(Τελευταία Κωδικοποίηση: 20.03.2015)

ΠΟΛ.1061/19.3.2015

Κοινοποίηση διατάξεων του άρθρου 34 του ν. 4320/2015 (ΦΕΚ 29 Α 19/3/2015)

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου  του ν. 4320/2015 (ΦΕΚ 29 A) και παρέχουμε οδηγίες για ενημέρωση και ενιαία εφαρμογή αυτών.

Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η διευκόλυνση των φορολογούμενων να εκπληρώσουν μέρος ή το σύνολο των υποχρεώσεών τους στη Φορολογική Διοίκηση με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, με ταυτόχρονη αύξηση των δημοσίων εσόδων.

Ειδικότερα :

- Οποιαδήποτε εκούσια καταβολή οφειλής, που δεν έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία κατ’ άρθρα 99 επ. ν. 3588/2007, 44 ν. 1892/1990 ή άλλες διατάξεις και είναι βεβαιωμένη στη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.) και του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), απαλλάσσεται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις προσαυξήσεις, τους τόκους του άρθρου  του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου  του ΚΕΔΕ και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 57 του ΚΦΔ και του άρθρου

του ΚΕΔΕ που την επιβαρύνουν.

- Η καταβολή δύναται να αφορά μέρος ή το σύνολο του χρέους του οφειλέτη.

- Η ανωτέρω δυνατότητα παρέχεται σε όλους τους φορολογούμενους με οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση για τις καταβολές που θα πραγματοποιήσουν από τις 20 έως και τις 27 Μαρτίου 2015.

- Η απαλλαγή από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής παρέχεται στην εκούσια καταβολή και δεν συμπεριλαμβάνει την απόσβεση οφειλής που διενεργείται μέσω συμψηφισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου  του ΚΕΔΕ και του άρθρου  του ΚΦΔ, απόδοσης προϊόντος ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης (κατάσχεσης, πλειστηριασμού, πτωχευτικής διανομής κλπ) ή παρακράτησης επί αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής του άρθρου  του ΚΦΔ και αφορά σε οφειλές που δεν τελούν σε καθεστώς ρύθμισης ή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας.

- Η ίδια απαλλαγή παρέχεται και για την εκούσια εξόφληση από τις 20 έως και τις 27 Μαρτίου 2015 της υπολειπόμενης βασικής οφειλής που έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, κατόπιν σχετικής αίτησης του οφειλέτη για απώλεια της ισχύουσας ανωτέρω ρύθμισης ή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής που του έχει χορηγηθεί προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου του ν. 4320/2015.

- Η σχετική αίτηση υποβάλλεται υποχρεωτικά στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης στην οποία είναι βεβαιωμένη η οφειλή (ή σε οποιαδήποτε Δ.Ο.Υ./Τελωνείο ή στα κατά τόπους Γ.Ε.Φ., που την διαβιβάζουν μέσω τηλεομοιοτυπίας και επικοινωνούν άμεσα με την αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης), η οποία προβαίνει άμεσα στην απώλεια της σχετικής ρύθμισης/διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής. Η ανωτέρω αίτηση του οφειλέτη διαβιβάζεται αυθημερόν μέσω τηλεομοιοτυπίας στην Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης των σχετικών οφειλών προκειμένου να ενημερωθεί ο φάκελος του οφειλέτη για την απώλεια της ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή και για την εξυπηρέτηση των φορολογούμενων η καταβολή δύναται να διενεργείται και στις περιφερειακές υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ., Ελεγκτικά Κέντρα αλλά και στα ΓΕΦ στα οποία λειτουργεί ταμείο). Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση που στον οφειλέτη έχουν χορηγηθεί άνω της μίας ρύθμισης/διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής, στην αίτησή του ο οφειλέτης πρέπει να αναφέρει ρητά τη ρύθμιση/-εις / διευκόλυνση/-εις των οποίων αιτείται την απώλεια.

