ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ JULIANE KOKOTT της 23ης Απριλίου 2009 (1) Υπόθεση C‑254/08 Futura Immobiliare srl Hotel Futura, Meeting Hotel, Hotel Blanc, Hotel Clyton και Business srl κατά Comune di Casoria [αίτηση του Tribunale amministrativo regionale della Campania (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] «Οδηγία 2006/12/ΕΚ – Απόβλητα – Κόστος της διαθέσεως των αποβλήτων – Η αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” – Ίση μεταχείριση»

 

 

 

I –    Εισαγωγή

  1. Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει κατά πόσον η συμφυής με το περί αποβλήτων δίκαιο αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» περιορίζει τη διαμορφωτική ευχέρεια των κρατών μελών, όταν αυτά ρυθμίζουν πώς πρέπει να κατανέμονται τα έξοδα διαθέσεως αστικών αποβλήτων. Πράγματι, πολλές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις διαμαρτύρονται για τα επιβληθέντα σε βάρος τους έξοδα διαθέσεως αποβλήτων. Ισχυρίζονται ότι τα έξοδα αυτά δεν αντιστοιχούν στη δική τους παραγωγή αποβλήτων.

II – Το νομικό πλαίσιο

Α –       Η οδηγία-πλαίσιο περί των αποβλήτων

  1. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» διατυπώνεται στο άρθρο 15 της οδηγίας 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων (2) (στο εξής: οδηγία-πλαίσιο περί αποβλήτων):

«Σύμφωνα με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” η δαπάνη για τη διάθεση των αποβλήτων βαρύνει:

α)      τον κάτοχο που παραδίδει απόβλητα σε φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση προβλεπόμενη από το άρθρο 9, ή/και

β)      τους προηγούμενους κατόχους ή τον παραγωγό του προϊόντος που παράγει τα απόβλητα.»

  1. Η διάταξη αυτή είναι πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 15 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (3), η οποία κωδικοποιήθηκε, μαζί με τις τροποποιήσεις της, με την οδηγία 2006/12. Το άρθρο 20 ρυθμίζει τη μετάβαση από την παλαιά στη νέα οδηγία:

«Η οδηγία 75/442/EOK καταργείται, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών που αναφέρονται στο παράρτημα III, μέρος Β.

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που αναφέρεται στο παράρτημα IV.»

  1. Το παράρτημα ΙΙΙ, B, αναφέρει τις ημερομηνίες μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 75/442 καθώς και των άλλων οδηγιών που την τροποποίησαν.
  2. Η οδηγία 2006/12 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο της 21, την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,ήτοι στις 17 Μαΐου 2006.
  3. Εν τω μεταξύ εκδόθηκε η οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (4), η οποία καταργεί την οδηγία-πλαίσιο περί αποβλήτων από τις 12 Δεκεμβρίου 2010. Το άρθρο 14 της οδηγίας 2008/98 περιέχει παρόμοια ρύθμιση σχετικά με τα έξοδα της διαθέσεως των αποβλήτων, η οποία πάντως δεν περιλαμβάνει όλους τους προηγούμενους κατόχους των προϊόντων, από τα οποία προέρχονται τα απόβλητα.

Β –       Το ιταλικό δίκαιο

  1. Στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η λυσιτελής ιταλική νομική κατάσταση παρουσιάζεται, κατ’ ουσίαν, ως εξής:
  2. Σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει μέχρι σήμερα, τα άρθρα 58 επ. του Decreto Legislativo (νομοθετικού διατάγματος) 507/1993 (5), οι δήμοι επιβάλλουν ετήσιο φόρο για την παροχή της υπηρεσίας διαθέσεως των αστικών στερεών αποβλήτων. Η είσπραξη του φόρου βασίζεται στη χρήση ή στην κατοχή χώρων και ακαλύπτων εκτάσεων επί του δημοτικού εδάφους. Το ύψος του φόρου υπολογίζεται ανάλογα με την φορολογούμενη επιφάνεια και τους συντελεστές παραγωγής αποβλήτων που εκτιμώνται ανάλογα με τη χρήση του κτιρίου.
  3. Η ρύθμιση αυτή πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύστημα τελών, του οποίου οι βάσεις κατ’ αρχάς τέθηκαν με το άρθρο 49 του Decreto Legislativo 22/1997 (6) και εν τω μεταξύ ρυθμίστηκαν με το άρθρο 238 του Decreto Legislativo 152/2006 (7). Οι λεπτομέρειες του συστήματος αυτού τέθηκαν με το Decreto del Presidente della Repubblica 158/1999 (8). Ειδικότερα, το τέλος, ως αντιπαροχή για την υπηρεσία, συνίσταται σε ένα σταθερό ποσό, το οποίο αποσκοπεί στην κάλυψη του βασικού κόστους της υπηρεσίας και αποτελεί συνάρτηση της έκτασης των κτιρίων τα οποία αφορά η χρήση ή η κατοχή, και σε ένα μεταβλητό ποσό, το οποίο εξαρτάται από την ποσότητα των παραδιδόμενων αποβλήτων.
  4. Πάντως, η εφαρμογή του συστήματος τελών αναβλήθηκε κατ’ επανάληψη, ειδικότερα με το άρθρο 1, παράγραφος 184, του νόμου 296/2006.

III – Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως

  1. Διάφορες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις του Δήμου Casoria πλησίον της Νάπολης αμφισβητούν τον τρόπο υπολογισμού του φόρου που οφείλουν να καταβάλλουν για τη διάθεση των αποβλήτων. Το 2006, ο φόρος αυτός ήταν για τα ξενοδοχεία οκταπλάσιος του φόρου για συγκρίσιμες ιδιωτικές κατοικίες και, το 2007, το ύψος του ήταν εννεαπλάσιο.
  2. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι ο φόρος που εφαρμόζεται στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είναι δυσανάλογα υψηλότερος σε σχέση με αυτόν που εφαρμόζεται στις ιδιωτικές κατοικίες και διαμαρτύρονται γιατί το ποσό του φόρου υπολογίζεται με βάση την οικονομική τους ικανότητα παρά την ικανότητά τους να παράγουν απόβλητα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ούτε το ποσοστό πληρότητας των δωματίων ούτε η ύπαρξη παροχής υπηρεσιών εστίασης ούτε ο εποχικός χαρακτήρας της δραστηριότητας ή ακόμη τα αποτελέσματα της υπάρξεως βοηθητικών, μη κατοικήσιμων χώρων.
  3. Το Tribunale amministrativo regionale della Campania (Ιταλία) (διοικητικό δικαστήριο της περιφέρειας της Καμπανίας) υπέβαλε επομένως στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Συμβιβάζεται με το άρθρο 15 της κοινοτικής οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ, και με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” η εθνική [ιταλική] ρύθμιση που περιέχεται στα άρθρα 58 επ. του ν.δ. 507/1993 και στις μεταβατικές διατάξεις που παρέτειναν τη διάρκεια της ισχύος τους σύμφωνα αφενός με το άρθρο 11 του π.δ. 488/1999, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, και αφετέρου με το άρθρο 1, παράγραφος 184, του νόμου 296/2006, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα τη διατήρηση ενός συστήματος φορολογικού χαρακτήρα για την κάλυψη των δαπανών της υπηρεσίας διάθεσης των αποβλήτων και την αναβολή της καθιέρωσης ενός συστήματος επιβολής τελών κατά το οποίο το κόστος της υπηρεσίας βαρύνει όποιον παράγει και παραδίδει απόβλητα;»

  1. Ο Δήμος της Casoria, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπήρξε προφορική διαδικασία.

IV – Νομική εκτίμηση

Α –       Παραδεκτό και ερμηνεία της αιτήσεως

  1. Ο Δήμος της Casoria και η Ιταλική Κυβέρνηση επισημαίνουν ορθώς ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της συμβατότητας εθνικού μέτρου με το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που άπτονται του κοινοτικού δικαίου και που επιτρέπουν σ’ αυτό να κρίνει το ζήτημα του συμβατού αποφαινόμενο επί της δίκης που εκκρεμεί ενώπιόν του (9).
  2. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως εγείρει εκ πρώτης όψεως το ερώτημα αν η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» απαγορεύει την κάλυψη των εξόδων διαθέσεως των αποβλήτων με τη μορφή φόρου. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πράγματι, αν ένα σύστημα φορολογικού χαρακτήρα πρέπει να αντικατασταθεί με ένα σύστημα τελών.
  3. Εντούτοις, δεν είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί ο τρόπος με τον οποίο το ιταλικό δίκαιο καθορίζει τα συστήματα αυτά λεπτομερώς. Οι διαδικασίες που κινήθηκαν στο πλαίσιο της κύριας δίκης εγείρουν μάλλον το ερώτημα, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον μπορεί ο παραγωγός αποβλήτων να απαιτεί τα ποσά που επιβάλλονται σε βάρος του για τη διάθεση αυτών να είναι ανάλογα προς τον όγκο των αποβλήτων και όχι προς την οικονομική ικανότητα της επιχειρήσεώς του.
  4. Αυτή είναι η καθοριστική διαφορά εν προκειμένω των δύο συστημάτων κατανομής των εξόδων: το νέο ιταλικό σύστημα τελών για τη διάθεση των αποβλήτων, που δεν εφαρμόζεται στις υποθέσεις της κύριας δίκης, υπολογίζει το ποσό του τέλους σαφέστερα σε συνάρτηση με τα παραχθέντα απόβλητα απ’ ό,τι το ισχύον σύστημα φόρων επί των αποβλήτων.
  5. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει, επομένως, να νοείται υπό την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων απαγορεύει ρύθμιση σύμφωνα με την οποία το ποσό του φόρου που πρέπει να καταβληθεί για τη διάθεση των αποβλήτων υπολογίζεται βάσει των χρησιμοποιουμένων εκτάσεων και της οικονομικής ικανότητας του παραγωγού αποβλήτων και όχι βάσει του όγκου των πράγματι παραχθέντων αποβλήτων.
  6. Επειδή η σημασία του προδικαστικού ερωτήματος συνάγεται επομένως επαρκώς σαφώς, η αίτηση δεν είναι απαράδεκτη λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Ιταλικής Κυβερνήσεως (10).

Β –       Διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων

  1. Ο Δήμος της Casoria υποστηρίζει ότι η οδηγία-πλαίσιο περί των αποβλήτων δεν εφαρμόζεται ακόμη στις διαφορές της κύριας δίκης, οι οποίες αφορούν τα έτη 2006 και 2007, διότι η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο έληξε μόλις το 2008.
  2. Εντούτοις, προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο για την οδηγία-πλαίσιο περί των αποβλήτων δεν υφίσταται. Κατά το άρθρο της 20, παράγραφος 1, η οδηγία 75/442 καταργείται και από την παράγραφό του 2 προκύπτει σαφώς ότι οι διατάξεις της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων την αντικαθιστούν σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος IV.
  3. Η νομική κατάσταση, εντούτοις, δεν άλλαξε με τον τρόπο αυτό ούτε κατά τη μεταβατική περίοδο ούτε μετά από αυτήν. Αντιθέτως, με την οδηγία-πλαίσιο περί των αποβλήτων διατυπώνονται σαφώς οι εφαρμοστέες συνολικώς διατάξεις (11). Επομένως, η νέα οδηγία-πλαίσιο περί αποβλήτων, από την έναρξη της ισχύος της, αντικατέστησε τυπικώς τις προηγουμένως ισχύουσες διατάξεις και συνεπώς πρέπει να εφαρμόζεται.
  4. Δεν είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί εν προκειμένω αν το ερώτημα των εφαρμοστέων ρυθμίσεων θα έπρεπε να εκτιμηθεί διαφορετικά σε περίπτωση που το περιεχόμενο της καταργηθείσας οδηγίας είχε αντικειμενικά τροποποιηθεί. Το περιεχόμενο της εν προκειμένω επίμαχης αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», εν πάση περιπτώσει, δεν εθίγη.

