Υπόθεση T-445/05 Associazione italiana del risparmio gestito και Fineco Asset Management SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «Κρατικές ενισχύσεις – Καθεστώς ενισχύσεων που έθεσαν σε εφαρμογή οι ιταλικές αρχές υπέρ ορισμένων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες οι οποίοι ειδικεύονται στην κατοχή μετοχών εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης – Απόφαση κηρύσσουσα την ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά – Προσφυγή ακυρώσεως – Άμεσος και ατομικός επηρεασμός – Παραδεκτό – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου – Υποχρέωση ανακτήσεως»

 

 

 

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Απόφαση της Επιτροπής που απαγορεύει ένα τομεακό καθεστώς ενισχύσεων – Προσφυγή επιχειρήσεως που έλαβε ατομική ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού και η οποία πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ανακτήσεως – Παραδεκτό

(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)

  1. Πράξεις των οργάνων – Αιτιολογία – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Έκταση – Απόφαση της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων

(Άρθρa 87 ΕΚ και 253 ΕΚ)

  1. Πράξεις των οργάνων – Αιτιολογία – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Έκταση – Απόφαση της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων

(Άρθρa 87 § 1 ΕΚ και 253 ΕΚ)

  1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Έννοια – Μείωση φόρου που χορηγείται στους προεγγραφομένους για αγορά μεριδίων ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών – Μείωση που έχει ως συνέπεια την έμμεση μεταβίβαση κρατικών πόρων υπέρ μιας επιχειρήσεως που είναι διαφορετική από τον φορολογούμενο ο οποίος τυγχάνει απαλλαγής

(Άρθρο 87 § 1 ΕΚ)

  1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Εξέτασή τους από την Επιτροπή – Εξέταση ενός καθεστώτος ενισχύσεων στο σύνολό του – Επιτρέπεται – Συνέπεια

(Άρθρο 87 § 1 ΕΚ)

  1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Έννοια – Επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου – Μείωση φόρου που αφορά περιοριστικώς τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς και τις εταιρίες διαχειρίσεως αυτών των επενδυτικών οργανισμών – Εμπίπτει

(Άρθρο 87 § 1 ΕΚ)

  1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Έννοια – Μέτρο που παρέχει τη δυνατότητα στους δικαιούχους να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά τους υπό ευνοϊκότερες συνθήκες – Εμπίπτει

(Άρθρο 87 § 1 ΕΚ)

  1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Έννοια – Επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου

(Άρθρο 87 § 1 ΕΚ)

  1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Ανάκτηση παρανόμως χορηγηθείσας ενισχύσεως – Υποχρέωση που απορρέει από τον παράνομο χαρακτήρα της ενισχύσεως

(Άρθρο 88 § 2 ΕΚ ·κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 1)

  1. Υποκείμενα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως μπορούν να ισχυρισθούν ότι τα αφορά ατομικά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη μιας αποφάσεως. Κατά συνέπεια, μια επιχείρηση δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να προσβάλει μια απόφαση της Επιτροπής που απαγορεύει ένα τομεακό καθεστώς ενισχύσεων, αν η απόφαση αυτή αφορά την εν λόγω επιχείρηση μόνο λόγω του ότι η επιχείρηση δραστηριοποιείται στον οικείο τομέα και μπορεί να επωφεληθεί του εν λόγω καθεστώτος. Πράγματι, η απόφαση αυτή εμφανίζεται, από πλευράς της προσφεύγουσας επιχειρήσεως, ως μέτρο γενικού περιεχομένου που εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς μια γενικώς και αφηρημένως οριζόμενη κατηγορία προσώπων.

Όσον αφορά μια απόφαση της Επιτροπής, η οποία δεν προσδιορίζει την/τις δικαιούχο(-ους) επιχείρηση(-εις) της επίμαχης ενισχύσεως και η οποία, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς μια γενικώς και αφηρημένως οριζόμενη κατηγορία προσώπων, η εν λόγω απόφαση μπορεί, εντούτοις, να αφορά μια επιχείρηση όχι μόνον ως επιχείρηση του οικείου τομέα και δυνητική δικαιούχο του καθεστώτος ενισχύσεων, αλλά και υπό την ιδιότητά της του πραγματικού δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε βάσει του καθεστώτος αυτού και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή. Η εν λόγω απόφαση αφορά ατομικά την επιχείρηση αυτή και η προσφυγή της κατά της εν λόγω αποφάσεως είναι παραδεκτή.

(βλ. σκέψεις 45-48)

  1. Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλομένη πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει θέση για όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν ενώπιόν της οι ενδιαφερόμενοι, αλλά αρκεί να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία στο πλαίσιο της οικονομίας της αποφάσεως.

Εξάλλου, σε περίπτωση υπάρξεως καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή μπορεί να περιορισθεί στη μελέτη των γενικών χαρακτηριστικών του σχετικού καθεστώτος, χωρίς να υποχρεούται να εξετάσει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής του.

(βλ. σκέψεις 67-68)

  1. Ναι μεν η Επιτροπή υποχρεούται να περιγράφει, στο σκεπτικό της αποφάσεώς της, τουλάχιστον τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε μια ενίσχυση, αν βάσει της περιγραφής αυτής καταδεικνύεται ότι η ενίσχυση είναι ικανή να επηρεάσει τις μεταξύ κρατών μελών εμπορικές συναλλαγές, δεν υποχρεούται όμως και να αποδεικνύει την πραγματική επίδραση των ήδη χορηγηθεισών ενισχύσεων. Πράγματι, αν το τελευταίο ίσχυε, μια τέτοια υποχρέωση θα κατέληγε να ευνοεί τα κράτη μέλη τα οποία καταβάλλουν παράνομες ενισχύσεις εις βάρος των κρατών μελών που κοινοποιούν τις ενισχύσεις κατά το στάδιο του σχεδιασμού τους.

Συγκεκριμένα, δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να προβεί σε οικονομική ανάλυση της πραγματικής καταστάσεως της οικείας αγοράς, του μεριδίου αγοράς των επιχειρήσεων που είναι δικαιούχοι των ενισχύσεων, της θέσεως των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων και των σχετικών με τις εν λόγω υπηρεσίες εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών, εφόσον διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους οι επίδικες ενισχύσεις νοθεύουν τον ανταγωνισμό και επηρεάζουν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Εφόσον πρόκειται για ενίσχυση που δεν έχει κοινοποιηθεί, η Επιτροπή δεν οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά αποτελέσματα της ενισχύσεως αυτής.

(βλ. σκέψεις 102, 109)

  1. Το άρθρο 87 ΕΚ απαγορεύει τις ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους, χωρίς να διακρίνει ανάλογα με το αν τα σχετικά με τις ενισχύσεις πλεονεκτήματα χορηγούνται κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Έτσι, ένα πλεονέκτημα που χορηγείται απευθείας σε ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία δεν αποτελούν, κατ’ ανάγκην, επιχειρήσεις μπορεί να συνιστά έμμεσο πλεονέκτημα και, ως εκ τούτου, ενίσχυση για άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία αποτελούν επιχειρήσεις.

Για να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη παρεμβάσεως, μέσω κρατικών πόρων, υπέρ μιας επιχειρήσεως, δεν είναι αναγκαίο η επιχείρηση αυτή να αποτελεί άμεσο δικαιούχο της παρεμβάσεως αυτής. Το γεγονός ότι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί δεν τυγχάνουν άμεσα της μείωσης φόρου που χορηγείται στους προεγγραφομένους για αγορά μεριδίων τους δεν αποκλείει ότι οι εν λόγω επενδυτικοί οργανισμοί αντλούν, παρά ταύτα, έμμεσο οικονομικό όφελος.

(βλ. σκέψεις 127, 131)

  1. Σε περίπτωση υπάρξεως καθεστώτος ενισχύσεων, η Επιτροπή δύναται, προκειμένου να εξακριβωθεί αν το καθεστώς αυτό εμπεριέχει στοιχεία ενισχύσεως, να περιορισθεί στη μελέτη των γενικών χαρακτηριστικών του σχετικού καθεστώτος, χωρίς να υποχρεούται να εξετάσει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής του. Κατά συνέπεια, όταν δεν αμφισβητείται ότι ένα καθεστώς ενισχύσεων ωφελεί ορισμένες επιχειρήσεις, το γεγονός ότι το εν λόγω καθεστώς ωφελεί επίσης, ενδεχομένως, δικαιούχους που δεν αποτελούν επιχειρήσεις δεν θέτει εν αμφιβόλω τη διαπίστωση αυτή, που είναι επαρκής προς τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

(βλ. σκέψη 136)

  1. Ένα κρατικό μέτρο το οποίο προβλέπει μείωση φόρου που αφορά περιοριστικώς τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς και τις εταιρίες διαχειρίσεως αυτών των επενδυτικών οργανισμών και το οποίο, ως εκ τούτου, απευθύνεται περιοριστικώς σε σαφώς προσδιορισμένους επενδυτικούς οργανισμούς, οι οποίοι πληρούν ειδικές προϋποθέσεις, εις βάρος άλλων επιχειρήσεων που προσφέρουν εναλλακτικές μορφές επενδύσεων, ευνοεί ορισμένους επενδυτικούς οργανισμούς έναντι άλλων που τελούν σε συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση. Επομένως, ένα τέτοιο μέτρο, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γενικό μέτρο φορολογικής ή οικονομικής πολιτικής, αλλά ως μέτρο που εισάγει παρέκκλιση από το φορολογικό καθεστώς του κοινού δικαίου, έχει επιλεκτικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

Εξάλλου, το γεγονός και μόνον ότι του πλεονεκτήματος αυτού μπορεί να επωφεληθεί κάθε επενδυτικός οργανισμός ο οποίος πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις δεν στοιχειοθετεί, αυτό καθαυτό, τον γενικό χαρακτήρα του επίμαχου μέτρου και δεν απαγορεύει το να προσλάβει επιλεκτικό χαρακτήρα το επίμαχο μέτρο.

Επιπλέον, μια ενίσχυση μπορεί να είναι επιλεκτική υπό το πρίσμα του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ ακόμη και όταν αφορά έναν οικονομικό τομέα στο σύνολό του.

(βλ. σκέψεις 150, 152, 155-156)

  1. Ένα κρατικό μέτρο που παρέχει τη δυνατότητα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά τους υπό ευνοϊκότερες συνθήκες, όπως είναι απλώς και μόνον η αύξηση της ρευστότητας, μπορεί να συνιστά πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

(βλ. σκέψη 163)

  1. Αν γινόταν δεκτό ότι η επιδίωξη στόχου οικονομικής ή βιομηχανικής πολιτικής, όπως η ενθάρρυνση των επενδύσεων, μπορεί να συντελέσει στο να εκφεύγει ένα κρατικό μέτρο επιλεκτικού χαρακτήρα της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, η διάταξη αυτή θα έχανε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. Επομένως, ο στόχος που επιδιώκεται με ένα τέτοιο μέτρο δεν μπορεί να καταστήσει δυνατή τη μη υπαγωγή του στον χαρακτηρισμό ως κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

(βλ. σκέψη 170)

  1. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 88 ΕΚ, προβλέπει ότι, σε περίπτωση αρνητικής αποφάσεως για παράνομη κρατική ενίσχυση η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενισχύσεως από τον δικαιούχο. Η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενισχύσεως εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως διά της ανακτήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της και αποσκοπεί στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Με την επιστροφή της ενισχύσεως, ο αποδέκτης χάνει το πλεονέκτημα που διέθετε στην αγορά έναντι των ανταγωνιστών του και τα πράγματα επανέρχονται στην προ της καταβολής της ενισχύσεως κατάσταση. Συνεπώς, ο κύριος σκοπός της επιστροφής παρανόμως χορηγηθείσας κρατικής ενισχύσεως είναι η εξάλειψη της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού που προκλήθηκε από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο αποκτήθηκε μέσω της παράνομης ενισχύσεως.

(βλ. σκέψεις 190-193)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 4ης Μαρτίου 2009 (*)

«Κρατικές ενισχύσεις – Καθεστώς ενισχύσεων που έθεσαν σε εφαρμογή οι ιταλικές αρχές υπέρ ορισμένων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες οι οποίοι ειδικεύονται στην κατοχή μετοχών εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης – Απόφαση κηρύσσουσα την ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά – Προσφυγή ακυρώσεως – Άμεσος και ατομικός επηρεασμός – Παραδεκτό – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου – Υποχρέωση ανακτήσεως»

Στην υπόθεση T‑445/05,

Associazione italiana del risparmio gestito, με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία),

Fineco Asset Management SpA, με έδρα τη Ρώμη,

εκπροσωπούμενες από τους G. Escalar, G. Cipolla και V. Giordano, δικηγόρους,

προσφεύγουσες,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον V. Di Bucci και την E. Righini,

καθής,

με αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 2006/638/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που η Ιταλία έθεσε σε εφαρμογή υπέρ ορισμένων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες οι οποίοι ειδικεύονται στην [κατοχή μετοχών εταιριών] μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης εισηγμένων σε [ρυθμιζόμενες] αγορές (ΕΕ 2006, L 268, σ. 1),

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο, F. Dehousse (εισηγητή) και D. Šváby, δικαστές,

γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Νοεμβρίου 2007,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

 Το επίμαχο μέτρο

1        Το επίμαχο μέτρο θεσπίσθηκε με το άρθρο 12 του ιταλικού νομοθετικού διατάγματος (Decreto Legge) 269, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με τα «μέτρα για την ανάπτυξη της οικονομίας και τη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών» (στο εξής: ΝΔ 269/2003), το οποίο μετατράπηκε στον νόμο 326, της 24ης Νοεμβρίου 2003. Το εν λόγω μέτρο άρχισε να ισχύει στις 2 Οκτωβρίου 2003, ημερομηνία δημοσιεύσεως του ΝΔ 269/2003 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας, χωρίς να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.

2        Το άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003 τροποποιεί τη φορολογική μεταχείριση ορισμένων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες οι οποίοι ειδικεύονται στην κατοχή μετοχών εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης εισηγμένων σε μια ρυθμιζόμενη αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί).

3        Το εν λόγω άρθρο προβλέπει, ιδίως, ότι, από το οικονομικό έτος κατά τη διάρκεια του οποίου πληρούνται ορισμένες ειδικές απαιτήσεις, τα έσοδα κεφαλαίου των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών υπόκεινται σε φόρο υποκαταστάσεως του φόρου εταιριών με συντελεστή 5 %, αντί του κανονικού συντελεστή 12,5 %.

4        Προς διασφάλιση ισότιμης φορολογικής μεταχείρισης, σε επίπεδο πραγματικής φορολογίας, μεταξύ των αλλοδαπών και των ιταλικών επενδυτικών οργανισμών, το άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003 προβλέπει ότι επιβάλλεται φόρος υποκαταστάσεως με μειωμένο ονομαστικό συντελεστή 5 % στα έσοδα κεφαλαίου των ιταλικών μη ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών που επενδύουν σε ιταλικούς ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς, για το μέρος των εσόδων τους που προέρχεται από αυτούς τους ειδικευμένους οργανισμούς, ενώ τα έσοδα κεφαλαίου των ιταλικών επενδυτικών οργανισμών τα οποία προέρχονται από αλλοδαπούς επενδυτικούς οργανισμούς απαλλάσσονται κατά 60 %.

5        Ενόψει της επέκτασης του φορολογικού κινήτρου και σε άλλους επενδυτικούς οργανισμούς, το άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003 ορίζει ότι τα συνταξιοδοτικά ταμεία υπόκεινται επίσης σε φόρο με πραγματικό συντελεστή 5 % για το μέρος των εσόδων τους που προέρχεται από αλλοδαπούς ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς και ότι στα έσοδα που προέρχονται από ιταλικούς επενδυτικούς οργανισμούς εφαρμόζεται πίστωση φόρου 6 % που αντιστοιχεί στον φόρο υποκαταστάσεως 5 % που επιβάλλεται στα έσοδα κεφαλαίου των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών στους οποίους έχουν συμμετοχές αυτά τα συνταξιοδοτικά ταμεία.

6        Όλοι οι ιταλικοί επενδυτικοί φορείς και οι επενδυτικοί οργανισμοί που διέπονται από την οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 375, σ. 3), μπορούν να επωφεληθούν του μειωμένου συντελεστή 5 %, υπό την προϋπόθεση ότι ειδικεύονται στην πραγματοποίηση επενδύσεων σε μετοχές εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο εντός μιας ρυθμιζομένης ευρωπαϊκής αγοράς (στο εξής: εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης). Κατά το άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003, οι εταιρίες αυτές είναι εκείνες των οποίων το κεφάλαιο δεν υπερβαίνει τα 800 εκατομμύρια ευρώ, όπως προσδιορίζεται με βάση τη μέση αγοραία τιμή των μετοχών της εταιρίας κατά την τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης κάθε τριμήνου.