- Η καταβολή διενεργείται με τη χρήση του μοναδικού κωδικού πληρωμής (ταυτότητα οφειλής) στους φορείς είσπραξης ή κατ’ εξαίρεση στη Φορολογική Διοίκηση. Επισημαίνεται ότι ο κωδικός πληρωμής (ταυτότητα οφειλής - Τ.Ο.) είναι μοναδικός και ακολουθεί κάθε οφειλή από την καταχώρισή της στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης και μέχρι την εξόφλησή της. Ο οφειλέτης είναι σημαντικό να γνωρίζει ότι για όσα χρέη επιθυμεί να πληρώσει τόσες ταυτότητες οφειλής (Τ.Ο.) οφείλει να προσκομίζει στις τράπεζες ή ΕΛ.ΤΑ, δηλώνοντας ταυτόχρονα και το ποσό που επιθυμεί να καταβάλει ανά ταυτότητα οφειλής (Τ.Ο.).

- Για την ταυτότητα οφειλής καθώς και αναλυτικές πληροφορίες αναφορικά με την οφειλή του, ο φορολογούμενος πληροφορείται ηλεκτρονικά μέσω της εφαρμογής «προσωποποιημένης πληροφόρησης», ή εναλλακτικά μέσω εκτύπωσης «συγκεντρωτικής εικόνας οφειλών εκτός ρύθμισης» στο TAXISnet. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό να υποστηριχθεί τεχνικά, ενημερώνεται σχετικά από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Ελεγκτικά Κέντρα καθώς και τα Γραφεία Εξυπηρέτησης Φορολογούμενων (Γ.Ε.Φ.). -Ειδικά για τις οφειλές που είναι βεβαιωμένες στα Τελωνεία η αίτηση και η καταβολή των ποσών θα διενεργείται στις εν λόγω υπηρεσίες.

- Ειδικά σε περίπτωση οφειλών που έχουν υπαχθεί σε δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία, για τη χορήγηση της απαλλαγής υποβάλλεται από τον οφειλέτη από 20 έως και 27 Μαρτίου 2015 αίτηση στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Τμήμα Δικαστικό και Νομικής Υποστήριξης) για την εφάπαξ εξόφληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου του ν. 4320/2015, του συνόλου της βασικής οφειλής που οφείλεται βάσει της συμφωνίας με ταυτόχρονη καταβολή αυτού στην εν λόγω Υπηρεσία. Με την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας οι όροι αποπληρωμής της δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας θεωρούνται εκπληρωμένοι ως προς το Δημόσιο. Η αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης των οφειλών Υπηρεσία ενημερώνει ακολούθως σχετικά την Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης στην οποία είναι βεβαιωμένες οι οφειλές.

- Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που :

α) εκκρεμεί η πίστωση ποσών από καταβολές ή αποδόσεις που έχουν διενεργηθεί πριν την 20/03/2015 (ημερομηνία ισχύος της διάταξης), τούτη διενεργείται χωρίς τις ανωτέρω απαλλαγές,

β) διενεργηθεί εκούσια καταβολή εντός του χρονικού διαστήματος ισχύος της διάταξης και από αυτή προκύψει «υπερείσπραξη», η οφειλή η οποία υφίσταται κατά το χρόνο της εν λόγω καταβολής, τυγχάνει της αναλογούσας σε αυτή απαλλαγής, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας τακτοποίησης αυτής.

- Παραδείγματα απαλλαγών.

1. Περίπτωση μίας (1) οφειλής απαιτητής σε μία (1) δόση με καταβολή μέρους βασικής οφειλής.

Οφειλέτης με 120.000 ευρώ βασική οφειλή καταβλητέα σε μία δόση και η οποία επιβαρύνεται με 30.000 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εάν καταβάλει μέχρι τις 27 Μαρτίου, ποσό 50.000 ευρώ, θα μειώσει τη βασική οφειλή του στις 70.000 ευρώ και θα απαλλαχθεί από τις αναλογούσες προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που την επιβάρυναν κατά 12.500 ευρώ.

2. Περίπτωση μίας (1) οφειλής απαιτητής σε μία (1) δόση με εξόφληση του συνόλου της βασικής οφειλής.