Γ –       Επί του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων

  1. Το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων ρυθμίζει την ανάληψη του κόστους της διαθέσεως των αποβλήτων. Σύμφωνα με την πρώτη περίπτωση, αυτό βαρύνει, σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», τον κάτοχο που παραδίδει απόβλητα σε φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διασφαλίζει τη διάθεσή τους. Η δεύτερη περίπτωση υποδεικνύει ακολούθως τους προηγούμενους κατόχους ή τον παραγωγό του προϊόντος που παράγει τα απόβλητα.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 249 ΕΚ, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέξουν τον τύπο και τα μέσα για τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας, αλλά δεσμεύονται ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ειδικότερα όσον αφορά την επιβάρυνση για το συνδεόμενο με τη διάθεση των αποβλήτων κόστος. Επομένως, οφείλουν να διασφαλίζουν ότι το εθνικό τους δίκαιο επιτρέπει τον καταλογισμό του κόστους αυτού είτε στους προηγούμενους κατόχους είτε στον παραγωγό του προϊόντος από το οποίο προήλθαν τα απόβλητα (12).
  3. Το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων επιτρέπει επομένως, πρώτον, κάποια εξουσία εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό εκείνου ή εκείνης που πρέπει να επιβαρυνθεί με το κόστος της διαθέσεως των αποβλήτων. Το κείμενο της διατάξεως περιορίζει τον κύκλο των προσώπων που μπορούν να κληθούν να το πράξουν, αλλά δεν τον καθορίζει κατά τρόπο οριστικό. Δεύτερον, τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή του τύπου και των μέσων μεταφοράς της οδηγίας.
  4. Το μόνο πρόσωπο που λαμβάνεται υπόψη εν προκειμένω είναι ο κάτοχος ο οποίος παραδίδει απόβλητα σε φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση η οποία διασφαλίζει τη διάθεση. Το ερώτημα κατά πόσον μπορούν οι κατασκευαστές προϊόντων που καθίστανται απόβλητα να κληθούν να φέρουν το κόστος της διαθέσεως αυτών δεν έχει εκ πρώτης όψεως σημασία εν προκειμένω (13).
  5. Αμφίβολον είναι πάντως αν η βασική αρχή του άρθρου 15 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων, ήτοι η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», επιτρέπει να υπολογίζεται το ύψος των ποσών που πρέπει να καταβληθούν για τη διάθεση των αποβλήτων με βάση τις χρησιμοποιούμενες επιφάνειες και την οικονομική ικανότητα του παραγωγού αποβλήτων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικός όγκος παραχθέντων αποβλήτων.
  6. Το ουσιαστικό περιεχόμενο της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»
  7. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» είναι, σύμφωνα με το άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ, μία από τις βασικές αρχές της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος. Κατ’ αυτήν, εκείνος που προκαλεί ρύπανση βαρύνεται με το κόστος της εξαλείψεώς της.
  8. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» είναι ιδιαίτερα σημαντική στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, διότι ωθεί τους ρυπαίνοντες να αποφεύγουν οιαδήποτε ρύπανση (14). Όταν δεν τίθεται σ’ εφαρμογή –όπως συμβαίνει με το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων– με τη μορφή απαγορεύσεως των συμπεριφορών που ρυπαίνουν, αλλά με τη μορφή ρυθμίσεως του κόστους, ο ρυπαίνων μπορεί να αποφασίζει αν θα δώσει τέλος στη δραστηριότητά του που προκαλεί ρύπανση, αν θα τη μειώσει ή αν θα προτιμήσει να επιβαρυνθεί με το κόστος της εξαλείψεώς της (15).
  9. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» αποσκοπεί επιπλέον στη δίκαιη κατανομή των εξόδων που συνεπάγονται οι ρυπάνσεις του περιβάλλοντος. Δεν καταλογίζονται σε τρίτους, ειδικότερα στο κοινό, ούτε απλώς αγνοούνται, αλλά επιβαρύνουν εκείνον που είναι υπεύθυνος για τη ρύπανση (16). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» αποτελεί έκφραση της αρχής της αναλογικότητας (17). Πράγματι, θα ήταν δυσανάλογο να επιβάλλονται τα έξοδα της διαθέσεως των αποβλήτων σε κάποιον ο οποίος δεν τα παρήγαγε.
  10. Ως αρχή της κατανομής των εξόδων, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» αποτελεί ταυτόχρονα συγκεκριμενοποίηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία, καλούμενη επίσης αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (18). Σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η συμμετοχή στο γεγονός που προκάλεσε τη ρύπανση αποτελεί το καθοριστικό κριτήριο για τη δυνατότητα συγκρίσεως μιας καταστάσεως, καθώς και για ενδεχόμενη αιτιολόγηση της υποχρεώσεως πληρωμής για τη διάθεση αποβλήτων. Υπ’ αυτήν την έννοια, η εν λόγω αρχή διασφαλίζει επίσης τον θεμιτό ανταγωνισμό οσάκις εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις με συνέπεια και κατά τρόπο ομοιόμορφο (19).
  11. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει, αφενός, ότι δεν συμβιβάζεται με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» να μπορούν να πρόσωπα που συνέβαλαν στην παραγωγή αποβλήτων να απαλλάσσονται των οικονομικών υποχρεώσεών τους, τις οποίες προβλέπει η οδηγία-πλαίσιο περί των αποβλήτων (20), και ότι, αφετέρου, κανείς δεν πρέπει να υποχρεούται να φέρει τις επιβαρύνσεις που συνεπάγεται η εξάλειψη ρυπάνσεως στην οποία δεν συνέβαλε (21). Αν και αρχικά το Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση αυτή επ’ ευκαιρία ρυπάνσεως των υδάτων, αυτή μπορεί εντούτοις να εφαρμοστεί στη διάθεση των αποβλήτων.
