλειστικά να αναγνωριστεί η παράβαση του άρθρου 26 ΕΚ και μιας σειράς κοινοτικών κανονισμών (25) και αποφάσεων, και όχι του άρθρου 296 ΕΚ, το οποίο επικαλείται το εν λόγω κράτος μέλος ως έναν από τους βασικούς άξονες της επιχειρηματολογίας του.
  7. Η επιλογή, δηλαδή, της διαδικαστικής ενέργειας από τον προσφεύγοντα δεν εξαρτάται από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει κατά την άμυνά του ο καθού.
  8. Επιπλέον, από τον σκοπό του άρθρου 298 ΕΚ και τη συστηματική ερμηνεία των δύο παραγράφων του προκύπτει ο αδικαιολόγητος χαρακτήρας της ενστάσεως, αφού η Επιτροπή θα μπορούσε «να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο», αν έκρινε ότι γινόταν καταχρηστική επίκληση του άρθρου 296 ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι θα είχαν νοθευθεί οι όροι «του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά».
  9. Προτείνω (26) απερίφραστα να περιοριστεί η χρήση της επιλογής που παρέχει το άρθρο 298, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, προκειμένου να αποφευχθούν οι παράπλευρες συνέπειες που μπορεί να έχουν στον ανταγωνισμό και την οικονομία τα άρθρα 296 ΕΚ και 297 ΕΚ (27).
  10. Είναι σαφές ότι, αφού δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα αλλοιώσεως του ελεύθερου ανταγωνισμού, δεν συντρέχουν στην επίδικη υπόθεση λόγοι που θα δικαιολογούσαν αυτή τη διαδικαστική οδό.
  11. Επιπλέον, με την επιλογή της προσφυγής λόγω παραβάσεως όχι μόνο δεν περιέρχεται σε δυσμενή θέση το κράτος μέλος (28), αλλά, στην πραγματικότητα, αποκτά περισσότερα αμυντικά δικαιώματα ήδη από το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο· τέτοιο στάδιο δεν προβλέπεται από το άρθρο 298 ΕΚ, το οποίο καθιερώνει μια, κατά την άποψή μου, συνοπτική διαδικασία, δεδομένου ότι περιορίζει την cognitio του Δικαστηρίου στην απλή διαπίστωση της ευρυθμίας της αγοράς και των εμπορικών συναλλαγών και περιστέλλει, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα αντιδράσεως του καθού κράτους.
  12. Τέλος, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας (29), αντικείμενο της οποίας ήταν η απαλλαγή από τον ΦΠΑ της εισαγωγής στρατιωτικού υλικού, την οποία χορήγησε η Ισπανία βάσει του άρθρου 296 ΕΚ, κανένας, ούτε καν το ίδιο το Δικαστήριο ex officio, δεν επικαλέστηκε το άρθρο 298 ΕΚ για να αποφύγει την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας (30).
  13. Τα ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειας του κράτους και η απουσία αποδείξεων της παραβάσεως
  14. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ελέγξει τον ορισμό των ουσιωδών συμφερόντων της ασφάλειας του κράτους αυτού.
  15. Θεωρώ σώφρον εκ μέρους της το γεγονός ότι δεν φθάνει μέχρι του σημείου να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί ενός τόσο ακανθώδους ζητήματος, αν και υπαινίσσεται κάτι τέτοιο.
  16. Η ένσταση αυτή, η οποία πρέπει να απορριφθεί, υποβιβάζει κατά τρόπο απαράδεκτο ένα από τα ζητήματα ουσίας της διαφοράς σε απλό διαδικαστικό πρόσχημα.
  17. Η χρησιμοποίηση των ουσιωδών αυτών συμφερόντων ως τροχοπέδης στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και, κατ’ επέκταση, στη δεσμευτικότητα του κοινοτικού δικαίου ανάγεται στην ουσία της υποθέσεως και αφορά διάφορες πτυχές, όπως το βάρος αποδείξεως ή το εξαιρετικά λεπτό ζήτημα των ασυλιών της εξουσίας (31),
  18. Παρά ταύτα, η προστασία των ουσιωδών συμφερόντων των κρατών δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο εδεσμάτων της Επιτροπής, κυρίως πιάτο του οποίου είναι η προάσπιση της επιβολής των δασμών ως μέσου χρηματοδοτήσεως των Κοινοτήτων, παρά το γεγονός ότι τα καθών κράτη επιχειρούν να προσθέσουν ως καρυκεύματα τα συστατικά του άρθρου 296 ΕΚ.
  19. Συνεπώς, δεν επιδιώκεται εν προκειμένω επέμβαση στην εθνική ασφάλεια των κρατών μελών (32), αλλά η εναρμονισμένη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και των Συνθηκών στο σύνολό τους, έργο που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και του Δικαστηρίου.
  20. Η Γερμανία προσάπτει στην προσφεύγουσα ότι δεν προσδιορίζει στα έγγραφά της τις παραβάσεις της Συνθήκης· ωστόσο, από την απλή ανάγνωση του δικογράφου της προσφυγής και από το προεκτεθέν νομικό πλαίσιο καθίστανται σαφείς οι παραβιασθείσες διατάξεις, τόσο του πρωτογενούς όσο και του παράγωγου δικαίου, οι οποίες αφορούν την τελωνειακή ένωση και τους ιδίους πόρους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
  21. Εν πάση περιπτώσει, ενδεχόμενη έλλειψη αποδείξεων της παραβάσεως αυτής δεν θα καθιστούσε την προσφυγή απαράδεκτη, αλλά θα οδηγούσε στην απόρριψή της μετά από εκτίμηση όλων των σχετικών πραγματικών και νομικών στοιχείων.
  22. Το δικαίωμα της Γερμανίας να μην παρέχει πληροφορίες
  23. Η σύνδεση του τρίτου αυτού λόγου απαραδέκτου με τον προηγούμενο είναι προφανής, καθώς, αν το καθού κράτος ισχυριστεί ότι η Επιτροπή παρεμβαίνει στα ευαίσθητα ζητήματα της ασφάλειάς του, η κυβέρνησή του δεν θα είναι υποχρεωμένη, προς στήριξη της άμυνάς της κατά την παρούσα διαδικασία, να αποκαλύψει στοιχεία, δυνατότητα που προσφέρει, πράγματι, το άρθρο 296, παράγραφος 1, ΕΚ.
  24. Η τολμηρή αυτή στη σύλληψή της προσέγγιση καταρρέει μπροστά στη διαπίστωση ότι, για μια ακόμη φορά, η Γερμανία επιδιώκει με τους επιχειρηματολογικούς ελιγμούς της να επιτύχει την απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης.
  25. Το κράτος μέλος αναλαμβάνει την ευθύνη της αποκαλύψεως ορισμένων στοιχείων και η επιτυχία ή αποτυχία των ενεργειών του εξαρτάται από την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, δεν δικαιολογεί, όμως, την εκ προοιμίου απόρριψη της προσφυγής.
  26. Επιπλέον, η συλλογιστική της Επιτροπής σχετικά με την υποχρέωση των κρατών μελών να αποδείξουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του άρθρου 296 ΕΚ δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να της αποκαλυφθούν λεπτομέρειες σχετικά με τις εισαγωγές στρατιωτικού υλικού.
  27. Τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται και η Επιτροπή δεν αντιποιείται δικαίωμα που δεν έχει, παρά τα όσα ισχυρίζεται η Γερμανία.

Β –         Στην υπόθεση C-387/05 (Επιτροπή κατά Ιταλίας)

  1. Κατά την Ιταλία, η Επιτροπή ζητεί με το δικόγραφο της προσφυγής της να αποδειχθεί ότι δεν νοθεύτηκε ο ανταγωνισμός, ενώ με την αιτιολογημένη γνώμη της δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο.
  2. Η Επιτροπή επέδειξε απόλυτη συνέπεια ζητώντας από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Ιταλία λόγω παραβάσεως δημοσιονομικών και τελωνειακών διατάξεων, χρησιμοποιώντας σαφώς κατά την ένδικη διαδικασία την επιχειρηματολογία που είχε προβάλει στο προηγούμενο στάδιο.
  3. Η εξέλιξη της διαδικασίας απαιτεί, αφού διαπιστωθεί η παράβαση των διατάξεων περί ιδίων πόρων, να εξεταστούν οι ενδεχόμενοι δικαιολογητικοί λόγοι της παραβάσεως αυτής, προκειμένου να προστατευθεί η εθνική ασφάλεια.
  4. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την αιτιολογημένη γνώμη, όπως αναγνωρίζει η Ιταλία στο σημείο 18 των ισχυρισμών της· επομένως, ο εν λόγω ισχυρισμός περί ελλείψεως συνέπειας είναι αβάσιμος, αφού η μη διατάραξη της αγοράς αποτελεί μια μόνον από τις προϋποθέσεις για την κα τ’ εξαίρεση αυτή απόκλιση.
  5. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν προέβαλε νέα επιχειρήματα ούτε διεύρυνε το αντικείμενο της διαφοράς, και δεν συντρέχει κανένας λόγος για να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη (33).

Στην υπόθεση C-409/05 (Επιτροπή κατά Ελλάδας)

  1. Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως τον ίδιο λόγο απαραδέκτου που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση στην υπόθεση C-372/05, βάσει του άρθρου 298 ΕΚ.
  2. Μολονότι η Ελλάδα επικαλείται τον ως άνω λόγο απαραδέκτου ήδη στα σημεία 4 και 37 του υπομνήματός της αντικρούσεως, διατυπώνει το σχετικό αίτημα απορρίψεως μόνο στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως· ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (34), ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, καθώς η προσφεύγουσα στερήθηκε τη δυνατότητα να τον αντικρούσει.
  3. Ανεξάρτητα από το εκπρόθεσμο της υποβολής της, η ένσταση αυτή πρέπει να έχει την ίδια μεταχείριση με την αντίστοιχη ένσταση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας, στην οποία παραπέμπω, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο.
  4. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως προσέθεσε ex novo,ως τυπικό ελάττωμα, ότι η Επιτροπή απαραδέκτως μετέρχεται την προσφυγή λόγω παραβάσεως για να επιτύχει απόφαση του Δικαστηρίου που θα επιβάλλει σε κράτος μέλος τη λήψη μέτρων (35).
  5. Η νομολογία έχει ήδη αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό, διακρίνοντας σαφώς ανάμεσα στο αντικείμενο της προσφυγής του άρθρου 226 ΕΚ, το οποίο συνίσταται στην αναγνώριση της εκ μέρους κράτους μέλους αθετήσεως των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, και «στα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως», ο αρχικός προσδιορισμός των οποίων εναπόκειται, κατά το άρθρο 228 ΕΚ, στο κράτος μέλος και δεν μπορεί να τροποποιηθεί με απόφαση του Δικαστηρίου.
  6. Η νομολογία αυτή διατυπώνεται στις σκέψεις 40 έως 52 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 14ης Απριλίου 2005, C-36/08, Επιτροπή κατά Γερμανίας (36), η οποία απέρριψε το αίτημα «να υποχρεωθεί κράτος μέλος να καταβάλει τόκους υπερημερίας».
  7. Ωστόσο, η κατάσταση στην επίδικη υπόθεση διαφέρει, καθώς η Επιτροπή δεν διατυπώνει καταψηφιστικά αιτήματα με σκοπό να επιτύχει απόφαση που θα καταδικάζει τα καθών κράτη μέλη να καταβάλουν στον λογαριασμό της τους μη καταβληθέντες ιδίους πόρους και τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, αλλά ζητεί αποκλειστικά και μόνο να διαπιστωθούν οι καταγγελλόμενες παραβάσεις.
  8. Είναι προφανές ότι, αν εκδοθεί απόφαση που θα δέχεται την προσφυγή, το κράτος μέλος θα πρέπει να αξιολογήσει, κατά το στάδιο της εκτελέσεως, αν η άρση των παραβάσεων αυτών προϋποθέτει την καταβολή και την εγγραφή των ιδίων κοινοτικών πόρων, καθώς και των τόκων υπερημερίας, στον λογαριασμό της Επιτροπής.
  9. Τέλος, παρά το γεγονός ότι η μη καταβολή δασμών επί εισαγωγών όπως οι επίδικες δεν συνιστά σήμερα τελωνειακή παράβαση, αφού ο κανονισμός 150/2003 προβλέπει αναστολή των δασμών αυτών επί ορισμένων όπλων και άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού, δεν πρέπει να αποκλειστούν οι συνέπειες πιθανών παραβάσεων που σημειώθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός αυτός και που, ενδεχομένως, συνεχίζονταν κατά τον χρόνο της προθεσμίας που τάχθηκε με τις αιτιολογημένες γνώμες· για τον λόγο αυτόν, επιβάλλεται να διαπιστωθεί αν υπάρχουν πράγματι τέτοιες παραβάσεις.

V –    Η εξέταση της παραβάσεως

Α –         Οι ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων

  1. Το άρθρο 201 της Συνθήκης προέβλεπε ότι «[ο] προϋπολογισμός χρηματοδοτείται στο ακέραιο, υπό την επιφύλαξη των άλλων εσόδων, από ιδίους πόρους», αλλά οι τεχνικές και πολιτικές δυσκολίες κατά την εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος χρηματοδοτήσεως, το οποίο χαρακτηρίζεται από την αυτονομία του έναντι των κρατών, διήρκεσαν για περισσότερα από δώδεκα χρόνια (37)· κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο, η χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας εξασφαλίστηκε χάρη στις εισφορές των κοινοτικών εταίρων.
  2. Η απόφαση 70/243/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ, του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων (38) («πρώτη απόφαση για τους ίδιους πόρους»), έθεσε τέρμα στον έλεγχο που ασκούσαν εκ των πραγμάτων οι εθνικές κυβερνήσεις, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή οικονομικής χειραφετήσεως, τα αποτελέσματα της οποίας είναι ακόμη αισθητά.
  3. Η μετάβαση προς την κατάσταση αυτή στηρίχθηκε στις γεωργικές εισφορές, τους δασμούς και τον ΦΠΑ (39).
  4. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, το Ηνωμένο Βασίλειο άρχισε να εκδηλώνει δυσφορία σχετικά με την οικονομική του συνεισφορά, προκαλώντας σοβαρές διαφωνίες σχετικά με τον προϋπολογισμό· οι διαφωνίες αυτές επιλύθηκαν το 1984 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Fontainebleau (40), οι κατευθυντήριες γραμμές του οποίου ενσωματώθηκαν στην απόφαση 85/257/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1985, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (41) («δεύτερη απόφαση για τους ιδίους πόρους»).
  5. Μεταξύ άλλων μέτρων, η απόφαση αυτή περιλάμβανε ένα μηχανισμό διορθώσεως των ανισορροπιών του προϋπολογισμού, ο οποίος, μέχρι τώρα, έχει εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου (οι λεγόμενες «βρετανικές επιστροφές») (42) και συνίσταται στην επιστροφή ορισμένων ποσών, υπολογιζόμενων με βάση τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού που αναλογεί στο κράτος αυτό επί των καταβολών του ΦΠΑ και του ποσοστιαίου μεριδίου του στο σύνολο των κατανεμημένων δαπανών (43)· η διαφορά αυτή καλύπτεται από τα λοιπά κράτη μέλη από κοινού αναλόγως του αντίστοιχου μεριδίου τους στις πληρωμές του ΦΠΑ, ενώ προβλέπεται ειδικό καθεστώς για τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, την Αυστρία και τη Σουηδία (44).
  6. Δυνάμει της αποφάσεως 88/376 («τρίτης αποφάσεως για τους ιδίους πόρους»), στους τρεις προαναφερθέντες ιδίους πόρους προστέθηκε και ένας τέταρτος, ο οποίος στηρίζεται στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν, «ΑΕΠ», των κρατών μελών (45) και προορίζεται να προσαρμόσει τις εισφορές στην ικανότητα πληρωμής (46).
  7. Επειδή η χρηματοδότηση της Κοινότητας συνεπαγόταν θυσίες για τις εθνικές οικονομίες, η απόφαση 94/728 («τέταρτη απόφαση για τους ιδίους πόρους») προέβλεψε μείωση των ποσών που οφείλουν να καταβάλλουν τα κράτη, δικαιολογώντας σχετικά έξοδα εισπράξεως και παρέχοντάς τους, ως αντάλλαγμα, τη δυνατότητα να παρακρατούν ένα ποσοστό από το ποσό των καταβλητέων παραδοσιακών πόρων, το οποίο ορίστηκε αρχικά στο 10 % (άρθρο 2, παράγραφος 3, της αποφάσεως 94/728), ενώ σήμερα ανέρχεται στο 25 % (47).
  8. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Βερολίνου και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης δημιουργίας ενός συστήματος που να είναι «δίκαιο, διαφανές, αποτελεσματικό και απλό και να βασίζεται σε κριτήρια που να εκφράζουν όσο το δυνατόν καλύτερα την ικανότητα συνεισφοράς κάθε κράτους μέλους», εκδόθηκε η απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ, του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (48) («πέμπτη απόφαση για τους ιδίους πόρους»), η οποία αντικαταστάθηκε από την προαναφερθείσα απόφαση 2007/436 («έκτη απόφαση για τους ίδιους πόρους»).