Οφειλέτης με 30.000 ευρώ βασική οφειλή καταβλητέα σε μία δόση και η οποία επιβαρύνεται με 50.000 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εάν καταβάλλει τις 30.000 ευρώ μέχρι τις 27 Μαρτίου, θα εξοφλήσει την οφειλή του στο σύνολό της και θα απαλλαχθεί από το σύνολο των προσαυξήσεων που την επιβάρυναν κατά 50.000 ευρώ.

3. Περίπτωση μίας (1) οφειλής απαιτητής σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις και καταβολής μέρους βασικής οφειλής.

Έστω 10.000 ευρώ κεφάλαιο απαιτητό σε δύο (2) ισόποσες δόσεις, α' δόση 5.000 ευρώ κεφάλαιο και 3.000 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και β' δόση 5.000 ευρώ κεφάλαιο και 2950 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Ο οφειλέτης καταβάλει 7.500 ευρώ και απαλλάσσεται από 3.000 ευρώ προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής της α' δόσης, 1.475 ευρώ από την β' δόση και συνολικά απαλλάσσεται από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 4.475 ευρώ.

4. Περίπτωση πολλών οφειλών απαιτητών σε μία (1) δόση με εξόφληση μέρους ή του συνόλου αυτών.

Οφειλές:

α’ οφειλή: κεφάλαιο 6.000 ευρώ και προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής 10.000 ευρώ. β' οφειλή: κεφάλαιο 800 ευρώ και προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής 1.000 ευρώ. γ' οφειλή: κεφάλαιο 1.000 ευρώ και προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής 500 ευρώ.

Εάν ο οφειλέτης έχει την δυνατότητα να καταβάλει 7.000 ευρώ, τότε για να τύχει της μέγιστης απαλλαγής πρέπει:

Να καταβάλει με την ταυτότητα της α' οφειλής τα 6.000 ευρώ και θα απαλλαχθεί από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής των 10.000 ευρώ.

Να καταβάλει με την ταυτότητα της β' οφειλής τα 800 ευρώ και θα απαλλαχθεί από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής των 1.000 ευρώ.

Να καταβάλει με την ταυτότητα της γ' οφειλής τα 200 ευρώ και θα απαλλαχθεί από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής των 100 ευρώ που την επιβαρύνουν. Με τον τρόπο αυτό απαλλάσσεται συνολικά από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 11.100 ευρώ.

Συν: Οι διατάξεις του άρθρου του ν.4320/2015 (ΦΕΚ 29 Α).

Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ - ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ

 1. Οποιαδήποτε εκούσια καταβολή οφειλής εκτός ρύθµισης ή διευκόλυνσης τµηµατικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωµένης συµφωνίας έως και τις 27 Μαρτίου 2015, συνολικής ή µέρους βεβαιωµένης οφειλής στη Φορολογική Διοίκηση σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και του Τελωνειακού Κώδικα, απαλλάσσεται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιµα εκπρόθεσµης καταβολής που την επιβαρύνουν. Η καταβολή διενεργείται µε τη χρήση του µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή κατ’ εξαίρεση στη Φορολογική Διοίκηση.
2. Η ίδια απαλλαγή ισχύει και για την εκούσια εξόφληση έως και τις 27 Μαρτίου 2015 του συνόλου της υπολειπόµενης βασικής οφειλής που έχει υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωµένης συµφωνίας, κατόπιν σχετικής αίτησης του οφειλέτη.
3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την εποµένη της δηµοσίευσης στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.
1. Αν οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας καταβολής, ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει τόκους επί του εν λόγω ποσού φόρου για τη χρονική περίοδο από την επόμενη μέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης ή τροποποιητικής δήλωσης καθώς και σε περίπτωση εκτιμώμενου, διορθωτικού ή προληπτικού προσδιορισμού του φόρου, ως αφετηρία υπολογισμού των τόκων λαμβάνεται η λήξη της προθεσμίας κατά την οποία θα έπρεπε να είχε αρχικά καταβληθεί, βάσει του νόμου, ο φόρος που προκύπτει από την εκπρόθεσμη ή τροποποιητική δήλωση ή από την πράξη προσδιορισμού.