7        Δυνάμει του άρθρου 12 του ΝΔ 269/2003, οι επενδυτικοί οργανισμοί θεωρούνται ειδικευμένοι εάν κατέχουν μετοχές εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης για ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον στα 2/3 της αξίας των στοιχείων ενεργητικού που κατέχουν κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, για τουλάχιστον 1/6 του συνολικού αριθμού των ημερών λειτουργίας του επενδυτικού κεφαλαίου, όπως προσδιορίζεται στις περιοδικές εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως αυτών των οργανισμών. Το καθεστώς ισχύει μόνον από το οικονομικό έτος κατά τη διάρκεια του οποίου ένας επενδυτικός οργανισμός επενδύει τουλάχιστον τα 2/3 του συνολικού ενεργητικού του σε μετοχές εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης ή αφότου το καταστατικό του επενδυτικού οργανισμού προβλέπει ότι ο εν λόγω οργανισμός επενδύει κυρίως σε μετοχές εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης.

8        Πέραν των ιταλικών επενδυτικών οργανισμών, όλα τα άλλα ιταλικά επενδυτικά κεφάλαια ανοικτού και κλειστού τύπου (τα επονομαζόμενα «ιστορικά επενδυτικά κεφάλαια Λουξεμβούργου»), οι εταιρίες επενδύσεων μεταβλητού κεφαλαίου (στο εξής: ΕΕΜΚ) και οι αλλοδαποί επενδυτικοί οργανισμοί μπορούν να επωφελούνται της εφαρμογής του μειωμένου φορολογικού συντελεστή 5 %, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καταχωρισθεί ως ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί ή όσον αφορά το τμήμα των εσόδων τους που επενδύεται σε καταχωρισμένους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς.

 Διοικητική διαδικασία

9        Με έγγραφο της 22ας Οκτωβρίου 2003, η Επιτροπή κάλεσε τις ιταλικές αρχές να της παράσχουν πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν με το ΝΔ 269/2003 και σχετικά με την έναρξη ισχύος τους, προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον τα μέτρα αυτά συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ, υπενθυμίζοντας στην Ιταλική Δημοκρατία την υποχρέωση κοινοποιήσεως που αυτή υπέχει από το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ.

10      Με έγγραφα της 11ης και της 26ης Νοεμβρίου 2003, οι ιταλικές αρχές παρέσχον τις πληροφορίες που τους είχαν ζητηθεί. Στις 19 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή επέσυρε εκ νέου την προσοχή τους στις υποχρεώσεις που αυτές υπέχουν από το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ και τις κάλεσε να ενημερώσουν τους ενδεχόμενους δικαιούχους σχετικά με τις συνέπειες που προβλέπονται από τη Συνθήκη και από το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι το επίμαχο μέτρο συνιστά παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση.

11      Με έγγραφο της 11ης Μαΐου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε την Ιταλική Δημοκρατία ότι είχε αποφασίσει, στις 7 Μαΐου 2004, να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ όσον αφορά τις φορολογικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 12 του ΝΔ 269/2003.

12      Με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 2004, οι ιταλικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή.

13      Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2004 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C 225, σ. 8).

14      Η Associazione italiana del risparmio gestito (στο εξής: Assogestioni) υπέβαλε παρατηρήσεις με έγγραφα της 7ης Οκτωβρίου 2004 και της 18ης Φεβρουαρίου 2005.

 Η προσβαλλομένη απόφαση

15      Η απόφαση 2006/638/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που η Ιταλία έθεσε σε εφαρμογή υπέρ ορισμένων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες οι οποίοι ειδικεύονται στην [κατοχή μετοχών εταιριών] μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης εισηγμένων σε [ρυθμιζόμενες] αγορές (ΕΕ 2006, L 268, σ. 1) (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), περιγράφει, κατ’ αρχάς, τη διαδικασία που προηγήθηκε της εκδόσεώς της (τμήμα Ι) και, εν συνεχεία, το επίμαχο μέτρο (τμήμα II).

16      Όσον αφορά το τελευταίο αυτό μέτρο, η Επιτροπή περιγράφει, αρχικώς, το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω θεσμικό όργανο ορίζει τους επενδυτικούς οργανισμούς ως οργανισμούς που προβαίνουν σε συλλογικές επενδύσεις σε κινητές αξίες (ή ΟΣΕΚΑ) προς το συλλογικό συμφέρον πολλών επενδυτών και προσθέτει ότι τέτοιοι οργανισμοί μπορούν να προσλάβουν τη μορφή είτε ενός συσταθέντος συμβατικώς αμοιβαίου κεφαλαίου χωρίς νομική προσωπικότητα, που το διαχειρίζεται μια ξεχωριστή, από περιουσιακής απόψεως, εταιρία διαχειρίσεως (εταιρίες διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων –στο εξής: ΕΔΑΚ), είτε ενός αμοιβαίου κεφαλαίου υπό εταιρική μορφή (παραδείγματος χάρη οι ΕΕΜΚ), είτε τη μορφή συνταξιοδοτικού ταμείου. Ακολούθως, η Επιτροπή διευκρινίζει ποιοι είναι οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί κατά την έννοια του άρθρου 12 του ΝΔ 269/2003, προτού περιγράψει λεπτομερώς το φορολογικό καθεστώς που τυγχάνει εφαρμογής επί των εσόδων των διαφόρων επενδυτικών οργανισμών.

17      Εν συνεχεία, η προσβαλλομένη απόφαση εκθέτει τους λόγους που δικαιολογούν την κίνηση της διαδικασίας (τμήμα III) και τη γνώμη των ιταλικών αρχών καθώς και των ενδιαφερομένων τρίτων (τμήμα IV).

18      Η εκτίμηση της Επιτροπής (τμήμα V) περιλαμβάνει επτά υποτμήματα. Αρχικώς, η Επιτροπή αναφέρει ότι το επίμαχο μέτρο ανταποκρίνεται, κατά σωρευτικό τρόπο, στα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Η Επιτροπή στοιχειοθετεί την ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος υπέρ, κατ’ αρχάς, των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών και, εν συνεχεία, των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης, των οποίων τις μετοχές κατέχουν οι εν λόγω ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί.

19      Από το τέταρτο υποτμήμα του τμήματος V της προσβαλλομένης αποφάσεως, που τιτλοφορείται «Κρατικοί πόροι», προκύπτει ότι τα χορηγούμενα πλεονεκτήματα προέρχονται από το κράτος υπό τη μορφή παραίτησης από φορολογικά έσοδα που κατά κανόνα εισπράττονται από το Ιταλικό Δημόσιο Ταμείο. Το επόμενο υποτμήμα κάνει λόγο για τα αποτελέσματα του μέτρου επί του ανταγωνισμού. Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί ανταγωνίζονται άλλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και δραστηριοποιούνται σε μια ανοικτή αγορά που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σημαντικών ενδοκοινοτικών εμπορικών συναλλαγών. Επιπλέον, η Επιτροπή εκθέτει ότι ορισμένες εταιρίες μειωμένης κεφάλαιοποίησης που επωφελούνται του επίμαχου μέτρου δραστηριοποιούνται σε τομείς στους οποίους υπάρχουν εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

20      Η Επιτροπή υπογραμμίζει, με το έκτο υποτμήμα που τιτλοφορείται «Νομιμότητα του μέτρου», ότι οι ιταλικές αρχές έθεσαν το επίμαχο μέτρο σε εφαρμογή χωρίς να το έχουν κοινοποιήσει προηγουμένως, οπότε το μέτρο αυτό συνιστά παράνομη ενίσχυση.

21      Το έβδομο υποτμήμα της εκτιμήσεως της Επιτροπής είναι αφιερωμένο στην εξέταση της συμβατότητας του καθεστώτος προς την κοινή αγορά.

22      Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

Το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν υπό μορφή φορολογικών κινήτρων σε [ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς], όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 του [ΝΔ] 269/2003 που η [Ιταλική Δημοκρατία] έθεσε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ], είναι ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά.

Άρθρο 2

Η [Ιταλική Δημοκρατία] καταργεί το καθεστώς ενισχύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 1 εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3

  1.       Εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης η [Ιταλική Δημοκρατία] πληροφορεί όλους τους χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές, συμπεριλαμβανομένων των [ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών], και όλους τους άλλους φορείς που ενέχονται στην εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεων του άρθρου 1, σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής να θεωρήσει αυτό το καθεστώς ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά.
  2.       Η Ιταλική Δημοκρατία λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 και που τέθηκαν παράνομα στη διάθεση των δικαιούχων από τους επενδυτικούς οργανισμούς με εταιρική μορφή ή, ανάλογα με την περίπτωση, από τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τους επενδυτικούς οργανισμούς που έχουν συμβατική μορφή, εξαιρουμένων των ενδεχομένων προσφυγών που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

Εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, η Ιταλική Δημοκρατία πληροφορεί την Επιτροπή σχετικά με την ταυτότητα των δικαιούχων, το ύψος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν ατομικά και των μεθόδων με τις οποίες αυτά τα ποσά καθορίσθηκαν.

  1.       Η ανάκτηση εκτελείται χωρίς καθυστέρηση και σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, με στόχο να επιτραπεί η άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της παρούσας απόφασης.
  2.       Οι προς ανάκτηση ενισχύσεις παράγουν τόκους από την ημερομηνία στην οποία οι ενισχύσεις κατέστησαν διαθέσιμες για τους δικαιούχους μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής ανάκτησης.

Οι τόκοι υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004.

Άρθρο 4

Η [Ιταλική Δημοκρατία] πληροφορεί την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που θεσπίσθηκαν και προβλέφθηκαν για τη συμμόρφωση. Αυτές οι πληροφορίες διαβιβάζονται μέσω του συνημμένου στην παρούσα απόφαση ερωτηματολογίου. Η [Ιταλική Δημοκρατία] υποβάλλει εντός της ίδιας προθεσμίας όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πραγματοποιηθείσα κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης από τους δικαιούχους των παρανόμων ενισχύσεων.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ιταλική Δημοκρατία.»

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

23      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Δεκεμβρίου 2005, η Assogestioni και η Fineco Asset Management SpA (στο εξής, εξεταζόμενη μεμονωμένα: Fineco και, εξεταζόμενες από κοινού: προσφεύγουσες) άσκησαν προσφυγή κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.

24      Η Assogestioni είναι μια ένωση που συστάθηκε για την προαγωγή των συλλογικών συμφερόντων των εταιριών διαχείρισης αποταμιευμάτων και των εταιριών που παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης. Μεταξύ των μελών της Assogestioni συγκαταλέγονται εταιρίες διαχείρισης αποταμιευμάτων οι οποίες διαχειρίζονται ειδικευμένους ΟΣΕΚΑ, που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 12 του ΝΔ 269/2003, συμπεριλαμβανομένης της Fineco.

25      Η Fineco είναι μια εταιρία διαχείρισης αποταμιευμάτων συσταθείσα υπό τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας. Διαχειρίζεται τα δύο εκ των τριών αμοιβαίων κεφαλαίων που ειδικεύονται στις επενδύσεις σε εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης οι οποίες επωφελήθηκαν του φορολογικού μέτρου που προβλέπεται στο άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003 και οι οποίες δραστηριοποιούνται στην Ιταλία.

26      Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της·

–        επικουρικώς, να ακυρώσει εν μέρει την προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που αυτή εντέλλεται την ανάκτηση των ενισχύσεων που κηρύχθηκαν ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά·

–        να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

27      Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

 Επί του παραδεκτού

Επιχειρήματα των διαδίκων

28      Η Επιτροπή, χωρίς να προβάλει ένσταση απαραδέκτου με χωριστό δικόγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ανέπτυξε διά μακρών, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, επιχειρηματολογία αποσκοπούσα στο να αποδειχθεί ότι η προσφυγή που άσκησαν οι προσφεύγουσες πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη.

29      Η Επιτροπή θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι η Fineco στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης, καθόσον δεν απέδειξε ότι διαθέτει ατομική ενεργητική νομιμοποίηση έναντι των δικαιούχων του υπό εξέταση με την προσβαλλομένη απόφαση καθεστώτος ενισχύσεων, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται η Fineco. Η προσφυγή που άσκησε η Assogestioni, ως ένωση που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των δικαιούχων αυτών, είναι επίσης απαράδεκτη.

30      Η Επιτροπή διαπιστώνει, κατ’ αρχάς, ότι η προσβαλλομένη απόφαση απευθύνεται προς ένα κράτος μέλος και όχι προς τις προσφεύγουσες. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν η προσβαλλομένη απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες. Πάντως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν αφορά ατομικά τη Fineco και, ως εκ τούτου, δεν αφορά ατομικά ούτε την Assogestioni.

31      Συγκεκριμένα, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση κρίνει ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά ένα καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που εφαρμόζεται σε αόριστο αριθμό επιχειρήσεων, η εν λόγω απόφαση συνιστά πράξη γενικής ισχύος. Πάντως, το ατομικό έννομο συμφέρον ιδιωτών έναντι πράξεως γενικής ισχύος ερμηνεύεται στενά από τη νομολογία.

32      Εν προκειμένω, οι δικαιούχοι επιχειρήσεις δεν δύνανται να επικαλεσθούν ορισμένες ξεχωριστές ιδιότητές τους ή ειδικές περιστάσεις που τις χαρακτηρίζουν σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία. Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρεται σε διάφορες αποφάσεις και μεταξύ αυτών στην απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C‑346/03 και C‑529/03, Atzeni κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑1875, σκέψεις 32 έως 34).

33      Η Επιτροπή εξετάζει διάφορες αποφάσεις με τις οποίες κρίθηκαν παραδεκτές οι προσφυγές ακυρώσεως, ιδίως δε τις αποφάσεις τις οποίες επικαλέσθηκαν οι προσφεύγουσες, και επισημαίνει τις διαφορές μεταξύ των εν λόγω υποθέσεων και της υπό κρίση.

34      Ειδικότερα, η απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2000, C‑15/98 και C‑105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑8855, στο εξής: απόφαση Sardegna Lines), εξηγείται από τα πραγματικά περιστατικά της εν λόγω υποθέσεως, ήτοι από το γεγονός ότι η προσφεύγουσα Sardegna Lines ήταν η κύρια δικαιούχος του εν λόγω καθεστώτος, πράγμα το οποίο ήταν εν γνώσει της Επιτροπής όταν αυτή έλαβε θέση επί του καθεστώτος ενισχύσεων.

35      H Επιτροπή προβάλλει ότι είναι αναγκαίο, εν πάση περιπτώσει, να εξαλειφθεί η εντύπωση, η οποία θα μπορούσε να συναχθεί από ορισμένες αποφάσεις, ότι η ύπαρξη διαταγής περί ανακτήσεως έχει αποφασιστική σημασία για την εξέταση του παραδεκτού των προσφυγών. Συγκεκριμένα, μια τέτοια προσέγγιση θα είχε ως συνέπεια να τεθούν οι πραγματικοί δικαιούχοι ενός μη κοινοποιηθέντος καθεστώτος ενισχύσεων σε ευνοϊκότερη θέση, από την άποψη του παραδεκτού της προσφυγής τους, απ’ ό,τι οι δυνητικοί δικαιούχοι ενός κοινοποιηθέντος καθεστώτος ενισχύσεων, πράγμα το οποίο θα παρακινούσε τα κράτη μέλη να μη κοινοποιούν τις ενισχύσεις, υπονομεύοντας έτσι τον μηχανισμό ελέγχου που προβλέπει η Συνθήκη. Επιπλέον, το αν πράγματι υφίσταται υποχρέωση ανακτήσεως της ενισχύσεως από τις επιχειρήσεις μπορεί να προσδιορισθεί μόνον έπειτα από ελέγχους των οποίων η φύση ενδέχεται να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις. Εξάλλου, αν κρίνονταν παραδεκτές οι προσφυγές που ασκούν οι πραγματικοί δικαιούχοι ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο ενός μη κοινοποιηθέντος καθεστώτος, τούτο θα εξέθετε τις επιχειρήσεις αυτές στον κίνδυνο να απολέσουν μεταγενεστέρως κάθε ένδικη προστασία ενώπιον του εθνικού δικαστή κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1994, C‑188/92, TWD Textilwerke Deggendorf (Συλλογή 1994, σ. I‑833). Ως εκ περισσού, η Επιτροπή επισύρει την προσοχή του Πρωτοδικείου στις ανεπιθύμητες πρακτικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει το παραδεκτό των εν λόγω προσφυγών, και ιδίως στην αύξηση του αριθμού των προσφυγών, οσάκις μια απόφαση αφορά ένα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς ή οποιαδήποτε άλλη φορολογική ελάφρυνση των οποίων τυγχάνουν πολλές επιχειρήσεις.