Β –         Επί των δασμών ειδικότερα

  1. Μολονότι αρχικώς η είσπραξη των δασμών εξυπηρετούσε αποκλειστικά φορολογικούς σκοπούς, στη συνέχεια κατέστη σαφές ότι οι δασμοί αποτελούσαν ένα μηχανισμό προστατευτισμού πρώτου μεγέθους, ο οποίος προκάλεσε σύντομα την καχυποψία των υπέρμαχων της ελεύθερης αγοράς.
  2. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ορισμένες τάσεις φιλελεύθερης εμπνεύσεως ενθάρρυναν την προοδευτική μείωση των δασμών, ακόμη και την κατάργησή τους (49)· η ιδέα αυτή όμως δεν ευδοκίμησε λόγω των σημαντικών πλεονεκτημάτων που παρουσιάζουν οι δασμοί, όπως το γεγονός ότι λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου της ροής των εμπορευμάτων, ως δείκτες της εμπορικής πολιτικής ή ως εργαλεία εποπτείας των συναλλαγών.
  3. Σε κοινοτικό επίπεδο, καθιερώθηκε την 1η Ιουλίου 1968 η τελωνειακή ένωση, η οποία είχε ως σκοπό την κατάργηση των σχετικών τελών και περιορισμών και κατέστησε αναγκαία τη θέσπιση κοινού δασμολογίου (50) που θα εφαρμοζόταν σε όλη την Κοινότητα έναντι των τρίτων χωρών· τα σχετικά έσοδα θα κατέληγαν στα κοινοτικά ταμεία ως ίδιοι πόροι.

Γ –         Τα αντικειμενικά στοιχεία της παραβάσεως

  1. Η Επιτροπή τοποθετεί την παράβαση στο διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, αν και κατά τη συζήτηση διευκρίνισε, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2 (51), του κανονισμού 1150/2000, ότι στην περίπτωση ορισμένων κρατών, η αξίωση δεν διατυπώθηκε το 2001, αλλά το επόμενο έτος (52), οπότε η dies a quo είναι η πρώτη ημέρα του 1999.
  2. Η σχετική με τη μη καταβολή των δασμών προβαλλόμενη παράβαση τοποθετείται σε αυτό το χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι το 2003, λόγω του κανονισμού 150/2003, δεν υπήρχε τελωνειακή οφειλή για τις πράξεις αυτές (53), διότι η αναστολή που εισήγαγε ο κανονισμός αυτός δεν καταργεί τη γεννηθείσα ex ante οφειλή ούτε αναιρεί ενδεχόμενη παράβαση η οποία συνεχίζεται.
  3. Επιβάλλεται η προσεκτική προσέγγιση των ασαφών ορίων μεταξύ της νομοθεσίας περί ιδίων πόρων και της νομοθεσίας που ρυθμίζει τη γένεση, τον υπολογισμό και την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής (54), λόγω της στενής σχέσεως που παρουσιάζουν.
  4. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2000 (55), η μη τήρηση του τελωνειακού πλαισίου μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο σύστημα χρηματοδοτήσεως. Παρατηρείται, έτσι, μια «αλληλοεπικάλυψη» (56) και, κατ’ επέκταση, μια διπλή εξέταση, που έχει ως σκοπό, κατ’ αρχάς, να διερευνήσει αν οι επίδικες αγορές πρέπει να περάσουν από το τελωνείο, και, στη συνέχεια, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να διαπιστώσει την παράλειψη εγγραφής στον λογαριασμό των Κοινοτήτων.
  5. Βάσει της μεθοδολογίας αυτής, καταλήγω χωρίς ενδοιασμούς στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά των καθών κρατών μελών στοιχειοθετεί εξ αντικειμένου παράβαση (57).
  6. Από την άποψη του τελωνειακού κεκτημένου, αρκούν τα άρθρα 23 ΕΚ, 26 ΕΚ και 20, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα για να συναχθεί το παράνομο της παραλείψεως καταβολής των δασμών που αντιστοιχούν στο στρατιωτικό υλικό ή στο υλικό διπλής χρήσεως.
  7. Το ότι το υλικό αυτό υπόκειται σε δασμό προκύπτει και από τις διάφορες κατηγορίες που περιλαμβάνει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (58)· ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, όπως συνάγεται από τους ισχυρισμούς της Γερμανίας ή της Φινλανδίας, ότι μια τέτοια υπαγωγή αντιβαίνει προς τις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας.
  8. Μολονότι πρέπει να αναγνωριστούν η σταδιακά μειούμενη σημασία των παραδοσιακών ιδίων πόρων (59), η ανάγκη δημιουργίας μιας εμπορικής πολιτικής χωρίς κανενός είδους εμπόδια και η επιθυμία για αλλαγή (60), εντούτοις, στο κοινοτικό δίκαιο επικρατεί ο αυστηρός σεβασμός της αρχής της ισότητας των οικονομικών συμφερόντων των κρατών, ο οποίος αποκλείει την αντικατάσταση του γενικού κανόνα της επιβολής δασμών από την απαλλαγή ή την αναστολή.
  9. Όλα τα καθών κράτη μέλη ομολογούν ότι δεν κατέβαλαν τους δασμούς, παρά το γεγονός ότι προέβησαν σε εφάπαξ καταθέσεις διαφόρων ποσών (61), οι οποίες, όμως, δεν πρέπει να εκληφθούν ως καταβολές που τα απαλλάσσουν από την οφειλή (62), καθώς έγιναν υπό την αίρεση του νόμιμου της οφειλής και δεν υπολογίστηκαν σε συνάρτηση με τις διαφορετικές εισαγωγές ή τις διάφορες χρονικές περιόδους.
  10. Οι εισαγωγές αυτές δεν εξαιρούνταν από το κοινό δασμολόγιο, ούτε προβλεπόταν κάποιο ειδικό καθεστώς μειώσεως των δασμών αυτών, όπως θα ήταν, ενδεχομένως, αυτό του «μηδενικού δασμού».
  11. Επιπλέον, η θέσπιση του κανονισμού 150/2003 όχι μόνο δεν συνιστά ερμηνευτικό κριτήριο της προγενέστερης καταστάσεως ικανό να κλίνει τη ζυγαριά υπέρ των θέσεων των κρατών μελών, αλλά ενισχύει την πεποίθησή μου ως προς τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της καταβολής δασμών.
  12. Η τήρηση της βασικής αρχής της νομιμότητας, η οποία αναπτύσσει τα αποτελέσματά της στο οικονομικό πεδίο ή και σε άλλα, πιο περιορισμένα πεδία, όπως το φορολογικό ή το τελωνειακό, και το γεγονός ότι ο κανονισμός 150/2003 δεν έχει αναδρομική εφαρμογή, αποκλείουν την αναστολή της καταβολής δασμών μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1999 και 31ης Δεκεμβρίου 2002.
  13. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποδίδουν τους δασμούς στις Κοινότητες ως ιδίους πόρους, από τη στιγμή που οι τελωνειακές αρχές τους διαθέτουν τους αναγκαίους πίνακες και, ως εκ τούτου, είναι σε θέση να υπολογίσουν τα σχετικά ποσά και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (63). Η παράλειψη και ενός μόνον κράτους να εκπληρώσει την υποχρέωσή του αυτή αρκεί για να ανατρέψει την οικονομική ισορροπία των Κοινοτήτων (64).
  14. Η εύθραυστη ισορροπία του συστήματος χρηματοδοτήσεως των Κοινοτήτων απαιτεί τον ακριβή ορισμό της βεβαιώσεως, της εισπράξεως και της διαθέσεως των ιδίων πόρων, καθώς και την τήρησή του από τα κράτη μέλη, αφού, αν κάποιο από αυτά δεν συμμορφωθεί προς τους εν λόγω κανόνες, το ποσό που του αναλογεί πρέπει να καλυφθεί από τα λοιπά κράτη μέλη μέσω του ιδίου πόρου «ΑΕΠ» (65), κατ’ αντίθεση προς την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας (66).
  15. Θεωρώ σόφισμα την a contrario ερμηνεία των πάγιων αυτών αρχών, την οποία προβάλλει η Φινλανδία (67), υποστηρίζοντας ότι θα παραβιαζόταν η αρχή της ισότητας στη χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, εάν τα κράτη μέλη που εισάγουν όπλα από τρίτες χώρες έπρεπε να καταβάλλουν, «επιπλέον» του τιμήματος, και δασμούς έναντι των κρατών μελών που επιλέγουν να πραγματοποιούν τις αγορές τους στο πλαίσιο της Κοινότητας.
  16. Το επιχείρημα αυτό αγνοεί το γεγονός ότι ο τόπος αγοράς συνδέεται με συμφέροντα εμπορικής πολιτικής και στρατηγικής φύσεως, τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να επιτύχουν απαλλαγή από τους δασμούς.
  17. Ο εκπρόσωπος της Δανικής Κυβερνήσεως δέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι σκοπός του συστήματος δασμών δεν είναι να χρηματοδοτήσει την Κοινότητα, αλλά να αποτρέψει τους εν δυνάμει αγοραστές από το να απευθυνθούν σε τρίτες χώρες και να ενισχύσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
  18. Η άποψη αυτή δεν αποδίδει με ακρίβεια την πραγματικότητα, καθώς η πλήρης επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτή την πρακτική προστατευτισμού προϋποθέτει ότι δεν θίγονται τα ευρωπαϊκά συμφέροντα σε περιπτώσεις όπως η επίδικη, στις οποίες οι αγορές πραγματοποιούνται από τρίτες χώρες· ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται ακριβώς με την ενίσχυση της οικονομικής ικανότητας της Κοινότητας μέσω του δασμολογίου, το οποίο αντισταθμίζει τις οικονομικές απώλειες λόγω του ότι η αγορά πραγματοποιείται εκτός των συνόρων της.
  19. Η Γερμανία, εξάλλου, υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι τιμωρούνται τα κράτη που συνεισφέρουν περισσότερο στην άμυνα της Ενώσεως, καθώς μέσω των δασμών πληρώνουν περισσότερα.
  20. Η άποψη αυτή συγχέει διαφορετικούς θεσμούς, όπως η εσωτερική αγορά και η άμυνα των κρατών, των οποίων οι σκοποί είναι διακριτοί· εξάλλου, η μονομερής παρέκκλιση από ορισμένες τελωνειακές διατάξεις δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο αποζημιώσεως για τις οικονομικές θυσίες που συνεπάγονται οι στρατιωτικές υποχρεώσεις (68).
  21. Η ισορροπία μεταξύ εσόδων και εξόδων (άρθρο 268 ΕΚ), η αλληλέγγυα συνεισφορά στους λογαριασμούς της Κοινότητας (άρθρο 2 ΕΚ) και η αρχή της χρηστής οικονομικής διαχειρίσεως (άρθρο 274 ΕΚ) υπαγορεύουν την κατηγορηματική απόρριψη αυτών των οικονομικής φύσεως επιχειρημάτων που εξυπηρετούν αποκλειστικά τα εθνικά συμφέροντα κάθε κράτους.
  22. Η άποψη (69) ότι, για να περιορίσει τις άδικες καταστάσεις τέτοιου είδους, η Επιτροπή πρέπει να επιστρέφει τους δασμούς στα κράτη μέλη που τους κατέβαλαν πρέπει επίσης να απορριφθεί, καθώς προβάλλει τη γενίκευση της παραβάσεως ως αντίδοτο στην παράνομη συμπεριφορά των κρατών που απέφυγαν την πληρωμή.

VI – Άλλα επιχειρήματα των κρατών μελών

  1. Όλα τα καθών κράτη δικαιολογούν την παράλειψη καταβολής βάσει του άρθρου 296 ΕΚ, καθώς θεωρούν ότι η επιβολή δασμών στα εν λόγω εμπορεύματα που προέρχονται από τρίτες χώρες εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο για τα ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειάς τους.
  2. Εξηγούν ότι η καταβολή των εν λόγω ιδίων πόρων θα τα οδηγούσε σε οικονομική ζημία που θα περιέστελλε την προμήθεια όπλων και, κατ’ επέκταση, τη στρατιωτική τους ικανότητα· προσθέτουν ότι η διαφάνεια της τελωνειακής διαδικασίας δεν διασφαλίζει το απόρρητο των στοιχείων που οφείλουν να παρέχουν για τον υπολογισμό των αντίστοιχων συνολικών ποσών· επιπλέον, επικαλούνται το άρθρο 307 ΕΚ και τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει έναντι των χωρών εξαγωγέων και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, λόγω της καθυστερημένης αντιδράσεως της Επιτροπής.