2. Σε περίπτωση καταβολής υπερβάλλοντος ποσού φόρου (αχρεώστητη καταβολή), καταβάλλονται τόκοι στον φορολογούμενο για τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία αίτησης επιστροφής του υπερβάλλοντος ποσού φόρου μέχρι την ημερομηνία ειδοποίησης του φορολογούμενου για την επιστροφή του, εκτός εάν η επιστροφή φόρου ολοκληρωθεί εντός ενενήντα (90) ημερών από την παραλαβή από τη Φορολογική Διοίκηση της αίτησης επιστροφής φόρου του φορολογουμένου.
Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, εάν το υπερβάλλον ποσό φόρου συμψηφιστεί με άλλες οφειλές, το ποσό θεωρείται ότι επιστράφηκε κατά το χρόνο διενέργειας του συμψηφισμού.

3. Τόκοι επί των τόκων δεν υπολογίζονται και δεν οφείλονται.
4. Ο Υπουργός Οικονομικών με απόφασή του ορίζει τα επιτόκια υπολογισμού τόκων, καθώς και όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 1.  Για οποιοδήποτε ποσό χρέους γίνεται ληξιπρόθε­σμο, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει τόκους και πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 53 και 57 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013), όπως ισχύει. Προκειμένου περί δημοσίων εσόδων, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κώδικα, πλην των τελωνειακών, το χρονικό δι­άστημα των δύο (2) μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυξάνεται σε έξι (6) μή­νες. Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, δεν επιβάλλεται στις περιπτώσεις των οφειλών, οι οποίες προέρχονται από επιβολή προστίμων σύμφωνα με οποιαδήποτε δι­άταξη της κείμενης νομοθεσίας.

Για χρέη από συμβάσεις οι τόκοι ορίζονται ως ανω­τέρω, εκτός αν προβλέπεται άλλη ρύθμιση με ρητό όρο της σύμβασης, και υπολογίζονται από την επόμενη ημέρα της προθεσμίας που πρέπει, σύμφωνα με τη σύμβα­ση, να καταβληθεί η οφειλή μερικά ή ολικά.

2. Η πίστωση χρηματικών ποσών έναντι συγκεκριμένης οφειλής αποσβένει την υποχρέωση του οφειλέτη με την ακόλουθη σειρά: α) έξοδα είσπραξης, β) τόκοι γ) πρόστιμο και δ) αρχικό ποσό της οφειλής.

3. Οι τόκοι και το πρόστιμο της παραγράφου 1 υπολο­γίζονται και επί των εσόδων υπέρ οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), Ειδικών Ταμείων και εν γένει νο­μικών προσώπων δημοσίου δικαίου που συνεισπράττονται με τα δημόσια έσοδα από τη Φορολογική Διοίκηση.

4. Ο οφειλέτης δύναται να ζητά απαλλαγή των ληξι­πρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και αυτών προς τους τρίτους, των οποίων η είσπραξη έχει ανατεθεί στη Φορολογική Διοίκηση, από τους τόκους και το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής της παραγράφου 1, εφόσον η μη εμπρόθεσμη καταβολή οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Απαλλαγή δεν χορηγείται, αν δεν έχουν εξοφληθεί, πριν από το αίτημα απαλλαγής, όλοι οι φόροι για τους οποίους επιβλήθηκαν οι τόκοι και το πρόστιμο. Το αίτημα απαλλαγής απευθύνεται στον Γενικό Γραμμα­τέα Δημοσίων Εσόδων και: α) υποβάλλεται εγγράφως, β) περιέχει τα στοιχεία και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του οφειλέτη, γ) φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή νόμιμα εξουσιοδοτημένου προσώπου και δ) περιγράφει όλα τα γεγονότα και περιλαμβάνει τα απο­δεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ανωτέρα βία. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός τριάντα (30) ημερών και κοινοποιεί την απόφαση στον οφειλέτη κατά το άρθρο 5 του ν. 4174/ 2013. Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.

