Υπόθεση C-430/07 Exportslachterij J. Gosschalk & Zoon BV κατά Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit (αίτηση του Raad van State για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως) «Απόφαση 2000/764/ΕΚ – Διάγνωση και επιδημιολογική παρακολούθηση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών – Κανονισμός (ΕΚ) 2777/2000 – Μέτρα στήριξης της αγοράς – Κτηνιατρικά μέτρα – Συμμετοχή της Κοινότητας στη χρηματοδότηση μέρους του κόστους των ελέγχων – Οδηγία 85/73/ΕΚ – Δυνατότητα των κρατών μελών να χρηματοδοτήσουν το μέρος του κόστους που δεν αναλαμβάνει η Κοινότητα μέσω εισπράξεως εθνικών τελών για τις επιθεωρήσεις των κρεάτων ή τελών για την καταπολέμηση των επιζωοτιών»

 

 

 

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών περί υγειονομικού ελέγχου – Κτηνιατρικοί και ζωοτεχνικοί έλεγχοι στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου ζώων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως – Μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών

(Κανονισμός 2777/2000 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 111/2001, άρθρα 2 § 1 και 3 § 4· απόφαση 2000/764 της Επιτροπής, άρθρο 1 § 3)

  1. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών περί υγειονομικού ελέγχου – Κτηνιατρικοί και ζωοτεχνικοί έλεγχοι στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου ζώων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως – Μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών

(Κανονισμός 1258/1999 του Συμβουλίου, άρθρα 1 § 2, στοιχείο δ΄, και 3 § 2· κανονισμός 2777/2000 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 111/2001, άρθρο 2 § 1)

  1. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών περί υγειονομικού ελέγχου – Χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των νωπών κρεάτων – Οδηγία 85/73

(Κανονισμός 2777/2000 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 111/2001, άρθρο 2 § 2· οδηγία 85/73 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 96/43, άρθρα 4 και 5 § 4, εδ. 2)

  1. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000, περί θεσπίσεως εξαιρετικών μέτρων στήριξης για την αγορά βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 111/2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή αφορά και τις υποχρεωτικές δοκιμές διαγνώσεως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ) που πραγματοποιήθηκαν σε κράτος μέλος, κατά τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2001, επί όλων των κρεάτων από βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών τα οποία υποβλήθηκαν σε σφαγή προς βρώση.

Συναφώς, προκειμένου να καθορισθεί αν οι ως άνω δοκιμές συνιστούν δοκιμές κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000, είναι αδιάφορο αν η υποχρέωση διενέργειάς τους επιβάλλεται από εθνικό νομοθέτη που αποφάσισε να εφαρμόσει ήδη από 1ης Ιανουαρίου 2001 το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764, περί των ελέγχων στα βοοειδή για την παρουσία [ΣΕΒ] και την ενημέρωση του παραρτήματος IV της απόφασης 98/272/ΕΚ, καθόσον επιτράπηκε στο οικείο κράτος μέλος να διακόψει την εφαρμογή του καθεστώτος ειδικής αγοράς δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 2777/2000, ή αν η υποχρέωση αυτή απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 που έχει εφαρμογή σε κράτος μέλος, το οποίο μη διαθέτοντας την επαρκή δυναμικότητα για να υποβάλει όλα τα ζώα σε δοκιμή, εφάρμοσε και το εν λόγω καθεστώς αγοράς, εφόσον μόνον το κρέας που αποδείχθηκε αρνητικό σε μία από τις τρεις εγκεκριμένες δοκιμές μπορούσε να δοθεί στην κατανάλωση και οι εν λόγω τρεις δοκιμές ήταν τεχνικώς οι ίδιες.

(βλ. σκέψεις 42-43, διατακτ. 1)

  1. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000, περί θεσπίσεως εξαιρετικών μέτρων στήριξης για την αγορά βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 111/2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση της διάθεσης στο εμπόριο των κρεάτων βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών που δεν έχουν αρνητικό αποτέλεσμα στην υποχρεωτική από 1ης Ιανουαρίου 2001 δοκιμή διαγνώσεως της ΣΕΒ συνιστά εντασσόμενο στα προγράμματα εξαλείψεως και επιτηρήσεως της ΣΕΒ κτηνιατρικό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1258/1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής.

Εφόσον πρόκειται για κτηνιατρικό μέτρο, η κοινοτική χρηματοδότηση πραγματοποιείται, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού αυτού.

(βλ. σκέψεις 60, 62, διατακτ. 2)

  1. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000, περί θεσπίσεως εξαιρετικών μέτρων στήριξης για την αγορά βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 111/2001, καθώς και τα άρθρα 4 και 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73/ΕΟΚ, για τη χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων που προβλέπουν οι οδηγίες 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 90/675/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 96/43/ΕΚ, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να εισπράττουν εθνικά τέλη για τη χρηματοδότηση των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ. Το συνολικό ποσόν των τελών που αφορούν τη σφαγή βοοειδών προς βρώση καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν τα κοινοτικά τέλη, σύμφωνα με τις οποίες, αφενός, το ποσόν αυτό δεν πρέπει να υπερβαίνει τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες, που καλύπτουν τους μισθούς, τις ασφαλιστικές εισφορές και τα διοικητικά έξοδα που συνδέονται με τη διενέργεια των σχετικών δοκιμών και, αφετέρου, απαγορεύεται κάθε άμεση ή έμμεση επιστροφή των τελών αυτών.