  12. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι δεν μπορεί κάποιος να υποχρεωθεί να φέρει τα έξοδα της διαθέσεως αποβλήτων τα οποία προκλήθηκαν από άλλους (22), διότι οι άλλοι παραγωγοί αποβλήτων με τον τρόπο αυτό θα απαλλάσσονταν των υποχρεώσεων που υπέχουν από την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».
  13. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» θα μπορούσε να νοηθεί ως ακριβής ρύθμιση της κατανομής των εξόδων, ανάλογα, κατά κάποιο τρόπο, με το κριτήριο της αιτιώδους συνάφειας στο δίκαιο της εξωσυμβατικής ευθύνης (23).
  14. Επί της ρυθμίσεως των εξόδων για τη διάθεση αστικών αποβλήτων
  15. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να εμποδίζει το επίμαχο σύστημα κατανομής των εξόδων διαθέσεως των αποβλήτων, διότι το ποσό του φόρου δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκη στο πραγματικό κόστος της συλλογής και της διαθέσεως των αποβλήτων που παρήγαγε ο υπόχρεος στην πληρωμή. Για μία ρύθμιση κατανομής των εξόδων διαθέσεως των αστικών αποβλήτων, η οποία να αντιστοιχεί ακριβώς στον όγκο αυτών, θα έπρεπε τα παραδοθέντα απόβλητα καθώς και τα έξοδα που αυτά συνεπάγονται να καταγράφονται και να χρεώνονται στον παραγωγό των αποβλήτων. Το κίνητρο για την αποφυγή αποβλήτων θα ήταν σχετικά ισχυρό, δεδομένου ότι κάθε μείωση του όγκου των αποβλήτων θα επέτρεπε την περικοπή εξόδων.
  16. Εντούτοις, είναι αμφίβολον αν το μοντέλο της ακριβούς χρεώσεως των εξόδων πρέπει να εφαρμόζεται στη διάθεση των αστικών αποβλήτων.
  17. Τα αστικά απόβλητα αποτελούν προβλέψιμη συνέπεια του σύγχρονου τρόπου ζωής μας. Παράγονται συνήθως από μεγάλο αριθμό τελικών καταναλωτών και μικρές επιχειρήσεις. Τα έξοδα που προκύπτουν σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση είναι συνήθως περιορισμένα. Η διάθεση αστικών αποβλήτων εμφανίζει, επομένως, τον χαρακτήρα «μαζικού εμπορίου». Ήδη αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μη ακριβή χρέωση των εξόδων, αλλά την κατανομή τους με ένα κατ’ αποκοπήν σύστημα.
  18. Σ’ αυτό προστίθεται η μεγαλύτερη δαπάνη για μία ακριβή εκκαθάριση. Προφανώς, η δαπάνη για την κατανομή των εξόδων είναι σχετικά μικρή, αν, για παράδειγμα, συλλέγονται μόνο σακούλες απορριμμάτων στην άκρη του δρόμου και για τον λόγο αυτόν καταβάλλει κάθε κάτοικος ενιαίο τέλος. Ακριβέστερη επιτήρηση του όγκου των αποβλήτων θα απαιτούσε προφανέστατα επιπλέον επενδύσεις και θα προκαλούσε υψηλότερο λειτουργικό κόστος της εκμετάλλευσης.
  19. Συστήματα που είναι κατά τι δαπανηρότερα προσανατολίζονται χονδρικώς προς τις ποσότητες αποβλήτων, για παράδειγμα, διαθέτοντας ειδικούς σάκους αποβλήτων ή τυποποιημένους κάδους απορριμμάτων έναντι τέλους. Ακόμη πιο εξελιγμένα συστήματα ζυγίζουν τα παραχθέντα απόβλητα κατά τη συλλογή και λαμβάνουν υπόψη το βάρος κατά τον υπολογισμό του τέλους.
  20. Θα μπορούσε ακόμη να ληφθεί υπόψη η σύνθεση των αποβλήτων. Αυτό όμως θα ανέβαζε ακόμη περισσότερο τη δαπάνη, χρησιμοποιώντας για παράδειγμα ειδικές συσκευές μέτρησης ή προβαίνοντας σε οπτική εξέταση των αποβλήτων. Μια σε βάθος εξέταση της συνθέσεως των οικιακών αποβλήτων, ειδικότερα, θα έθιγε επιπλέον την ιδιωτική ζωή του παραγωγού των αποβλήτων. Πράγματι, τα απόβλητα επιτρέπουν τη συναγωγή συμπερασμάτων για τον τρόπο ζωής του.
  21. Πρόσθετες δυσκολίες δημιουργούνται όταν πρόκειται για την ακριβή κατανομή των εξόδων διαθέσεως των αποβλήτων στην περίπτωση οικιών ή συγκροτημάτων με περισσότερα νοικοκυριά. Ενώ μία μονοκατοικία παραδίδει μόνον τα απόβλητα ενός νοικοκυριού, τα απόβλητα στην περίπτωση πολυκατοικιών συγκεντρώνονται συνήθως όλα μαζί. Ο ατομικός καταλογισμός του όγκου των αποβλήτων θα προϋπέθετε και άλλα μέτρα στο πλαίσιο της διαχειρίσεως του ακινήτου.
  22. Όπως ορθώς αναφέρει η Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ισχυρή ώθηση στην ελάττωση των παραδιδομένων αποβλήτων μπορεί επίσης να οδηγήσει σε παράνομη διάθεση. Οι παραγωγοί αποβλήτων θα μπορούσαν να μπουν στον πειρασμό να ξεφορτωθούν τα απόβλητά τους χρησιμοποιώντας ξένα συστήματα συλλογής (για παράδειγμα χρήση των κάδων απορριμμάτων του γείτονα ή δημοσίων κάδων απορριμμάτων) ή στη χειρότερη περίπτωση «αποθηκεύοντάς τα» στη φύση (24).
  23. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η διάθεση αστικών αποβλήτων απαιτεί τη θέση σε διάθεση ενός συστήματος συλλογής και διαθέσεως των αποβλήτων.
  24. Ακόμη και αν οι παραγωγοί αποβλήτων κατ’ εξαίρεση αξιοποιούν οι ίδιοι τα απόβλητα, για παράδειγμα, παρασκευάζοντας κοπριά, αυτοί δεν έχουν, κατ’ αρχήν, ούτε συμφέρον ούτε την ικανότητα να διαθέτουν οι ίδιοι κατά τρόπο κατάλληλο τα απόβλητά τους. Σε πολλούς οικισμούς τα οικιακά απόβλητα παράγονται εξάλλου σε μεγάλες ποσότητες. Θα μπορούσε να φοβάται κανείς σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα αν αυτά δεν συλλέγονταν σε τακτικά διαστήματα και δεν αξιοποιούνταν ή δεν διετίθεντο γρήγορα και σωστά.
  25. Για τον λόγο αυτόν, τα κράτη μέλη πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων να δημιουργούν (και να διατηρούν) ολοκληρωμένο και κατάλληλο δίκτυο εγκαταστάσεων διάθεσης των αποβλήτων, που να λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος. Αυτό το δίκτυο είναι κατάλληλο όταν έχει επαρκείς ικανότητες για να δέχεται τις προβλέψιμες ποσότητες αποβλήτων.