36      Εξάλλου, όσον αφορά την Assogestioni, η Επιτροπή επισημαίνει ότι πρόκειται για οργανισμό που συστάθηκε για την προαγωγή των συλλογικών συμφερόντων των μελών του. Όμως, τα μέλη αυτά, όπως και η Fineco, δεν δύνανται να επικαλεσθούν ότι εθίγησαν ατομικά από την προσβαλλομένη απόφαση, οπότε η προσφυγή που άσκησε η Assogestioni πρέπει, επισης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

37      Αντιθέτως, η Fineco θεωρεί ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά όχι μόνον άμεσα, αλλά και ατομικά. Η Fineco θίγεται ατομικά από την προσβαλλομένη απόφαση ως πραγματικός δικαιούχος του καθεστώτος ενισχύσεων που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω αποφάσεως. Ως εκ περισσού, η προσβαλλομένη απόφαση της κοινοποιήθηκε απευθείας από την Ιταλική Δημοκρατία. Η Fineco φρονεί, επίσης, ότι διαφοροποιείται από άλλους δυνητικούς αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως διότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, δύο εκ των αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία αυτή διαχειριζόταν, πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να επωφεληθούν του εν λόγω φορολογικού μέτρου. Κατά τη Fineco, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το γεγονός ότι μια επιχείρηση έλαβε ενίσχυση της παρέχει τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση της Επιτροπής με την οποία η ενίσχυση αυτή κρίθηκε ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, παρά το γεγονός ότι η απόφαση απευθύνεται στο κράτος μέλος. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες ένα καθεστώς ενισχύσεων κρίνεται παράνομο, όπως προκύπτει από διάφορες δικαστικές αποφάσεις.

38      Η Fineco ισχυρίζεται ότι η νομολογία την οποία επικαλέσθηκε η Επιτροπή προς στήριξη του απαραδέκτου της προσφυγής δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω.

39      Εξάλλου, η Fineco θεωρεί ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το παραδεκτό των προσφυγών αυτών εξαρτάται από μια πρόσθετη προϋπόθεση, την οποία δεν έχει αναγνωρίσει η νομολογία, ήτοι από την ύπαρξη ατομικής διοικητικής πράξεως των εθνικών αρχών.

40      Η Fineco εκτιμά ότι η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά ατομικά και για έναν άλλο λόγο, δηλαδή εξαιτίας της υπάρξεως διαταγής περί ανακτήσεως που την αφορά άμεσα ως πραγματικό δικαιούχο φορολογικών ελαφρύνσεων.

41      Η Assogestioni ισχυρίζεται ότι προασπίζεται όχι μόνον τα δικά της συμφέροντα, αλλά και εκείνα της BNL Gestioni και της Fineco. Εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά τις εταιρίες αυτές, η Assogestioni εκτιμά ότι ασκεί παραδεκτώς προσφυγή εξ ονόματός τους. Κατά τα λοιπά, η Assogestioni υπογραμμίζει ότι έλαβε μέρος στη διαδικασία που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

42      Σύμφωνα με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.

43      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν απευθύνεται στις προσφεύγουσες, αλλά στην Ιταλική Δημοκρατία. Συνεπώς, πρέπει να εξακριβωθεί αν η προσβαλλομένη απόφαση αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα και ατομικά.

44      Συναφώς, το Πρωτοδικείο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει, κατ’ αρχάς, αν η προσβαλλομένη απόφαση αφορά τη Fineco ατομικά και άμεσα.

45      Κατά πάγια νομολογία, υποκείμενα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως μπορούν να ισχυρισθούν ότι τα αφορά ατομικά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη μιας αποφάσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939, και Sardegna Lines, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 34, σκέψη 32).

46      Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια επιχείρηση δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να προσβάλει μια απόφαση της Επιτροπής που απαγορεύει ένα τομεακό καθεστώς ενισχύσεων, αν η απόφαση αυτή αφορά την εν λόγω επιχείρηση μόνο λόγω του ότι η επιχείρηση δραστηριοποιείται στον οικείο τομέα και μπορεί να επωφεληθεί του εν λόγω καθεστώτος. Πράγματι, η απόφαση αυτή εμφανίζεται, από πλευράς της προσφεύγουσας επιχειρήσεως, ως μέτρο γενικού περιεχομένου που εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς μια γενικώς και αφηρημένως οριζόμενη κατηγορία προσώπων (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C‑298/00 P, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑4087, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

47      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζει την/τις δικαιούχο(-ους) επιχείρηση(-εις) της επίμαχης ενισχύσεως. Το άρθρο της 1 κηρύσσει ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που η Ιταλική Δημοκρατία έθεσε σε εφαρμογή υπό τη μορφή της παροχής φορολογικών κινήτρων υπέρ ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς μια γενικώς και αφηρημένως οριζόμενη κατηγορία προσώπων, κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας.

48      Ωστόσο, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με τις σκέψεις 34 και 35 της προαναφερθείσας στη σκέψη 34 αποφάσεως Sardegna Lines, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον η επίμαχη στην υπόθεση αυτή απόφαση δεν αφορούσε τη Sardegna Lines μόνον ως επιχείρηση του ναυτιλιακού κλάδου στη Σαρδηνία και δυνητική δικαιούχο του καθεστώτος ενισχύσεων προς τους υπευθύνους για την εκμετάλλευση πλοίων στη Σαρδηνία, αλλά και υπό την ιδιότητά της του πραγματικού δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε βάσει του καθεστώτος αυτού και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή, η εν λόγω απόφαση την αφορούσε ατομικά, οπότε η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ήταν παραδεκτή (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, T‑136/05, Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. ΙΙ-4063, σκέψη 69).

49      Συνεπώς, πρέπει να εξακριβωθεί αν η Fineco έχει την ιδιότητα του πραγματικού δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε στο πλαίσιο τομεακού καθεστώτος ενισχύσεων και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή.

50      Δεν αμφισβητείται ότι η Fineco είναι μια εταιρία διαχείρισης αποταμιευμάτων και ότι, υπό την ιδιότητα αυτή, διαχειρίζεται δύο αμοιβαία κεφαλαία που ειδικεύονται στις επενδύσεις σε μετοχές εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης, ήτοι της «Fineco AM Small Cap Italy» και της «Fineco Small Cap Europe», οι οποίες υπάγονται στο άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003. Υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των κεφαλαίων αυτών, η Fineco έχει υποχρέωση καταβολής του προβλεπομένου από την εν λόγω διάταξη φόρου υποκαταστάσεως, οπότε επωφελείται του επίμαχου μέτρου, του οποίου απαιτήθηκε η ανάκτηση. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή αναγνώρισε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι η Fineco έχει ήδη εφαρμόσει το επίμαχο μέτρο και ότι, κατ’ αρχήν, η διαταγή περί ανακτήσεως αφορά και τη Fineco.

51      Επομένως, η Fineco είναι ο πραγματικός δικαιούχος ατομικών ενισχύσεων των οποίων ζητήθηκε η επιστροφή. Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά ατομικά.

52      Όσον αφορά το κατά πόσον η προσβαλλομένη απόφαση αφορά τη Fineco άμεσα, κατά το μέτρο που το άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως υποχρεώνει την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της ίδιας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή αφορά τη Fineco άμεσα (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις Sardegna Lines, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 34, σκέψη 36, και Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 48, σκέψη 75).

53      Εν προκειμένω, πράγματι πληρούνται τα δύο κριτήρια τα οποία, κατά τη νομολογία, καθορίζουν αν ένα μέτρο αφορά άμεσα τον ενδιαφερόμενο και τα οποία είναι, πρώτον, η επίμαχη πράξη να παράγει ευθέως αποτελέσματα επί της έννομης καταστάσεως του ιδιώτη και, δεύτερον, η εν λόγω πράξη να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες της που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της (απόφαση Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 48, σκέψη 76).

54      Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Fineco πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

55      Κατά πάγια νομολογία, μια ένωση επιφορτισμένη με την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων επιχειρήσεων μπορεί, κατά κανόνα, να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατά τελικής αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων μόνον εφόσον οι εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν να ασκήσουν παραδεκτώς οι ίδιες ατομικά προσφυγή ή εφόσον μπορεί να επικαλεσθεί ίδιο συμφέρον για την άσκηση της προσφυγής, ιδίως διότι η θέση της ως διαπραγματευτή έχει θιγεί από την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, T‑55/99, CETM κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3207, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

56      Κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας αυτής, δεδομένου ότι η Assogestioni έχει επιφορτισθεί με την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων των μελών της και ότι τουλάχιστον ένα από αυτά, ήτοι η Fineco, μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφυγή της Assogestioni είναι επίσης παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

  1. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση των διατάξεων του άρθρου 253 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 88 ΕΚ, λόγω αντιφατικότητας ή ανεπάρκειας της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

57      Με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προβάλλουν, κατ’ ουσίαν, ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατική ή ανεπαρκής όσον αφορά την ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος.

58      Πρώτον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως έρχεται σε αντίφαση με την επιχειρηματολογία που εκτίθεται στην απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως (στο εξής: απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας). Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε ένα άμεσο πλεονέκτημα ως προς τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς, το οποίο συνίσταται σε μείωση φόρου. Πάντως, με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή, αφού επιβεβαίωσε την αρχική θέση της, προέβαλε ένα νέο επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο το επίμαχο μέτρο έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ενός εμμέσου πλεονεκτήματος στους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς, το οποίο συνίσταται σε υψηλότερη ρευστότητα και σε υψηλότερες προμήθειες.

59      Δεύτερον, η Επιτροπή, αφού υποστήριξε, με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας και με την αιτιολογική σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίμαχο μέτρο έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ενός εμμέσου πλεονεκτήματος στους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς, υπέπεσε σε αντίφαση ευθύς αμέσως στην αιτιολογική σκέψη 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία οι δικαιούχοι της ενισχύσεως δεν είναι πλέον οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί, αλλά οι ΕΕΜΚ και οι ΕΔΑΚ. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή, ουδόλως θα ήταν σκόπιμο το να αποδειχθεί αν οι ΕΕΜΚ και οι επενδυτικοί οργανισμοί, οι οποίοι δεν έχουν τη μορφή εταιρίας, αποτελούν επιχειρήσεις. Ωστόσο, κατά απολύτως ανακόλουθο τρόπο, η Επιτροπή, με την αιτιολογική σκέψη 38 της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπενθυμίζει ότι ακόμη και οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί, οι οποίοι δεν έχουν τη μορφή εταιρίας, αποτελούν επιχειρήσεις. Στην αιτιολογική σκέψη 45 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει, επίσης, ότι οι εν λόγω επενδυτικοί οργανισμοί ανταγωνίζονται άλλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Έτσι, η Επιτροπή εισάγει ένα στοιχείο συγχύσεως μεταξύ οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και εταιριών διαχείρισης αποταμιευμάτων.

60      Η σύγχυση αυτή απαντά και στο υπόμνημα αντικρούσεως με το οποίο, και συγκεκριμένα με το σημείο 149 αυτού, η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως επιχειρήσεις τους συσταθέντες αμιγώς συμβατικώς επενδυτικούς οργανισμούς, αφού υποστήριξε, με το σημείο 130 του ιδίου υπομνήματος, ότι ουδέποτε χαρακτήρισε ως επιχειρήσεις τα κεφάλαια που στερούνται νομικής προσωπικότητας.

61      Τρίτον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμον την ύπαρξη ενός οικονομικού πλεονεκτήματος ως προς τις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης, ακόμη και όταν, με την αιτιολογική σκέψη 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως, περιέγραψε αυτό το υποθετικής φύσεως πλεονέκτημα ως συνιστάμενο σε «αύξηση της ζήτησης των μετοχών τους και σε αύξηση της ρευστότητάς τους».

62      Κατά τις προσφεύγουσες, τα στοιχεία αυτά καθιστούν την προσβαλλομένη απόφαση αντιφατική και δεν παρέχουν τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου.

63      Με το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες αποβλέπουν στο να αποδειχθεί ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει αντιφάσεις και είναι ανεπαρκής επίσης όσον αφορά την ύπαρξη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού δυναμένης να θίξει τις ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές.

64      Κατά τις προσφεύγουσες, η μνεία του γεγονότος ότι οι δικαιούχοι εταιρίες μπορούν να δραστηριοποιούνται σε διεθνείς αγορές και να ασκούν εμπορικές και άλλες οικονομικές δραστηριότητες σε αγορές που χαρακτηρίζονται από έντονο ανταγωνισμό συνιστά απλώς και μόνο μια κατ’ επίφαση αιτιολογία. Η Επιτροπή παρέλειψε να εξηγήσει για ποιον λόγο το έμμεσο οικονομικό πλεονέκτημα που χορηγήθηκε στις δικαιούχους εταιρίες είναι ικανό να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για ασήμαντα ποσά των οποίων επωφελείται μεγάλος αριθμός εταιριών.

65      Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

66      Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ και ο αντλούμενος από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως είναι χωριστοί λόγοι. Συγκεκριμένα, ενώ ο πρώτος, ο οποίος αφορά την ελλιπή ή ανεπαρκή αιτιολογία, εμπίπτει στην παράβαση ουσιώδους τύπου, υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, και αποτελεί λόγο ακυρώσεως δημοσίας τάξεως τον οποίο ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ο δεύτερος λόγος, ο οποίος αφορά το νόμω βάσιμο μιας αποφάσεως, εμπίπτει στην παράβαση κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της Συνθήκης, υπό την έννοια του ίδιου άρθρου 230 ΕΚ, και ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να τον εξετάσει μόνον εφόσον προβλήθηκε από τον προσφεύγοντα. Συνεπώς, η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί διαφορετικό ζήτημα από εκείνο του βασίμου της αιτιολογίας (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψη 67, της 22ας Μαρτίου 2001, C-17/99, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-2481, σκέψη 35, και της 29ης Απριλίου 2004, C-159/01, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑4461, σκέψη 65· απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Ιανουαρίου 2004, T‑158/99, Thermenhotel Stoiser Franz κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑1, σκέψη 97).

67      Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλομένη πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει θέση για όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν ενώπιόν της οι ενδιαφερόμενοι, αλλά αρκεί να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία στο πλαίσιο της οικονομίας της αποφάσεως (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑198/01, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑2717, σκέψεις 59 και 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

68      Εξάλλου, στην περίπτωση που υπάρχει καθεστώς ενισχύσεων, η Επιτροπή μπορεί να περιορισθεί στη μελέτη των γενικών χαρακτηριστικών του σχετικού καθεστώτος, χωρίς να υποχρεούται να εξετάσει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής του (αποφάσεις του Δικαστηρίου Sardegna Lines, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 34, σκέψη 51, και της 29ης Απριλίου 2004, C‑278/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑3997, σκέψη 24), προκειμένου να εξακριβώσει αν το καθεστώς αυτό περιέχει στοιχεία ενισχύσεως.

69      Με γνώμονα αυτές τις αρχές πρέπει να εξετασθεί αν η προσβαλλομένη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη υπό το πρίσμα των διαφόρων πτυχών των οποίων έγινε επίκληση.

–       Επί του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά την αιτιολογία της υπάρξεως επιλεκτικού πλεονεκτήματος

70      Όπως προκύπτει από την παράθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στις σκέψεις 15 έως 22 ανωτέρω, η Επιτροπή εκθέτει, κατά την περιγραφή του επίμαχου μέτρου, ότι οι επενδυτικοί οργανισμοί δύνανται να προσλάβουν τη μορφή είτε ενός συσταθέντος συμβατικώς αμοιβαίου κεφαλαίου χωρίς νομική προσωπικότητα, που το διαχειρίζεται μια ΕΔΑΚ, είτε ενός αμοιβαίου κεφαλαίου υπό εταιρική μορφή (παραδείγματος χάρη, ΕΕΜΚ), είτε ενός συνταξιοδοτικού ταμείου (αιτιολογική σκέψη 13).

71      Η Επιτροπή, αναθεωρώντας τους λόγους που δικαιολόγησαν την κίνηση της διαδικασίας, διευκρινίζει, με την αιτιολογική σκέψη 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, διατυπώνοντας αμφιβολίες σχετικά με την πιθανή ύπαρξη ενισχύσεως υπέρ των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών, θεώρησε τους τελευταίους ως «επιχειρήσεις» κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, αφού οι εν λόγω οργανισμοί είτε έχουν τη μορφή εταιρίας και συνιστούν αφ’ εαυτών επιχειρηματικές οντότητες είτε συνίστανται σε χωριστά περιουσιακά σύνολα που τα διαχειρίζονται επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν στο πλαίσιο του ανταγωνισμού εντός των αγορών των επενδύσεων.