5. Αναστολή είτε του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης ή εί­σπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξε­ων διοικητικής εκτέλεσης, από το νόμο ή βάσει απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν απαλλάσσει τα χρέη από τους τόκους άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 4174/ 2013, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, για το ποσό που εν τέλει οφείλεται.

6. Δεν υπόκεινται στους τόκους και το πρόστιμο της παραγράφου 1 οι από κάθε αιτία οφειλές: α) των στρα­τευμένων με υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, από την πρώτη ημέρα του μήνα της στράτευσής τους, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του τρίτου μήνα από την αποστράτευσή τους, του μήνα της αποστράτευσης θεωρουμένου ως πρώτου, με εξαίρεση τα ελλείμματα της δημόσιας διαχείρισης και β) των ανηλίκων, για όσο διάστημα στερούνται εκπροσώπησης και επί ένα εξά­μηνο μετά την απόκτηση αυτής.

7. Σε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου δεν είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του Κώδικα Φο­ρολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), οι διατάξεις αυτού υπερισχύουν, για τα έσοδα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

 1.  Για οποιοδήποτε ποσό χρέους γίνεται ληξιπρόθε­σμο, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει τόκους και πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 53 και 57 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013), όπως ισχύει. Προκειμένου περί δημοσίων εσόδων, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κώδικα, πλην των τελωνειακών, το χρονικό δι­άστημα των δύο (2) μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυξάνεται σε έξι (6) μή­νες. Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, δεν επιβάλλεται στις περιπτώσεις των οφειλών, οι οποίες προέρχονται από επιβολή προστίμων σύμφωνα με οποιαδήποτε δι­άταξη της κείμενης νομοθεσίας.

Για χρέη από συμβάσεις οι τόκοι ορίζονται ως ανω­τέρω, εκτός αν προβλέπεται άλλη ρύθμιση με ρητό όρο της σύμβασης, και υπολογίζονται από την επόμενη ημέρα της προθεσμίας που πρέπει, σύμφωνα με τη σύμβα­ση, να καταβληθεί η οφειλή μερικά ή ολικά.

2. Η πίστωση χρηματικών ποσών έναντι συγκεκριμένης οφειλής αποσβένει την υποχρέωση του οφειλέτη με την ακόλουθη σειρά: α) έξοδα είσπραξης, β) τόκοι γ) πρόστιμο και δ) αρχικό ποσό της οφειλής.

3. Οι τόκοι και το πρόστιμο της παραγράφου 1 υπολο­γίζονται και επί των εσόδων υπέρ οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), Ειδικών Ταμείων και εν γένει νο­μικών προσώπων δημοσίου δικαίου που συνεισπράττονται με τα δημόσια έσοδα από τη Φορολογική Διοίκηση.

4. Ο οφειλέτης δύναται να ζητά απαλλαγή των ληξι­πρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και αυτών προς τους τρίτους, των οποίων η είσπραξη έχει ανατεθεί στη Φορολογική Διοίκηση, από τους τόκους και το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής της παραγράφου 1, εφόσον η μη εμπρόθεσμη καταβολή οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Απαλλαγή δεν χορηγείται, αν δεν έχουν εξοφληθεί, πριν από το αίτημα απαλλαγής, όλοι οι φόροι για τους οποίους επιβλήθηκαν οι τόκοι και το πρόστιμο. Το αίτημα απαλλαγής απευθύνεται στον Γενικό Γραμμα­τέα Δημοσίων Εσόδων και: α) υποβάλλεται εγγράφως, β) περιέχει τα στοιχεία και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του οφειλέτη, γ) φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή νόμιμα εξουσιοδοτημένου προσώπου και δ) περιγράφει όλα τα γεγονότα και περιλαμβάνει τα απο­δεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ανωτέρα βία. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός τριάντα (30) ημερών και κοινοποιεί την απόφαση στον οφειλέτη κατά το άρθρο 5 του ν. 4174/ 2013. Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.