  26. Έτσι προχωρεί η ανάγκη για τη δημιουργία συστήματος συλλογής των αποβλήτων. Η οδηγία-πλαίσιο περί των αποβλήτων δεν απαιτεί μεν ρητώς αυτή τη συγκρότηση, αλλά αυτή θα πρέπει κανονικά να αποδειχθεί απαραίτητη στην πράξη.
  27. Τα έξοδα για τη δημιουργία και τη διατήρηση εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων και συστημάτων συλλογής δεν εξαρτώνται άμεσα από τις πράγματι παραχθείσες ποσότητες αποβλήτων. Ειδικότερα, όταν ο όγκος των αποβλήτων μειώνεται σε μεγάλο βαθμό, αλλά οι ήδη δημιουργηθείσες εγκαταστάσεις πρέπει να εξακολουθήσουν να χρηματοδοτούνται, τα έξοδα μπορούν να απέχουν πάρα πολύ από τον όγκο των παραχθέντων αποβλήτων.
  28. Αυτό το σύστημα αποτελεί πλεονέκτημα για τον ιδιώτη και στην περίπτωση που αυτός παράγει λίγα ή καθόλου απόβλητα, τα οποία να πρέπει να διατεθούν. Πράγματι, αυτός μπορεί να βασιστεί στο γεγονός ότι μπορεί να ξεφορτωθεί μέσω του συστήματος τα απόβλητα τα οποία κατ’ εξαίρεση παρήχθησαν. Ήδη η δυνατότητα αυτή μπορεί, υπό περιστάσεις, να δικαιολογεί κάποια συμμετοχή στη δαπάνη. Τα συστήματα κατανομής του κόστους βάσει των ποσοτήτων αποβλήτων που πράγματι παρήχθησαν προβλέπουν συχνά για τον λόγο αυτόν ένα βασικό τέλος, το οποίο αποτελεί την αμοιβή για την πρόσβαση στο σύστημα διαθέσεως των αποβλήτων. Παρόμοια υποδείγματα χρηματοδοτήσεως χρησιμοποιούνται επίσης στην περίπτωση άλλων υπηρεσιών που παρέχονται μέσω δικτύου, παρ’ όλον ότι και εκεί δεν αποκλείονται τιμολόγια χωρίς βασικά τέλη.
  29. Συνοψίζοντας, επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι μπορούν κάλλιστα να υπάρχουν λόγοι για να μη βασίζεται το σύστημα κατανομής των εξόδων διαθέσεως των αστικών αποβλήτων σε ακριβή υπολογισμό των εξόδων που προκλήθηκαν από τον συγκεκριμένο παραγωγό αποβλήτων.
  30. Περί της ελαστικότητας κατά την εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»
  31. Εντούτοις, είναι αμφίβολον αν η κατά το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων εφαρμοστέα αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» καθιστά δυνατό να ληφθούν υπόψη οι λόγοι αυτοί.
  32. Το Δικαστήριο επιτρέπει να αναγνωρίζεται ότι, κατά τη μεταφορά της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», υφίσταται κάποια ελαστικότητα. Πράγματι, δεν συνέδεσε μερικώς την υποχρέωση επιβαρύνσεως με τα έξοδα με την παραγωγή των αποβλήτων, αλλά με το γεγονός ότι ο οφειλέτης παραγωγός συνέβαλε στην παραγωγή αποβλήτων ή στην εμφάνιση της ρύπανσης (25).
  33. Στην προσέγγιση αυτή εντάσσεται το να μην απαιτείται ακριβής χρέωση των εξόδων αλλά να λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα του μέλους μιας ομάδας, η οποία είναι συλλογικώς υπεύθυνη για τη ρύπανση του περιβάλλοντος. Αυτό συμφωνεί προφανώς με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», όταν βεβαίως είναι βέβαιον ότι όλα τα μέλη της ομάδας συνέβαλαν στη ρύπανση, δεν μπορούν όμως να καθοριστούν σαφώς η εκάστοτε ατομική συμμετοχή και τα προκληθέντα από αυτήν έξοδα. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο μπορεί να αποτελεί έκφραση της ομαδικής ευθύνης η από κοινού ασφάλιση κατά κινδύνου που αφορά όλα τα μέλη, όπως αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο, για παράδειγμα, για τα ατυχήματα που προκάλεσαν τη διαρροή πετρελαίου στη θάλασσα (26).
  34. Το νομικό έρεισμα για μία ακόμη πιο ελαστική μεταφορά της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», κατά την άποψή μου, βρίσκεται στην αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (27), τις οποίες τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά τη μεταφορά και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (28).
  35. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ένα μέτρο δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκει. Εξυπακούεται ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό μέτρο και ότι τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (29).
  36. Κατά τη μεταφορά της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», τα κράτη μέλη πρέπει ιδίως να σταθμίζουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διαφόρων δυνατοτήτων ρυθμίσεως. Στο πλαίσιο αυτό μπορούν και πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις προαναφερθείσες σκέψεις. Το αποτέλεσμα της σταθμίσεως αυτής εξαρτάται ευρέως από τις τοπικές ιδιαιτερότητες, για παράδειγμα, τις γεωγραφικές συνθήκες, το είδος της εποίκησης, το επίπεδο αναπτύξεως του υφισταμένου συστήματος συλλογής και διαθέσεως των αποβλήτων ή την εκτίμηση του κινδύνου παράνομης εναπόθεσης αποβλήτων. Σημασία θα έχει επίσης αν από έναν ακριβέστερο υπολογισμό των ατομικών εξόδων μπορούν να αναμένονται ουσιαστικώς επαρκώς αισθητές διαφορές στην επιβάρυνση των εξόδων ή αν, παρά τη δαπανηρότερη επιτήρηση των αποβλήτων, ο μεμονωμένος παραγωγός αποβλήτων πρέπει να πληρώσει το ίδιο ποσό ή λόγω υψηλότερων εξόδων επιτήρησης ακόμη και μεγαλύτερο ποσό από αυτό που πλήρωνε έως τότε.
  37. Η στάθμιση αυτή απαιτεί, επομένως, περίπλοκες αποφάσεις, βασιζόμενες σε προγνώσεις. Τα κράτη μέλη διαθέτουν συναφώς, κατ’ αρχήν, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και διαμορφώσεως (διακριτική ευχέρεια) (30). Εντούτοις, η άποψη της Ιταλίας και του Δήμου της Casoria ότι το άρθρο 15 της οδηγίας-πλαισίου περί των αποβλήτων είναι υπερβολικά ανακριβές ώστε να μπορεί ο ιδιώτης να επικαλείται την παράβασή του, δεν είναι ορθή. Το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών έχει μεν ως συνέπεια αυτή η παράβαση να είναι απίθανη, όμως, αν οι αρμόδιες υπηρεσίες υπερβαίνουν τη δική τους διακριτική ευχέρεια, ο ιδιώτης μπορεί να προβάλει την εν λόγω παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