72      Με την αιτιολογική σκέψη 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εκθέτει την εκτίμησή της σχετικά με την ενίσχυση, τονίζοντας ότι η μείωση του φόρου υπέρ των επενδυτών συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ τόσο των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών όσο και των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν αυτοί οι οργανισμοί.

73      Σύμφωνα με τη διάκριση αυτή, η Επιτροπή κατανέμει, εν συνεχεία, σε τμήματα την εξέτασή της αφιερώνοντας τις αιτιολογικές σκέψεις 36 έως 41 της προσβαλλομένης αποφάσεως στο επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών και τις αιτιολογικές σκέψεις 42 και 43 στο επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ των εν λόγω εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης.

74      Όσον αφορά τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς, η Επιτροπή υπενθυμίζει, με την αιτιολογική σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επενδυτικοί οργανισμοί είναι επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ και κατά συνέπεια μπορούν να τύχουν της μειώσεως φόρου την οποία προβλέπει το άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, ναι μεν οι επενδυτικοί οργανισμοί δεν τυγχάνουν άμεσα της μειώσεως φόρου που χορηγείται στους προεγγραφομένους για την αγορά μεριδίων τους, πλην όμως αυτοί αντλούν ένα έμμεσο οικονομικό όφελος, δεδομένου ότι το επίμαχο μέτρο παρακινεί τους προεγγραφομένους να αποκτήσουν τα μερίδια αυτών των ειδικευμένων οργανισμών, παρέχοντας σ’ αυτούς ρευστότητα και επιπλέον έσοδα υπό τη μορφή προμηθειών διαχείρισης και συμμετοχής.

75      Με την αιτιολογική σκέψη 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την παρατήρηση των ιταλικών αρχών ότι οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί επί των οποίων εφαρμόζεται ο μειωμένος φόρος σύμφωνα με το άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003 συνίστανται απλώς και μόνο σε περιουσιακά σύνολα και κατά συνέπεια δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να θεωρηθούν ως επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ. Ωστόσο, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτοί οι επενδυτικοί οργανισμοί έχουν τη μορφή εταιριών και μπορούν να τύχουν ατομικώς πλεονεκτημάτων. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επίσης, ότι άλλους επενδυτικούς οργανισμούς, που δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα, τους διαχειρίζονται επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται άλλους επιχειρηματίες, οι οποίοι διαχειρίζονται αποταμιεύματα, και ότι, κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να τύχουν πλεονεκτημάτων.

76      Η Επιτροπή υποστηρίζει στη συνέχεια, με την αιτιολογική σκέψη 38 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι θεωρεί ότι οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί, είτε έχουν εταιρική μορφή είτε όχι, ασκούν οικονομική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Η Επιτροπή φρονεί ότι τούτο επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα του φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ), από την οποία προκύπτει ότι οι συναλλαγές των ΕΕΜΚ που συνίστανται σε συλλογικές επενδύσεις σε κινητές αξίες αντιπροσωπεύουν μια οικονομική δραστηριότητα που ασκείται από υποκειμένους στον φόρο κατά την έννοια των σχετικών περί ΦΠΑ οδηγιών.

77      Με την αιτιολογική σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή συνάγει από τα προεκτεθέντα ότι ένα φορολογικό πλεονέκτημα που χορηγείται στους επενδυτές που επενδύουν σε ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς ευνοεί τους οργανισμούς αυτούς ως επιχειρήσεις, όταν αυτοί έχουν εταιρική μορφή, ή τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τέτοιους οργανισμούς, όταν αυτοί έχουν συσταθεί συμβατικώς.

78      Με την αιτιολογική σκέψη 40 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εκθέτει ότι η προϋπόθεση του επιλεκτικού χαρακτήρα πληρούται καθόσον το επίμαχο μέτρο προβλέπει μια έκτακτη μείωση φόρου, η οποία αφορά περιοριστικώς τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς και τις εταιρίες διαχειρίσεώς τους. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατά τη νομολογία, το γεγονός ότι το πλεονέκτημα είναι μόνον έμμεσο δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως.

79      Τέλος, η Επιτροπή καταλήγει, με την αιτιολογική σκέψη 41 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίμαχο μέτρο χορηγεί το προαναφερθέν έμμεσο ειδικό πλεονέκτημα στους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς και στις εταιρίες διαχειρίσεώς τους εις βάρος άλλων επιχειρήσεων που προσφέρουν εναλλακτικές μορφές επενδύσεων.

80      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αιτιολογία αφορώσα την ύπαρξη επιλεκτικού εμμέσου πλεονεκτήματος που χορηγείται στους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς. Διευκρινίζει για ποιό λόγο, αν και υφίστανται διαφορές ως προς τις λεπτομέρειες εφαρμογής ανάλογα με τη νομική μορφή τους, οι διάφοροι ενδιαφερόμενοι επενδυτικοί οργανισμοί μπορούν να θεωρηθούν ότι ασκούν οικονομική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, να χαρακτηρισθούν ως επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ. Η δικαιούχος του πλεονεκτήματος επιχείρηση είναι είτε αυτός καθαυτός ο επενδυτικός οργανισμός, όταν αυτός έχει εταιρική μορφή, είτε η επιχείρηση που διαχειρίζεται τον εν λόγω επενδυτικό οργανισμό, όταν έχει συσταθεί συμβατικώς.

81      Ωστόσο, οι προσφεύγουσες επικαλούνται διάφορες αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.

82      Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι αντίφαση στην αιτιολογία αποφάσεως συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 253 ΕΚ, ικανή να θίξει το κύρος της σχετικής πράξεως, αν αποδειχθεί ότι, λόγω της αντιφάσεως αυτής, ο αποδέκτης της πράξεως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, εν όλω ή εν μέρει, την πραγματική αιτιολογία της αποφάσεως και ότι, ως εκ τούτου, το διατακτικό της πράξεως στερείται, εν όλω ή εν μέρει, παντός νομικού ερείσματος (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Μαρτίου 2000, T‑65/96, Kish Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑1885, σκέψη 85).

83      Πρώτον, όσον αφορά την προβαλλομένη αντίφαση μεταξύ της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκείνης της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας, διαπιστώνεται ότι μια απόκλιση μεταξύ των δύο αποφάσεων, έστω και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν μπορεί να σημαίνει ότι οι προσφεύγουσες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την εν λόγω απόφαση.

84      Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας ανακεφαλαιώνει τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, περιλαμβάνει μια προκαταρκτική εκτίμηση της Επιτροπής και εκθέτει τους λόγους που δίδουν λαβή για την ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συμβατότητα του μέτρου προς την κοινή αγορά. Η επίσημη διαδικασία εξετάσεως παρέχει τη δυνατότητα να γίνει εμπεριστατωμένη εξέταση των ζητημάτων που τέθηκαν με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας και να αποσαφηνισθούν τα εν λόγω ζητήματα. Από το άρθρο 7 του κανονισμού 659/1999 προκύπτει ότι, μετά την περάτωση της διαδικασίας αυτής, η εκ μέρους της Επιτροπής ανάλυση ενδέχεται να έχει μεταβληθεί, εφόσον αυτή μπορεί να αποφασίσει, εν τέλει, ότι το μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση ή ότι διαλύθηκαν οι αμφιβολίες ως προς την ασυμβατότητα του εν λόγω μέτρου προς την κοινή αγορά. Συνεπώς, η τελική απόφαση μπορεί να εμφανίζει ορισμένες αποκλίσεις έναντι της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας, χωρίς ωστόσο οι αποκλίσεις αυτές να καθιστούν ελαττωματική την τελική απόφαση.

85      Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αντίφαση μπορεί, εν προκειμένω, να επισημανθεί μεταξύ της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας και της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε όσον αφορά το σχετικό πλεονέκτημα ούτε όσον αφορά τους ενδιαφερομένους οργανισμούς.

86      Συγκεκριμένα, όσον αφορά το έμμεσο πλεονέκτημα που χορηγείται στους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς με το επίμαχο μέτρο, η Επιτροπή είχε θεωρήσει, από της εκδόσεως της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας, ότι το πλεονέκτημα αυτό μπορούσε να έγκειται στο ότι, αυξάνοντας τα έσοδά τους μετά τους φόρους, ευνοούσε την εκ μέρους των επενδυτών ζήτηση για τις μετοχές των οργανισμών αυτών. Πάντως, η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να κριθεί αντιφατική προς εκείνη που περιέχεται στην αιτιολογική σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί αντλούν έμμεσο πλεονέκτημα από το επίμαχο μέτρο, «δεδομένου ότι η μείωση φόρου επί των επενδύσεων σε ειδικευμένους οργανισμούς παρακινεί τους προεγγραφομένους να αποκτήσουν τα μερίδια αυτών των ειδικευμένων οργανισμών, παρέχοντας σ’ αυτούς ρευστότητα και συμπληρωματικά έσοδα υπό τη μορφή προμηθειών διαχείρισης και συμμετοχής». Εξάλλου, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν επανέλαβε, με την προσβαλλομένη απόφαση, την αιτίαση που αφορούσε τη χορήγηση αμέσου πλεονεκτήματος στους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς, το οποίο συνίστατο στη μείωση φόρου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίφαση.

87      Όσον αφορά τους ενδιαφερομένους επενδυτικούς οργανισμούς, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, επίσης εσφαλμένως, ότι οι ενδιαφερόμενοι δικαιούχοι δεν είναι πλέον οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί, αλλά οι επενδυτικοί οργανισμοί που έχουν τη μορφή εταιρίας και, όταν οι οργανισμοί αυτοί έχουν τη μορφή αμοιβαίων κεφαλαίων, ενδιαφερόμενοι δικαιούχοι είναι οι εταιρίες που τα διαχειρίζονται.

88      Συγκεκριμένα, αφενός, οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί εξακολουθούν να θεωρούνται, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, ως δικαιούχοι του επίμαχου μέτρου, έστω και αν αυτή διευκρινίζει ότι οι εν λόγω επενδυτικοί οργανισμοί είναι δικαιούχοι υπό την ιδιότητά τους ως επιχειρήσεων, όταν αυτοί έχουν εταιρική μορφή, ή μέσω των εταιριών που διαχειρίζονται τους εν λόγω οργανισμούς, όταν αυτοί έχουν συσταθεί συμβατικώς (αιτιολογική σκέψη 39).

89      Αφετέρου, με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή είχε ήδη επισημάνει ότι οι μειώσεις φόρου που ισχύουν για τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς μπορούσαν να ευνοήσουν και τις εταιρίες που διαχειρίζονται τέτοια επενδυτικά κεφάλαια, οι οποίες επίσης αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

90      Δεύτερον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι υφίστανται διάφορες ανακρίβειες και αντιφάσεις σ’ αυτή καθαυτή την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.

91      Όσον αφορά, πρώτον, τους δικαιούχους του επίμαχου μέτρου και την ιδιότητά τους ως επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, από την αιτιολογική σκέψη 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι το επίμαχο μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών και των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν αυτοί οι οργανισμοί.

92      Όσον αφορά τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 13 και 37 προκύπτει ότι οι εν λόγω οργανισμοί μπορούν να προσλάβουν διάφορες μορφές, ήτοι, κατ’ ουσίαν, καθόσον έχει ενδιαφέρον εν προκειμένω, τη μορφή ενός συσταθέντος συμβατικώς αμοιβαίου κεφαλαίου χωρίς νομική προσωπικότητα, που το διαχειρίζεται μια ΕΔΑΚ, ή εκείνη ενός αμοιβαίου κεφαλαίου υπό εταιρική μορφή, όπως είναι, παραδείγματος χάρη, οι ΕΕΜΚ.

93      Επομένως, η Επιτροπή ευλόγως υποστηρίζει, με την αιτιολογική σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίμαχο μέτρο ευνοεί τους επενδυτικούς οργανισμούς υπό την ιδιότητά τους ως επιχειρήσεων, όταν αυτοί έχουν εταιρική μορφή, ή τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τέτοιους οργανισμούς, όταν αυτοί έχουν συσταθεί συμβατικώς. Η Επιτροπή ολοκληρώνει με συνέπεια την εκ μέρους της εξέταση των επενδυτικών οργανισμών υπό τις διάφορες μορφές τους επαναλαμβάνοντας, με την αιτιολογική σκέψη 41 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίμαχο πλεονέκτημα παρέχεται τόσο στους επενδυτικούς οργανισμούς όσο και στις εταιρίες διαχειρίσεώς τους.

94      Κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες, υπό την ιδιότητα, η μεν πρώτη, της εταιρίας διαχειρίσεως δύο κεφαλαίων τα οποία αφορά το επίμαχο μέτρο, η δε δεύτερη, υπό την ιδιότητα της ενώσεως που εκπροσωπεί τέτοιες εταιρίες διαχειρίσεως, ήσαν σε θέση να γνωρίζουν την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και να αντιληφθούν κατά ποιον τρόπο τις αφορούσε η απόφαση.

95      Το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω από την προβαλλομένη αντίφαση που φέρεται να περιέχει η αιτιολογική σκέψη 38 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

96      Συγκεκριμένα, μέσω της παραπομπής, την οποία περιέχει η ως άνω αιτιολογική σκέψη, στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη φορολογική μεταχείριση των ΕΕΜΚ, η αιτιολογική αυτή σκέψη εντάσσεται προδήλως στο πλαίσιο της αποδείξεως του ότι οι ΕΕΜΚ έχουν την ιδιότητα της επιχειρήσεως. Πάντως, ναι μεν η εν λόγω απόδειξη θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση, από ορισμένες απόψεις, ότι είναι δεκτική αμφισβητήσεων ή αμφίσημη, πλην όμως, αφενός, αυτή δεν αφορά τις προσφεύγουσες καθόσον σχετίζεται με τις ΕΕΜΚ και, αφετέρου και προπάντων, η ως άνω αιτιολογική σκέψη πρέπει να επανενταχθεί στο πλαίσιό της και να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του συνόλου της προσβαλλομένης αποφάσεως και του διατακτικού της, του οποίου αυτή δεν αποτελεί, από μόνη της, ουσιώδες έρεισμα. Επομένως, η ως άνω αιτιολογική σκέψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει υπό αμφισβήτηση την αντίληψη την οποία μπορούσαν να διαμορφώσουν οι προσφεύγουσες, καθόσον τις αφορά, και η οποία συνάγεται από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αυτή προκύπτει, ιδίως, από τις αιτιολογικές σκέψεις 13, 29, 36, 37, 39 και 41 αυτής.

97      Όσον αφορά, δεύτερον, την έλλειψη αιτιολογίας ως προς το επιλεκτικό πλεονέκτημα που χορηγήθηκε στις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή αφιερώνει στο ζήτημα αυτό τις αιτιολογικές σκέψεις 42 και 43 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

98      Με την αιτιολογική σκέψη 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εκθέτει ότι το πλεονέκτημα για τις εταιρίες αυτές απορρέει από την αύξηση της ζήτησης για τις μετοχές τους και από την αύξηση της ρευστότητάς τους. Η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα ότι οι εν λόγω εταιρίες δεν αποκομίζουν κανένα πλεονέκτημα καθόσον τα κεφάλαια και οι επενδυτές επιδιώκουν προπάντων τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή φρονεί ότι μια ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση καθιστά ελκυστικότερη την επένδυση, παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μεγαλύτερη ρευστότητα στις εν λόγω εταιρίες, έστω και ελλείψει ενεργού συμπεριφοράς, εκ μέρους των εν λόγω εταιριών, αποσκοπούσας στο να αποκομίσουν οι εταιρίες αυτές ένα τέτοιο πλεονέκτημα.

99      Με την αιτιολογική σκέψη 43 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αντικρούει, εν συνεχεία, το επιχείρημα ότι το επίμαχο μέτρο συνιστά μέτρο γενικής φορολογικής πολιτικής προοριζόμενο να ευνοήσει την κεφαλαιοποίηση των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

100    Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αιτιολόγησε σαφώς, με την προσβαλλομένη απόφαση, την ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος υπέρ των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί. Κατά τα λοιπά, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν, συναφώς, το βάσιμο της παρασχεθείσας αιτιολογίας, το οποίο δεν μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας, σύμφωνα με τη νομολογία που προπαρατέθηκε στη σκέψη 66.

101    Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του δευτέρου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού δυναμένης να επηρεάσει τις ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές

102    Πρέπει να υπομνηστεί ότι, ναι μεν η Επιτροπή υποχρεούται να περιγράφει, στο σκεπτικό της αποφάσεώς της, τουλάχιστον τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε μια ενίσχυση, αν βάσει της περιγραφής αυτής καταδεικνύεται ότι η ενίσχυση είναι ικανή να επηρεάσει τις μεταξύ κρατών μελών εμπορικές συναλλαγές, δεν υποχρεούται όμως και να αποδεικνύει την πραγματική επίδραση των ήδη χορηγηθεισών ενισχύσεων. Πράγματι, αν το τελευταίο ίσχυε, μια τέτοια υποχρέωση θα κατέληγε να ευνοεί τα κράτη μέλη τα οποία καταβάλλουν παράνομες ενισχύσεις εις βάρος των κρατών μελών που κοινοποιούν τις ενισχύσεις κατά το στάδιο του σχεδιασμού τους (απόφαση Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 67, σκέψη 215).