(βλ. σκέψη 81, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 25ης Ιουνίου 2009 (*)

«Απόφαση 2000/764/ΕΚ – Διάγνωση και επιδημιολογική παρακολούθηση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών – Κανονισμός (ΕΚ) 2777/2000 – Μέτρα στήριξης της αγοράς – Κτηνιατρικά μέτρα – Συμμετοχή της Κοινότητας στη χρηματοδότηση μέρους του κόστους των ελέγχων – Οδηγία 85/73/ΕΚ – Δυνατότητα των κρατών μελών να χρηματοδοτήσουν το μέρος του κόστους που δεν αναλαμβάνει η Κοινότητα μέσω εισπράξεως εθνικών τελών για τις επιθεωρήσεις των κρεάτων ή τελών για την καταπολέμηση των επιζωοτιών»

Στην υπόθεση C‑430/07,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Raad van State (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Σεπτεμβρίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης

Exportslachterij J. Gosschalk & Zoon BV

κατά

Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, J. Klučka, U. Lõhmus (εισηγητή) και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της συνεδριάσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2008,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Exportslachterij J. Gosschalk & Zoon BV, εκπροσωπούμενη από τους K. Defares και S. M. Goossens, advocaten,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους C. M. Wissels, D. J. M. de Grave και M. de Mol,

–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Erlbacher και M. van Heezik,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Νοεμβρίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 2777/2000 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, περί θεσπίσεως εξαιρετικών μέτρων στήριξης για την αγορά βοείου κρέατος (ΕΕ L 321, σ. 47), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 111/2001 της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 2001 (ΕΕ L 19, σ. 11. στο εξής: κανονισμός 2777/2000), το κύρος του εν λόγω άρθρου 2, παράγραφος 2, και την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 1985, για τη χρηματοδότηση των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων και ελέγχων που προβλέπουν οι οδηγίες 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 90/675/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ (ΕΕ L 32, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 96/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1996 (ΕΕ L 162, σ. 1, στο εξής: οδηγία 85/73).

2        Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ Exportslachterij J. Gosschalk & Zoon BV (στο εξής: Gosschalk) και Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit (Υπουργού Γεωργίας, φυσικού περιβάλλοντος και ποιότητας τροφίμων), σχετικά με τη χρηματοδότηση των δοκιμών διάγνωσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ) που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Μαΐου και Δεκεμβρίου του 2001 σε βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών τα οποία βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις της Gosschalk.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κοινοτική νομοθεσία

3        Το παράρτημα Ι, κεφάλαιο VI, της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί υγειονομικών συνθηκών παραγωγής και διάθεσης στην αγορά νωπών κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 129), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 95/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1995 (ΕΕ L 243, σ. 7, στο εξής: οδηγία 64/433), ορίζει, όσον αφορά την προ της σφαγής επιθεώρηση, τα εξής:

«[...]

  1. Η επιθεώρηση πρέπει να διευκρινίζει:

α)      αν τα ζώα πάσχουν από ασθένεια μεταδοτική στον άνθρωπο και στα ζώα ή αν παρουσιάζουν συμπτώματα ή ευρίσκονται σε γενική κατάσταση που δημιουργεί φόβους εμφανίσεως τέτοιας ασθενείας·

[...]»

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας 85/73 ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη –σύμφωνα με τις λεπτομερείς διατάξεις του παραρτήματος Α– εισπράττουν κοινοτικό τέλος για τα έξοδα των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των προϊόντων του εν λόγω παραρτήματος, περιλαμβανομένων των ελέγχων που επιδιώκουν την προστασία των ζώων στα σφαγεία σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 93/119/ΕΟΚ.»

5        Το άρθρο 4 της οδηγίας 85/73 προβλέπει τα εξής:

«1.      Μέχρι την έκδοση των διατάξεων που διέπουν τα κοινοτικά τέλη, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση των επιθεωρήσεων και ελέγχων που δεν εμπίπτουν στα άρθρα 1, 2 και 3.

  1. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να εισπράττουν εθνικά τέλη, τηρώντας τις αρχές που ισχύουν για τα κοινοτικά τέλη.»

6        Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κοινοτικά τέλη καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να καλύπτουν τα στοιχεία κόστους που βαρύνουν την αρμόδια αρχή:

–        ως μισθοί και κοινωνικές επιβαρύνσεις της επιθεωρούσας υπηρεσίας,

–        ως διοικητικά έξοδα που σχετίζονται με τη διενέργεια των ελέγχων και επιθεωρήσεων, στα οποία μπορούν να προστίθενται και τα έξοδα που απαιτούνται για τη μετεκπαίδευση των επιθεωρητών,

για τη διενέργεια των ελέγχων και επιθεωρήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 1, 2 και 3.

  1. Απαγορεύεται οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση επιστροφή των τελών που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. Ωστόσο, η τυχόν εφαρμογή από ένα κράτος μέλος του κατ’ αποκοπή μέσου όρου που προβλέπεται στα παραρτήματα Α, Β και Γ δεν θεωρείται, σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, ως έμμεση επιστροφή.
  2. Τα κράτη μέλη μπορούν να εισπράττουν ποσό ανώτερο των κοινοτικών τελών, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό τέλος που εισπράττεται από κάθε κράτος μέλος δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος των εξόδων επιθεώρησης.
  3. [...]

Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εισπράττουν τέλος για την καταπολέμηση [της επιζωοτίας] και των ενζωοτικών ασθενειών.»

7        Το κεφάλαιο 1 του παραρτήματος Α της οδηγίας 85/73, που αφορά τα τέλη που επιβάλλονται στα κρέατα που εμπίπτουν στις οδηγίες 64/433, 71/118/ΕΟΚ, 91/495/ΕΟΚ και 92/45/ΕΟΚ, ορίζει τα εξής:

«Το τέλος που αναφέρεται στο άρθρο 1 καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, ως εξής:

  1. Τα κράτη μέλη, υπό την επιφύλαξη των σημείων 4 και 5, εισπράττουν για τα έξοδα επιθεώρησης που συνδέονται με τις διαδικασίες σφαγής τα ακόλουθα κατ’ αποκοπή ποσά:

α)      βόειο κρέας:

–        ενήλικα βοοειδή: 4,5 [ευρώ] ανά ζώο,

–        νεαρά βοοειδή: 2,5 [ευρώ] ανά ζώο·

[...]»