Α –         Επί του άρθρου 296 ΕΚ και της εθνικής ασφάλειας

  1. Το πεδίο αυτό βρίθει αντικρουόμενων επιχειρημάτων και απαιτεί ψύχραιμη διερεύνηση, προκειμένου να προσδιοριστούν σαφώς οι περιπτώσεις που περιγράφονται στα στοιχεία α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 296 ΕΚ.
  2. Το πεδίο εφαρμογής
  3. Το στοιχείο α΄, το οποίο προβλέπει ότι «κανένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες τη διάδοση των οποίων θεωρεί αντίθετη προς ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του», αφορά όχι μόνον το αποκλειστικά στρατιωτικό υλικό, αλλά και το υλικό διπλής χρήσεως, αφού το βλαπτικό στοιχείο έγκειται στην πράξη της γνωστοποιήσεως και είναι ανεξάρτητο από το αντικείμενο της συναλλαγής.
  4. Το στοιχείο β΄ της διατάξεως δεν μπορεί να τύχει της ίδιας ερμηνείας, καθώς παρέχει μεν σε κάθε κράτος μέλος τη δυνατότητα «να λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφαλείας του», αλλά περιορίζει τη δυνατότητα αυτή στην «παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και στρατιωτικού υλικού».
  5. Ο κατάλογος που κατάρτισε το Συμβούλιο στις 15 Απριλίου 1958 (70) συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας αυτής, καθώς αναφέρεται μόνο στα «προϊόντα για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1, στοιχείο β ΄» (άρθρο 296, παράγραφος 2, ΕΚ).
  6. Η φύση των προϊόντων του καταλόγου του 1958 και η αναφορά του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ στην αγορά στρατιωτικού υλικού αποκλείουν, με επίκληση απλώς του στοιχείου β΄ της εν λόγω διατάξεως, την απόκλιση από το σύστημα χρηματοδοτήσεως των Κοινοτήτων και, ειδικότερα, από το τελωνειακό καθεστώς για τις αγορές υλικού του οποίου ο σχεδιασμός, η παραγωγή ή η ανάπτυξη δεν εξυπηρετεί εγγενώς στρατιωτικούς σκοπούς.
  7. Επομένως, τα είδη διπλής χρήσεως δεν απαλλάσσονται από την καταβολή δασμών σύμφωνα με το άρθρο 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, παρά μόνον εάν αποδειχθεί ότι προορίζονται για αμιγώς στρατιωτική χρήση· τέτοιος ισχυρισμός, ωστόσο, δεν προβλήθηκε από την Ιταλία ή τη Σουηδία ούτε προσκομίστηκαν σχετικές αποδείξεις.
  8. Κατά συνέπεια, οι προσφυγές κατά της Σουηδίας (C-294/05) (71) και της Ιταλίας (C-387/05) πρέπει να γίνουν δεκτές, απουσία λυσιτελών αμυντικών ισχυρισμών (72), αφού μόνο βάσει του στοιχείου α΄ της σχετικής διατάξεως μπορούν αυτά τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν in abstracto (73) απόκλιση από τη Συνθήκη (74).
  9. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 296 ΕΚ και ο έλεγχός τους από το Δικαστήριο
  10. Επιβάλλεται να εξεταστεί η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως του άρθρου 296 ΕΚ προς τον σκοπό της αποκλίσεως από διατάξεις-κλειδιά (75) του συστήματος χρηματοδοτήσεως των Κοινοτήτων, με άμεσες συνέπειες για την τελωνειακή ένωση, η οποία συμπυκνώνει την εσωτερική αγορά (76).
  11. Στο πλαίσιο αυτό, με εξέπληξε ο τρόπος με τον οποίον τα κράτη υποστήριξαν (77), κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, την «αυτοτελή εφαρμογή» του άρθρου 296 ΕΚ.
  12. Η θέση των καθών ως προς την έννοια αυτή, η οποία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την επίλυση της διαφοράς, μαρτυρεί, κατά την άποψή μου, βαθιά σύγχυση.
  13. Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν «αυτονομία» για να αποφασίσουν ως προς τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 296 ΕΚ ουδόλως επηρεάζει την ομοιομορφία των κριτηρίων που πρέπει να ακολουθούνται για την ορθή εφαρμογή του σε όλη την Κοινότητα.
  14. Κάθε χώρα προσδιορίζει τους τομείς που έχουν προτεραιότητα για την ασφάλειά της, εντοπίζει και ταξινομεί τις απειλές που αντιμετωπίζει και, τέλος, σταθμίζει αν είναι προς το συμφέρον της να εφαρμόσει τους περιορισμούς του άρθρου 296 ΕΚ, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία τα οποία, επειδή ανάγονται στον πυρήνα της έννοιας της κυριαρχίας, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
  15. Πέραν τούτου, όμως, ούτε η κατηγοριοποίηση μιας αυτοτελούς έννοιας, όπως είναι τα «ουσιώδη συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας», δεν είναι δυνατή σε κοινοτικό επίπεδο. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, η έννοια αυτή υπάγεται εξ ορισμού αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
  16. Ως εκ τούτου, οι διαφωνίες που ανακύπτουν στα κράτη σχετικά με τις αρχές που έχουν την εξουσία να ελέγχουν το απόρρητο υπακούουν σε σχήματα που εκφράζουν λεπτές ισορροπίες ελέγχου (78) και που δεν έχουν το αντίστοιχό τους στο κοινοτικό δίκαιο· κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διεξαγάγει έλεγχο σε καθαρά εθνικό ζήτημα.
  17. Η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (79) οδηγεί κατ’ ανάγκη στην αποδοχή ορισμένων περιορισμών του δικαστικού ελέγχου και, στην περίπτωση πράξεων συνυφασμένων με τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν οι κυβερνήσεις κατά τον σχεδιασμό της αμυντικής πολιτικής τους, οι μηχανισμοί ελέγχου της ορθής εφαρμογής της πρέπει να λειτουργούν έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να υποκατασταθεί η δράση της κυβερνήσεως από την εφαρμογή καιροσκοπικών κριτηρίων.
  18. Λόγω της καταστάσεως αυτής, ο επί της ουσίας έλεγχος της αποφάσεως χαρακτηρισμού ενός εγγράφου ως απόρρητου θα σήμαινε αυτομάτως την άρση του απορρήτου αυτού· έτσι, όταν ένα δικαστήριο καλείται να κρίνει μια τέτοια απόφαση, μπορεί να αντιμετωπίσει το απόρρητο μόνον κατά προσέγγιση και δικαιούται μεν να εξετάσει τους κανόνες λήψεώς της, όχι όμως και το περιεχόμενό της (80).
  19. Βεβαίως, πέραν της εκτιμήσεως εκ μέρους κάθε χώρας (81), το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, το Δικαστήριο οφείλουν να διατυπώνουν τους ερμηνευτικούς κανόνες που επιτρέπουν τη λήψη αυτών των κατ’ εξαίρεση μέτρων, δυνάμει του άρθρου 296 ΕΚ, χωρίς να δημιουργείται σύγκρουση με την ομοιόμορφη ορθή εφαρμογή, ούτε, βεβαίως (αν τηρηθούν όλες οι προφυλάξεις που αναφέρω), με τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών.
  20. Αυτή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του εθνικού και του κοινοτικού πρέπει να χαραχθεί με πολλή προσοχή, αλλά και με αποφασιστικότητα, προκειμένου να θριαμβεύσει η αρμονία στην Ένωση.
  21. Το Δικαστήριο καλείται να διερευνήσει τη δύσκολη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των κρατών μελών, όσον αφορά την ασφάλειά τους, και των θεμελιωδών σκοπών της Κοινότητας, κινούμενο πάντοτε στα όρια του ευλόγου.
  22. Οι αποκλίσεις από τους κοινοτικούς κανόνες δεν πρέπει να θίγουν την αρχή της αναλογικότητας (82), πρέπει δε να είναι κατάλληλες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
  23. Όσο και αν υποστηρίζεται ότι το άρθρο 296 ΕΚ προβλέπει παρέκκλιση από τη Συνθήκη, η υπεροχή του λοιπού κοινοτικού δικαίου και η πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων του συνηγορούν υπέρ του περιορισμού των κρατικών πράξεων που δικαιολογούν την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.
  24. Η Συνθήκη προβλέπει μεν εξαιρέσεις από την ομοιόμορφη εφαρμογή της (83) όταν συντρέχει σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, αλλά δεν περιέχει καμιά διάταξη που να αποκλείει γενικά την υπεροχή της έναντι οποιουδήποτε μέτρου, ανεξάρτητα από την σοβαρότητα της απειλής (84),
  25. Ωστόσο, τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από τις δεσμεύσεις του πρωτογενούς δικαίου όταν τα διακυβευόμενα συμφέροντα θεωρούνται «ουσιώδη»· ως εκ τούτου, επίκληση της ρήτρας περί δημόσιας ασφάλειας μπορεί να γίνει μόνο σε περίπτωση που συντρέχουν πραγματικές και αρκούντως σοβαρές απειλές των συμφερόντων αυτών.
  26. Η κατάλυση ορισμένων από τα θεμέλια της κοινοτικής αρχιτεκτονικής είναι θεμιτή μόνον όταν τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν άλλο μέσο για να προστατεύσουν τα ζωτικότερα από τα συμφέροντά τους.
  27. Πέραν τούτου, η σκιά διακριτικής ευχέρειας που υποτίθεται ότι παρέχει στις Κυβερνήσεις το άρθρο 296 ΕΚ δεν συμβαδίζει με την κοινοτική απαίτηση περί καλόπιστης εντάξεως.
  28. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται αυτομάτως τη διάταξη αυτή, καθώς η νομολογία του Δικαστηρίου (85) σχετικά με τον κατάλογο του 1958 έχει διευκρινίσει ότι το άρθρο 296 ΕΚ λειτουργεί μεν ως νομική βάση της παρεκκλίσεως, αλλά πρέπει, επιπλέον, να πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου αυτού στα είδη του εν λόγω καταλόγου.
  29. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 296 ΕΚ συνδέει την αόριστη νομική έννοια των «ουσιωδών συμφερόντων της ασφάλειας» του κράτους μέλους και το κριτήριο του να «θεωρείται» αναγκαίο ένα μέτρο με την αναπόφευκτη υποχρέωση αιτιολογήσεως.
  30. Ο χειρισμός των εννοιών και των κριτηρίων αυτών πρέπει να γίνεται με μεγάλη ακρίβεια, με την οποία, όμως, δεν συμβιβάζεται μια γενική και κατ’ εκτίμηση προσέγγιση των εθνικών συμφερόντων, μεταξύ των οποίων και τα στρατιωτικής φύσεως (86).
  31. Η έλλειψη ακρίβειας θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας κατηγορίας πολιτικών πράξεων (87) που θα καθιέρωναν στεγανά εξαιρετικά βλαπτικά τόσο για την Κοινότητα όσο και, κατά την άποψή μου, για τη θέση των κρατών μελών εντός αυτής.
  32. Βεβαίως, τα ζητήματα που τέθηκαν με τις εκδικαζόμενες επτά προσφυγές απαιτούν τον καθορισμό των ορίων μεταξύ της κοινοτικής ratio και της εθνικής πολιτικής εξουσίας· απαιτούν, όμως, και μια επανεξέταση της Συνθήκης, καθόσον επιχειρείται η αναγωγή του άρθρου 296 ΕΚ σε διάταξη μείζονος σημασίας, αποτελούσα έκφραση μιας αυτόχρημα υπαρξιακής αγωνίας (88).
  33. Το βάρος αποδείξεως
  34. Τα καθών αποφεύγουν το onus probandi σχετικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 296 ΕΚ, υποστηρίζουν ότι οι επίδικοι δασμοί θίγουν τα συμφέροντά τους κατά τον κανονισμό 150/2003 και ισχυρίζονται ότι η πέμπτη αιτιολογική του σκέψη εκφράζει τις προθέσεις του κοινοτικού νομοθέτη (89).
  35. Για μια ακόμη φορά παραποιείται η ορθή έννοια της διατάξεως, αφού στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού τονίζεται ότι, «[π]ροκειμένου να ληφθεί υπόψη η προστασία του στρατιωτικού απορρήτου των κρατών μελών», πρέπει να καθιερωθούν «συγκεκριμένες διοικητικές διαδικασίες για την παροχή του ωφελήματος της αναστολής των δασμών» (90).
  36. Κατά συνέπεια, η επίκληση αυτών των αρχών εχεμύθειας δεν σημαίνει ότι η μυστικότητα δεν εξασφαλίζεται εκ των προτέρων, ούτε ότι, ακόμη και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τα ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειας των κρατών μελών θα θίγονταν σοβαρά, αφού δεν συνιστούν όλες οι διαρροές πληροφοριών σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια.
  37. Τα επιχειρήματα των κρατών μελών δεν με πείθουν, καθώς δεν είναι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία αποφεύγει τις διασταλτικές ερμηνείες και απαιτεί από όσους επικαλούνται τις παρεκκλίσεις αυτές να προσκομίζουν αποδείξεις ότι οι παρεκκλίσεις δεν υπερβαίνουν τα όρια που επιβάλλουν οι σχετικές περιστάσεις (91).
  38. Το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά λαμβάνονται σε εξαιρετικές μόνον περιπτώσεις ενισχύει την άποψη ότι το βάρος αποδείξεως φέρει πάντοτε ο επικαλούμενος την κατ’ εξαίρεση παρέκκλιση από τη Συνθήκη, έτσι ώστε να διατηρείται η συνοχή της και να τηρούνται οι διατάξεις της.
  39. Ειδικότερα, με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Ισπανίας (92), το Δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή, διότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε «ότι η κατάργηση της απαλλαγής από τον ΦΠΑ των εισαγωγών και των αγορών στρατιωτικού εξοπλισμού, πολεμοφοδίων και υλικού στρατιωτικής αποκλειστικά χρήσεως, που προβλέπει ο ισπανικός νόμος, αποτελούσε μέτρο το οποίο μπορούσε να διακυβεύσει την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του Βασιλείου της Ισπανίας, οπότε τέτοιες απαλλαγές [θα] δικαιολογούνταν βάσει του άρθρου 223, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της Συνθήκης».
  40. Το αβάσιμο της επικλήσεως της διατάξεως
  41. Όπως προανέφερα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ευθέως θέματα διακριτικής ευχέρειας σχετικά με το κρατικό απόρρητο (93), αν και, όταν αυτά επηρεάζουν άμεσα το κοινοτικό δίκαιο, έχει εξουσία να ελέγχει τα όρια αυτής της ευχέρειας, με κριτήρια την αναλογικότητα και την τήρηση των γενικών αρχών.
  42. Όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, εισάγονται εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας (94) ή ανακύπτουν δυσλειτουργίες στο σύστημα χρηματοδοτήσεως των Κοινοτήτων, οι εθνικές αρχές οφείλουν να αιτιολογούν έστω και στοιχειωδώς τις ανωμαλίες αυτές, προσδιορίζοντας τον επιδιωκόμενο σκοπό και τη λογική στην οποία στηρίζονται.
  43. Σε αντίθετη περίπτωση, τα κίνητρα της παρεκκλίσεως παραμένουν άδηλα και η νομική ασάφεια ευνοεί τις φαντασιώσεις για κατάχρηση εξουσίας.