103    Βάσει αυτής της νομολογίας, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή παρέβη, εν προκειμένω, την υποχρέωσή της να αιτιολογήσει επαρκώς την προσβαλλομένη απόφαση.

104    Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αφιερώνει τρεις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως στην εξέταση των αποτελεσμάτων του επίμαχου μέτρου επί του ανταγωνισμού, αφενός, διευκρινίζοντας με ποιον τρόπο, κατά τη γνώμη της, ότι το επίμαχο μέτρο νοθεύει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει τις ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές και, αφετέρου, απαντώντας σε ορισμένες επικρίσεις που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

105    Έτσι, με την αιτιολογική σκέψη 45 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εκθέτει ότι το επίμαχο μέτρο μπορεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων και να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, δεδομένου ότι «οι δικαιούχοι επιχειρήσεις μπορούν να δραστηριοποιούνται σε διεθνείς αγορές και να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες και άλλες οικονομικές δραστηριότητες σε αγορές που χαρακτηρίζονται από έντονο ανταγωνισμό». Προσθέτει ότι οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί «ανταγωνίζονται άλλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και δραστηριοποιούνται σε μια ανοικτή αγορά που χαρακτηρίζεται από σημαντικές ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές» και ότι ορισμένες εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης δραστηριοποιούνται σε τομείς στους οποίους υπάρχουν εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

106    Με την αιτιολογική σκέψη 46, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα που αντλείται από το περιορισμένο φορολογικό κόστος και από τον περιορισμένο αριθμό των ειδικευμένων οργανισμών που λειτουργούσαν το 2004, έτος το οποίο αφορά η διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή όσον αφορά το επίμαχο μέτρο. Προς τούτο, η Επιτροπή υπενθυμίζει, πρώτον, την πάγια νομολογία ότι ακόμη και μια ενίσχυση μικρού ύψους επηρεάζει τον ανταγωνισμό. Υπενθυμίζει, δεύτερον, ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν αποκλείει ότι το επίμαχο μέτρο μπορεί στο μέλλον να έχει πολύ σημαντικότερο οικονομικό αντίκτυπο. Προσθέτει ότι ο περιορισμένος αντίκτυπος του επίμαχου μέτρου μπορεί, επίσης, να εξηγηθεί από την επίδραση που είχε επί της συμπεριφοράς των επιχειρηματιών το ότι η Επιτροπή ενήργησε ταχύτατα όσον αφορά το σχετικό θέμα. Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Ιταλική Δημοκρατία δεν παρέχουν τη δυνατότητα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα πλεονεκτήματα που αντλούν οι επιμέρους δικαιούχοι από το επίμαχο μέτρο εξακολουθούν να εμπίπτουν εντός των ορίων των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.

107    Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα, με την αιτιολογική σκέψη 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίμαχο μέτρο «επηρεάζει (μέσω της φορολογικής μεταχειρίσεως των επενδυτών) τη θέση, από απόψεως ανταγωνισμού, ορισμένων επιχειρήσεων που ασκούν εμπορικές δραστηριότητες και, στο μέτρο που αυτές δραστηριοποιούνται σε αγορές ανοικτές στον διεθνή ανταγωνισμό, νοθεύει τον ανταγωνισμό».

108    Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως παρέχει τη δυνατότητα στις προσφεύγουσες και στον κοινοτικό δικαστή να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε ότι εν προκειμένω πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ που αφορούν την επίπτωση επί των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

109    Οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν εξέτασε κατά ακριβέστερο τρόπο τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της επίδικης ενισχύσεως επί των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών και επί του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, δεν εναπέκειτο στην Επιτροπή να προβεί σε οικονομική ανάλυση της πραγματικής καταστάσεως της οικείας αγοράς, του μεριδίου αγοράς των επιχειρήσεων που ήσαν δικαιούχοι των ενισχύσεων, της θέσεως των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων και των σχετικών με τις εν λόγω υπηρεσίες εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών, εφόσον είχε διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους οι επίδικες ενισχύσεις νόθευσαν τον ανταγωνισμό και επηρέασαν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Εφόσον επρόκειτο για ενίσχυση που δεν είχε κοινοποιηθεί, η Επιτροπή δεν όφειλε να αποδείξει τα πραγματικά αποτελέσματα της ενισχύσεως αυτής (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση CETM κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 55, σκέψεις 102 και 103).

110    Επομένως είναι αβάσιμο, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την επίπτωση του επίμαχου μέτρου επί του ανταγωνισμού και επί των ενδοκοινοτικών εμπορικών συναλλαγών.

111    Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

  1. Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον το μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση

Επιχειρήματα των διαδίκων

112    Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το επίμαχο μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, αλλά φορολογικό μέτρο γενικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι επωφελούνται του μέτρου αυτού όλοι οι προεγγραφόμενοι για αγορά μεριδίων των επενδυτικών οργανισμών.

113    Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, πρώτον, ότι επωφελούνται άμεσα της μείωσης φόρου, η οποία προκύπτει από το επίμαχο μέτρο, οι κάτοχοι μεριδίων των επενδυτικών οργανισμών. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση των αλλοδαπών επενδυτικών οργανισμών, το μέτρο αυτό συνίσταται στην άμεση μείωση από 12,5 σε 5 % του συντελεστή παρακράτησης επί των εσόδων των προεγγραφομένων για αγορά μεριδίων των εν λόγω επενδυτικών οργανισμών, ενώ στην περίπτωση των ιταλικών επενδυτικών οργανισμών το ίδιο μέτρο, το οποίο συνεπάγεται μείωση του φόρου υποκαταστάσεως που επιβάλλεται στους εν λόγω επενδυτικούς οργανισμούς, έχει ως άμεση συνέπεια την αύξηση των ποσών που οι προεγγραφόμενοι μπορούν να λάβουν κατά το χρονικό σημείο των περιοδικών διανομών εσόδων ή κατά το χρονικό σημείο επιστροφής ή εξαγοράς των μεριδίων. Επιπλέον, από την αύξηση του κεφαλαίου των επενδυτικών οργανισμών επωφελούνται μόνον οι προεγγραφόμενοι για αγορά μεριδίων τους και όχι οι εταιρίες διαχειρίσεως. Στην περίπτωση των ΕΕΜΚ, οι προσφεύγουσες αναφέρουν ότι δεν είναι δυνατό να υπάρξει αύξηση των εισπραττομένων προμηθειών διαχειρίσεως, εφόσον οι ΕΕΜΚ αναθέτουν σε άλλες επιχειρήσεις τη διαχείριση της περιουσίας τους. Όσον αφορά τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς των οποίων η έδρα βρίσκεται εκτός Ιταλίας, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι οι προμήθειες διαχειρίσεως είναι ανάλογες προς το ακαθάριστο αποτέλεσμα διαχειρίσεως, χωρίς να εκπέσει ο φόρος υποκαταστάσεως, δεδομένου ότι αυτοί οι επενδυτικοί οργανισμοί δεν υπόκεινται στον φόρο υποκαταστάσεως επί του αποτελέσματος διαχειρίσεως.

114    Οι προσφεύγουσες παρατηρούν, δεύτερον, ότι οι εν λόγω προεγγραφόμενοι για αγορά μεριδίων είναι κατά κανόνα ιδιώτες και όχι επιχειρήσεις, οπότε η προσβαλλομένη απόφαση κακώς δέχθηκε ότι το επίμαχο μέτρο περιέχει κρατική ενίσχυση.

115    Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που προέβαλαν, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι κανένα επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα δεν προκύπτει από τη μείωση φόρου την οποία εισήγαγε το επίμαχο μέτρο όσον αφορά τις ΕΕΜΚ και τις ΕΔΑΚ.

116    Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, πρώτον, ότι η εν λόγω μείωση φόρου δεν μπορεί, αυτή καθαυτή, να διασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς θα λάβουν επιπλέον προμήθειες. Έστω και αν υποτεθεί ότι το επίμαχο μέτρο μπορεί να ενθαρρύνει την προεγγραφή για αγορά μεριδίων ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών, οι εταιρίες που διαχειρίζονται τους εν λόγω επενδυτικούς οργανισμούς δεν θα αντλούσαν, κατ’ ανάγκην, όφελος εξ αυτού. Συγκεκριμένα, η προεγγραφή για αγορά μεριδίων των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών θα μπορούσε να δώσει λαβή για τη μεταβίβαση μεριδίων των μη ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών. Όταν η ίδια ΕΔΑΚ διαχειρίζεται επενδυτικούς οργανισμούς, η αύξηση των εισπραττομένων προμηθειών για τη διαχείριση των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών αντισταθμίζεται από τη μείωση των εισπραττομένων προμηθειών για τη διαχείριση των μη ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών. Η ύπαρξη εμμέσου οικονομικού πλεονεκτήματος για τις οικείες εταιρίες ουδέποτε αποδείχθηκε.

117    Ως εκ περισσού, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, κατά την πρακτική της Επιτροπής, ευνοϊκά μέτρα για τους επενδυτικούς οργανισμούς και για τα επενδυτικά κεφάλαια δεν θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς ή αυτά τα επενδυτικά κεφάλαια. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι οι προμήθειες διαχειρίσεως αποτελούν δαπάνη για τις ΕΕΜΚ –και όχι κέρδος.

118    Οι προσφεύγουσες επικαλούνται, δεύτερον, την έλλειψη επιλεκτικού χαρακτήρα του υποθετικού πλεονεκτήματος που χορηγήθηκε στις ΕΕΜΚ και στις ΕΔΑΚ. Συγκεκριμένα, όλες οι ΕΔΑΚ μπορούν να τύχουν του πλεονεκτήματος που περιγράφει η Επιτροπή στην προσβαλλομένη απόφαση, εφόσον αυτές δύνανται θεμιτώς να συγκροτούν επενδυτικούς οργανισμούς που πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το επίμαχο μέτρο. Ομοίως, υφιστάμενα επενδυτικά κεφάλαια ή ΕΕΜΚ μπορούν να δραστηριοποιούνται ως ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί. Εν πάση περιπτώσει, ο επιλεκτικός χαρακτήρας του εν λόγω πλεονεκτήματος δεν μπορεί να προκύπτει από την αδυναμία των επιχειρήσεων, οι οποίες προσφεύγουν σε επενδυτικά μέσα άλλου είδους για τη συλλογή κεφαλαίων, να επωφεληθούν του επίμαχου μέτρου. Αυτή η προσέγγιση προσδίδει, κατά τις προσφεύγουσες, ανεπίτρεπτο περιεχόμενο στην έννοια του επιλεκτικού χαρακτήρα και επεκτείνει την έννοια της κρατικής ενισχύσεως ώστε αυτή να καλύπτει και τους μειωμένους φορολογικούς συντελεστές που τυγχάνουν εφαρμογής μόνον επί των εσόδων τους που προέρχονται από επενδυτικά μέσα ορισμένου τύπου.

119    Με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι οι επενδυτικοί οργανισμοί μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιχειρήσεις.

120    Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι τα αμοιβαία κεφάλαια συνίστανται απλώς και μόνο σε περιουσιακά σύνολα που στερούνται αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας. Επιπλέον, εφόσον η Επιτροπή δέχθηκε, με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, ότι τα αμοιβαία κεφάλαια δεν παράγουν αγαθά και δεν παρέχουν καμία υπηρεσία, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι τα εν λόγω κεφάλαια αποτελούν επιχειρήσεις. Επιπλέον, η οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις (ΕΕ L 157, σ. 38), αναφέρει ότι αποτελούν τόκους, και όχι επιχειρηματικά κέρδη, τα έσοδα που προέρχονται από πληρωμές που πραγματοποιούνται, στο πλαίσιο διανομής εσόδων, από τους επενδυτικούς οργανισμούς.

121    Με το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι το επίμαχο μέτρο έδωσε λαβή για τη χορήγηση επιλεκτικού οικονομικού πλεονεκτήματος στις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί.

122    Δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό το ότι ένα μέτρο που αφορά ένα ασήμαντο ποσό, της τάξεως των 600 000 ευρώ, του οποίου επωφελείται μεγάλος αριθμός εταιριών, που υπολογίζονται από τις προσφεύγουσες σε 6 900 εταιρίες, μπορεί να προκαλέσει αύξηση των επενδύσεων και συνακόλουθη αύξηση της ρευστότητας των εν λόγω εταιριών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε τα προβαλλόμενα αποτελέσματα.

123    Εν πάση περιπτώσει, ο σκοπός του επίμαχου μέτρου δεν συνίσταται στο να αυξηθεί η ρευστότητα των εταιριών μειωμένης κεφαλαιοποίησης, αλλά στο να παρακινηθούν οι επενδυτές να προσδώσουν ποικιλία στο χαρτοφυλάκιο επενδύσεών τους. Η Assogestioni αμφισβητεί ρητά ότι διατύπωσε τις απόψεις που της αποδίδει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες το επίμαχο μέτρο σκοπεί στην προώθηση της κεφαλαιοποίησης των εν λόγω εταιριών. Τέλος, οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι το επίμαχο μέτρο δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των δαπανών που σχετίζονται με επενδύσεις στις εν λόγω εταιρίες, οπότε δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το μέτρο αυτό έδωσε λαβή για την ύπαρξη επενδυτικής ενισχύσεως υπέρ των ΕΔΑΚ.

124    Έστω και αν υποτεθεί ότι το επίμαχο μέτρο παρέχει έμμεσο οικονομικό πλεονέκτημα στις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον επιλεκτικό χαρακτήρα ενός τέτοιου πλεονεκτήματος, κατά το μέτρο που η κατάσταση των εταιριών αυτών δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των άλλων εισηγμένων εταιριών. Έτσι, το υποθετικό πλεονέκτημα που χορηγείται στις εισηγμένες εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης δικαιολογείται από τον σκοπό που επιδιώκει το επίμαχο μέτρο.

125    Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

126    Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλαν, οι προσφεύγουσες διατυπώνουν επικρίσεις επί της ουσίας της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τον προσδιορισμό των δικαιούχων του επίμαχου μέτρου (πρώτο σκέλος), τη χορήγηση επιλεκτικού πλεονεκτήματος στις διάφορες κατηγορίες των φερομένων ως δικαιούχων (δεύτερο και τέταρτο σκέλος) και τον χαρακτηρισμό των διαφόρων επενδυτικών οργανισμών ως επιχειρήσεων (τρίτο σκέλος). Το πρώτο και το τρίτο σκέλος αυτού του λόγου ακυρώσεως πρέπει να εξετασθούν από κοινού.

–       Επί του προσδιορισμού των δικαιούχων του επίμαχου μέτρου και επί του χαρακτηρισμού τους ως επιχειρήσεων

127    Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 87 ΕΚ απαγορεύει τις ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους, χωρίς να διακρίνει ανάλογα με το αν τα σχετικά με τις ενισχύσεις πλεονεκτήματα χορηγούνται κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Έτσι, η νομολογία έχει δεχθεί ότι ένα πλεονέκτημα που χορηγείται απευθείας σε ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία δεν αποτελούν, κατ’ ανάγκην, επιχειρήσεις μπορεί να συνιστά έμμεσο πλεονέκτημα και, ως εκ τούτου, κρατική ενίσχυση για άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία αποτελούν επιχειρήσεις (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑6857, σκέψεις 22 έως 35, και της 13ης Ιουνίου 2002, C‑382/99, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑5163, σκέψεις 38 και 60 έως 66).

128    Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως, «η μείωση φόρου υπέρ των επενδυτών συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ […] των οργανισμών που είναι ειδικευμένοι στις επενδύσεις σε μετοχές εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης». Με την αιτιολογική σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι, «παρόλο που οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί δεν τυγχάνουν άμεσα της μείωσης φόρου που χορηγείται στους προεγγραφομένους για αγορά μεριδίων τους, παρόλα ταύτα αυτοί τυγχάνουν ενός έμμεσου οικονομικού οφέλους». Η Επιτροπή επαναλαμβάνει, με την αιτιολογική σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι θεωρεί ότι ένα οικονομικό πλεονέκτημα που χορηγείται στους επενδυτές που επενδύουν σε ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς ευνοεί αυτούς καθαυτούς τους εν λόγω οργανισμούς.

129    Εξάλλου, από την αιτιολογική σκέψη 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή φρονεί ότι το επίμαχο μέτρο αποφέρει ένα έμμεσο επιλεκτικό πλεονέκτημα στις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί, υπό τη μορφή αύξησης της ζήτησης για τις μετοχές τους και αύξησης της ρευστότητάς τους.