8        Η απόφαση 98/272/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1998, για την επιδημιολογική παρακολούθηση των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών και για την τροποποίηση της απόφασης 94/474/ΕΚ (ΕΕ L 122, σ. 59), υποχρέωσε, μεταξύ άλλων, τα κράτη μέλη να προβλέψουν ένα ετήσιο πρόγραμμα παρακολούθησης, με τους όρους που καθορίζονται στο παράρτημά της, για την επισήμανση νέων περιπτώσεων αρρώστων ζώων.

9        Η απόφαση 98/272, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2000/374/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 2000 (ΕΕ L 135, σ. 27), περιλαμβάνει, στο παράρτημα IV A, τρεις ειδικές και ακριβείς δοκιμές για τη διάγνωση των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών στα ζώα κατά την κλινική φάση της ασθένειας.

10      Σύμφωνα με το παράρτημα αυτό, οι εγκεκριμένες μέθοδοι για την εν λόγω διάγνωση είναι οι εξής:

«1.      Δοκιμή ανοσοαποτύπωσης, με βάση διαδικασία αποτυπώματος western, για την ανίχνευση του ανθεκτικού στα πρωτεολυτικά ένζυμα τμήματος PrPRes (δοκιμή Prionics Check).

  1. ELISA χημιφωταύγειας που περιλαμβάνει διαδικασία εκχύλισης και εφαρμογή τεχνικής ELISA με χρήση ισχυρού αντιδραστηρίου χημιφωταύγειας (δοκιμή Enfer).
  2. Ανοσολογική δοκιμή τύπου σάντουιτς για το τμήμα PrPRes η οποία εκτελείται μετά από μετουσίωση και συμπύκνωση (δοκιμή CEA).»

11      Δυνάμει της αποφάσεως 2001/8/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 2000, για την τροποποίηση της απόφασης 2000/764/ΕΚ περί των ελέγχων στα βοοειδή για την παρουσία σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και την ενημέρωση του παραρτήματος IV της απόφασης 98/272/ΕΚ (ΕΕ 2001, L 2, σ. 28 και διορθωτικό 2001, EE L 31, σ. 23), που ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 2001, η δοκιμή CEA του παραρτήματος IV A, σημείο 3, της απόφασης 98/272 μετονομάσθηκε σε «Bio-Rad» και, στο γαλλικό κείμενο, το εν λόγω παράρτημα IV A έγινε το παράρτημα IVα της απόφασης αυτής.

12      Το άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 160, σ. 21), ορίζει τα εξής:

«1.      Όταν διαπιστώνεται αισθητή άνοδος ή πτώση των τιμών στην αγορά της Κοινότητας, ενδέχεται δε να διατηρηθεί η κατάσταση αυτή και, επομένως, να διαταράσσεται ή απειλείται να διαταραχθεί η εν λόγω αγορά, δύνανται να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα.

  1. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.»

13      Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), ορίζει τα εξής:

«[…]

Το τμήμα Εγγυήσεων [του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων] χρηματοδοτεί:

[…]

β)      τις παρεμβάσεις για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών·

[…]

δ)      τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας σε ειδικά κτηνιατρικά μέτρα, σε μέτρα ελέγχου στον κτηνιατρικό τομέα και σε προγράμματα εξάλειψης και επίβλεψης των ζωονόσων (κτηνιατρικά μέτρα), καθώς και σε φυτοϋγειονομικά μέτρα·

[…]».

14      Το άρθρο 3 του κανονισμού 1258/1999 ορίζει τα εξής:

«[...]

  1. Τα κτηνιατρικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα που αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, χρηματοδοτούνται δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄.
[...]»

15      Το άρθρο 1 της απόφασης της Επιτροπής 2000/764/ΕΚ, της 29ης Νοεμβρίου 2000, περί των ελέγχων στα βοοειδή για την παρουσία σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και την τροποποίηση της απόφασης 98/272/ΕΚ (ΕΕ L 2, σ. 28), ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα βοοειδή ηλικίας μεγαλύτερης των 30 μηνών:

–        τα οποία υπόκεινται στην “ειδική επείγουσα σφαγή”, όπως καθορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο ιδ΄, της οδηγίας 64/433 […], ή

–        τα οποία σφάζονται σύμφωνα με το παράρτημα Ι, κεφάλαιο VI, σημείο 28, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 64/433

ελέγχονται με μια από τις εγκεκριμένες δοκιμές ταχείας διάγνωσης που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IVα της απόφασης 98/272, από 1ης Ιανουαρίου 2001.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν επίσης εφαρμογή στα ζώα του πρώτου εδαφίου τα οποία προορίζονται για θανάτωση σύμφωνα με τον κανονισμό […] 2777/2000.

  1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα βοοειδή ηλικίας μεγαλύτερης των [30] μηνών, τα οποία απεβίωσαν στο αγρόκτημα ή κατά τη μεταφορά αλλά δεν σφάχτηκαν προς βρώση, ελέγχονται σύμφωνα με το παράρτημα IV, μέρος Α, της απόφασης 98/272 […], από 1ης Ιανουαρίου 2001.
  2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα βοοειδή ηλικίας μεγαλύτερης των [30] μηνών τα οποία υπόκεινται σε κανονική σφαγή προς βρώση ελέγχονται με μια από τις εγκεκριμένες δοκιμές ταχείας διάγνωσης που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος IV [α] της απόφασης 98/272 […], από 1ης Ιουλίου 2001 το αργότερο.
[...]».