α)     Το οικονομικό επιχείρημα

  1. Τα καθών κράτη ισχυρίζονται ότι η επιπλέον οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η καταβολή των δασμών περιορίζει την αποτελεσματικότητα της αμυντικής τους πολιτικής· η δικαιολογία αυτή, όμως, αλλοιώνει τον σκοπό για τον οποίον τεθεί η διάταξη του άρθρου 296 ΕΚ, για να εξυπηρετήσει, στην πραγματικότητα, σκοπούς αμιγώς βιομηχανικούς ή οικονομικούς (95), οι οποίοι ουδόλως δικαιολογούν παρέκκλιση από τη Συνθήκη (96),
  2. Μολονότι η Ελλάδα αντικρούει επιτυχώς τις αιτιάσεις της Επιτροπής, επισημαίνοντας τη διαφορά μεταξύ «επαγγελματικού απορρήτου» και «στρατιωτικού απορρήτου» (97), η επίκληση τέτοιων οικονομικών λόγων θα μπορούσε τελικώς να έχει ως αποτέλεσμα τη νομιμοποίηση της φοροδιαφυγής για λόγους οικονομικής εξυγιάνσεως, προς παράδοση στη δικτατορία του κέρδους.
  3. Ομοίως, είναι ατυχής η σύγκριση των αποτελεσμάτων του ΦΠΑ για τα κρατικά ταμεία με την καταβολή των δασμών, στην οποία προβαίνουν η Δανία (98) και η Ιταλία (99), υποστηρίζοντας ότι, σε αντίθεση με τους δασμούς, ο ΦΠΑ αποβαίνει προς όφελος των κρατών μελών.
  4. Οδηγίες για τη λύση παρέχει σχετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας, σχετικά με τις εισαγωγές όπλων, η οποία έκρινε ότι «οι απαλλαγές από τον ΦΠΑ δεν είναι αναγκαίες προς επίτευξη του στόχου προστασίας των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του Βασιλείου της Ισπανίας» (100), αποκλείοντας κάθε κίνδυνο, καθώς «οι πόροι οι οποίοι προέρχονται από την καταβολή του ΦΠΑ που βαρύνει τις εν λόγω πράξεις επανέρχονται στα κρατικά ταμεία, με εξαίρεση ένα μικρό ποσοστό το οποίο, ως ίδιοι πόροι, εισρέει στα ταμεία της Κοινότητας» (101).
  5. Βεβαίως, η συναγωγή a sensu contrario του συμπεράσματος ότι, σε αντίθεση με τον ΦΠΑ, οι δασμοί έχουν επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια αποτελεί εσφαλμένη και βεβιασμένη ερμηνεία της νομολογίας αυτής.
  6. Επιπλέον, η άποψη αυτή εννοεί να υπογραμμίζει μεμονωμένες πτυχές του οικονομικού συστήματος, όπως αυτή του ύψους των άμεσων εσόδων από τους ιδίους πόρους, και δεν το εξετάζει ως σύνολο, με αποτέλεσμα να αγνοεί τα οφέλη που αποφέρει στους κοινοτικούς εταίρους η αλληλέγγυα συνεισφορά και η ίση διανομή των οικονομικών βαρών.

β)     Το απόρρητο και η τελωνειακή διαδικασία

  1. Έκπληξη προκαλεί, ακόμη και στο στάδιο αυτό της αναλύσεώς μας, η περιγραφή της τελωνειακής διαδικασίας, στον πρόλογο της οποίας αναφέρεται ότι η έλλειψη προστασίας του απορρήτου θα δημιουργούσε προβλήματα στα κράτη μέλη.
  2. Τα καθών κράτη μέλη ισχυρίζονται ότι ο ΦΠΑ εξασφαλίζει περισσότερο την ανωνυμία απ’ ότι οι δασμοί (102), προσθέτοντας ότι η προστασία του απορρήτου που προβλέπεται από ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις (103) δεν έχει το αντίστοιχό της σε κοινοτικό επίπεδο.
  3. Η απλή υποψία διαρροών δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράβαση που καταγγέλλει η Επιτροπή, δεδομένου ότι η ακεραιότητα και η ασφάλεια των πληροφοριών διασφαλίζονται από το άρθρο 287 ΕΚ, το οποίο επιβάλλει στα μέλη των οργάνων της Κοινότητας, τα μέλη των επιτροπών και γενικά στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Κοινότητας, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, «να μη μεταδίδουν πληροφορίες που αποτελούν εκ φύσεως επαγγελματικά απόρρητα» και, ιδίως, πληροφορίες σχετικές με «επιχειρήσεις που αφορούν τις εμπορικές τους σχέσεις και τα κοστολογικά τους στοιχεία»· η ίδια υποχρέωση, μάλιστα, επαναλαμβάνεται στο άρθρο 15 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (104).
  4. Τα κράτη μέλη είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους ως προς αυτό το καθεστώς προστασίας και να το αμφισβητήσουν δεόντως. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι, σε περίπτωση διαρροών κατά τη διαδικασία επεξεργασίας των δεδομένων, τα κράτη αυτά έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν κατάλληλη αποζημίωση λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου.
  5. Η μονομερής παρέκκλιση από το σύστημα, όμως, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας (105), στην οποία υπόκειται κάθε μέτρο παρεκκλίσεως από τις διατάξεις της Συνθήκης, «κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα αποτελέσματά του να περιορίζονται στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων στην κατοχύρωση των οποίων αποσκοπεί» (106),
  6. Η αγνόηση ενός ουσιαστικού τμήματος της νομοθεσίας περί χρηματοδοτήσεως των Κοινοτήτων δεν συμβιβάζεται με τον δεσμευτικό χαρακτήρα της ούτε είναι ανάλογη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
  7. Καίτοι οι κανόνες περί βάρους αποδείξεως κατέχουν ιδιαίτερη θέση στο οικοδόμημα της κοινοτικής νομοθεσίας, τα καθών τους αγνόησαν πλήρως, παραβλέποντας ότι, κατά τους κανόνες αυτούς, όφειλαν να αποδείξουν ότι, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1999 και 31ης Δεκεμβρίου 2002, το απόρρητο δεν ήταν διασφαλισμένο (107).
  8. Ο κανονισμός 150/2003 εισάγει, βεβαίως, εκτροπή από την πορεία του κοινοτικού γίγνεσθαι, με την αναστολή των δασμών που προβλέπει. Παρά ταύτα, στο άρθρο του 7 (108) προβλέπει και αυτός τη διαβίβαση ορισμένων σχετικών στοιχείων· ως εκ τούτου, οι δυσκολίες τις οποίες επικαλούνται τα κράτη μέλη σε σχέση με τη διαφύλαξη του απορρήτου των στοιχείων αυτών εξακολουθούν να υπάρχουν.
  9. Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως (C-372/05), η Γερμανία σπεύδει να διευκρινίσει ότι τα στοιχεία που απαιτεί το εν λόγω άρθρο 7 δεν χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των δασμών· δεν διαφωνώ με τον ισχυρισμό αυτόν, διότι, πέραν του ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να καθορίσει το ποσό δασμών που δεν επιβάλλονται πλέον, το σημαντικό της στοιχείο έγκειται στο αν τα πιστοποιητικά στα οποία αναφέρεται (109) μπορούν να διακυβεύσουν συμφέροντα που τα κράτη μέλη συναρτούν με τη διασφάλιση του απορρήτου (110).
  10. Δεν εναπόκειται στην Επιτροπή, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η Ελλάδα με το υπόμνημά της παρεμβάσεως στη διαδικασία προσφυγής κατά της Φινλανδίας (υπόθεση C-284/05), να προτείνει εναλλακτικές διαδικασίες για να εμποδίσει τη διαρροή των απόρρητων στοιχείων (111).
  11. Η άποψη αυτή αντιστρέφει το βάρος αποδείξεως και μεταβάλλει το αντικείμενο της αποδείξεως αυτής, αφού τα κράτη μέλη είναι εκείνα που οφείλουν να αποδείξουν την ακαταλληλότητα των διαδικασιών προστασίας του απορρήτου.
  12. Ως εκ τούτου, η διαβίβαση στοιχείων που πρέπει να γίνεται κάθε μήνα (112) ή κάθε έτος προς την Επιτροπή δεν φαίνεται να είναι τόσο λεπτoμερής ώστε να βλάπτει τις εθνικές αμυντικές πολιτικές, αφού τα σχετικά πιστοποιητικά (113) γνωστοποιούν απλώς τις συνολικές ποσότητες όλων των εισαγωγών κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.
  13. Η κατά της Δανίας δικογραφία αποτελεί παράδειγμα της διχογνωμίας που υπάρχει ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο των προς δήλωση στοιχείων, καθώς η άποψη της Δανικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία, μαζί με τα εισαγόμενα είδη, πρέπει επίσης να δηλώνεται η ποσότητα, η αξία και η χώρα προελεύσεώς τους, έρχεται σε αντίθεση με την άποψη της Επιτροπής, η οποία συμβιβάζεται με τη γνωστοποίηση της συνολικής αξίας των συναλλαγών.
  14. Ακόμη και αν, στη χειρότερη περίπτωση (114), αποκαλυφθούν τα στοιχεία στα οποία αναφέρεται η Δανία, δεν κατανοώ για ποιο λόγο θα επηρέαζαν αρνητικά την εξωτερική της ασφάλεια, πολλώ μάλλον όταν τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν τα τεχνικά χαρακτηριστικά των διαφόρων εξαρτημάτων ούτε τη χρήση για την οποία προορίζονται (115).
  15. Η Επιτροπή (116) δεν προβάλλει καμιά αντίρρηση στην εφαρμογή, για τις περιπτώσεις πριν από το έτος 2003, απλουστευμένων τελωνειακών καθεστώτων, αφού η οργάνωση της διαδικασίας εναπόκειται στο κράτος μέλος, το οποίο, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα (117), θα μπορούσε, δυνάμει του άρθρου 60 του τελωνειακού κώδικα (118), να ορίσει ad hoc συγκεκριμένο φορέα διαχειρίσεως (119).
  16. Σε αυτό το αρχικό στάδιο συμμετέχουν το προσωπικό και οι φορείς των κρατών μελών· κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός ότι ο κίνδυνος για την ασφάλεια μιας χώρας έγκειται στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις τελωνειακές της αρχές αγγίζει τα όρια του παραλόγου.
  17. Το ακόλουθο στάδιο της τελωνειακής διαδικασίας συνίσταται στον έλεγχο της πραγματοποιηθείσας καταβολής, τον οποίο εποπτεύει η Επιτροπή· στο στάδιο αυτό ενδέχεται να χρειαστούν συμπληρωματικά στοιχεία, το απόρρητο των οποίων διασφαλίζεται και από το άρθρο 5 του κανονισμού 1026/1999/ΕΚ (120).
  18. Στο σημείο αυτό έγκειται ένα από τα κομβικά ζητήματα της διαφοράς, αφού, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατέστη σαφές ότι κατά το αρχικό στάδιο ουδέποτε διαβιβάζονται ευαίσθητα στοιχεία, δεδομένου ότι αφορά αποκλειστικά τις συνολικές ποσότητες και δεν παρέχονται σε αυτό λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την εθνική ασφάλεια· επομένως, δεν δικαιολογείται η επίκληση του άρθρου 296 ΕΚ προτού η Επιτροπή ζητήσει να ελέγξει την καταβολή που πραγματοποίησε το κράτος μέλος.
  19. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΚ, τα κράτη μέλη οφείλουν να συνδράμουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της να μεριμνά για την τήρηση της Συνθήκης (121), οφείλουν επίσης να της παρέχουν τα εργαλεία για να ελέγχει το νομότυπο της καταβολής των ιδίων πόρων (122), πράγμα που δεν τα εμποδίζει, κατά την άποψή μου, να αποφασίζουν, κατά περίπτωση και κατ’ εξαίρεση, αν είναι σκόπιμο να περιορίσουν την πληροφόρηση σε ορισμένα τμήματα ενός εγγράφου ή, σύμφωνα με το στοιχείο α΄ του άρθρου 296 ΕΚ, να την αρνηθούν στο σύνολό της· και οι δύο αυτές εναλλακτικές λύσεις θα συμφωνούσαν περισσότερο με τις επιταγές της αναλογικότητας απ’ ότι η επιλογή της μονομερούς παρεκκλίσεως από το σύστημα.
  20. Είναι επίσης ακραία η επίκληση από ένα κράτος του στοιχείου β΄ της εν λόγω διατάξεως προτού η Επιτροπή προχωρήσει ενδεχομένως στο στάδιο του ελέγχου, ο οποίος δεν διεξάγεται σε όλες τις περιπτώσεις· και αυτό, διότι στην εμπορία όπλων επιτρέπονται μόνον τα μέτρα «για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφαλείας» του κράτους, τα οποία εξ ορισμού δεν κινδυνεύουν, σύμφωνα με το τελωνειακό δίκαιο, στο πρώτο από τα ως άνω στάδια, ούτε, πολλώ μάλλον, προτού το κράτος προβεί σε οποιαδήποτε καταβολή.
  21. Τα κράτη μέλη επικαλέστηκαν το άρθρο 296 ΕΚ χρησιμοποιώντας μια υποθετική αφαιρετική προσέγγιση, αφού η εφαρμογή του άρθρου αυτού προϋποθέτει ότι διακυβεύονται τα συμφέροντά τους, πράγμα που, επαναλαμβάνω, θα μπορούσε να συμβεί μόνον εάν η Επιτροπή ζητούσε πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβη· παρά τα όσα υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ο λόγος για τον οποίο δεν έγιναν δεκτές οι προσωρινές πληρωμές που πραγματοποίησαν τα καθών κράτη δεν ήταν η ανεπάρκεια ορισμένων στοιχείων, αλλά η παντελής απουσία τους, η οποία εμποδίζει τη διεξαγωγή κάθε στοιχειωδώς ορθολογικού ελέγχου.
  22. Παρά τις προσπάθειες της κοινοτικής νομοθεσίας να διασφαλίσει την προστασία των πληροφοριών, οι κυβερνήσεις (123) εμπιστεύονται περισσότερο τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται (124) στο εμπόριο αυτού του είδους παρά τις τελωνειακές αρχές, γεγονός που προϋποθέτει μια απαράδεκτη και προσβλητική σύγκριση (125).