  38. Το ουσιαστικό κριτήριο για τη διαπίστωση αυτής της παραβάσεως είναι αν οι αρμόδιες υπηρεσίες παρέβησαν προδήλως τις απαιτήσεις της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». Μία περίπλοκη εκτίμηση μπορεί κατά κανόνα να αμφισβητηθεί μόνον αν δεν υπάρχει εύλογη βάση (31). Επειδή όμως πρόκειται για τη θέση σε εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», δεν αρκεί οιαδήποτε εύλογη εκτίμηση, αλλά έχει σημασία αν υφίσταται εύλογη σχέση με τη συμμετοχή του παραγωγού αποβλήτων στην παραγωγή αυτών.
  39. Η προκείμενη ιταλική ρύθμιση κατανομής των εξόδων πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τα προεκτεθέντα.
  40. Επί της χρήσεως των επιφανειών ως παράγοντα κατανομής
  41. Σύμφωνα με το εφαρμοστέο ιταλικό δίκαιο, το ποσό της συμμετοχής στα έξοδα διαθέσεως των αποβλήτων βασίζεται, αφενός, στην έκταση των χρησιμοποιουμένων χώρων και των ακάλυπτων επιφανειών και, αφετέρου, σε έναν εκτιμηθέντα συντελεστή για την ικανότητα παραγωγής αποβλήτων με βάση το είδος της χρήσεως.
  42. Οι δύο αυτοί παράγοντες, αυτοί καθ’ εαυτοί, δεν παρέχουν προφανή αφορμή για αμφισβήτηση. Η έκταση των χρησιμοποιουμένων επιφανειών και ο τρόπος χρήσεώς τους επιτρέπουν, κατ’ αρχήν, εύλογα συμπεράσματα ως προς τις αναμενόμενες ποσότητες αποβλήτων, ειδικότερα όταν η πείρα επιτρέπει να συναχθούν αντίστοιχες τιμές.
  43. Αυτοί οδηγούν μεν σε μία τυποποιημένη ρύθμιση κατανομής εξόδων, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τη συγκεκριμένη παραγωγή αποβλήτων. Όμως οι αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών μπορούν, εκτιμώντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μιας ακριβέστερης κατανομής των εξόδων να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το σύστημα αυτό πρέπει να προτιμηθεί.
  44. Σχετικά με τη λήψη υπόψη της οικονομικής ικανότητας
  45. Εντούτοις, από τα προεκτεθέντα δεν προκύπτει ακόμη ότι η υποχρεωτική συμμετοχή των προσφευγουσών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Πράγματι, αυτή βασίζεται κατά τρόπο αποφασιστικό στον εκτιμηθέντα συντελεστή ικανότητας παραγωγής αποβλήτων ανάλογα με το είδος χρήσεως των επιφανειών. Για το έτος 2006, ο εν λόγω συντελεστής ήταν οκταπλάσιος και το 2007 εννεαπλάσιος σε σχέση με τον συντελεστή που εφαρμοζόταν στις χρησιμοποιούμενες από ιδιώτες επιφάνειες. Για τη βάση αυτής της εκτιμήσεως, το αιτούν δικαστήριο ανακοίνωσε μόνον ότι οι προσφεύγουσες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ανέφεραν κατά τη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι αυτή δεν βασίζεται στην ικανότητά τους να παράγουν απόβλητα αλλά στην οικονομική τους ικανότητα.
  46. Η οικονομική ικανότητα ενός παραγωγού αποβλήτων δεν έχει άμεση σχέση με τον όγκο των αποβλήτων που παράγει. Δεν μπορεί μεν να αποκλεισθεί ότι επιχειρήσεις με ισχυρή οικονομική ικανότητα παράγουν ιδιαίτερα πολλά απόβλητα, όμως το ίδιο ισχύει για την αντίθετη εικασία. Ενδεχομένως, μια υψηλή αποδοτικότητα να οφείλεται ακριβώς σε μία συμπεριφορά που ενδιαφέρεται για την προστασία των περιβαλλοντικών πόρων.
  47. Η οικονομική ικανότητα δεν μπορεί επίσης ούτε από κοινωνική άποψη να δικαιολογεί υψηλότερες εισφορές. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» αποσκοπεί να προσαρμόσουν όλα τα κοινωνικά στρώματα τη συμπεριφορά τους κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται, όσον τούτο είναι δυνατόν, οιαδήποτε ζημία του περιβάλλοντος. Επομένως, δεν συμβιβάζεται με την αρχή αυτή ορισμένες κατηγορίες, λόγω μεγαλύτερης ανάγκης ή μικρότερης αποδοτικότητας, να απαλλάσσονται από τα έξοδα που συνδέονται με την προκληθείσα από αυτές ρύπανση του περιβάλλοντος. Αυτό δεν αποκλείει, εντούτοις, να λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα αυτά –ειδικότερα στο μέτρο που η ρύπανση αποτελεί αναπόφευκτο μέρος του τρόπου ζωής– για τον υπολογισμό ενδεχομένων κοινωνικών μέτρων στήριξης, διότι αυτό θα εγγυάται τη λειτουργία ως κινήτρου της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει».
  48. Απ’ αυτό προκύπτει ότι η οικονομική ικανότητα αποτελεί προφανώς ακατάλληλο κριτήριο για τη θέση σε εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει».
  49. Σχετικά με τα λοιπά προβληθέντα κριτήρια
  50. Οι προσφεύγουσες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις απαίτησαν κατά τη διαδικασία της κύριας δίκης να ληφθεί επίσης υπόψη το ποσοστό πληρότητας των δωματίων, η ύπαρξη ή όχι υπηρεσιών εστίασης, ή το αποτέλεσμα της υπάρξεως βοηθητικών, μη κατοικήσιμων, χώρων.
  51. Ενδεχομένως, αυτά τα κριτήρια επιτρέπουν να συναχθούν συμπεράσματα σχετικά με τον αναμενόμενο όγκο αποβλήτων και, επομένως, δεν θα είναι προδήλως ακατάλληλα για τη θέση σ’ εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». Εντούτοις, η παραίτηση από τα κριτήρια αυτά επίσης δεν θα ήταν προδήλως εσφαλμένη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν πρέπει υποχρεωτικά να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών στα έξοδα.