16      Η απόφαση 2000/674 καταργήθηκε από 1ης Ιουλίου 2001 με τον κανονισμό (ΕΚ) 1248/2001 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2001, για την τροποποίηση των παραρτημάτων III, X και XI του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την επιδημιολογική παρακολούθηση και τη [διάγνωση] των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΕΕ L 173, σ. 12).

17      Το άρθρο 12 της απόφασης 2000/773/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2000, σχετικά με την έγκριση των προγραμμάτων για την παρακολούθηση της ΣΕΒ, τα οποία υποβλήθηκαν για το 2001 από τα κράτη μέλη και τον καθορισμό του ύψους της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής (ΕΕ L 308, σ. 35), ενέκρινε το πρόγραμμα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και καθόρισε τη χρηματοδοτική συνδρομή της Κοινότητας για το εν λόγω κράτος μέλος σε 1 260 000 ευρώ κατ’ ανώτατο όριο.

18      Το άρθρο 17 της απόφασης 2000/773 ορίζει τα εξής:

«Εκτός από τα μέτρα που προβλέπονται στα προγράμματα τα οποία έχουν εγκριθεί στα άρθρα 2 έως 16, η χρηματοδοτική συνδρομή της Κοινότητας θα χορηγηθεί επίσης για τις δοκιμές που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764[…], υπό τον όρο ότι τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν τροποποιημένο πρόγραμμα στην Επιτροπή μέχρι τις 15 Ιουνίου 2001 το αργότερο.»

19      Το άρθρο 18 της απόφασης 2000/773 προβλέπει τα εξής:

«Η χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας για τα προγράμματα που έχουν εγκριθεί στα άρθρα 2 έως 16 ανέρχεται στο 100 % των δαπανών [εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ)] για την αγορά συνόλων υλικών δοκιμής (test-kits) και αντιδραστηρίων, μέχρι του μέγιστου ποσού των 30 ευρώ ανά δοκιμή για τις δοκιμές που πραγματοποιούνται μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου 2001 στα ζώα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης 2000/764 […]».

20      Οι τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2777/2000 ορίζουν τα εξής:

«(1)      Η κοινοτική αγορά βοείου κρέατος διέρχεται σήμερα βαθεία κρίση, λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης των καταναλωτών στο βόειο κρέας, η οποία προκλήθηκε από την εμφάνιση νέων κρουσμάτων [ΣΕΒ]. Η κατανάλωση, όπως και η παραγωγή, μειώθηκαν πρόσφατα σε άνευ προηγουμένου επίπεδα και ακολούθησε η ουσιαστική μείωση των τιμών παραγωγού. […] Υπό τις περιστάσεις αυτές, το άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού […] 1254/1999 προβλέπει τη λήψη έκτακτων μέτρων στήριξης της αγοράς με στόχο την επανεξισορρόπησή της. Ένα από τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι η εφαρμογή προγράμματος, βάσει του οποίου τα ζώα που διαφορετικά θα είχαν δημιουργήσει μεγάλα πλεονάσματα στην αγορά αποσύρονται από την παραγωγή κρέατος μέσω ενός καθεστώτος αγορών που ακολουθείται από την καταστροφή των ζώων.

(2)      Η απόφαση 2000/76 […] θεσπίζει ειδικούς κανόνες σχετικά με την υποβολή των ζώων ηλικίας άνω των [30] μηνών σε εξέταση για ΣΕΒ, και ειδικότερα τις εγκεκριμένες μεθόδους για τη διενέργεια της εξέτασης αυτής. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, από 1ης Ιουλίου 2001 το αργότερο, όλα τα ζώα άνω των [30] μηνών που αποτελούν αντικείμενο κανονικής σφαγής [προς βρώση] πρέπει να εξετάζονται για ΣΕΒ. Έως τότε, είναι σκόπιμο να επικεντρωθεί η απόσυρση των ζώων από την αγορά, όπως προαναφέρθηκε, στα ζώα της εν λόγω ηλικίας τα οποία κατά τη σφαγή δεν εξετάζονται για ΣΕΒ και να επιτραπεί μόνο η διάθεση [προς βρώση] στην Κοινότητα και στις τρίτες χώρες του κρέατος από ζώα που έχουν υποβληθεί σε εξέταση με αρνητικά αποτελέσματα.

(3)      Για να επιτευχθεί η ταχεία βελτίωση της αγοράς βοείου κρέατος, πρέπει στο μεταξύ να ενθαρρυνθεί η εθελοντική εξέταση των ζώων άνω των [30] μηνών. Πρέπει επομένως να θεσπισθούν διατάξεις που να προβλέπουν την κοινοτική συγχρηματοδότηση των απαιτούμενων δοκιμασιών, ενώ εξασφαλίζουν παράλληλα ότι δεν γίνονται διπλές πληρωμές από τον κοινοτικό προϋπολογισμό.»

21      Το άρθρο 2 του κανονισμού 2777/2000 ορίζει τα εξής:

«1.      Το κρέας βοοειδών ηλικίας άνω των [30] μηνών που σφάζονται στην Κοινότητα μετά την 1η Ιανουαρίου 2001 μπορεί να διατεθεί [προς βρώση] στην Κοινότητα ή για εξαγωγή σε τρίτες χώρες, μόνον εάν έχει υποβληθεί σε εξέταση με αρνητικά αποτελέσματα για [ΣΕΒ], με τη χρήση μιας εγκεκριμένης δοκιμασίας ταχείας διάγνωσης που αναφέρεται στο παράρτημα [IVα] της απόφασης 98/272 […].