γ)     Συμπέρασμα

  1. Κατόπιν των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι δεν προβάλλονται λυσιτελώς τα επιχειρήματα που αφορούν τη γεωγραφική θέση της χώρας, την κατανομή του πληθυσμού, την προστασία των συνόρων από πιθανές εισβολές ή το κόστος των στρατιωτικών προγραμμάτων σε οικονομικό επίπεδο, επειδή όσον αφορά, για παράδειγμα, τα αεροσκάφη ο αριθμός των αναγνωριστικών πτήσεων σε ορισμένα κράτη έχει αυξηθεί (126).
  2. Από νομικής απόψεως, τα μέσα δεν είναι ανάλογα των επιδιωκόμενων σκοπών, καθώς παρόμοιες αλλαγές θα μπορούσαν να έχουν προβλεφθεί από τα κράτη μέλη τα οποία, πριν τον κανονισμό 150/2003, επέβαλαν δασμούς και τους κατέβαλαν στην Κοινότητα, χωρίς να προκληθεί κατάρρευση των αμυντικών τους συστημάτων.
  3. Φρονώ, επομένως, ότι τα καθών κράτη κατέφυγαν σε προσχήματα ασυμβίβαστα με το κοινοτικό δίκαιο και με τις αρχές που προανέφερα, κινούμενα στα όρια μιας βλαπτικής για την Ένωση αβεβαιότητας.
  4. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Φινλανδίας, η οποία ισχυρίστηκε με το υπόμνημά της αντικρούσεως ότι και μόνον η υπό αίρεση πληρωμή χωρίς συμφωνία με την Επιτροπή έβλαπτε την ασφάλειά της, για να αναγνωρίσει στη συνέχεια, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι προέβη μονομερώς σε καταβολή 10 000 000 ευρώ, από την οποία δεν προκλήθηκε βλάβη στα συμφέροντά της.
  5. Μια διάταξη που ανθίσταται στον χρόνο
  6. Το 296 ΕΚ (πρώην άρθρο 223) δεν μπορεί να θεωρηθεί νεκρή διάταξη, καθώς αντέχει στον χρόνο από το 1957 και έχει περιληφθεί στη Συνθήκη της Λισαβόνας (127). Ωστόσο, θέτει ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν με προσοχή βάσει της ιστορικής του ερμηνείας.
  7. Είναι σαφής η σύγκρουση μεταξύ των δύο ερμηνειών του άρθρου 296 ΕΚ: αυτής των κρατών μελών, που υποστηρίζουν την πανταχού παρούσα εθνική κυριαρχία σε θέματα άμυνας και της πιοκοινοτικοκεντρικής, που περιορίζει περισσότερο το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού (128).
  8. Το άρθρο αποτελεί μια δικλίδα ασφαλείας, την οποία ενέπνευσε η αρχική δυσπιστία των κρατών, ενισχυμένη από τον ψυχρό πόλεμο· ωστόσο, σήμερα πλέον δεν δικαιολογείταιαφού η απειλή, με τη σημερινή της έννοια, δεν αφορά πλέον μεμονωμένα κράτη (129).
  9. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόκρυψη στοιχείων ισοδυναμεί με άρνηση της αλήθειας και, ίσως, η απόλυτη ελευθερία επιλογής του τι θα λεχθεί θα αποτελούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, παραφωνία στο πλαίσιο ολοκληρώσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
  10. Η αναζήτηση πληροφοριών στις ιστοσελίδες (130) στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή με τα έγγραφά της καθιστά προσβάσιμες στον καθένα τις λεπτομέρειες ορισμένων ειδών εξοπλισμού που αγοράζονται από τις ένοπλες δυνάμεις.
  11. Το γεγονός αυτό, χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών, σχετικοποιεί την ιδιότητα του απορρήτου (131) και, κατά την άποψή μου, αυξάνει κατά γεωμετρική πρόοδο τις προσπάθειες των κρατών να αποφύγουν την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, καταφεύγοντας στο άρθρο 296 ΕΚ.
  12. Οποιαδήποτε εξέλιξη της διατάξεως αυτής μεταξύ της καταργήσεώς της (132) και της τροποποιήσεως του καταλόγου του 1958 (133) δεν μπορεί να αγνοήσει μια κάποια προσέγγιση των νομοθεσιών στον τομέα της ασφάλειας (134) ούτε τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (135).
  13. Είναι σε κάποιο βαθμό αναχρονιστική η σύγκριση των διατάξεων αυτών με την αρμοδιότητα της Ενώσεως για την προοδευτική διαμόρφωση μιας κοινής αμυντικής πολιτικής (136), καθώς και με τη ρήτρα αλληλεγγύης, η οποία προβλέπει την κινητοποίηση στρατιωτικών μέσων όταν κάποιο από τα κράτη μέλη δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή (137).
  14. Δεδομένου ότι ανθούν παντού οι ρυθμιστικές διατάξεις (138) και οι εκστρατείες ευαισθητοποιήσεως (139) όσον αφορά την εξαγωγή όπλων, παρά τις διαφορές, δεν έχει νόημα η προσπάθεια να αποσυνδεθούν οι εισαγωγές από την ήδη έμμεση και περιορισμένη προστασία που τους παρέχει το κοινοτικό δίκαιο μέσω της τελωνειακής ενώσεως (140).
  15. Η εκχώρηση κυριαρχίας που συνεπάγεται η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν επιτρέπει βεβιασμένες ή μεροληπτικές ερμηνείες των μηχανισμών που προέβλεψε η Συνθήκη της Ρώμης για την επίτευξη των σκοπών της.
  16. Το άρθρο 296 ΕΚ μπορεί να δημιουργήσει ψευδείς προσδοκίες στα κράτη μέλη και στα κράτη που συμμετέχουν στις διαδοχικές διευρύνσεις· επομένως, όσο διατηρείται σε ισχύ η διάταξη αυτή, το Δικαστήριο πρέπει, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη του, να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της, καθόσον διακυβεύεται η ομοιομορφία του κοινοτικού δικαίου.
  17. Η λήψη των μέτρων που επιτρέπει η διάταξη αυτή βάσει μεμονωμένων αποφάσεων, οι οποίες λαμβάνονται κατά διακριτική ευχέρεια και δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση στο πλαίσιο της Ενώσεως, οδηγεί σε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων όσον αφορά τη δεσμευτικότητα των κανόνων της, αλλά και τον à la carte σεβασμό των αρχών της.
  18. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καταφεύγουν στο άρθρο 296 ΕΚ επειδή φοβούνται τη γνωστοποίηση των πραγματικών δαπανών τους σε εξοπλισμούς ούτε να το επικαλούνται για να αναπληρώσουν τα κενά των Συνθηκών προσχωρήσεως· δεν μπορούν, ακόμη, να το χρησιμοποιούν με σκοτεινά κίνητρα για να παρακάμψουν τους κοινοτικούς κανόνες περί εμπιστοσύνης, ούτε να το επικαλούνται σε περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι για την εθνική ασφάλεια.

Β –       Περί του άρθρου 307 ΕΚ

  1. Σύμφωνα με ορισμένες παρατηρήσεις των καθών κρατών μελών, η καταβολή των δασμών εμποδίζεται από την εισαγωγή ρητρών περί απορρήτου στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους προμηθευτές όπλων ή στις συνθήκες που υπογράφονται με τρίτες χώρες.
  2. Οι ρήτρες αυτές, μολονότι λειτουργούν ως μέτρο αποτελεσματικότητας ή εγκυρότητας μιας συμβάσεως αγοραπωλησίας, εξαρτώνται από την ελεύθερη βούληση των μερών· επομένως, όταν ένα κράτος μέλος δέχεται να αποκρύψει ορισμένες πληροφορίες, δυσχεραίνοντας την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, δίδει προτεραιότητα στις «συμφωνίες» αυτές έναντι των κοινοτικών του δεσμεύσεων.
  3. Αν μια τέτοια ιδιωτική συμφωνία είναι προγενέστερη της προσχωρήσεως του κράτους αυτού στην Ένωση, η ενσωμάτωση του κοινοτικού δικαίου δημιουργεί ζητήματα νομιμότητας.
  4. Όσον αφορά τις διεθνείς συνθήκες, το άρθρο 307 ΕΚ απαιτεί τον εντοπισμό της επίμαχης συμβάσεως και τον έλεγχο της ημερομηνίας συνάψεώς της, του περιεχομένου της και της συμβατότητας των διατάξεών της με την έννομη τάξη της Ενώσεως.
  5. Οι συμφωνίες δεν μπορούν, υπό τον μανδύα του απορρήτου, να εμποδίζουν την τήρηση των τελωνειακών υποχρεώσεων και να καθιστούν ανενεργό το άρθρο 307 ΕΚ (141).
  6. Επιπλέον, το Δικαστήριο, μολονότι δέχθηκε προσωρινώς την υπεροχή διμερούς συμφωνίας (142), προειδοποίησε εγκαίρως (143) ότι η διάταξη αυτή παρέχει «δικαιώματα» στα τρίτα κράτη, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλει «υποχρεώσεις» στα κράτη μέλη· έτσι, θεωρείται ότι ένα κράτος μέλος παραιτείται από την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρείχε η προγενέστερη σύμβαση, όταν αυτό απαιτείται από τη νεότερη.
  7. Το αξίωμα pacta sunt servandaπου διέπει τη διάταξη αυτή δεν ευνοεί τα κράτη μέλη που διατηρούν παθητική στάση, καθώς τα καλεί να χρησιμοποιούν «[…] όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα […]». Στις παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα καθών στο πλαίσιο των επίδικων διαφορών δεν παρατηρείται καμιά προσπάθεια να αρθούν ενδεχόμενες αντιφάσεις, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της απορρίψεως του λόγου αυτού.
  8. Ιδιαιτέρως δραστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση εμφανίστηκε το Βασίλειο της Σουηδίας, το οποίο υποστήριξε σθεναρά ότι σε ορισμένες διμερείς συμφωνίες συνεργασίας (144) περιέχεται υποχρέωση του αγοραστή να μην αποκαλύψει κανένα στοιχείο σχετικό με την αγορά χωρίς τη συγκατάθεση του πωλητή ή του προμηθευτή. Φρονώ ότι η άποψη αυτή εγκαταλείπει την τήρηση του κοινοτικού δικαίου στα χέρια τρίτων, είτε πρόκειται για κράτη είτε για ιδιωτικούς φορείς ή επιχειρήσεις.

Γ –         Επί της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

  1. Με εξαίρεση τη Φινλανδία και τη Σουηδία, όλα τα λοιπά καθών κράτη ισχυρίστηκαν με τα υπομνήματά τους ότι η στάση της Επιτροπής στις επίδικες διαφορές παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
  2. Όπως προανέφερα σε σχέση με την προ της ασκήσεως των προσφυγών διαδικασία, οι διαπραγματεύσεις της Επιτροπής με τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ελλάδα ήταν ιδιαιτέρως μακροχρόνιες· οι κυβερνήσεις τους προβάλλουν τώρα το γεγονός αυτό, επικαλούμενες την ασφάλεια που τους δημιούργησε, καθώς τις οδήγησε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε παράβαση λόγω της αδράνειας που επέδειξε έκτοτε η θεματοφύλακας των Συνθηκών.
  3. Ομοίως, η Δανία αναφέρεται στις επαφές αυτές και στις διαδικασίες κατά παραβάσεως που κινήθηκαν μεταξύ 1984 και 1985, προσθέτοντας ότι, επειδή δεν οδήγησαν σε προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου, δημιουργήθηκε στα καθών κράτη η εντύπωση ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί σιωπηρώς την απαλλαγή από τους δασμούς της εισαγωγής στρατιωτικού υλικού.
  4. Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιορίζει την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, προστατεύοντας τον ιδιώτη (145) έναντι της Διοικήσεως.
  5. Η αρχή αυτή προάγει την ατμόσφαιρα ασφάλειας δικαίου που απαιτεί η νομική σταθερότητα, έτσι ώστε οι πολίτες να ενεργούν συνειδητά και εν γνώσει των συνεπειών της συμπεριφοράς τους, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα βεβαιότητας (146), το οποίο βρίσκει εύφορο έδαφος στις οικονομικές σχέσεις (147).
  6. Η νομολογία του Δικαστηρίου (148) την έχει χαρακτηρίσει «θεμελιώδη αρχή της Κοινότητας» (149), έχει επιβεβαιώσει την υπεροχή της έναντι κανόνων αναδρομικής ισχύος ή άμεσου αποτελέσματος (150) και έχει επιτρέψει στον αποδέκτη διοικητικού μέτρου, σε περίπτωση αλλαγής, να διατηρήσει την προηγούμενη κατάστασή του, εφόσον η στάση της διοικήσεως του είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι το statu quo δεν επρόκειτο να μεταβληθεί (151).
  7. Προκειμένου η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης να αναπτύξει τα προστατευτικά της αποτελέσματα, ο διοικούμενος (152) πρέπει να στηρίζεται σε εξωτερικές ενδείξεις και όχι σε υποκειμενικά συμπεράσματα ή εντυπώσεις (153)· επίσης πρέπει, αφού σταθμιστούν τα εμπλεκόμενα συμφέροντα, η στάση του διοικούμενου που δικαιολογημένα επέδειξε εμπιστοσύνη στη συμπεριφορά της διοικήσεως να δικαιολογεί την προστασία αυτή (154).
  8. Συνάγεται εύκολα το συμπέρασμα ότι η επίκληση της αρχής αυτής στο πλαίσιο των επίδικων διαφορών δεν πρέπει να γίνει δεκτή.
  9. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει επανειλημμένως την απόλυτη ελευθερία της Επιτροπής να αποφασίζει σχετικά με το αν πρέπει να προσφύγει κατά κράτους μέλους και ότι η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει και την επιλογή του χρόνου ασκήσεως της προσφυγής (155), η οποία δεν υπόκειται σε καμιά προθεσμία.
  10. Επιπλέον, ενώ η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη λειτουργεί ως όριο στην κατ’ εξαίρεση δυνατότητα μιας κοινοτικής πράξεως να παραγάγει αποτελέσματα σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεώς της (156), τα καθών αντιστρέφουν το επιχείρημα αυτό για να αποφύγουν τις συνέπειες του νομικού πλαισίου που ίσχυε πριν τον κανονισμό 150/2003.
  11. Κατά συνέπεια, θα ήταν ίσως ορθότερη η επίκληση της αρχής του estoppel (157), έτσι ώστε να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε από τις αξιώσεις της.
  12. Ωστόσο, ούτε αυτή η προσέγγιση είναι επιτυχής, αφού η Επιτροπή, στη δήλωσή της κατά τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τον κανονισμό 150/2003 (158), εξέφρασε τη σταθερή της πρόθεση να μην παραιτηθεί από την είσπραξη των δασμών που έπρεπε να είχαν καταβληθεί και επιφυλάχθηκε του δικαιώματός της να προβεί στις κατάλληλες προς τούτο ενέργειες.
  13. Παραίτηση της Επιτροπής υπ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί να προβληθεί ούτε για το προγενέστερο διάστημα, καθώς ήδη το 1988 κατάρτισε πρόγραμμα αναστολής των δασμών, το οποίο, εν μέρει, απέτυχε λόγω της δυσκολίας των κρατών να καταλήξουν σε συμφωνία.
  14. Εν πάση περιπτώσει, ο κανονισμός 150/2003 δεν περιέχει διατάξεις με αναδρομική ισχύ και σε αυτή την παράλειψη συγκατατέθηκαν και τα ίδια τα κράτη μέλη, τα οποία δεν προσέβαλαν τον κανονισμό.
  15. Ορισμένα κράτη ισχυρίζονται ότι, δυνάμει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τα αποτελέσματα της εκδοθησόμενης αποφάσεως περιορίζονται χρονικώς (159), αλλά, όπως προανέφερα, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποφανθεί επί των οικονομικών συνεπειών των παραβάσεων που διαπιστώνει.
  16. Τέτοιος περιορισμός δεν θα ήταν νόμιμος, καθόσον έχει εξαιρετικό χαρακτήρα (160)· σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση, δεν θα προκληθούν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τα καθών κράτη και, επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η πρόσθετη ιδιαιτερότητα ότι, στις επίδικες υποθέσεις, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει ορισμένο χρονικό όριο, αφού απαγορεύει τις διορθώσεις μετά την πάροδο τριών ετών από τη διατύπωση της αξιώσεως.
  17. Αφού απορρίφθηκαν οι ενστάσεις και οι ουσιαστικοί λόγοι που προέβαλαν τα καθών κράτη, και δεδομένου ότι συντρέχουν τα αντικειμενικά στοιχεία των παραβάσεων, οι επτά αυτές προσφυγές πρέπει να γίνουν δεκτές.