V –    Πρόταση

  1. Προτείνω, επομένως, να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:

«Η αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” που διατυπώνεται στο άρθρο 15 της οδηγίας 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων, έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες επιβάλλουν σε βάρος ιδιωτών προδήλως δυσανάλογα έξοδα για τη διάθεση αποβλήτων, καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εύλογη σχέση με την παραγωγή των αποβλήτων.»

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

2 – EE L 114, σ. 9.

3 – EE ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86, όπως τροποποιήθηκε τελευταίως με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί προσαρμογής στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου των διατάξεων των σχετικών με τις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της, οι οποίες προβλέπονται από πράξεις υποκείμενες στη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 284, σ. 1).

4 – ΕΕ L 312, σ. 3.

5 – GURI αριθ. 288, της 9ης Δεκεμβρίου 1993, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 108, που, προφανώς, στη συνέχεια τροποποιήθηκε κατ’ επανάληψη.

6 – GURI αριθ. 38 της 15ης Φεβρουαρίου 1997, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 33.

7 – GURI αριθ. 88 της 14ης Απριλίου 2006, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 96.

8 – GURI αριθ. 129 της 4ης Ιουνίου 1999, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 107.

9 – Βλ., π.χ. αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίου 1997, C‑134/95, USSL nº 47 di Biella (Συλλογή 1997, σ. I‑195, σκέψη 17), της 30ής Απριλίου 1998, C‑37/96 και C‑38/96, Sodiprem κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑2039, σκέψη 22), της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑9/99, Échirolles Distribution (Συλλογή 2000, σ. I‑8207, σκέψη 15 επ.), της 8ης Ιουνίου 2006, C-60/05, WWF Italia κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-5083, σκέψη 18), και της 22ας Μαΐου 2008, C-439/06, Citiworks (Συλλογή 2008, σ. Ι-3913, σκέψη 21).

10 – Βλ. αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2007, C‑295/05, Asemfo (Συλλογή 2007, σ. I‑2999, σκέψη 32 επ.), της 28ης Ιουνίου 2007, C‑467/05, Dell’Orto (Συλλογή 2007, σ. I‑5557, σκέψη 41 επ.), και της 10ης Μαρτίου 2009, C‑345/06, Heinrich (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 30 επ.).