  1. Η Κοινότητα συγχρηματοδοτεί τις εξετάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας ανέρχεται στο 100 % των δαπανών (εξαιρουμένου του ΦΠΑ) για την αγορά συνόλων υλικών δοκιμής (test-kits) και αντιδραστηρίων, μέχρι μέγιστου ποσού 15 ευρώ ανά δοκιμασία για τις δοκιμασίες που διενεργούνται στα ζώα που σφάζονται πριν από την έναρξη ισχύος του υποχρεωτικού προγράμματος εξετάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764 […], και σε κάθε περίπτωση πριν την 1η Ιουλίου 2001.

Αποκλείονται από την εν λόγω συγχρηματοδότηση, οι δοκιμασίες που εκτελούνται σε:

–      ζώα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 2000/764 [...],

–      ζώα που επωφελούνται από το καθεστώς αγορών που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του παρόντος κανονισμού.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να αποφεύγονται οι διπλές πληρωμές από τον κοινοτικό προϋπολογισμό.»

22      Το άρθρο 3 του κανονισμού 2777/2000 προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη αγοράζουν, με σκοπό τη σφαγή και πλήρη καταστροφή του χωρίς την υποβολή του στην εξέταση που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, κάθε ζώο ηλικίας άνω των [30] μηνών, το οποίο προσφέρεται σε αυτά από οποιονδήποτε παραγωγό ή τον αντιπρόσωπό του.

[…]
  1. Τα κράτη μέλη, τα οποία μπορούν να παράσχουν ικανοποιητικές κατά την κρίση της Επιτροπής αποδείξεις ότι διαθέτουν επαρκή δυναμικότητα για τη διενέργεια των εξετάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, σε όλα τα προωθούμενα για κανονική σφαγή ζώα ηλικίας άνω των [30] μηνών, μπορούν να λάβουν άδεια από την Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43 του κανονισμού […] 1254/1999, να διακόψουν την εφαρμογή του καθεστώτος αγορών που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός εάν ληφθεί η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 3.
[…]»

23      Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 2777/2000, ο κανονισμός αυτός εφαρμόστηκε από 1ης Ιανουαρίου 2001 έως 30 Ιουνίου 2001.

24      Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 2777/2000, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2001/3/ΕΚ, της 3ης Ιανουαρίου 2001, για θέσπιση ειδικών μέτρων στον τομέα του βοείου κρέατος για τη Δανία και τις Κάτω Χώρες, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 2777/2000 (ΕΕ L 1, σ. 23), σύμφωνα με την οποία:

«[…] επιτρέπεται στη Δανία και στις Κάτω Χώρες να διακόψουν την εφαρμογή του συστήματος αγορών που θεσπίζεται με τον κανονισμό [...] 2777/2000.»

 Η εθνική νομοθεσία

25      Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, δυνάμει του άρθρου 68, παράγραφος 1, του νόμου της 26ης Μαρτίου 1920, περί κρατικού κτηνιατρικού ελέγχου [Wet van 26 maart 1920, houdende bepalingen tot regeling van het Veeartsenijkundig Staatstoezicht (στο εξής: νόμος περί κρατικού κτηνιατρικού ελέγχου)], όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, απαγορεύονται η εξαγωγή, η απόπειρα εξαγωγής ή η παράδοση σε μεταφορικό μέσο προς εξαγωγή νωπού κρέατος εκτός αν η παρτίδα του κρέατος έχει, σύμφωνα με κανόνες που θεσπίζονται με υπουργική απόφαση, ένα ή περισσότερα σήματα ή αποδεικτικά έγγραφα που έχουν τεθεί ή εκδοθεί κατόπιν έρευνας από τις δημόσιες αρχές και αποδεικνύουν ότι έχουν τηρηθεί οι σχετικές με την εξαγωγή επιταγές που έχουν τεθεί με υπουργική απόφαση.

26      Σύμφωνα με το άρθρο 73 του νόμου αυτού, σε περίπτωση επιθεώρησης κατόπιν αποφάσεως των αρχών κατά την έννοια των άρθρων 68 και 69 του εν λόγω νόμου, εισπράττεται επιβάρυνση σύμφωνα με διατίμηση που ορίζεται με υπουργική απόφαση.

27      Η κανονιστική πράξη του 1985 περί εξαγωγής νωπού κρέατος και νωπών παρασκευασμάτων κρέατος (Regeling uitvoer vers vlees en vleesbereidingen 1985) υλοποιεί τις επιταγές του άρθρου 68, παράγραφος 1, του νόμου περί κτηνιατρικού ελέγχου. Η εν λόγω κανονιστική πράξη τροποποιήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2000 προκειμένου να υλοποιήσει την απόφαση 2000/764.

28      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο y, της εν λόγω κανονιστικής πράξεως, το κρέας δεν δύναται να προέρχεται από βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών τα οποία δεν υποβλήθηκαν σε εγκεκριμένη δοκιμή διάγνωσης της ΣΕΒ ή σχετικά με τα οποία το αποτέλεσμα της δοκιμής αυτής είναι θετικό.

29      Η αιτιολογική έκθεση της τροποποίησης που αναφέρεται στη σκέψη 27 της παρούσας απόφασης επισημαίνει, όσον αφορά τον κανονισμό 2777/2000, τα εξής:

«Το γεγονός ότι οι Κάτω Χώρες διαθέτουν επαρκή δυναμικότητα για τη διενέργεια των εξετάσεων συνεπάγεται την απαλλαγή τους από την υποχρέωση εφαρμογής του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί θεσπίσεως εξαιρετικών μέτρων στήριξης για την αγορά βοείου κρέατος. Ο κανονισμός αυτός προβλέπει την καταρχήν υποχρεωτική αγορά όλων των βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών τα οποία δεν έχουν υποβληθεί στη δοκιμασία για τη διάγνωση της ΣΕΒ. Αφού οι Κάτω Χώρες διαθέτουν συγκεκριμένα την δυναμικότητα για την υποβολή όλων των βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών στην εν λόγω δοκιμασία, ουδείς λόγος υπάρχει για την αγορά όλων των μη ελεγμένων βοοειδών.»