VII – Επί των δικαστικών εξόδων

  1. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν, όπως συμβαίνει σε όλες τις υποθέσεις εν προκειμένω, υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου· επομένως, αν γίνουν δεκτές οι προσφυγές της Επιτροπής, τα καθών θα πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα καθεμιάς από τις διαδικασίες.
  2. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της ίδιας διατάξεως, τα παρεμβαίνοντα σε κάθε υπόθεση κράτη μέλη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

VIII – Πρόταση

  1. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:

«1)      Η Δημοκρατία της Φινλανδίας (C-284/05), το Βασίλειο της Σουηδίας (C-294/05), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (C-372/05), η Ιταλική Δημοκρατία (C-239/06), η Ελληνική Δημοκρατία (C-409/05) και το Βασίλειο της Δανίας (C-461/05), παραλείποντας να βεβαιώσουν και να καταβάλουν τους ιδίους πόρους από την εισαγωγή στρατιωτικού υλικού, καθώς και παραλείποντας να καταβάλουν τόκους υπερημερίας επειδή δεν έθεσαν εμπροθέσμως τους ιδίους πόρους στη διάθεση της Επιτροπής, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τα άρθρα 26 ΕΚ, 20 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και 2, 9, 10 και 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000.

2)      Το Βασίλειο της Σουηδίας (C-294/05) και η Ιταλική Δημοκρατία (C-387/05), παραλείποντας να βεβαιώσουν και να καταβάλουν τους ιδίους πόρους από την εισαγωγή υλικού διπλής χρήσεως, καθώς και παραλείποντας να καταβάλουν τόκους υπερημερίας επειδή δεν έθεσαν εμπροθέσμως τους ιδίους πόρους στη διάθεση της Επιτροπής, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τα άρθρα 26 ΕΚ, 20 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, καθώς και 2, 9, 10 και 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000.

3)      Να καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στην υπόθεση C-284/05, το Βασίλειο της Σουηδίας στην υπόθεση C-294/05, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην υπόθεση C-372/05, την Ιταλική Δημοκρατία στις υποθέσεις C-387/05 και C-239/06, την Ελληνική Δημοκρατία στην υπόθεση C-409/05 και το Βασίλειο της Δανίας στην υπόθεση C-461/05.

4)      Τα κράτη μέλη που παρενέβησαν σε κάθε διαδικασία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.»

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.

2 – Μολονότι ο τελωνειακός κώδικας αντικαταστάθηκε πρόσφατα από τον κανονισμό (ΕΚ) 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) (ΕΕ L 145, σ. 1), ratione tempore είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1).

3 – Κανονισμός (EOK, Ευρατόμ) του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1).

4 – Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1).

5 – Όλες οι προσφυγές κατά παραβάσεως αφορούν την εισαγωγή στρατιωτικού υλικού, με εξαίρεση μία από τις δύο προσφυγές κατά της Ιταλίας, τη C-387/05, στην οποία τα αγορασθέντα είδη επιδέχονται τόσο στρατιωτική όσο και μη στρατιωτική χρήση, καθώς και την προσφυγή κατά της Σουηδίας (C-294/05), με την οποία η Επιτροπή διατυπώνει τις αιτιάσεις της σχετικά με την εισαγωγή τόσο στρατιωτικού υλικού όσο και υλικού διπλής χρήσεως.

6 – Δύο αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτής της ονειρικής χίμαιρας, το An die Freude (Ωδή στη χαρά) του Friedrich Schiller, μελοποιημένο από τον Beethoven στην ένατη συμφωνία σε ρε μείζονα, έργο 125, και το θρυλικό τραγούδι «Imagine» του John Lennon, ονειρεύονται μια ανθρωπότητα αδελφωμένη, πιστή σε αυτές τις επιδιώξεις.

7 – Διαφωνώ με το αξίωμα si vis pacem para bellum [αν θέλεις ειρήνη, ετοίμαζε πόλεμο], παρόλο που ο Cervantes, τον οποίο θαυμάζω ιδιαιτέρως, επιχείρησε να το αποκαταστήσει με ένα χονδροειδές ολίσθημα από το στόμα του Δον Κιχώτη: «βγάλτε μου από εμπρός μου εκείνους που υποστηρίζουν ότι τα γράμματα [οι νόμοι] υπερτερούν των όπλων, διότι θα τους πω, κι ας είναι όποιοι και να ’ναι, ότι δεν ξέρουν τι τους γίνεται […] [Τα όπλα] στόχο τους έχουν την ειρήνη στον κόσμο, που ’ναι το μεγαλύτερο αγαθό που οι άνθρωποι μπορούν να ποθήσουν σε τούτη τη ζωή». Δον Κιχώτης, α΄ τόμος, μτφρ. Η. Ματθαίου, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1994, κεφάλαιο XXXVII, σ. 410 και 411.

8 – Περιλαμβάνω σε ένα και μόνον έγγραφο τις επτά αυτές προτάσεις, οι οποίες θα έπρεπε κανονικά να εμφανιστούν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, καθώς οι επ’ ακροατηρίου συζητήσεις των επτά προσφυγών της Επιτροπής κατά παραβάσεως δεν πραγματοποιήθηκαν την ίδια ημέρα.

9 – Κατά τον Beccaria, C., «Περί αδικηµάτων και ποινών», µτφρ. Αδαµάντιος Κοραής (1823), εκδ. Νοµική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1989, κεφάλαιο XV, η μυστικότητα αποτελεί την ισχυρότερη ασπίδα της τυραννίας, σ. 82.

10 – Απόφαση του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 293, σ.9).

11 – Απόφαση του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 185, σ. 24).

12 – Οι διατάξεις αυτού του τίτλου αφορούν μόνον τον κανονισμό 1150/2000, σύμφωνα με το άρθρο του 22.

13 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την αναστολή δασμών που επιβάλλονται στις εισαγωγές ορισμένων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού (ΕΕ L 25, σ.1).

14 – Πέμπτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 1 του κανονισμού 150/2003.

15 – Πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 150/2003.

16 – Άρθρο 8.

17 – Στο σημείο 14 του δικογράφου της προσφυγής της.

18 – Στην περίπτωση της Φινλανδίας, η υπόθεση έφθασε μέχρι την κίνηση διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως υπ’ αριθ. 2001/2219, η οποία στη συνέχεια τέθηκε στο αρχείο.

19 – Μετά τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν, προσθέτει στο κεφάλαιο τους τόκους υπερημερίας.

20 – Έτσι, στη διαδικασία της προσφυγής κατά της Δημοκρατίας της Φινλανδίας (C-284/05) παρενέβησαν η Σουηδία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Δανία και η Πορτογαλία· στη διαδικασία της προσφυγής κατά του Βασιλείου της Σουηδίας (C-294/05) παρενέβησαν η Γερμανία, η Φινλανδία και η Δανία· στη διαδικασία της προσφυγής κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (C-372/05) παρενέβησαν η Ελλάδα, η Φινλανδία, και η Δανία· στη διαδικασία της προσφυγής κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (C-387/05) παρενέβησαν η Ελλάδα, η Δανία, η Φινλανδία και η Πορτογαλία· στη διαδικασία της προσφυγής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας (C-409/05) παρενέβησαν η Ιταλία, η Φινλανδία, η Δανία και η Πορτογαλία· στη διαδικασία της προσφυγής κατά του Βασιλείου της Δανίας (C-461/05) παρενέβησαν η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Φινλανδία· τέλος, στη διαδικασία της δεύτερης προσφυγής κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας (C-239/06) παρενέβησαν η Ελλάδα και η Φινλανδία.

21 – Μια κοινή συζήτηση για τις προσφυγές C-372/05, C-387/05, C-409/05, C-461/05 και C-239/06 και άλλες δύο, με περιορισμό της δημοσιότητας (κεκλεισμένων των θυρών), για τις υποθέσεις C-284/05 και C-294/05.

22 – Η πλούσια επιχειρηματολογία με την οποία η Γερμανική Κυβέρνηση προσπάθησε να υποστηρίξει αυτή την απόκλιση στο έγγραφο αντικρούσεως έρχεται σε αντίθεση με τη σιωπή του εκπροσώπου της κατά τη συζήτηση, ένδειξη ότι δεν ήταν πεπεισμένος για τον λυσιτελή της χαρακτήρα.

23 – Οι Lenaerts, Κ., Arts D., και Maselis, Ι., στο έργο τους «ProceduralLawoftheEuropeanUnion», Robert Bray ed., εκδ. Sweet & Maxwell, Λονδίνο, 2006, σ. 141 και 142, υιοθετούν την άποψη αυτή όσον αφορά την ειδική διαδικασία του άρθρου 95, παράγραφος 9, ΕΚ αλλά, κατά τη γνώμη μου, τίποτε δεν μας εμποδίζει να την επεκτείνουμε και στην ειδική διαδικασία του άρθρου 298, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ στην οποία, παρεμπιπτόντως, αναφέρονται στον τίτλο «Relationship between Arts 226 and 227 of the EC Treaty. And special procedures relating to the improper use of derogating provisions». Κατά τους ως άνω συγγραφείς, «the opportunity afforded to the Commission by Art. 95 of the EC Treaty in order to bring a matter directly before the Court of Justice without incurring the delay of a pre-litigation procedure is intended to serve the Community interest of protecting in full the establishment of the internal market. However, this does not preclude the Commission from opting to bring procedings under Art. 226 of the EC Treaty in the interest of the defendant Member State».

24 – Η δημόσια τάξη αποκλείει κάθε διακριτική ευχέρεια.

25 – Για παράδειγμα, ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας.

26 – Απαντά στα σημεία 63 έως 67 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs, της 6ης Απριλίου 1995, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδας, η οποία τέθηκε στο αρχείο με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 1996 (C-120/94, Συλλογή 1996, σ. I-1513). Αυτή υπήρξε και η μόνη μέχρι τώρα προσφυγή σχετικά με την ειδική διαδικασία του άρθρου 298 ΕΚ (πρώην άρθρο 225 ΕΚ), με φόντο τα μονομερή μέτρα που έλαβε η Ελληνική Δημοκρατία και που, κατά την Επιτροπή, σκοπό είχαν να εμποδίσουν το εμπόριο, μέσω του λιμένος Θεσσαλονίκης, προϊόντων προερχόμενων από ή προοριζόμενων για την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, καθώς και την εισαγωγή στην Ελλάδα προϊόντων με χώρα παραγωγής ή προελεύσεως τη Δημοκρατία αυτή.

27 – Díez-Hochleitner, J., και Martínez Capdevila, C., «Derecho de la Unión Europea», εκδ. McGraw-Hill, Μαδρίτη, 2001, σ. 419.

28 – Στο σημείο αυτό συμμερίζομαι τις απόψεις που διατυπώνει η Επιτροπή με το έγγραφο απαντήσεως.

29 – Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-414/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1999, σ. I-5585).

30 – Με την παράθεση αυτού του νομολογιακού προηγούμενου, η οποία, εξάλλου, είναι καθαρά επικουρική, δεν έχω ως σκοπό να δώσω υπερβολικές διαστάσεις στην αρχή του stare decisis et non quieta movere, αλλά να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου στο στοιχείο αυτό.

31 – García de Enterría, Ε., «La lucha contra las inmunidades del poder en el derecho administrativo (poderes discrecionales, poderes de gobierno, poderes normativos)», σε Revistade Administración Pública, τεύχος 38, 1962, σ. 159-208.

32 – Η Βουλή των Λόρδων αποφάνθηκε κατηγορηματικά στην υπόθεση Zamora [(The Zamora (1916), 2 appeal Cases, 77)] τα εξής: «Μόνον εκείνοι που έχουν την ευθύνη της μέριμνας για την εθνική ασφάλεια πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν σχετικά με τις απαιτήσεις της ασφάλειας. Θα ήταν απολύτως απευκταίο να αποτελέσουν τα ζητήματα τέτοιου είδους αντικείμενο αποδείξεως ενώπιον των δικαστηρίων ή θέμα δημόσιας συζητήσεως».

33 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1983, σ. 203), της 21ης Σεπτεμβρίου 1988, 50/87, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 4797), και της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. 3989).

34 – ΕΕ 1991, L 176, σ. 7 (διορθωτικό ΕΕ 1992, L 383, σ. 117), κωδικοποιημένο κείμενο με τις τροποποιήσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1995 (ΕΕ L 44), το οποίο ίσχυε κατά την ημερομηνία καταθέσεως της προσφυγής.

35 – Η εκπρόσωπος παρέθεσε σχετικώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2008, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή.

36 – Υπόθεση C-104/02 (Συλλογή 2005, σ. I-2689).

37 – Από το 1958 έως το 1970.

38 – ΕΕ L 94, σ. 19.

39 – Έσοδα γνωστά με την κοινή περιγραφική ονομασία «παραδοσιακοί» ή «εκ φύσεως» κοινοί πόροι, καθώς η επιβολή τους εξαρτάται αποκλειστικά από τις κοινοτικές πολιτικές και όχι από τη βούληση των κρατών.

40 – Που συνεδρίασε στις 25 και 26 Ιουνίου 1984.

41 – ΕΕ L 128, σ. 15.

42 – Παρά τη γενική προσέγγιση του Συμβουλίου του Fontainebleau, που αναγνώριζε ως αποδέκτη του μέτρου αυτού κάθε κράτος μέλος που παρουσιάζει υπερβολικό έλλειμμα στον προϋπολογισμό του.

43 – Αυτή η διόρθωση εξακολουθεί να προβλέπεται από το άρθρο 4 της αποφάσεως 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2007, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, «έκτη απόφαση για τους ίδιους πόρους» (ΕΕ L 163, σ. 17).

44 – Το καθεστώς αυτό προβλέπεται από το άρθρο 5 της μνημονευθείσας στην προηγούμενη υποσημείωση αποφάσεως 2007/436.

45 – Από το 2002 ονομάζεται Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα, «ΑΕΕ».

46 – Ο ίδιος πόρος «ΑΕΕ», ο οποίος προκύπτει από την εφαρμογή ενός τύπου που καθορίζεται ετησίως επί της φορολογητέας βάσεως του συνόλου των ακαθάριστων εθνικών προϊόντων στην τιμή της αγοράς, είναι ιδιαιτέρως σημαντικός, διότι καθορίζει την εναρμόνιση της βάσεως του ΦΠΑ, τη διανομή της βρετανικής διορθώσεως και το όριο του συνολικού ποσού των πόρων που καθορίζεται με τις δημοσιονομικές προβλέψεις· η ισχύουσα απόφαση 2007/436 διατηρεί ως ανώτατο όριο των ιδίων πόρων το 1,24 % του συνολικού «ΑΕΕ» των κρατών μελών σε τιμές της αγοράς και ως ανώτατο όριο των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων το 1,31 % του συνολικού «ΑΕΕ» των κρατών μελών.

47 – Άρθρο 2, παράγραφος 3, της ως άνω αποφάσεως 2007/436.

48 – ΕΕ L 253, σ. 42.

49 – Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκτά νόημα η αναγνώριση των δασμών ως θεμιτού μέσου προστασίας απέναντι σε μια βαθύτατα φιλελεύθερη διεθνή τάση, όπως αναφέρουν οι Berr, J., και Trémeau, Η., στο έργο τουςLeDroitDouanier: Communautaireetnational, 7η έκδ., Economica, 2006, σ. 3.

50 – Με τις προτάσεις μου της 26ης Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση D. (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2005, C-376/03, Συλλογή 2005, σ. Ι-5821), υπενθύμισα ότι η υλοποίηση της τελωνειακής ενώσεως στην Κοινότητα επέβαλε την εισαγωγή ενός κοινού εξωτερικού δασμολογίου και ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων επέβαλε την εναρμόνιση των έμμεσων φόρων· επιπλέον, υποστήριξα την προσέγγιση των νομοθεσιών περί άμεσης φορολογήσεως, με σκοπό τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των κεφαλαίων.