5. Αναστολή είτε του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης ή εί­σπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξε­ων διοικητικής εκτέλεσης, από το νόμο ή βάσει απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν απαλλάσσει τα χρέη από τους τόκους άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 4174/ 2013, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, για το ποσό που εν τέλει οφείλεται.

6. Δεν υπόκεινται στους τόκους και το πρόστιμο της παραγράφου 1 οι από κάθε αιτία οφειλές: α) των στρα­τευμένων με υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, από την πρώτη ημέρα του μήνα της στράτευσής τους, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του τρίτου μήνα από την αποστράτευσή τους, του μήνα της αποστράτευσης θεωρουμένου ως πρώτου, με εξαίρεση τα ελλείμματα της δημόσιας διαχείρισης και β) των ανηλίκων, για όσο διάστημα στερούνται εκπροσώπησης και επί ένα εξά­μηνο μετά την απόκτηση αυτής.

7. Σε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου δεν είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του Κώδικα Φο­ρολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), οι διατάξεις αυτού υπερισχύουν, για τα έσοδα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

 1. Βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του οφειλέτη κατά του Δημοσίου, η οποία αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.

2. Ο συμψηφισμός προτείνεται με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ., η οποία είναι αρμόδια για την είσπραξη του χρέους. Ο συμψηφισμός μπορεί να ενεργείται και αυτεπάγγελτα, με πράξη του προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται η απαίτηση του οφειλέτη. Απαίτηση του Δημοσίου παραγεγραμμένη αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής.

Η δήλωση του οφειλέτη για συμψηφισμό της απαίτησης κατά του Δημοσίου ή το έγγραφο του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό κοινοποιείται στην εκκαθαρίζουσα την απαίτηση υπηρεσία, η οποία υποχρεούται σε άμεση απόδοση του συμψηφισθέντος ποσού.

3. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με χρέη προς το Δημόσιο που καταβάλλονται με ταυτόχρονη υποβολή δήλωσης φόρου ή άλλου εσόδου. Η δήλωση συμψηφισμού, που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της εκπρόθεσμης υποβολής της.

4. Με το συμψηφισμό οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται, με την επιφύλαξη των άρθρων 89 και 94 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄).

5. Αναστολή είτε του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης ή εί­σπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξε­ων διοικητικής εκτέλεσης, από το νόμο ή βάσει απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν εμποδίζει τη διενέργεια του συμψηφισμού.

6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η ειδικότερη διαδικασία, με την τήρηση των οποίων εξαιρούνται από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο.

7. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα. 

1. Εξαιρουμένων των θεμάτων που ρυθμίζονται διαφορετικά από τον παρόντα Κώδικα, η αναγκαστική είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν.δ. 356/1974 περί Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

2. Η Φορολογική Διοίκηση συμψηφίζει απαιτήσεις από φόρους και λοιπά έσοδα του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα και σε όλη την εν γένει φορολογική και τελωνειακή νομοθεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 ΚΕΔΕ. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να συμψηφίζει κάθε άλλη απαίτηση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο.

3. Όπου στον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων γίνεται αναφορά στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., στον Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου ή γενικότερα σε άλλο αρμόδιο όργανο νοείται στο εξής ο Γενικός Γραμματέας.

4. Αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται για οφειλές, η πληρωμή των οποίων τελεί σε νόμιμη ή δικαστική ή διοικητική αναστολή του άρθρου 63 του Κώδικα και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. Αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται επίσης για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών, εφόσον ο φορολογούμενος συμμορφώνεται με το πρόγραμμα. 