30      Η διατίμηση της επιβάρυνσης του άρθρου 73 του νόμου περί κτηνιατρικού ελέγχου προβλέπεται στην κανονιστική απόφαση του 1993 περί διατιμήσεως των επιθεωρήσεων του κρέατος και των προϊόντων κρέατος (Regeling tarieven keuring vlees en vleesprodukten 1993).

31      Από τις παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβέρνησης προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω ρυθμίσεως, από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 1ης Απριλίου 2001, οι εθνικές αρχές ανέλαβαν το κόστος των δοκιμών για τη διάγνωση της ΣΕΒ, με εξαίρεση τη συμμετοχή της Kοινότητας στη χρηματοδότηση των συνόλων υλικών δοκιμής (test-kits) και αντιδραστηρίων μέχρι του ποσού των 15 ευρώ ανά δοκιμή. Από 1ης Απριλίου 2001, εισπράχθηκε τέλος για τις εν λόγω δοκιμές διάγνωσης, ύψους 70 ολλανδικών φιορινιών (NLG) (31,76 ευρώ) ανά ζώο, δυνάμει του άρθρου 3b της κανονιστικής αποφάσεως περί διατιμήσεως των επιθεωρήσεων του κρέατος και των προϊόντων κρέατος. Από 1ης Ιανουαρίου 2002, το κόστος των εν λόγω δοκιμών μετακυλίστηκε στις οικονομικές μονάδες που δρουν στην αγορά. Το συνολικό κόστος της ταχείας δοκιμής διάγνωσης της ΣΕΒ είναι, κατά μέσον όρο, 198,35 NLG (90 ευρώ) ανά ζώο. Το ποσόν αυτό καλύπτει το κόστος των υλικών, της δειγματοληψίας, της μεταφοράς των δειγμάτων και της πραγματοποίησης των δοκιμών.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

32      Μεταξύ Μαΐου και Δεκεμβρίου του 2001, η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees (εθνική υπηρεσία επιθεωρήσεως ζώων και κρέατος) διενήργησε, στο πλαίσιο επιθεωρήσεως κρεάτων προς εξαγωγή, σειρά δοκιμών ταχείας διάγνωσης της ΣΕΒ σε βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών που βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις της Gosschalk.

33      Οι ολλανδικές αρχές, με εντολές πληρωμής που απηύθυναν προς την Gosschalk μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου του 2002, ζήτησαν από την εταιρία αυτή την καταβολή τέλους 31,76 ευρώ ανά δοκιμή διάγνωσης της ΣΕΒ, συνολικού ποσού 1 681 279,12 ευρώ, εκ των οποίων 92 675,68 αφορούν δοκιμές που διενεργήθηκαν τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2001.

34      Η Gosschalk υπέβαλε διοικητικές ενστάσεις κατά των εν λόγω εντολών πληρωμής, οι οποίες απορρίφθηκαν. Στη συνέχεια, στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε η Gosschalk ενώπιον του Rechtbank Zutphen, οι εν λόγω διοικητικές ενστάσεις απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, με το αιτιολογικό ότι οι εν λόγω εντολές πληρωμής δεν αποτελούν διοικητικές αποφάσεις κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή.

35      Τον Μάιο του 2004, η Gosschalk άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Rechtbank Zutphen ενώπιον του Raad van State, το οποίο με απόφαση της 3ης Νοεμβρίου 2004 έκρινε βάσιμη την αίτηση αναιρέσεως, εξαφάνισε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Rechtbank Zutphen. Το δικαστήριο αυτό, με απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2005, απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη και ως προς το αποζημιωτικό της αίτημα.

36      Η Gosschalk άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Raad van State, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει, όσον αφορά τις δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ που διενεργήθηκαν τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2001, τα προδικαστικά ερωτήματα 1 έως 4, και, όσον αφορά τις δοκιμές που διενεργήθηκαν από 1ης Μαΐου έως 31 Δεκεμβρίου 2001, το πέμπτο ερώτημα, τα οποία διατύπωσε ως εξής:

«1)      Είναι τα πραγματοποιηθέντα τεστ ανιχνεύσεως ΣΕΒ, που από 1ης Ιανουαρίου 2001 ήσαν υποχρεωτικά βάσει της κανονιστικής πράξεως του 1985 περί εξαγωγής νωπού κρέατος και νωπών παρασκευασμάτων κρέατος […] με την οποία εφαρμόστηκε το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2000/764 […], τεστ υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 […];

2)      Αν ναι, πρέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 να θεωρηθεί παρέμβαση για τη σταθεροποίηση της αγοράς βοείου κρέατος (μέτρο στηρίξεως της αγοράς) υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1258/1999 […] ή ειδικό κτηνιατρικό μέτρο υπό την έννοια του στοιχείου δ΄ της διατάξεως αυτής ή και τα δύο;

3)      Αν πρόκειται (και) για μέτρο στηρίξεως της αγοράς, τότε σημαίνει αυτό, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 στην υπόθεση C‑239/01, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-10333), ότι τα πραγματοποιηθέντα τεστ πρέπει να χρηματοδοτηθούν αποκλειστικά από την Κοινότητα και ότι, επομένως, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000 είναι λόγω αντιθέσεως με τον κανονισμό 1254/1999 ανίσχυρο κατά το μέρος που ορίζει ότι η Κοινότητα αναλαμβάνει μόνο μέρος του κόστους για την πραγματοποίηση των τεστ ανιχνεύσεως ΣΕΒ;