51 – Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, «[μ]ετά τις 31 Δεκεμβρίου του τρίτου έτους που ακολουθεί ένα δεδομένο οικονομικό έτος, ο ετήσιος ανακεφαλαιωτικός λογαριασμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν δύναται πλέον να διορθωθεί, εκτός από τα σημεία που γνωστοποιούνται πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, είτε από την Επιτροπή είτε από το σχετικό κράτος μέλος».

52 – Όπως συνέβη με την Ιταλία στην υπόθεση C-387/05.

53 – Είναι ενδιαφέρουσα η συλλογιστική της Ελληνικής Κυβερνήσεως (σημεία 10 και 11 του υπομνήματός της αντικρούσεως), παρά το αδόκιμο των χρησιμοποιούμενων όρων «τελωνειακή παράβαση» και «δημοσιονομική παράβαση», δεδομένου ότι δεν κρίνεται εν προκειμένω η επιβολή κάποιας κυρώσεως, αλλά η απλή διαπίστωση παραβάσεως.

54 – Η προσοχή αυτή διακρίνεται και στις προτάσεις της γενικής εισαγγελέως C. Stix-Hackl της 26ης Ιανουαρίου 2006, στην υπόθεση C-377/03, Επιτροπή κατά Βελγίου, επί της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006 (Συλλογή 2006, σ. I-9733), καθώς, λαμβάνοντας ως αφετηρία αυτή τη διάκριση, διευκρινίζει ότι «οι αιτιάσεις που προβάλλει η Επιτροπή με την προσφυγή της περιορίζονται σε παραβάσεις του κανονισμού περί ιδίων πόρων» και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται εν προκειμένω να αποφανθεί ειδικώς επί των τυχόν παραβάσεων των ρυθμίσεων της τελωνειακής νομοθεσίας.

55 – Υπόθεση C‑276/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑6251).

56 – Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες προτάσεις της γενικής εισαγγελέως C. Stix-Hackl.

57 – Στη συνέχεια θα ασχοληθώ με τους δικαιολογητικούς λόγους που προβάλλουν τα καθών κράτη, υπό το πρίσμα του άρθρου 296 ΕΚ.

58 – ΕΕ L 256, σ. 1.

59 – Η σημαντική πτωτική τους τάση περιγράφεται στην εισήγηση του Lamassoure, Α., έγγραφο εργασίας αρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τους ίδιους πόρους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σχετικά με την «Ιστορία των εσόδων των Κοινοτήτων» της Επιτροπής Προϋπολογισμών, 2005, σ. 6.

60 – De lege ferenda, ο J. Mª. Jordán, στο «Por una reforma del sistema de financiación de la Unión europea», QuadernsdePolíticaEconòmica,Revistaelectrónica, 2ª época, τεύχος 2, Ιανουάριος-Μάρτιος 2003, σ. 13, προτείνει την αντικατάσταση του πόρου «ΑΕΕ» με τη συμμετοχή στους εθνικούς φόρους, κυρίως στον φόρο εισοδήματος, που θα άνοιγε τον δρόμο προς μια αμεσότερη σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και του πολίτη, η οποία θα ενδυναμώνεται από ένα στοιχείο ομοσπονδιακού χαρακτήρα ως προς τη φορολογία, έτσι ώστε κάθε Ευρωπαίος να συμβάλλει αναλόγως των δικών του εισοδημάτων και όχι αυτών της χώρας του.

61 – Η Γερμανία απέδειξε την καταβολή ενός ποσού 10 803 000 ευρώ ήδη κατά την έγγραφη διαδικασία· άλλα κράτη, όπως η Φινλανδία και η Σουηδία, ανήγγειλαν τις καταβολές αυτές κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

62 – Όσον αφορά το κεφάλαιο της οφειλής, με την επιφύλαξη των αποτελεσμάτων ως προς τους τόκους υπερημερίας.

63 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑19/05, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2007, σ. I-8597).

64 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 1991, C‑96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. I‑2461, σκέψη 37), της 15ης Ιουνίου 2000, C‑348/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2000, σ. I‑4429, σκέψη 64), της 15ης Νοεμβρίου 2005, C‑392/02, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2005, σ. I-9811, σκέψη 60), και της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C-546/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 28.

65 – Σαφή αναφορά στο επιχείρημα κάνει ο γενικός εισαγγελέας L. A. Geelhoed στις προτάσεις της 10ης Μαρτίου 2005, στην υπόθεση C-392/02, Επιτροπή κατά Δανίας, επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 2005.

66 – Η μνημονευθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Δανίας, μολονότι δέχεται την προσφυγή κατά της παραβάσεως, δεν αναγνωρίζει ότι συνέτρεξε παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ, όπως εισηγήθηκε ο γενικός εισαγγελέας L. A. Geelhoed.

67 – Η σχετική συλλογιστική αναπτύσσεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως.

68 – Οι δεσμεύσεις αυτές δεν αφορούν όλα τα καθών κράτη, όπως υπενθύμισε ο Δανός εκπρόσωπος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διευκρινίζοντας ότι η Δανία διαχωρίζει τη θέση της.

69 – Διατυπώθηκε στο προηγούμενο στάδιο από τη Δανική Κυβέρνηση και αναπτύχθηκε από την εκπρόσωπο της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

70 – Ο κατάλογος αυτός καταρτίστηκε με την απόφαση 255/58 του Συμβουλίου και δεν έχει τροποποιηθεί ούτε δημοσιευθεί, παρότι διαδόθηκε από την Επιτροπή επ’ ευκαιρία γραπτής ερωτήσεως (E-1323/2001) που διατύπωσε στις 3 Μαΐου 2001 ο ευρωβουλευτής Β. Staes (Verts/ALE) (ΕΕ C 364 E, σ. 85).

71 – Μόνον κατά το μέρος που αφορά αυτές τις συσκευές πολλαπλών χρήσεων και όχι όσον αφορά τα όπλα.

72 – Οι ισχυρισμοί της Σουηδίας επικεντρώνονται στα όπλα, γεγονός που επισύρει τις επικρίσεις της Επιτροπής στο υπόμνημα απαντήσεως, τις οποίες φαίνεται να αποδέχονται οι εκπρόσωποι του εν λόγω κράτους, καθώς δεν τις αντικρούουν ούτε τις μνημονεύουν στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, το οποίο αναφέρεται αποκλειστικά στο στρατιωτικό υλικό. Στην υπόθεση C-387/05, η Ιταλία, παρόλο που αναφέρεται στο άρθρο 296 ΕΚ, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, δεν στηρίζει τις παρατηρήσεις της σε αυτό.

73 – Η συγκεκριμένη εφαρμογή τους εξαρτάται από την πλήρωση των προϋποθέσεων που θα εξετάσω ακολούθως.

74 – Η άποψη αυτή διατυπώνεται τόσο στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mazák, της 10ης Ιουλίου 2007, σημεία 58 έως 61, όσο και στην απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Απριλίου 2008, C-337/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 47 έως 49), που διαφωνούν με την προσφυγή στο άρθρο 296 ΕΚ, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, για την απευθείας ανάθεση ορισμένων συμβάσεων αγοράς ελικοπτέρων, με την οποία παρακάμπτεται ο δημόσιος διαγωνισμός. Έτσι και η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2008, C-157/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 24 έως 28).

75 – Οι οποίες διέπουν τους ιδίους πόρους.

76 – Χωρίς καμιά δημαγωγική διάθεση, διερωτώμαι μήπως, σε περίπτωση που επικρατούσαν οι λόγοι στους οποίους εμμένουν τα κράτη μέλη, θα αμφισβητούνταν με την ίδια ευχέρεια και οι θεμελιώδεις κοινοτικές ελευθερίες ή ακόμη και τα θεμελιώδη δικαιώματα.

77 – Σχεδόν ομοφώνως.

78 – Συμμερίζομαι την άποψη που διατυπώνει ο Garrido Cuenca, Ν., στο «El episodio judicial de la desclasificación de los papeles del CESID. Las sentencias del Tribunal Supremo de 4 de abril de 1997. Paradojas y paralogismos de un conflicto entre la función de gobierno y el derecho a la tutela judicial efectiva», Revista de Administración Pública, τεύχος 143, Μάιος-Αύγουστος, 1997, ως προς το ότι «[…] δεν μπορεί να λεχθεί τόσο απλά ότι ο χαρακτηρισμός από μια κυβέρνηση ως απόρρητου ενός ορισμένου ζητήματος σημαίνει την απόλυτη θωράκισή του από κάθε έλεγχο. Αντιθέτως, ο νομοθέτης έκρινε αναγκαίο να έχει δυνατότητα προσβάσεως σε αυτό και άλλη εξουσία του κράτους, η οποία έχει σχετική εντολή βάσει του Συντάγματος […]»· τη δυνατότητα αυτή μοιράζονται, ανάλογα με την εκάστοτε έννομη τάξη, το κοινοβούλιο ή τα δικαιοδοτικά όργανα, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν υπάρχουν ρυθμίσεις για την ανάθεση των σχετικών καθηκόντων.

79 – Επιμένω στο σημείο αυτό, υπό το πρίσμα της καθαρά εθνικής νομικής πραγματικότητας, καθώς σε κοινοτικό επίπεδο επιβάλλεται η ισορροπία μεταξύ των αρχών της αρμοδιότητας και της επικουρικότητας.

80 – Lucas, J., «Secretos de Estado», Derechos y libertades, Revista del Instituto Bartolomé de las Casas, σ. 57.

81 – Όπως συνάγεται από τις προσφυγές, ενώ για ορισμένα κράτη η καταβολή των δασμών αποτελεί υπέρμετρο βάρος που θίγει τα πιο ευαίσθητα συμφέροντά τους, για άλλα αποτελεί ανώδυνη διαδικασία.

82 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651).

83 – Στα άρθρα της 30 ΕΚ, 39 ΕΚ, 46 ΕΚ, 58 ΕΚ, 64 ΕΚ, 296 ΕΚ και 297 ΕΚ.

84 – Αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2003, C‑186/01, Dory (Συλλογή 2003, σ. I‑2479, σκέψη 31), της 15ης Μαΐου 1986, Johnston, προπαρατεθείσα, σκέψη 26, της 26ης Οκτωβρίου 1999, C‑273/97, Sirdar (Συλλογή 1999, σ. I‑7403, σκέψη 16), και της 11ης Ιανουαρίου 2000, C‑285/98, Kreil (Συλλογή 2000, σ. I‑69, σκέψη 16).

85 – Οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στις προμνημονευθείσες υποθέσεις Sirdar, Kreil και Dory και αναπτύχθηκαν στην Ερμηνευτική Ανακοίνωση για την εφαρμογή του άρθρου 296 της Συνθήκης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων που αφορούν την άμυνα [SEC(2006)1554] [SEC(2006)1555].

86 – Ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς, στις προτάσεις του της 23ης Μαρτίου 2000, τις οποίες ακολούθησε το Δικαστήριο στην απόφαση C-423/98 της 13ης Ιουλίου 2000, Albore (Συλλογή 2000, σ. I-5965), επισήμανε τον κίνδυνο η συστηματική επίκληση της διατάξεως αυτής να δημιουργήσει σοβαρές στρεβλώσεις της Συνθήκης και δυσλειτουργίες στους μηχανισμούς ελέγχου της συμβατότητας των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 296 ΕΚ με το κοινοτικό δίκαιο.

87 – Η θεωρία της «acte de gouvernement» υπέστη ριζική αναμόρφωση, όταν το γαλλικό Conseil d'État εγκατέλειψε, με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1875, Prince Napoléon (Rec. 155), το δόγμα του πολιτικού κινήτρου, που είχε χρησιμοποιήσει σε προηγούμενες αποφάσεις (της 1ης Μαΐου 1822, Laffitte, και της 9ης Μαΐου 1867, Duc d’Aumale), καθιερώνοντας την αναρμοδιότητά του να κρίνει ορισμένες πράξεις της Διοικήσεως.

88 – Στο έργο του Miguel de Unamuno «Niebla», ο ήρωας Agustín προκαλεί την τύχη του και εξεγείρεται ακόμη και κατά του συγγραφέα, με τον οποίον έχει στο μυθιστόρημα μια περίφημη συζήτηση, στην οποία του ζητεί να μη σκοτώσει τον ήρωά του· προφανώς, τα κράτη δεν διατρέχουν τέτοιον κίνδυνο, ακόμη και σε περίπτωση που δεν τα ικανοποιήσει η απόφαση επί των επίδικων διαφορών, καθώς τα κράτη αυτά που γράφουν τα κοινοτικά χρονικά για περισσότερα από 50 χρόνια είναι τα ίδια που τώρα αντιδρούν στην ιδέα της νομικής ενότητας, υιοθετώντας τη θέση του θύματος.

89 – Η Ιταλία, για παράδειγμα, υιοθετεί ρητώς αυτή τη μαξιμαλιστική άποψη στην υπόθεση C-239/06 και υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να της ζητηθεί καμιά απόδειξη.

90 – Όπως έχει στο ισπανικό κείμενο.

91 – Αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1987, 199/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1039), της 4ης Οκτωβρίου 1991, C‑367/89, Richardt και Les Accessoires Scientifiques (Συλλογή 1991, σ. I‑4621), της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα, και της 2ας Ιουνίου 2005, C‑394/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2005, σ. I‑4713).

92 – Προπαρατεθείσα.

93 – Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, ούτε είναι αυτό το κεντρικό ζήτημα της διαφοράς· εντούτοις, υπάρχει σχετικώς εκτενής νομική βιβλιογραφία: Wiggings, J. R., FreedomofSecrecy, Nέα Υόρκη, Oxford University Press, 1964, Revenga, Μ., Sanchez, «Razonamiento Judicial, Seguridad Nacional y Secreto de Estado», RevistaespañoladeDerechoConstitucional, έτος 18, τεύχος 53, Μάιος-Αύγουστος, 1998, De Lucas, J., όπ.π., σ. 35-62.

94 – Η εσωτερική αγορά και το τελωνειακό σύστημα συνιστούν μερικές από τις πιο γνήσιες εκδηλώσεις της ελευθερίας αυτής.

95 – Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2000, C‑54/99, Eglise de scientologie (Συλλογή 2000, σ. I‑1335, σκέψη 17).

96 – Με την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C-322/01, Deutscher Apothekerverband (Συλλογή 2003, σ. I-14887), το Δικαστήριο αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι οι αμιγώς οικονομικής φύσεως σκοποί μπορούν να δικαιολογούν εμπόδια στη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων (σκέψη 122).

97 – Σημείο 31 του υπομνήματός της αντικρούσεως (C-409/05).

98 – Υπόθεση C-461/05.

99 – Υπόθεση C-239/06.

100 – Σκέψη 22 in fine.

101 – Σκέψη 23.

102 – Έτσι η Δανία στην προσφυγή C-461/05 ή η Φινλανδία στο υπόμνημά της παρεμβάσεως στη διαφορά κατά της Ιταλίας (C-239/06).

103 – Παράδειγμα, ο πανηγυρικός της Γερμανίας στην προσφυγή της C-372/05.

104 – Με τη διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 648/2005/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, για τροποποίηση του κανονισμού (EΟΚ) 2913/92 (ΕΕ L 117, σ. 13).

105 – Κατά τη στρατιωτική σημειολογία που διέπει τις υποθέσεις αυτές, τα καθών κράτη επιδιώκουν να «σκοτώσουν μύγες με κανόνια».