130    Επομένως, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι, χωρίς να αμφισβητείται ότι οι προεγγραφόμενοι για αγορά μεριδίων είναι οι άμεσοι δικαιούχοι του επίμαχου μέτρου, η Επιτροπή χαρακτήρισε το εν λόγω μέτρο ως κρατική ενίσχυση σε σχέση με τους έμμεσους δικαιούχους του μέτρου αυτού, οι οποίοι είναι, κατά τη γνώμη της, οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί και οι εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης.

131    Πάντως, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που προπαρατέθηκε στη σκέψη 127, το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ των προεγγραφομένων για αγορά μεριδίων των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών δεν εμποδίζει να προσδοθεί στο εν λόγω μέτρο ένας τέτοιος χαρακτηρισμός σε σχέση με επιχειρήσεις που αποτελούν έμμεσους μόνο δικαιούχους του μέτρου αυτού. Για να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη παρεμβάσεως, μέσω κρατικών πόρων, υπέρ μιας επιχειρήσεως, δεν είναι αναγκαίο η επιχείρηση αυτή να αποτελεί άμεσο δικαιούχο της παρεμβάσεως αυτής (απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Ιανουαρίου 2005, T‑93/02, Confédération nationale du Crédit mutuel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑143, σκέψη 95).

132    Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκ του ότι προέβη σε εκτίμηση του επίμαχου μέτρου σε σχέση με τους έμμεσους δικαιούχους του μέτρου αυτού.

133    Κατά συνέπεια, είναι αλυσιτελής η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών που αποσκοπεί στο να αποδειχθεί η ανυπαρξία κρατικής ενισχύσεως στο επίπεδο των άμεσων δικαιούχων του επίμαχου μέτρου. Συγκεκριμένα, οι προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ πρέπει να πληρούνται όχι σε επίπεδο άμεσων, αλλά σε επίπεδο έμμεσων δικαιούχων.

134    Στο πλαίσιο αυτό, προτού εξετασθεί το ζήτημα αν υφίσταται πλεονέκτημα υπέρ αυτών, πρέπει να εξακριβωθεί, όπως ζητούν οι προσφεύγουσες με το τρίτο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, αν η Επιτροπή ορθώς δέχθηκε να προσδοθεί ο χαρακτηρισμός της επιχειρήσεως στους διαφόρους ενδιαφερομένους έμμεσους δικαιούχους.

135    Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση διακρίνει μεταξύ δύο περιπτώσεων (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 13, 29, 37 και 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως και σκέψεις 75, 77, 92 και 93 ανωτέρω). Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ως άνω επενδυτικοί οργανισμοί προσλαμβάνουν τη μορφή εταιρίας και μπορούν να τυγχάνουν αυτοί καθαυτοί, ως επιχειρήσεις, του επίμαχου πλεονεκτήματος. Σε άλλες περιπτώσεις, οι εν λόγω οργανισμοί δεν έχουν νομική προσωπικότητα, αλλά τους διαχειρίζονται επιχειρήσεις που τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχειρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ. Επομένως, έστω και αν οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 12 του ΝΔ 269/2003 ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί συνίστανται, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, σε απλά περιουσιακά σύνολα που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, οι επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τους εν λόγω οργανισμούς επωφελούνται, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, εμμέσως του επίμαχου πλεονεκτήματος. Πάντως, δεν αμφισβητήθηκαν η ύπαρξη και ο χαρακτηρισμός των εταιριών αυτών οι οποίες διαχειρίζονται τα εν λόγω συμβατικώς συσταθέντα αμοιβαία κεφάλαια που στερούνται νομικής προσωπικότητας ως επιχειρήσεων. Επομένως, το επίμαχο μέτρο όντως ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

136    Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνηστεί, επ’ αυτού, ότι, εφόσον εν προκειμένω επίμαχο είναι ένα καθεστώς ενισχύσεων, η Επιτροπή μπορούσε να περιορισθεί στη μελέτη των γενικών χαρακτηριστικών του καθεστώτος αυτού, χωρίς να υποχρεούται να εξετάσει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής του (βλ. νομολογία που προπαρατέθηκε στη σκέψη 68). Το Δικαστήριο έκρινε επαρκές, προς τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ επί ενός καθεστώτος ενισχύσεων, το να ωφελεί το καθεστώς αυτό ορισμένες επιχειρήσεις, χωρίς η διαπίστωση αυτή να τίθεται εν αμφιβόλω από το γεγονός ότι το εν λόγω καθεστώς ωφελεί, επίσης, δικαιούχους που δεν αποτελούν επιχειρήσεις (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-66/02, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑10901, σκέψεις 91 και 92). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορούσε να αρκεσθεί στην απόδειξη ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επενδυτικοί οργανισμοί αποτελούν επιχειρήσεις (αιτιολογική σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

137    Επομένως, το πρώτο και το τρίτο σκέλος του ως άνω δευτέρου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμα.

–       Επί της υπάρξεως επιλεκτικού πλεονεκτήματος υπέρ των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών ή των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς

138    Πρέπει να υπομνηστεί ότι θεωρούνται, ιδίως, ως ενισχύσεις οι παρεμβάσεις οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, αμβλύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικά βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης και οι οποίες κατά συνέπεια, χωρίς να είναι επιδοτήσεις υπό τη στενή έννοια του όρου, είναι της ιδίας φύσεως και έχουν ταυτόσημα αποτελέσματα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1999, C‑75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑3671, σκέψη 23, και της 15ης Μαρτίου 1994, C‑387/92, Banco Exterior de España, Συλλογή 1994, σ. I‑877, σκέψη 13).

139    Από την αιτιολογική σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί τυγχάνουν ενός εμμέσου πλεονεκτήματος, δεδομένου ότι η μείωση φόρου επί των επενδύσεων σε ειδικευμένους οργανισμούς παρακινεί τους προεγγραφομένους για αγορά μεριδίων να αποκτήσουν τα μερίδια των εν λόγω επενδυτικών οργανισμών, παρέχοντάς τους ρευστότητα και επιπλέον έσοδα υπό τη μορφή προμηθειών διαχείρισης και συμμετοχής. Με την αιτιολογική σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι η αύξηση της ζήτησης μεριδίων των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών προκαλεί αύξηση των προμηθειών διαχείρισης και συμμετοχής τις οποίες εισπράττουν οι εν λόγω οργανισμοί ή οι επιχειρήσεις που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς.

140    Ωστόσο, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ύπαρξη ενός τέτοιου πλεονεκτήματος υπέρ των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών και των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς.

141    Όσον αφορά το επιχείρημα ότι μόνον η επιδεξιότητα των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς θα τους παρείχε τη δυνατότητα να αποκτήσουν επιπλέον προμήθειες, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως δέχθηκαν οι προσφεύγουσες, το επίμαχο μέτρο αποσκοπεί στο να παρακινήσει τους επενδυτές να προβούν σε προεγγραφή για αγορά μεριδίων των επενδυτικών οργανισμών αυτού του είδους. Πάντως, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι καταβάλλονται προμήθειες, κατ’ αναλογίαν προς τους σχετικούς όγκους, κατά την προεγγραφή για αγορά των μεριδίων ή/και για τη διαχείριση των κεφαλαίων, έστω και αν οι λεπτομέρειες εφαρμογής ενδέχεται να ποικίλλουν, η αύξηση των μεριδίων που αποτελούν αντικείμενο προεγγραφής για αγορά θα προκαλέσει, κατ’ ανάγκην, αύξηση των προμηθειών διαχείρισης και συμμετοχής τις οποίες εισπράττουν οι εν λόγω οργανισμοί ή οι επιχειρήσεις που διαχειρίζονται αυτούς τους οργανισμούς, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, το επιχείρημα των προσφευγουσών είναι αβάσιμο.

142    Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από συμψηφισμό μεταξύ της ενδεχόμενης αύξησης των προμηθειών που εισπράττονται για τη διαχείριση των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών και της μείωσης των προμηθειών που εισπράττονται για τη διαχείριση των μη ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών, πρέπει να παρατηρηθεί, αφενός, ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε, με την αιτιολογική σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τόσο στις προμήθειες διαχείρισης όσο και στις προμήθειες συμμετοχής. Πάντως, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών αφορά, εν πάση περιπτώσει, μόνον τις προμήθειες διαχείρισης. Αφετέρου, ναι μεν είναι σε ορισμένες περιπτώσεις δυνατός ο συμψηφισμός, τον οποίο επικαλέσθηκαν οι προσφεύγουσες, σε επίπεδο προμηθειών διαχείρισης, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο συμφηφισμός αυτός μπορεί να γίνει αυτομάτως, κατά τρόπον ώστε να εξαλείφεται, σε όλες τις περιπτώσεις, το πλεονέκτημα που χορηγήθηκε με το επίμαχο μέτρο.

143    Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι το πλεονέκτημα που χορηγήθηκε με το επίμαχο μέτρο μπορεί ενίοτε να εκμηδενίζεται δεν είναι αφ’ εαυτού ικανό να συνεπάγεται την απώλεια του χαρακτηρισμού του ως πλεονεκτήματος υπό το πρίσμα του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Αρκεί το επίμαχο μέτρο να συνεπάγεται αύξηση της ζήτησης για τα μερίδια ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών και, ως εκ τούτου, αύξηση των προμηθειών διαχείρισης και συμμετοχής που εισπράττονται από τους εν λόγω οργανισμούς ή από τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται αυτούς τους οργανισμούς, για να τυγχάνουν οι εν λόγω επιχειρήσεις ευνοϊκής μεταχειρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, εξαιρουμένης της προϋποθέσεως του επιλεκτικού χαρακτήρα. Συναφώς, δεν έχει σημασία να καταστεί γνωστό αν ο συνολικός αριθμός των προμηθειών που εισέπρατταν οι επιχειρήσεις αυτές πριν από τη θέσπιση του επίμαχου μέτρου, λαμβανομένων υπόψη όλων αδιακρίτως των οργανισμών και των συναλλαγών, αυξήθηκε ή αν μπορεί να αυξηθεί.

144    Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όταν οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι οι προμήθειες διαχείρισης αποτελούν δαπάνη για τις ΕΕΜΚ καθόσον η αμοιβή για τις προμήθειες αυτές καταβάλλεται στις εταιρίες που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση των ΕΕΜΚ, επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό που προέβαλε η Επιτροπή ότι, όταν η διαχείριση του ειδικευμένου επενδυτικού οργανισμού ασκείται από μια εταιρία διαχειρίσεως, η τελευταία αποκομίζει το όφελος που απορρέει από το επίμαχο μέτρο, υπό τη μορφή αύξησης των προμηθειών διαχείρισης και συμμετοχής (βλ. αιτιολογική σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

145    Τέλος, δεν είναι πειστική ούτε η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών που στηρίζεται στην πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνηστεί ότι η έννοια της κρατικής ενισχύσεως είναι αντικειμενική έννοια που εκτιμάται κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C‑217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑5479, σκέψη 137) και εξαρτάται μόνον από το ζήτημα αν ένα κρατικό μέτρο απονέμει πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση ή σε ορισμένες επιχειρήσεις (απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2003, T‑228/99 και T‑233/99, Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑435, σκέψη 180). Επομένως, η πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα αυτό, ως προς την οποία διαφωνούν, κατά τα λοιπά, οι διάδικοι, δεν μπορεί να έχει καθοριστική σημασία.

146    Επομένως, κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες προκειμένου να αμφισβητήσουν την ύπαρξη πλεονεκτήματος υπέρ των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών ή των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται αυτούς τους οργανισμούς δεν είναι βάσιμο.

147    Πάντως, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν, επίσης, τον επιλεκτικό χαρακτήρα του επίμαχου μέτρου σε σχέση με τους εν λόγω οργανισμούς ή επιχειρήσεις.

148    Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ένα οικονομικό πλεονέκτημα που χορηγείται από κράτος μέλος έχει τον χαρακτήρα ενισχύσεως μόνον αν, εμφανίζοντας ορισμένο βαθμό επιλεκτικότητας, μπορεί να ευνοήσει «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής». Προς τον σκοπό της εφαρμογής της διατάξεως αυτής, το μόνο που πρέπει να εξακριβωθεί είναι αν, στο πλαίσιο δεδομένου νομικού καθεστώτος, ένα κρατικό μέτρο μπορεί να ευνοήσει «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής», υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, έναντι άλλων επιχειρήσεων που τελούν σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση, ενόψει του σκοπού που επιδιώκεται με το οικείο μέτρο (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 2001, C‑143/99, Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke, Συλλογή 2001, σ. I‑8365, σκέψεις 34 και 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

149    Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν πληροί αυτή την προϋπόθεση επιλεκτικότητας το μέτρο που, μολονότι αποτελεί πλεονέκτημα για τον αποδέκτη του, δικαιολογείται από τη φύση ή την εν γένει οικονομία του συστήματος στο οποίο εντάσσεται (απόφαση Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 148, σκέψη 42).

150    Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς που αποτελούν εταιρίες και μπορούν να επωφεληθούν αυτοί καθαυτοί, ως επιχειρήσεις, του επίμαχου πλεονεκτήματος (βλ. σκέψη 135 ανωτέρω), όπως προκύπτει από την περιγραφή που περιέχεται στις αιτιολογικές σκέψεις 11 έως 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως και από τη διευκρίνιση που παρασχέθηκε με την αιτιολογική σκέψη 40 της αποφάσεως αυτής, το επίμαχο μέτρο προβλέπει μείωση φόρου «που αφορά περιοριστικώς τους [ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς] και τις εταιρίες διαχειρίσεως αυτών των επενδυτικών οργανισμών». Δεδομένου ότι το εν λόγω μέτρο απευθύνεται περιοριστικώς σε σαφώς προσδιορισμένους επενδυτικούς οργανισμούς, οι οποίοι πληρούν ειδικές προϋποθέσεις «εις βάρος άλλων επιχειρήσεων που προσφέρουν εναλλακτικές μορφές επενδύσεων» (αιτιολογική σκέψη 41 της προσβαλλομένης αποφάσεως), το μέτρο αυτό ευνοεί ορισμένους επενδυτικούς οργανισμούς έναντι άλλων που τελούν σε συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση υπό την έννοια της νομολογίας που προπαρατέθηκε στη σκέψη 148. Επομένως, το επίμαχο μέτρο έχει επιλεκτικό χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

151    Συναφώς, δεν είναι πειστικό το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι είναι δυνατό να παρασχεθεί σε κάθε επενδυτικό οργανισμό, ο οποίος πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, πρόσβαση στο πλεονέκτημα που απορρέει από το επίμαχο μέτρο, οπότε αυτό συνιστά μέτρο γενικής φύσεως.

152    Συγκεκριμένα, το γεγονός και μόνον ότι του πλεονεκτήματος αυτού μπορεί να επωφεληθεί κάθε επενδυτικός οργανισμός ο οποίος πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις δεν στοιχειοθετεί, αυτό καθαυτό, τον γενικό χαρακτήρα του επίμαχου μέτρου και δεν απαγορεύει το να προσλάβει επιλεκτικό χαρακτήρα το επίμαχο μέτρο (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2002, T‑92/00 και T‑103/00, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1385, σκέψη 58).

153    Εξ αυτών προκύπτει ότι το επίμαχο μέτρο απονέμει επιλεκτικό πλεονέκτημα σε ορισμένους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω από το γεγονός ότι το υπό εξέταση καθεστώς ενισχύσεων ωφελεί, επίσης, δικαιούχους που δεν αποτελούν επιχειρήσεις (βλ. σκέψη 136 ανωτέρω). Επομένως, τα στοιχεία αυτά αρκούν, εν πάση περιπτώσει, προς αιτιολόγηση της απορρίψεως του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.

154    Ως εκ περισσού, πρέπει να παρατηρηθεί, όσον αφορά, ειδικότερα, τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίμαχο μέτρο ευνοεί τις εταιρίες διαχειρίσεως, ως προς τις οποίες δεν αμφισβητείται ότι έχουν την ιδιότητα της επιχειρήσεως και οι οποίες διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς (βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 37 και 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πάντως, διαπιστώνεται ότι η προϋπόθεση της επιλεκτικότητας επίσης πληρούται έναντι των εταιριών αυτών, σύμφωνα με τη νομολογία που προπαρατέθηκε στη σκέψη 148.

155    Συγκεκριμένα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μια ενίσχυση μπορεί να είναι επιλεκτική υπό το πρίσμα του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ ακόμη και όταν αφορά έναν οικονομικό τομέα στο σύνολό του (απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 136, σκέψη 95).