4)      Αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000 είναι ισχυρό, εμποδίζει ο κανονισμός αυτός να μετακυλίσουν τα κράτη μέλη στις οικονομικές μονάδες που δρουν στην αγορά το κόστος που υπήρξε για την πραγματοποίηση των τεστ ανιχνεύσεως ΣΕΒ;

5)      Πρέπει το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73 […] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία αυτή δεν εμποδίζει να χρεωθεί από ένα κράτος μέλος το κόστος για τα πραγματοποιηθέντα τεστ ανιχνεύσεως ΣΕΒ; Αν ναι, ποιες απαιτήσεις πρέπει να ικανοποιεί μια επιβάρυνση για τα πραγματοποιηθέντα τεστ ανιχνεύσεως ΣΕΒ;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

37      Το αιτούν δικαστήριο, με το πρώτο ερώτημα, ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή αφορά τις δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ που πραγματοποιήθηκαν υποχρεωτικώς στις Κάτω Χώρες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που έχει μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764, σε όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών τα οποία υποβλήθηκαν σε κανονική σφαγή προς βρώση τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2001.

38      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι τόσο το άρθρο 1 της απόφασης 2000/764 όσο και το άρθρο 2 του κανονισμού 2777/2000 ορίζουν τις εγκεκριμένες ταχείες δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ ως εκείνες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙVα της απόφασης 98/272, ήτοι τις δοκιμές «Prionics Check», «Enfer» και «Bio-Rad». Επομένως, τεχνικώς πρόκειται περί των ιδίων δοκιμών.

39      Όσον αφορά το περιεχόμενο της υποχρέωσης διενέργειας των δοκιμών αυτών, επισημαίνεται, αφενός, ότι από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764, της 29ης Νοεμβρίου 2008, που ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 2001, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να μεριμνήσουν ώστε όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών προς βρώση να υποβληθούν σε μια από τις εν λόγω δοκιμές από 1ης Ιουλίου 2001 το αργότερο.

40      Αφετέρου, ο κανονισμός 2777/2000, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, που ίσχυσε επίσης από 1ης Ιανουαρίου 2001, παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα είτε να υποβάλουν σε δοκιμή ανίχνευσης της ΣΕΒ την κανονική παραγωγή βοοειδών που προορίζονταν για σφαγή και πληρούσαν τον όρο της προβλεπόμενης ηλικίας, αν είχαν τη δυναμικότητα και τα απαραίτητα τεχνικά μέσα, είτε να ακολουθήσουν μεικτό σύστημα που συνδύαζε το καθεστώς ειδικής αγοράς προς καταστροφή των ζώων και, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, τη διάγνωση που καθιστούσε δυνατή τη διάθεση του κρέατος στην αγορά αν το αποτέλεσμα των δοκιμών ήταν αρνητικό.

41      Από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι, καίτοι δεν αμφισβητείται ότι, για την επανεξισορρόπηση της αγοράς βοείου κρέατος και την αύξηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα επιλογής ως προς το καθεστώς που θα εφαρμόσουν κατά τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2001, ανεξαρτήτως του συστήματος που επιλέγουν, όλα τα προς βρώση ζώα υποβάλλονται υποχρεωτικά σε δοκιμή διάγνωσης της ΣΕΒ.

42      Επομένως, προκειμένου να καθορισθεί αν οι υποχρεωτικές δοκιμές στις Κάτω Χώρες κατά την εν λόγω περίοδο αποτελούν δοκιμές κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000, είναι αδιάφορο αν η υποχρέωση διενέργειας των δοκιμών επιβάλλεται από τον εθνικό νομοθέτη που αποφάσισε να εφαρμόσει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764 ήδη από 1ης Ιανουαρίου 2001, καθόσον επιτράπηκε στο οικείο κράτος μέλος να διακόψει την εφαρμογή του καθεστώτος ειδικής αγοράς δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 2777/2000, ή αν η υποχρέωση αυτή απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 που έχει εφαρμογή σε κράτος μέλος, το οποίο μη διαθέτοντας την επαρκή δυναμικότητα για να υποβάλει όλα τα ζώα σε δοκιμή, εφάρμοσε επίσης το εν λόγω καθεστώς αγοράς, αφ’ ης στιγμής μόνον το κρέας που αποδείχθηκε αρνητικό σε μια από τις τρεις εγκεκριμένες δοκιμές μπορούσε να εγκριθεί για κατανάλωση και οι εν λόγω τρεις δοκιμές ήταν τεχνικώς οι ίδιες.

43      Κατά συνέπεια, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή αφορά τις υποχρεωτικές δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ στις Κάτω Χώρες κατά τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2001 σε όλα τα κρέατα από βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών που υποβλήθηκαν σε σφαγή προς βρώση.

 Επί του δευτέρου και τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

44      Το αιτούν δικαστήριο, με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα που πρέπει να συνεξετασθούν, ερωτά στην ουσία, προκειμένου να προσδιορίσει ποιον επιβαρύνει η χρηματοδότηση των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ, αν το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση της διάθεσης στην αγορά των κρεάτων βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών που δεν αποδείχθηκαν αρνητικά στη δοκιμή διάγνωσης της ΣΕΒ που επέβαλε από 1ης Ιανουαρίου 2001, αποτελεί παρέμβαση για τη σταθεροποίηση της αγοράς βοείου κρέατος, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1258/1999, ή ειδικό κτηνιατρικό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, ή, ακόμη, παρέμβαση και κτηνιατρικό μέτρο ταυτοχρόνως. Στην περίπτωση που η διάταξη αυτή συνιστά παρέμβαση, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει επίσης ως προς το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000 αφού προβλέπει ότι η Κοινότητα χρηματοδοτεί μόνον ένα τμήμα του κόστους των δοκιμών.