106 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Bond van Adverteerders (Συλλογή 1988, σ. 2085), την οποία αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς στις προπαρατεθείσες προτάσεις της 23ης Μαρτίου 2000.

107 – Υπ’ αυτή την έννοια, οι προτάσεις (σημείο 62) και η απόφαση (σκέψη 53) της προπαρατεθείσας υποθέσεως C-337/05 απορρίπτουν ως δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό την απόφαση της Ιταλίας να αναθέσει απευθείας συμβάσεις, χωρίς να τηρήσει τους κανόνες της προκηρύξεως δημόσιου διαγωνισμού, προκειμένου να αποτρέψει τη διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών.

108 – Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, «[κ]άθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τη διοικητική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού εντός έξι μηνών από την έναρξη της ισχύος του». Επίσης, διαβιβάζει στην Επιτροπή, το αργότερο εντός τριών μηνών από τη λήξη κάθε ημερολογιακού έτους, πληροφορίες για το συνολικό αριθμό των εκδοθέντων πιστοποιητικών, καθώς και για τη συνολική αξία και το μεικτό βάρος των εμπορευμάτων που εισήχθησαν δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού αυτού.

109 – Με τα πιστοποιητικά αυτά θα ασχοληθώ στην έκθεση του κανονιστικού πλαισίου.

110 – Τα κράτη δεν αναφέρουν τίποτε συναφώς, μολονότι στον ίδιο τον κανονισμό διακρίνεται κάποια ανησυχία, καθώς η έκτη αιτιολογική του σκέψη διαπιστώνει την ανάγκη «να θεσπισθούν κανόνες για τα κράτη μέλη ώστε να παρέχουν πληροφορίες για την ποσότητα, την αξία και τον αριθμό των εκδιδομένων πιστοποιητικών και για τις διαδικασίες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού».

111 – Πληροφορίες που, κατά τα λοιπά, θεωρώ ότι δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο.

112 – Άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1150/2000.

113 – 97/245/ΕΚ, Ευρατόμ: απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Μαρτίου 1997, για τη θέσπιση των όρων κοινοποίησης από τα κράτη μέλη ορισμένων πληροφοριών που απευθύνονται στην Επιτροπή στο πλαίσιο του συστήματος των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 97, σ. 12).

114 – Για παράδειγμα, στην περίπτωση μιας εκ των υστέρων επιθεωρήσεως της Επιτροπής.

115 – Η Φινλανδία υποστηρίζει, στην υπόθεση C-284/05, ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόκειται για εξαρτήματα που πρέπει στη συνέχεια να συναρμολογηθούν.

116 – Σκέψη 58 του υπομνήματος απαντήσεως στην υπόθεση C-372/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας.

117 – Στη σκέψη 26 του υπομνήματος απαντήσεως στην υπόθεση κατά της Φινλανδίας (C-284/05).

118 – Η διάταξη παρέχει ευρύ περιθώριο χειρισμών στην εθνική διοίκηση: «Εφόσον η τελωνειακή νομοθεσία δεν περιέχει σχετικούς κανόνες, τα κράτη μέλη ορίζουν την αρμοδιότητα των διαφόρων τελωνείων που βρίσκονται στο έδαφός τους, αφού λάβουν υπόψη, κατά περίπτωση, το είδος των εμπορευμάτων ή το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο αυτά πρέπει να υπαχθούν».

119 – Προφανώς της απόλυτης εμπιστοσύνης του, όπως ένα στρατιωτικό πραγματογνώμονα.

120 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1999, για καθορισμό των εξουσιών και υποχρεώσεων των υπαλλήλων των εντεταλμένων από την Επιτροπή για τη διεξαγωγή των ελέγχων των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 126, σ. 9).

121 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-408/97, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2000, σ. I-6417).

122 – Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την απόφαση του Δικαστηρίου, της 7ης Μαρτίου 2002, C-10/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. I-2357).

123 – Μεταξύ άλλων, αυτή της Φινλανδίας.

124 – Τους πωλητές, τους αγοραστές ή τους απλούς μεσάζοντες.

125 – Σύμφωνα με τα σημεία 30 έως 32 του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Φινλανδίας στην υπόθεση C-284/05, η υποχρέωση εχεμύθειας των εταιριών έχει ενισχυθεί επιμελώς, ιδίως όσον αφορά τις εγκαταστάσεις τους και την αξιοπιστία του προσωπικού τους.

126 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν έλαβα ικανοποιητική εξήγηση από την Ελλάδα ως προς τον τρόπο με τον οποίον η καταβολή δασμών μπορεί να προκαλέσει περιορισμό ενός προγράμματος απλής συντηρήσεως αεροσκαφών, λαμβανομένου υπόψη ότι οι επιθεωρήσεις (και δεν αναφέρομαι στα ανταλλακτικά), ως απλή υπηρεσία, δεν υπόκεινται στα δασμολόγια αυτά.

127 – Στην ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2008, C 115, σ. 1), σύμφωνα με τη Συνθήκη που υπογράφηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2007 στη Λισαβόνα, εμφανίζεται εκ νέου το άρθρο 346 ΕΚ.

128 – Trombetta, S., «La protection des intérêts nationaux de la défense quand la défense devient européenne», Revue du Marché commun et de l ´Union européenne, τεύχος 490, Ιούλιος-Αύγουστος, 2005, σ. 442-443. Άλλες μονογραφίες για το άρθρο 296 ΕΚ: Bratanova, Ε., Legal Limits of National Defense Privilege in the European Union, Overview of the recent European Court of Justice judgement on Art. 296 European Community Treaty and the new role of the Commission in armamets: A step towards a single market in armaments?, Bonn International center for conversion, BICC paper 34, 2004· Eikenberg, K., «Article 296 (ex -223) E.C. and external trade in strategic goods», European Law Review, τόμος 25, τεύχος 2, Απρίλιος 2005· και Barbe, Ι., «L´article 223 du traité de Rome: un article controversé», Droitetdéfense, Revuegénéraledudroitdelasécurité etdeladéfénse, τεύχος 98/1.

129 – Ο Moreiro González, C. J., στο Lascláusulasdeseguridadnacional, Iustel, Μαδρίτη, 2007, σ. 39 έως 48, παραθέτει μερικές ενδιαφέρουσες σκέψεις, περιγράφοντας τον, όπως τον χαρακτηρίζει, «πολυσήμαντο χαρακτήρα της εθνικής ασφάλειας στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο», καθώς, απέναντι στη γενίκευση των απειλών, η εθνική ασφάλεια ως εγγενές στοιχείο του Κράτους υποχωρεί και σημειώνεται μια μετάβαση που, καίτοι διατηρεί αυτή την αρχική αναφορά, επιτρέπει την εκτίμησή της μέσα και σε άλλα πλαίσια, στα οποία κυριαρχεί μια εκτεταμένη παγκοσμιοποίηση.

130 – Οι ιστοσελίδες αυτές παρέχουν πληροφορίες, μεταξύ άλλων, και σχετικά με το μητρώο των Ηνωμένων Εθνών για τα συμβατικά όπλα (http://disarmament.un.org/UN_REGISTER.NSF), το οποίο περιέχει έως και περιγραφή των οπλοστασίων των κρατών, ή για τη βιομηχανία όπλων (http://www.defenseindustrydaily.com).

131 – Ο Garrido Cuenca, Ν., στο ως άνω άρθρο, σ. 231, εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι ένα κρατικό μυστικό δεν χάνει τον σχετικό χαρακτήρα του επειδή κάποιος το δημοσιοποιεί, παραβιάζοντας τους κανόνες προστασίας του απορρήτου· κλίνω υπέρ της απόψεως ότι για τη δημοσιότητα στο διαδίκτυο φαίνεται να υπάρχει συναίνεση των καθών κρατών, καθώς δεν αποδείχθηκε το αντίθετο. Στον αντίποδα των παραπάνω, ο Moreiro González, C. J., στο ως άνω βιβλίο του, σ. 202 και 203, αναφέρεται στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της 9ης Φεβρουαρίου 1995, υπόθεση Verening Weekblad Bluf!, επιβεβαιώνοντας ότι μια εμπιστευτική έκθεση χάνει τον εμπιστευτικό της χαρακτήρα λόγω της μεταγενέστερης διαρροής της, με αποτέλεσμα «[…] la protection de l'information en tant que secret d´État ne se justifiait plus et la retrait de la circulation […] n’apparaissait plus nécessaire pour atteindre le but légitime poursuivi […]» (σκέψη 45).

132 – Trombetta, S . όπ.π., σ. 447 έως 450.

133 – Και αυτή η επιλογή, λιγότερο δραστική από την κατάργηση του άρθρου 296 ΕΚ, συναντά εμπόδια, καθώς, παρόλο που η πρωτοβουλία ανήκει στην Επιτροπή, η τελική απόφαση εναπόκειται στο Συμβούλιο, ενώ τα κράτη διατηρούν το δικαίωμα της αρνησικυρίας.

134 – Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας (ΕΠΑΑ).

135 – Ιδρύθηκε με την κοινή δράση 2004/551/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2004, για τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (ΕΕ L 245, σ. 17) και προβλέπει τη συμμετοχή όλων των κρατών μελών της Ενώσεως, πλην της Δανίας· έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας ως προς τον εξοπλισμό, την υποστήριξη του Συμβουλίου και των κρατών μελών για τη βελτίωση των αμυντικών δυνατοτήτων της Ενώσεως στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων, καθώς και την υποστήριξη της ΕΠΑΑ.

136 – Άρθρο 2, παράγραφος 4, της ενοποιημένης αποδόσεως της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

137 – Άρθρο 222 της ενοποιημένης αποδόσεως της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

138 – Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο κανονισμός (ΕΚ) 1334/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 2000, περί κοινοτικού συστήματος ελέγχου των εξαγωγών ειδών και τεχνολογίας διπλής χρήσης (ΕΕ L 159, σ. 1), η κοινή θέση 2003/468/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2003, για τον έλεγχο της διαμεσολάβησης με αντικείμενο όπλα (ΕΕ L 156, σ. 79), ο κανονισμός (ΕΚ) 1236/2005 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2005, για το εμπόριο ορισμένων αντικειμένων δυναμένων να χρησιμοποιηθούν για τη θανατική ποινή, για βασανιστήρια ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία (ΕΕ L 200, σ. 1), επίσης, στο πλαίσιο ενός συστήματος soft law, ο κοινοτικός κώδικας συμπεριφοράς για τις εξαγωγές όπλων, που θεσπίστηκε το 1998.

139 – Η σχετική εκστρατεία στην Ισπανία στα μέσα της δεκαετίας του 90 από οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνηστία, η Intermón Oxfam ή η Greenpece έφερε τον περιγραφικό τίτλο «Hay secretos que matan» [μερικά μυστικά σκοτώνουν].

140 – Μηχανισμών που μεριμνούν για την κανονικότητα των ιδίων πόρων.

141 – Εκτενής σχολιασμός των αποτελεσμάτων του άρθρου 307 ΕΚ από τον Stoffel Vallotton, Ν., «Las relaciones entre el derecho internacional y el derecho comunitario en el marco del artículo 307 CE: convenios de Estados miembros con terceros Estados anteriores a su adhesión a la UE: nuevas consideraciones sobre su limitada primacía», στο RevistadeDerechoComunitarioEuropeo, τεύχος 22, Μαδρίτη, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος, 2005, σ. 843 έως 890.

142 – Απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2003, C-216/01, Budejovicky Budvar (Συλλογή 2003, σ. I-13617).

143 – Με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1962, 10/61, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 657).

144 – Δεν προκύπτει η ημερομηνία υπογραφής των συμφωνιών αυτών, γεγονός που δεν επιτρέπει την προσφυγή του άρθρου 307 ΕΚ, το οποίο απαιτεί τέτοιες συμφωνίες να είναι προγενέστερες της προσχωρήσεως του κράτους στην Κοινότητα, προκειμένου να ληφθούν υπόψη.

145 – Απόφαση του Δικαστηρίου, της 14ης Μαΐου 1975, 74/74, CNTA (Συλλογή τόμος 1975, σ. 157).

146 – Zielinski, Α., «La stabilité du droit, élément essentiel de l'État de droit», στο VV.AA., L'État de droit et la securité juridique,Institut de Sciences Juridiques, CNRS, Παρίσι-Βαρσοβία, 1996, σ. 83 επ.

147 – Sharpston, Ε., «Legitimate Expectations and Economic Reality», στο European Law Review 1990, σ. 103.

148 – Για μια συστηματική ανάλυση της νομολογίας αυτής, Papadopoulοu, R.E., Principes généraux du droit et droit communautaire (origines et concrétisation), Βρυξέλλες, 1996.

149 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 1979, 84/78, Tomadini (Συλλογή τόμος 1978, σ. 903), και της 5ης Μαΐου 1981, 112/80, Dürbeck (Συλλογή 1981, σ. 1095).

150 – Puissochet, J. P., «Vous avez dit confiance legitime?», στο L'État de Droit (Mélanges en l'honneur de Guy Braibant), εκδ. Dalloz, Παρίσι, 1996, σ. 585.

151 – Οι πρώτες εξελίξεις εμφανίζονται με τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1965, 111/63, Lemmerz-Werke (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 153), και της 5ης Ιουνίου 1973, 81/72, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 553).

152 – Ο García de Enterría, Ε., «El principio de protección de la confianza legítima como supuesto título justificativo», στο RevistadeAdministraciónPública, τεύχος 159, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος, 2002, σ. 178, σχολιάζει τη νομολογία του ισπανικού συνταγματικού δικαστηρίου σχετικά με την αρχή αυτή, που έγκειται στην ευλόγως δημιουργηθείσα προσδοκία του πολίτη ότι η εξουσία εφαρμόζει τον νόμο κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο.

153 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1993, C-13/92 έως C-16/92, Driessen (Συλλογή 1993, σ. 4751).

154 – Η υπέρτερη σπουδαιότητα άλλων συμφερόντων μπορεί να καμφθεί, όπως προκύπτει από την απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-183/95, Affish (Συλλογή 1997, σ. I-4315).

155 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1994, C-317/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1994, σ. I-2039), της 18ης Ιουνίου 1998, C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1998, σ. I-3851), και της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-1025).

156 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. I-3695), και της 29ης Απριλίου 2004, C-487/01 και C-7/02, Gemeente Leusden και Holin Groep (Συλλογή 2004, σ. I-5337).

157 – Όπως τις χαρακτηρίζει η Γερμανία στο σημείο 83 του υπομνήματος αντικρούσεως της προσφυγής, προβάλλοντας παραβίαση της αρχής venire contra factum propium.

158 – Έγγραφο αρ. SI 2002, 1548 του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη σύνοδο των μόνιμων αντιπροσώπων της 20ής Δεκεμβρίου 2002, σημείο X.

159 – Η Ιταλία, από τότε που έλαβε τις επιστολές της Επιτροπής ή, επικουρικώς, από την προπαρατεθείσα απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Ισπανίας· η Σουηδία ζήτησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση να παραγάγει αποτελέσματα ex nunc η απόφαση επί της προσφυγής κατά παραβάσεως όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, όπως ζήτησε και η Φινλανδία με το υπόμνημά της αντικρούσεως.

160 – Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, C-204/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σ. I-8389, σκέψη 29).