156    Εν προκειμένω, το επίμαχο μέτρο εφαρμόζεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Εντός του τομέα αυτού, μόνον οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τις οικείες συναλλαγές επωφελούνται του εν λόγω μέτρου. Δεδομένου ότι δεν εφαρμόζεται σε όλους τους επιχειρηματίες, το μέτρο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γενικό μέτρο φορολογικής ή οικονομικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, το μέτρο αυτό συνιστά παρέκκλιση από το φορολογικό καθεστώς του κοινού δικαίου. Οι δικαιούχοι εταιρίες διαχειρίσεως επωφελούνται, εμμέσως, πλεονεκτημάτων τα οποία δεν προβλέπονται στο πλαίσιο της συνήθους εφαρμογής του καθεστώτος αυτού και τα οποία δεν μπορούν να διεκδικήσουν οι επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα που δεν διενεργούν πράξεις διαχειρίσεως ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 136, σκέψεις 96, 97, 99 και 100). Κατά συνέπεια, το επίμαχο μέτρο είναι, επίσης, επιλεκτικό έναντι των εταιριών διαχειρίσεως ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών.

157    Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι είναι πιθανό ορισμένες ΕΔΑΚ να επωφελούνται του πλεονεκτήματος που χορηγείται με το επίμαχο μέτρο για ορισμένες εκ των δραστηριοτήτων τους και όχι για άλλες. Συγκεκριμένα, γεγονός παραμένει ότι το επίμαχο μέτρο τους χορηγεί ένα πλεονέκτημα για ορισμένες ειδικές δραστηριότητες, ενώ άλλες μη ειδικευμένες ΕΔΑΚ δεν επωφελούνται συναφώς.

158    Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος του ως άνω δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί της υπάρξεως εμμέσου επιλεκτικού πλεονεκτήματος υπέρ των εισηγμένων εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί

159    Από την αιτιολογική σκέψη 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίμαχο μέτρο χορηγεί ένα έμμεσο επιλεκτικό πλεονέκτημα στις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί, υπό τη μορφή αύξησης της ζήτησης για τις μετοχές τους και αύξησης της ρευστότητάς τους λόγω της ενισχυμένης ελκυστικότητας της επένδυσης.

160    Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι το επίμαχο μέτρο μπορεί να προκαλέσει τέτοιες αυξήσεις. Ο ισχυρισμός αυτός όχι μόνον είναι αναξιόπιστος, λόγω του ασήμαντου ποσού που διέθεσε η Ιταλική Δημοκρατία για το επίμαχο μέτρο σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό των ενδιαφερομένων εταιριών, αλλά και ουδόλως αποδείχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση.

161    Όσον αφορά τον σύνδεσμο, του οποίου την ύπαρξη επιχειρούν να αποδείξουν οι προσφεύγουσες, μεταξύ του ποσού που διέθεσαν για το επίμαχο μέτρο οι ιταλικές αρχές και του αριθμού των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτός δεν μπορεί να αναιρέσει τον σύνδεσμο, στον οποίο αναφέρθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 42), μεταξύ της ενίσχυσης της ελκυστικότητας της επένδυσης στις εταιρίες αυτές και της αύξησης της ρευστότητας των εν λόγω εταιριών.

162    Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία υποστήριξε ότι το επίμαχο μέτρο έχει ως στόχο να προωθήσει την κεφαλαιοποίηση της αγοράς των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης, σε σχέση με εκείνη των άλλων εισηγμένων εταιριών στην Ευρώπη (αιτιολογική σκέψη 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή μάλιστα συμπεριέλαβε, στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως στην υπό κρίση υπόθεση, ένα απόσπασμα του δικογράφου της προσφυγής των ιταλικών αρχών στην υπόθεση T-424/05, από το οποίο προκύπτει ότι η χορήγηση μειώσεων φόρου στους θεσμικούς επενδυτές που έχουν συμφέροντα ως προς τις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης έχει ως αποτέλεσμα να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες της μειωμένης κεφαλαιοποίησης επί των προοπτικών ανάπτυξης των επιχειρήσεων, δεδομένου ότι μια μεγάλη κεφαλαιοποίηση ευνοεί την αύξηση των διαστάσεων των εταιριών. Βεβαίως, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι ο σκοπός του επίμαχου μέτρου δεν ήταν η αύξηση της ρευστότητας των εν λόγω εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι το επίμαχο μέτρο απέβλεπε στο να παρακινήσει τους επενδυτές να προσδώσουν ποικιλία στο χαρτοφυλάκιό τους αποκτώντας συμμετοχές σε ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς και συνακολούθως να παρακινήσει τις ΕΔΑΚ να διευρύνουν την εκ μέρους τους προσφορά προϊόντων. Πάντως, έστω και αν το επίμαχο μέτρο δεν είχε τον σκοπό που επικαλέσθηκε το όργανο που το εξέδωσε, αλλά τον σκοπό που επικαλέσθηκαν οι προσφεύγουσες, γεγονός παραμένει ότι το εν λόγω μέτρο ενίσχυε, από την πλευρά των επενδυτών, την ελκυστικότητα των επενδύσεων στις εν λόγω εταιρίες και ότι, μέσω της αύξησης της ζήτησης για τις μετοχές τους, παρείχε ένα πλεονέκτημα στις εταιρίες αυτές.

163    Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ένα μέτρο που παρέχει τη δυνατότητα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά τους υπό ευνοϊκότερες συνθήκες μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 127, σκέψη 34). Επομένως, απλώς και μόνον η αύξηση της ρευστότητας μπορεί, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, να συνιστά πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

164    Εξάλλου, δεν είναι πειστικό το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι οι ΕΕΜΚ ή οι ΕΔΑΚ ενεργούν σύμφωνα με τη λογική του μέγιστου κέρδους και όχι με βάση ενδεχόμενες μειώσεις φόρου. Συγκεκριμένα, αφενός, δεν υφίσταται αντιπαράθεση μεταξύ των δύο αυτών αιτιολογιών, δεδομένου ότι ενδεχόμενες μειώσεις φόρου αυξάνουν, κατ’ αρχήν, τα κέρδη. Αφετέρου, αν το επίμαχο μέτρο επιτύχει τον σκοπό, τον οποίο επικαλέσθηκαν οι προσφεύγουσες, να παρακινήσει τις ΕΔΑΚ να διευρύνουν την εκ μέρους τους προσφορά προϊόντων, τούτο θα συμβεί διότι το εν λόγω μέτρο προφανώς ασκεί επιρροή στην πολιτική τους, προκαλώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αύξηση της ζήτησης για μετοχές των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης.

165    Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ορθώς καταλήγει στο συμπέρασμα, με την αιτιολογική σκέψη 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίμαχο μέτρο, ευνοώντας την εκ μέρους των επενδυτών ζήτηση για μετοχές των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης, παρέχει ένα έμμεσο πλεονέκτημα στις εταιρίες αυτές.

166    Ωστόσο, από τη νομολογία που προπαρατέθηκε στις σκέψεις 148 και 149 προκύπτει, αφενός, ότι η εξακρίβωση της επιλεκτικότητας ενός μέτρου καθιστά αναγκαία τη διενέργεια σύγκρισης μεταξύ της κατάστασης των δικαιούχων επιχειρήσεων και εκείνης των άλλων επιχειρήσεων που τελούν σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση υπό το πρίσμα του σκοπού που επιδιώκεται με το επίμαχο μέτρο και, αφετέρου, ότι ένα μέτρο που συνιστά πλεονέκτημα δεν πληροί την προϋπόθεση της επιλεκτικότητας όταν δικαιολογείται από τη φύση ή την εν γένει οικονομία του συστήματος στο οποίο εντάσσεται.

167    Πάντως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, αφενός, ότι η κατάσταση των εισηγμένων εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης δεν είναι συγκρίσιμη με εκείνη των μεγαλύτερων εταιριών και, αφετέρου, ότι το γεγονός ότι το επίμαχο μέτρο αφορά περιοριστικώς τις πρώτες δεν αποτελεί επιλεκτικό κριτήριο, καθόσον δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό.

168    Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν παρέσχον κανένα στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει την αδυναμία σύγκρισης της κατάστασης των συλλογικών επενδύσεων σε εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης με την κατάσταση των συλλογικών επενδύσεων σε άλλες εταιρίες, και μάλιστα με την κατάσταση των ατομικών επενδύσεων. Ειδικότερα, το γεγονός ότι οι εταιρίες μεγάλης κεφαλαιοποίησης διαθέτουν ακριβώς σημαντική κεφαλαιοποίηση και ήδη έχουν αισθητή παρουσία στις αγορές και στα χαρτοφυλάκια των επενδυτικών οργανισμών δεν απαγορεύει, απλώς και μόνο για τους λόγους αυτούς, το να συγκριθούν οι ως άνω εταιρίες με τις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης. Κατά τα λοιπά, όταν οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι το επίμαχο μέτρο αποβλέπει στο να παρακινήσει τους επενδυτές να προσδώσουν ποικιλία στο χαρτοφυλάκιο επενδύσεών τους και στο να παρακινήσει τις ΕΔΑΚ να επεκτείνουν την εκ μέρους τους προσφορά προϊόντων, αυτές δέχονται εμμέσως ότι τα μερίδια των εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης και τα μερίδια άλλων εταιριών, παραδείγματος χάρη των εταιριών μεγάλης κεφαλαιοποίησης, αποτελούν επενδύσεις και προϊόντα που μπορούν να αποτελέσουν μέρος του ιδίου χαρτοφυλακίου. Αν το επίμαχο μέτρο είναι ικανό να παρακινήσει τους επενδυτές να αποκαταστήσουν την ισορροπία εντός του χαρτοφυλακίου τους, τούτο συμβαίνει ακριβώς διότι, κατά τη γνώμη τους, οι επενδύσεις στις εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης είναι συγκρίσιμες με τις επενδύσεις σε άλλες εταιρίες και μπορούν, ως εκ τούτου, να τους προσελκύσουν εφόσον αυτοί εντοπίσουν, εντός των εν λόγω επενδύσεων, ένα πλεονέκτημα, όπως αυτό που μπορεί να τους παράσχει το επίμαχο μέτρο.

169    Η Επιτροπή εξέτασε το δεύτερο επιχείρημα με την αιτιολογική σκέψη 43 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή εκθέτει ότι το χορηγηθέν φορολογικό πλεονέκτημα δεν αντισταθμίζει την άνιση, σε σημαντικό βαθμό, φορολογική μεταχείριση μεταξύ, αφενός, των συλλογικών επενδύσεων σε εταιρίες μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης και, αφετέρου, των συλλογικών επενδύσεων σε άλλες εταιρίες ή των ατομικών επενδύσεων σε μη εισηγμένες εταιρίες. Το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από τον ειδικό σκοπό του, δεδομένου ότι αυτό περιορίζεται να προβλέψει μείωση φόρου σε περίπτωση συλλογικών επενδύσεων ειδικευμένων σε μετοχές εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης και ότι, ως τέτοιο, δεν είναι ούτε επιλεκτικό ούτε ανάλογο σε σχέση με τον στόχο να ευνοηθεί η κεφαλαιοποίηση των εταιριών αυτών, αλλά ότι εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται μέσω ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών.

170    Πάντως, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό τους ότι το επίμαχο μέτρο δικαιολογείται από τον σκοπό που επιδιώκει το μέτρο αυτό και ο οποίος συνίσταται, κατά τη γνώμη τους, στο να διασφαλισθεί ότι οι επενδυτές προσδίδουν ποικιλία στο χαρτοφυλάκιο επενδύσεών τους διά της προεγγραφής για την αγορά μεριδίων των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών και, κατά τη γνώμη των ιταλικών αρχών, στο να ευνοηθεί η κεφαλαιοποίηση των εταιριών αυτών. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, αν γινόταν δεκτό ότι η επιδίωξη στόχου οικονομικής ή βιομηχανικής πολιτικής, όπως η ενθάρρυνση των επενδύσεων, μπορεί να συντελέσει στο να εκφεύγει ένα μέτρο επιλεκτικού χαρακτήρα της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, η διάταξη αυτή θα έχανε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. Επομένως, κατά πάγια νομολογία, διαπιστώνεται ότι ο στόχος που επιδιώκεται με το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να καταστήσει δυνατή τη μη υπαγωγή του στον χαρακτηρισμό ως κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (απόφαση Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 152, σκέψη 51).

171    Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το υπό κρίση σκέλος του λόγου ακυρώσεως, έστω και αν ήταν βάσιμο, δεν θα αρκούσε, από μόνο του, για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέτρο που η εν λόγω απόφαση αφορά, επίσης, τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς ή τις εταιρίες διαχειρίσεως αυτών των επενδυτικών οργανισμών.

172    Επομένως, το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως είναι επίσης αβάσιμο, οπότε ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

  1. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς και ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ΕΚ και του άρθρου 88 ΕΚ, καθόσον η Επιτροπή έκρινε το επίμαχο μέτρο ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά

Επιχειρήματα των διαδίκων

173    Οι προσφεύγουσες προβάλλουν τον τρίτο λόγο ακυρώσεως επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία το Πρωτοδικείο θα θεωρούσε ότι το επίμαχο μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση. Κατά τη γνώμη των προσφευγουσών, το επίμαχο μέτρο πληροί τις δύο προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ΕΚ. Πρώτον, πρόκειται για ένα μέτρο κοινωνικού χαρακτήρα προς όφελος των επενδυτών. Δεύτερον, το μέτρο αυτό ουδόλως διακρίνει μεταξύ των εθνικών και των κοινοτικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Ο κοινωνικός χαρακτήρας του υπό εξέταση μέτρου προκύπτει από το ότι αυτό αποσκοπεί στη δημιουργία ενός οργανισμού που να παρέχει τη δυνατότητα στους μικρούς αποταμιευτές να αποκτούν μετοχές εταιριών, στις οποίες δύσκολα θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση με άλλο τρόπο.

174    Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 2005, T‑200/04, Regione autonoma della Sardegna κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), την οποία επικαλέσθηκε η Επιτροπή, είναι αλυσιτελής, καθόσον, στο χωρίο που παρατέθηκε, το Πρωτοδικείο απάντησε σε μια αιτίαση αντλούμενη από έλλειψη προκαταρκτικής έρευνας.

175    Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

176    Όσον αφορά, αφενός, το κατά πόσον ο αποδέκτης μιας ενισχύσεως μπορεί να επικαλεσθεί περιστατικά και έγγραφα των οποίων η Επιτροπή δεν είχε γνώση προτού εκδώσει την απόφασή της και, αφετέρου, το αν λόγοι ακυρώσεως στηριζόμενοι σε τέτοια περιστατικά και έγγραφα είναι παραδεκτοί, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η νομιμότητα μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα πληροφοριακά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της. Ειδικότερα, οι περίπλοκες εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή πρέπει να εξετάζονται μόνο σε συνάρτηση με τα στοιχεία που αυτή είχε στη διάθεσή της κατά τον χρόνο που τις πραγματοποίησε. Συναφώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη της τυχόν πληροφοριακά στοιχεία που θα μπορούσαν να της είχαν προσκομισθεί κατά τη διοικητική διαδικασία αλλά δεν της προσκομίσθηκαν, διότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως και στηριζόμενη σε εικασίες ποια στοιχεία θα μπορούσαν να της είχαν υποβληθεί (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Νοεμβρίου 2006, T‑217/02, Ter Lembeek κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑4483, σκέψεις 82 και 83 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

177    Από τα ανωτέρω, το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι ο προσφεύγων, εάν έχει συμμετάσχει στην επίσημη διαδικασία εξετάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν μπορεί παραδεκτώς να επικαλεσθεί πραγματικά στοιχεία που ήσαν άγνωστα η Επιτροπή και τα οποία δεν της τα επισήμανε κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Αντιθέτως, τίποτε δεν εμποδίζει τον ενδιαφερόμενο να αναπτύξει κατά της τελικής αποφάσεως ένα νομικό ισχυρισμό τον οποίο δεν είχε προβάλει κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας (απόφαση Ter Lembeek κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 176, σκέψη 84).

178    Επομένως, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν, βεβαίως, να επικαλεσθούν, κατά το στάδιο αυτό, πραγματικά στοιχεία τα οποία ήσαν άγνωστα στην Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς της και τα οποία δεν της τα επισήμαναν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως. Ωστόσο, τίποτε δεν τις εμποδίζει να επικαλεσθούν, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, την παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ΕΚ, έστω και αν δεν είχαν αμφισβητήσει ρητώς την εκτίμηση της Επιτροπής, η οποία περιλαμβάνεται στην απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, σχετικά με το ανεφάρμοστο των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ.

179    Στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξετάσεως του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, πρέπει εκ προοιμίου να υπομνηστεί ότι το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, διότι εισάγει παρέκκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, κατά την οποία οι κρατικές ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται προς την κοινή αγορά (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 127, σκέψη 49).