11 – Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί των αποβλήτων.

12 – Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2008, C-188/07, Commune de Mesquer (Συλλογή 2008, σ. I-4501, σκέψη 80).

13 – Βλ., σχετικώς, προτάσεις μου της 13ης Μαρτίου 2008 στην υπόθεση C‑188/07, Commune de Mesquer (σημεία 122 επ.).

14 – Βλ. σημείο 1 του παραρτήματος της συστάσεως 75/436/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1975, περί καταλογισμού του κόστους και παρέμβασης των δημόσιων αρχών στον τομέα του περιβάλλοντος (ΕΕ L 194, σ. 94).

15 – Βλ. σημείο 4, στοιχείο β΄, του παραρτήματος της συστάσεως 75/436 (όπ.π., υποσημείωση 14).

16 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs της 30ής Απριλίου 2002 στην υπόθεση C‑126/01, GEMO (Συλλογή 2003, σ. I‑13769, σημείο 60). Βλ., επίσης, σημείο 2 του παραρτήματος της συστάσεως 75/436 (όπ.π., υποσημείωση 14).

17 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C‑293/97, Standley κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑2603, σκέψη 52).

18 – Απόφαση της 13ης Απριλίου 2000, C‑292/97, Karlsson κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑2737, σκέψη 39), της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 95), της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑300/04, Eman και Sevinger (Συλλογή 2006, σ. I‑8055, σκέψη 57), καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑227/04 P, Lindorfer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑6767, σκέψη 63).

19 – Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-444/00, Mayer Parry Recycling (Συλλογή 2003, σ. I-6163, σκέψη 79). Βλ., επίσης, σημείο I του παραρτήματος της συστάσεως (όπ.π., υποσημείωση 14).

20 – Απόφαση Commune de Mesquer (όπ.π., υποσημείωση 12, σκέψη 72).

21 – Απόφαση Standley κ.λπ. (όπ.π., υποσημείωση 17, σκέψη 51).

22 – Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Commune de Mesquer (όπ.π., υποσημείωση 13, σημείο 120).

23 – Έτσι ήταν η αρχική κατάσταση στις αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑1/03, Van de Walle κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑7613, σκέψη 54 επ.) και Commune de Mesquer (όπ.π., υποσημείωση 12, σκέψη 69 επ): επρόκειτο για τον καταλογισμό σε ορισμένους ρυπαίνοντες των εξόδων μετά από ατυχήματα που προκάλεσαν ρύπανση.

24 – Ο κίνδυνος αυτός δεν εμφανίζεται κατά τον ίδιο τρόπο στις περιπτώσεις ρυπάνσεως που προκάλεσαν τις αποφάσεις Van de Walle, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, και Commune de Mesquer, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12.

25 – Αποφάσεις Standley (όπ.π., υποσημείωση 17) και Commune de Mesquer (όπ.π., υποσημείωση 12).

26 – Απόφαση Commune de Mesquer (όπ.π., υποσημείωση 12, σκέψη 81).

27 – Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 25/70, Köster, Berodt & Co. (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 617, σκέψη 21 επ.), της 18ης Νοεμβρίου 1987, 137/85, Maizena κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4587, σκέψη 15), της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I‑4023, σκέψη 13), της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑310/04, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I‑7285, σκέψη 97), και της 17ης Ιανουαρίου 2008, C‑37/06 και C‑58/06, Viamex Agrar Handel (Συλλογή 2008, σ. I-69, σκέψη 33).

28 – Αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C‑2/92, Bostock (Συλλογή 1994, σ. I‑955, σκέψη 16), της 18ης Μαΐου 2000, C‑107/97, Rombi και Arkopharma (Συλλογή 2000, σ. I‑3367, σκέψη 65), της 6ης Νοεμβρίου 2003, C‑101/01, Lindqvist (Συλλογή 2003, σ. I‑12971, σκέψη 87), της 27ης Ιουνίου 2006, C‑540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I‑5769, σκέψη 105), και της 26ης Ιουνίου 2007, C‑305/05, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑5305, σκέψη 28). Βλ. για την υπαγωγή εθνικών διατάξεων για τη θέση σε εφαρμογή και τη συμπλήρωση της έκτης οδηγίας ΦΠΑ στην αρχή της αναλογικότητας, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-286/94, C-340/95, C-401/95 και C-47/96, Molenheide κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-7281, σκέψη 48), και της 10ης Ιουλίου 2008, C‑25/07, Sosnowska (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 23).

29 – Βλ, συναφώς, προαναφερθείσες στην υποσημείωση 27 αποφάσεις Köster, Berodt & Co. (σκέψεις 28 και 32), Fedesa κ.λπ. (σκέψη 13), και Viamex Agrar Handel (σκέψη 35), καθώς και αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder HS Kraftfutter (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21), και της 12ης Ιουλίου 2001, C‑189/01, Jippes κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑5689, σκέψη 81).

30 – Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑77/02, Steinicke (Συλλογή 2003, σ. I‑9027, σκέψη 61), και της 22ας Νοεμβρίου 2005, C‑144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I‑9981, σκέψη 63), όπου αμφότερες αφορούν σκοπούς της πολιτικής της απασχολήσεως, καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση Commune de Mesquer (όπ.π., υποσημείωση 13, σημείο 125).

31 – Βλ., ως προς τις περίπλοκες εκτιμήσεις του κοινοτικού νομοθέτη, προτάσεις μου της 10ης Μαρτίου 2009 στην υπόθεση C-558/07, S.P.C.M. κ.λπ. (απόφαση της 7ης Ιουλίου 2009, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 77, με λοιπές υποσημειώσεις).