1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό ενημερότητας ισχύος μέχρι και δύο μηνών για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται.
2. Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας, μόνο εφόσον ο φορολογούμενος δεν έχει οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση από οποιαδήποτε αιτία και έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών.
3. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εάν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε άλλη αρχή του δημόσιου τομέα. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι ανωτέρω αρχές για να ενημερώνουν τη Φορολογική Διοίκηση σχετικά με φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4. Κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 3, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών ή έχει οφειλές μη ληξιπρόθεσμες ή σε αναστολή, δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας περιορισμένης ισχύος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Η Φορολογική Διοίκηση και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη σε πρόγραμμα ρύθμισης ορίζει υποχρεωτικά όρο παρακράτησης στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία. Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών.
5. Οι πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες προσκομίζεται αποδεικτικό ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησής του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισής του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοση του αποδεικτικού, ο τύπος του, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης, τα τυχόν άλλα πρόσωπα τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν το αποδεικτικό, τα όργανα έκδοσής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
6. Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 για τη χορήγησή του, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, εκδίδεται από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία κατατίθεται αντί του αποδεικτικού ενημερότητας στην υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής ή κατατίθεται για τη μεταβίβαση ακινήτου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή αποδίδεται το προς είσπραξη ποσό ή το προϊόν του τιμήματος και μέχρι του ύψους της οφειλής, στην εκδούσα τη βεβαίωση υπηρεσία.
7. Οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή της, τα όργανα έκδοσης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
8. Σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, μπορεί με γραπτή συναίνεση του Γενικού Γραμματέα να μην χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται περιπτώσεις διασφάλισης δημοσίου συμφέροντος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
 1. Οποιαδήποτε εκούσια καταβολή οφειλής εκτός ρύθµισης ή διευκόλυνσης τµηµατικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωµένης συµφωνίας έως και τις 27 Μαρτίου 2015, συνολικής ή µέρους βεβαιωµένης οφειλής στη Φορολογική Διοίκηση σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και του Τελωνειακού Κώδικα, απαλλάσσεται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιµα εκπρόθεσµης καταβολής που την επιβαρύνουν. Η καταβολή διενεργείται µε τη χρήση του µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή κατ’ εξαίρεση στη Φορολογική Διοίκηση.
2. Η ίδια απαλλαγή ισχύει και για την εκούσια εξόφληση έως και τις 27 Μαρτίου 2015 του συνόλου της υπολειπόµενης βασικής οφειλής που έχει υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωµένης συµφωνίας, κατόπιν σχετικής αίτησης του οφειλέτη.
3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την εποµένη της δηµοσίευσης στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.
 1. Οποιαδήποτε εκούσια καταβολή οφειλής εκτός ρύθµισης ή διευκόλυνσης τµηµατικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωµένης συµφωνίας έως και τις 27 Μαρτίου 2015, συνολικής ή µέρους βεβαιωµένης οφειλής στη Φορολογική Διοίκηση σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και του Τελωνειακού Κώδικα, απαλλάσσεται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιµα εκπρόθεσµης καταβολής που την επιβαρύνουν. Η καταβολή διενεργείται µε τη χρήση του µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή κατ’ εξαίρεση στη Φορολογική Διοίκηση.
2. Η ίδια απαλλαγή ισχύει και για την εκούσια εξόφληση έως και τις 27 Μαρτίου 2015 του συνόλου της υπολειπόµενης βασικής οφειλής που έχει υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωµένης συµφωνίας, κατόπιν σχετικής αίτησης του οφειλέτη.
3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την εποµένη της δηµοσίευσης στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.
 1. Οποιαδήποτε εκούσια καταβολή οφειλής εκτός ρύθµισης ή διευκόλυνσης τµηµατικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωµένης συµφωνίας έως και τις 27 Μαρτίου 2015, συνολικής ή µέρους βεβαιωµένης οφειλής στη Φορολογική Διοίκηση σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και του Τελωνειακού Κώδικα, απαλλάσσεται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιµα εκπρόθεσµης καταβολής που την επιβαρύνουν. Η καταβολή διενεργείται µε τη χρήση του µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή κατ’ εξαίρεση στη Φορολογική Διοίκηση.
2. Η ίδια απαλλαγή ισχύει και για την εκούσια εξόφληση έως και τις 27 Μαρτίου 2015 του συνόλου της υπολειπόµενης βασικής οφειλής που έχει υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής ή δικαστικά επικυρωµένης συµφωνίας, κατόπιν σχετικής αίτησης του οφειλέτη.
3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την εποµένη της δηµοσίευσης στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.