180    Η προσβαλλομένη απόφαση αποκλείει ρητώς, με την αιτιολογική σκέψη 52, την εφαρμογή της παρεκκλίσεως την οποία επικαλέσθηκαν οι προσφεύγουσες.

181    Από τη διατύπωση του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ΕΚ προκύπτει ότι η εφαρμογή της παρεκκλίσεως αυτής εξαρτάται από τον κοινωνικό χαρακτήρα της ενισχύσεως, από το αν αυτή χορηγείται προς μεμονωμένους καταναλωτές και από την απουσία, εντός του πλαισίου αυτού, διακρίσεως ως προς την προέλευση των προϊόντων.

182    Πάντως, καίτοι δεν αμφισβητείται ότι η ενίσχυση χορηγείται χωρίς διάκριση ως προς την προέλευση των ενδιαφερομένων επενδυτικών οργανισμών, αυτή απευθύνεται στους επενδυτές, ανεξαρτήτως κατηγορίας, των οποίων μειώνει τους φόρους ή τις επιβαρύνσεις. Επομένως, το επίμαχο μέτρο ουδόλως έχει κοινωνικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ορθώς απέκλεισε την εφαρμογή της παρεκκλίσεως του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ΕΚ.

183    Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

  1. Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται όλως επικουρικώς και αντλείται από παράβαση του άρθρου 88 ΕΚ και του άρθρου 14 του κανονισμού 659/1999, καθόσον η Επιτροπή διέταξε την ανάκτηση των οικείων ενισχύσεων από τους υπό εταιρική μορφή επενδυτικούς οργανισμούς και από τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τους συσταθέντες συμβατικώς επενδυτικούς οργανισμούς

Επιχειρήματα των διαδίκων

184    Με αυτόν τον λόγο ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται όλως επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία το Πρωτοδικείο δεν ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της, οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση της διαταγής περί ανακτήσεως, καθόσον αφορά τους υπό εταιρική μορφή επενδυτικούς οργανισμούς και τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τους συσταθέντες συμβατικώς επενδυτικούς οργανισμούς.

185    Κατά τις προσφεύγουσες, ο παράνομος χαρακτήρας της διαταγής περί ανακτήσεως προκύπτει, πρώτον, από την έλλειψη ταυτότητας μεταξύ των πραγματικών δικαιούχων του επίμαχου μέτρου και των προσώπων τα οποία αφορά η εν λόγω διαταγή περί ανακτήσεως, ήτοι των ειδικευμένων ιταλικών ΕΕΜΚ και των ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται ειδικευμένα αμοιβαία κεφάλαια. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 88 ΕΚ και από το άρθρο 14 του κανονισμού 659/1999 προκύπτει ότι η διαταγή περί ανακτήσεως μπορεί να αφορά μόνον τους άμεσους και πραγματικούς δικαιούχους των ενισχύσεων. Πάντως, η Επιτροπή αναγνώρισε, ιδίως με την αιτιολογική σκέψη 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι μόνον οι επενδυτές είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι του υπό εξέταση μέτρου, δεδομένου ότι οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί επωφελούνται μόνον εμμέσως του μέτρου αυτού.

186    Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι είναι δυσανάλογο το να επιβληθεί στις ενδιαφερόμενες ΕΕΜΚ και ΕΔΑΚ η υποχρέωση να καταβάλουν το ποσό της ελαφρύνσεως του φόρου υποκαταστάσεως που εφαρμόζεται επί του αποτελέσματος διαχειρίσεως, ενώ το πλεονέκτημα του οποίου έτυχαν συνίσταται στην αύξηση των προμηθειών που εισπράχθηκαν. Η Επιτροπή δεν μπορεί θεμιτώς να επιβάλει την ανάκτηση ενός ποσού που δεν αντιστοιχεί σε εκείνο του πλεονεκτήματος του οποίου όντως έτυχαν οι επιχειρήσεις. Η Επιτροπή, επιβάλλοντας την ανάκτηση ενός δυσανάλογου ποσού, παρέβη το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, σύμφωνα με το οποίο «η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου». Συναφώς, οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι δεν ισχυρίζονται ότι η διαταγή περί ανακτήσεως είναι, αυτή καθαυτή, δυσανάλογη.

187    Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, δεύτερον, ότι η εκτέλεση της διαταγής περί ανακτήσεως θα έθετε τις ειδικευμένες ιταλικές ΕΕΜΚ και τις ιταλικές ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται ειδικευμένα αμοιβαία κεφάλαια σε δυσμενέστερη κατάσταση από εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση που δεν υφίστατο το επίμαχο μέτρο, καθόσον η καταβολή του ισόποσου της φορολογικής ελαφρύνσεως αποτελεί επιβάρυνση την οποία άλλως δεν θα ήσαν υποχρεωμένες να φέρουν. Επιπλέον, οι εν λόγω οργανισμοί δεν δύνανται να μετακυλίσουν την επιβάρυνση αυτή στους επενδυτές. Επομένως, η επιβολή μιας τέτοιας πρόσθετης επιβάρυνσης είναι αντίθετη προς τη νομολογία που επιβάλλει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση διά της ανακτήσεως των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων.

188    Τρίτον, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι οι ιταλικές αρχές δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν τη διαταχθείσα ανάκτηση έναντι των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ΕΕΜΚ ή για ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται αμοιβαία κεφάλαια, οπότε η εν λόγω διαταγή περί ανακτήσεως είναι όχι μόνον παράνομη, αλλά και ανεφάρμοστη, πράγμα το οποίο αποτελεί πηγή διακρίσεως με βάση τον τόπο της έδρας των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών.

189    Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

190    Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 προβλέπει ότι, σε περίπτωση αρνητικής αποφάσεως για παράνομη ενίσχυση η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενισχύσεως από τον δικαιούχο. Η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενισχύσεως εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.

191    Πρέπει να υπομνηστεί ότι η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως διά της ανακτήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της και αποσκοπεί στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C‑277/00, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑3925, σκέψη 74, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Οκτωβρίου 2005, T‑318/00, Freistaat Thüringen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑4179, σκέψη 308).

192    Ο κύριος σκοπός της επιστροφής παρανόμως χορηγηθείσας κρατικής ενισχύσεως είναι η εξάλειψη της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού που προκλήθηκε από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο αποκτήθηκε μέσω της παράνομης ενισχύσεως (απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Γερμανία κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 191, σκέψη 76· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 11ης Μαΐου 2005, T‑111/01 και T‑133/01, Saxonia Edelmetalle κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1579, σκέψη 114, και Freistaat Thüringen κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 191, σκέψη 310).

193    Η ανάκτηση η οποία αποσκοπεί στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ως μέτρο δυσανάλογο προς τους στόχους των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις. Με την επιστροφή της ενισχύσεως, ο αποδέκτης χάνει το πλεονέκτημα που διέθετε στην αγορά έναντι των ανταγωνιστών του και τα πράγματα επανέρχονται στην προ της καταβολής της ενισχύσεως κατάσταση (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C‑372/97, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑3679, σκέψεις 103 και 104, και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-148/04, Unicredito Italiano, Συλλογή 2005, σ. I‑11137, σκέψη 113).

194    Όσον αφορά τις ενισχύσεις φορολογικού χαρακτήρα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως συνεπάγεται επαναφορά, κατά το μέτρο του δυνατού, στην κατάσταση που θα ίσχυε εάν οι επίμαχες πράξεις είχαν συντελεσθεί χωρίς τη χορήγηση της μειώσεως του φόρου. Η αποκατάσταση αυτή δεν συνεπάγεται διαφορετική ανασύσταση του παρελθόντος με βάση υποθετικά στοιχεία όπως οι συχνά σύνθετες επιλογές στις οποίες θα μπορούσαν να έχουν προβεί οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες, δεδομένου μάλιστα ότι οι πραγματοποιηθείσες με τη συμβολή της ενισχύσεως επιλογές ενδέχεται να αποδειχθούν μη αναστρέψιμες (απόφαση Unicredito Italiano, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 193, σκέψεις 117 και 118).

195    Με γνώμονα αυτές τις αρχές πρέπει να εξετασθεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως.

196    Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην ιταλική γλώσσα που είναι η αυθεντική, επιβάλλει στην Ιταλική Δημοκρατία να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση των ενισχύσεων που τέθηκαν παράνομα στη διάθεση των δικαιούχων από τους υπό εταιρική μορφή επενδυτικούς οργανισμούς ή, ανάλογα με την περίπτωση, από τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τους συσταθέντες συμβατικώς επενδυτικούς οργανισμούς, με την επιφύλαξη της ασκήσεως των ενδεχόμενων προσφυγών που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

197    Η αιτιολογική σκέψη 60 της προσβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να ανακτήσει τις ενισχύσεις από τους επενδυτικούς οργανισμούς ή από τις επιχειρήσεις οι οποίες διαχειρίζονται τους επενδυτικούς οργανισμούς, που είναι ταυτόχρονα οι πρώτοι δικαιούχοι της ενισχύσεως και τα υπέχοντα φορολογική υποχρέωση πρόσωπα που οφείλουν να καταβάλουν στο Δημόσιο τον φόρο υποκαταστάσεως επί των εσόδων διαχειρίσεως. Οι προς ανάκτηση ενισχύσεις αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ του τακτικού φόρου υποκαταστάσεως και του μειωμένου φόρου που προκύπτει από τα εν λόγω φορολογικά κίνητρα. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 60, η Επιτροπή δεν αποκλείει τη δυνατότητα οι επενδυτικοί οργανισμοί ή οι επιχειρήσεις που διαχειρίζονται αυτούς τους οργανισμούς να απαιτήσουν το αντίστοιχο ποσό από τους προεγγραφομένους για αγορά μεριδίων τους, εάν η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επίσης, ότι είναι δυνατό όλες οι ενισχύσεις ή μέρος αυτών που χορηγήθηκαν σε μεμονωμένους δικαιούχους να εμπίπτουν στις εφαρμοστέες επί των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας διατάξεις.

198    Διαπιστώνεται, πρώτον, ότι οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί ή οι ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς είναι όντως οι δικαιούχοι του επίμαχου μέτρου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 127 έως 132 και 138 έως 146 ανωτέρω, οπότε οι προσφεύγουσες εσφαλμένως προβάλλουν παράβαση του άρθρου 88 ΕΚ και του άρθρου 14 του κανονισμού 659/1999 καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιβάλλει στην Ιταλική Δημοκρατία την ανάκτηση των ενισχύσεων από άλλα πρόσωπα, πλην εκείνων που αποτελούν τους δικαιούχους των ενισχύσεων αυτών σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ούτε η Συνθήκη ούτε ο κανονισμός 659/1999 διακρίνουν, προς τον σκοπό της ανακτήσεως που οφείλει να πραγματοποιήσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, με βάση την ιδιότητα του αμέσου ή του εμμέσου δικαιούχου της επίμαχης παράνομης ενισχύσεως.

199    Ωστόσο, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιβάλλει στους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς ή στις ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς να αποδώσουν ένα πλεονέκτημα εντελώς διαφορετικό από εκείνο του οποίου επωφελήθηκαν σύμφωνα με την Επιτροπή. Συγκεκριμένα, οφείλουν να επιστρέψουν το ποσό της φορολογικής ελαφρύνσεως της οποίας δεν είναι οι άμεσοι δικαιούχοι, ενώ το πλεονέκτημά τους συνίσταται, σύμφωνα με την Επιτροπή, σε αύξηση των προμηθειών τους συμμετοχής και των προμηθειών τους διαχειρίσεως. Επομένως, έχει παραβιασθεί η αρχή της αναλογικότητας.

200    Συναφώς, από την αιτιολογική σκέψη 60 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η ενίσχυση πρέπει να ανακτηθεί από τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς ή από τις ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς, ταυτοχρόνως υπό την ιδιότητά τους ως εμμέσων δικαιούχων της ενισχύσεως και υπό την ιδιότητά τους ως υποκειμένων στον φόρο που υπέχουν υποχρέωση καταβολής του φόρου υποκαταστάσεως.

201    Πάντως, υπό την ιδιότητά τους ως υποκειμένων στον φόρο, οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί ή οι ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς είναι οι μόνοι πιθανοί συνομιλητές της Ιταλικής Δημοκρατίας για την πραγματοποίηση της ανακτήσεως της παράνομης ενισχύσεως. Επομένως, η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η οποία θα επικρατούσε εάν οι επίμαχες πράξεις είχαν συντελεσθεί χωρίς τη χορήγηση της μειώσεως του φόρου, επιτάσσει να ανακτηθεί από τους εν λόγω επενδυτικούς οργανισμούς η διαφορά μεταξύ του τακτικού φόρου και του μειωμένου φόρου που προκύπτει από το επίμαχο μέτρο, ενώ οι εν λόγω επενδυτικοί οργανισμοί έχουν τη δυνατότητα να στραφούν ενδεχομένως, εν συνεχεία, κατά των προεγγραφομένων για αγορά μεριδίων τους ή ακόμη και κατά του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου.

202    Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητάς τους ως δικαιούχων της επίμαχης παράνομης ενισχύσεως, η ανάκτησή της από τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς ή από τις ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσανάλογη κατ’ εφαρμογήν της προαναφερθείσας στις σκέψεις 192 έως 194 νομολογίας. Πράγματι, η επίμαχη φορολογική ελάφρυνση, της οποίας ζητήθηκε η ανάκτηση, προκάλεσε στρέβλωση του ανταγωνισμού υπέρ των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών ή των επιχειρήσεων, οι οποίες διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς, έναντι των λοιπών επενδυτικών οργανισμών.

203    Το επιχείρημα ότι, κατά το πέρας της διαταχθείσας ανακτήσεως, οι ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί και οι ΕΔΑΚ που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς θα τελούσαν σε δυσμενέστερη κατάσταση απ’ ό,τι εάν δεν είχαν επωφεληθεί του επίμαχου μέτρου πρέπει, επίσης, να απορριφθεί. Πράγματι, τα προς επιστροφή ποσά δεν είναι δυνατό να καθορίζονται σε συνάρτηση προς τις πράξεις στις οποίες θα μπορούσαν να έχουν προβεί οι επιχειρήσεις αντί των πράξεων που γεννούν δικαίωμα ενισχύσεως (απόφαση Unicredito Italiano, που προπαρατέθηκε στη σκέψη 193, σκέψη 114).

204    Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι πρακτικές δυσχέρειες που επικαλέσθηκαν οι προσφεύγουσες, έστω και αν θεωρηθούν αποδεδειγμένες, δεν αρκούν για να τεθεί υπό αμφισβήτηση το κύρος της διαταγής περί ανακτήσεως, η οποία αφορά, αδιακρίτως, όλους τους ειδικευμένους επενδυτικούς οργανισμούς ή τις εταιρίες που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς.

205    Επομένως, αυτός ο λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

206    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

Βηλαράς Dehousse Šváby

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Μαρτίου 2009.

Πίνακας περιεχομένων

 

Ιστορικό της διαφοράς

Το επίμαχο μέτρο

Διοικητική διαδικασία

Η προσβαλλομένη απόφαση

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Επί του παραδεκτού

Επιχειρήματα των διαδίκων

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

Επί της ουσίας

  1. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση των διατάξεων του άρθρου 253 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 88 ΕΚ, λόγω αντιφατικότητας ή ανεπάρκειας της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

– Επί του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά την αιτιολογία της υπάρξεως επιλεκτικού πλεονεκτήματος

– Επί του δευτέρου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού δυναμένης να επηρεάσει τις ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές

  1. Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον το μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση

Επιχειρήματα των διαδίκων

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

– Επί του προσδιορισμού των δικαιούχων του επίμαχου μέτρου και επί του χαρακτηρισμού τους ως επιχειρήσεων

– Επί της υπάρξεως επιλεκτικού πλεονεκτήματος υπέρ των ειδικευμένων επενδυτικών οργανισμών ή των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται αυτούς τους επενδυτικούς οργανισμούς

– Επί της υπάρξεως εμμέσου επιλεκτικού πλεονεκτήματος υπέρ των εισηγμένων εταιριών μικρής ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης των οποίων τις μετοχές κατέχουν ειδικευμένοι επενδυτικοί οργανισμοί

  1. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς και ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ΕΚ και του άρθρου 88 ΕΚ, καθόσον η Επιτροπή έκρινε το επίμαχο μέτρο ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά

Επιχειρήματα των διαδίκων

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

  1. Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται όλως επικουρικώς και αντλείται από παράβαση του άρθρου 88 ΕΚ και του άρθρου 14 του κανονισμού 659/1999, καθόσον η Επιτροπή διέταξε την ανάκτηση των οικείων ενισχύσεων από τους υπό εταιρική μορφή επενδυτικούς οργανισμούς και από τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τους συσταθέντες συμβατικώς επενδυτικούς οργανισμούς

Επιχειρήματα των διαδίκων

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

Επί των δικαστικών εξόδων

* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.