45      Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι τα ερωτήματα αυτά υποβάλλονται έχοντας υπόψη την προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι όλα τα κοινοτικά μέτρα στήριξης για τη σταθεροποίηση της αγοράς βοείου κρέατος πρέπει να χρηματοδοτούνται αποκλειστικώς από την Κοινότητα.

46      Διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι ο κανονισμός 2777/2000 εκδόθηκε από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 38 του κανονισμού 1254/1999, του οποίου η παράγραφος 2 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να αποφασίσει, κατά τη διαδικασία των επιτροπών του άρθρου 43 του κανονισμού αυτού, τις λεπτομέρειες εφαρμογής που είναι αναγκαίες για τη σταθεροποίηση της αγοράς βοείου κρέατος.

47      Ο κανονισμός 2777/2000 προέβλεπε πλείονα μέτρα για την ταχεία βελτίωση της κατάστασης της αγοράς βοείου κρέατος η οποία διερχόταν, στο τέλος του 2000, βαθιά κρίση, λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης των καταναλωτών.

48      Πρώτον, από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2777/2000 προκύπτει ότι, προκειμένου να προληφθεί η συγκέντρωση μεγάλων αποθεμάτων στην αγορά, ο κανονισμός αυτός εισάγει ένα εξαιρετικό μέτρο στήριξης της αγοράς βοείου κρέατος προς επανεξισορρόπηση της αγοράς αυτής, βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 1254/1999.

49      Ειδικότερα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000, υποχρεώνει τα κράτη μέλη, υπό ορισμένες συνθήκες, να αγοράζουν προς σφαγή και ολική καταστροφή χωρίς να υποβάλουν σε δοκιμή διάγνωσης της ΣΕΒ κάθε ζώο για το οποίο κάνει σχετική αίτηση ο παραγωγός, με εξαίρεση τα ζώα που εμπίπτουν στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της απόφασης 2000/764 και τα οποία, εν πάση περιπτώσει, υποβάλλονται σε δοκιμή. Πάντως, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της απόφασης 2000/764 προκύπτει ότι τα ζώα που αγοράζονταν προς καταστροφή πρέπει επίσης να υποβληθούν σε δοκιμή αν πληρούν την προϋπόθεση της ηλικίας.

50      Δεύτερον, από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 προκύπτει ότι από 1ης Ιανουαρίου 2001 τα κρέατα που προέρχονται από βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών και σφάζονται εντός της Κοινότητας πρέπει να έχουν αρνητικό αποτέλεσμα στην εγκεκριμένη ταχεία δοκιμή της ΣΕΒ προκειμένου να επιτραπεί η βρώση τους εντός της Κοινότητας ή η εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες.

51      Τρίτον, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2777/2000 προκύπτει ότι, προκειμένου να ενθαρρυνθεί, κατά την οικεία περίοδο, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου έως 30 Ιουνίου 2001, η προαιρετική διάγνωση ως εναλλακτική στο καθεστώς αγοράς από το κράτος μέλος, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει την κοινοτική συγχρηματοδότηση των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ, η δε χρηματοδοτική συμμετοχή ορίζεται στο 100 % του κόστους εκτός ΦΠΑ της αγοράς των συνόλων υλικών δοκιμής (test-kits) και αντιδραστηρίων, με ανώτατο όριο τα 15 ευρώ ανά δοκιμή.

52      Τέταρτον, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 2777/2000, λαμβάνοντας υπόψη έναν από τους σκοπούς του, ήτοι ότι μπορούν να επιτραπούν προς βρώση από 1ης Ιανουαρίου 2001 μόνον τα κρέατα που προέρχονται από βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών και έχουν αρνητικό αποτέλεσμα στη δοκιμή διάγνωσης της ΣΕΒ, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη, που διαθέτουν επαρκή δυναμικότητα ώστε να υποβάλουν σε δοκιμές την κανονική παραγωγή ζώων προς σφαγή ηλικίας άνω των 30 μηνών, μπορούν να διακόψουν την εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος αγοράς του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 1.

53      Ωστόσο, το γεγονός ότι ο κανονισμός 2777/2000 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 1254/1999 δεν σημαίνει ότι όλα τα μέτρα που προβλέπει συνιστούν παρεμβάσεις προς σταθεροποίηση μιας από τις γεωργικές αγορές, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1258/1999, εν προκειμένω της αγοράς βοείου κρέατος.

54      Ειδικότερα, αφενός, η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2777/2000 αναφέρεται στο άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 1254/1999 μόνον όσον αφορά την εισαγωγή του ειδικού καθεστώτος αγοράς ζώων προς καταστροφή.

55      Αφετέρου, από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2777/2000 και από το άρθρο 2 του ιδίου κανονισμού προκύπτει ότι η απόσυρση των ζώων από την αγορά βάσει του εν λόγω ειδικού καθεστώτος αγοράς πρέπει να πραγματοποιηθεί σε συνδυασμό με τους ειδικούς κανόνες περί διαγνώσεως της ΣΕΒ της αποφάσεως 2000/764 και με τις εγκεκριμένες μεθόδους διαγνώσεως της αποφάσεως 98/272.

56      Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, για την επιτήρηση και την εξάλειψη της ΣΕΒ στην Κοινότητα, η απόφαση 2000/764 η οποία εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις, βάσει, μεταξύ άλλων, της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13), προβλέπει την υπαγωγή, το 2001, των βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών σε μια από τις εγκεκριμένες ταχείες δοκιμές του παραρτήματος IVα της απόφασης 98/272, σε δύο χρονικώς διακεκριμένα μεταξύ τους στάδια.

57      Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1 και 2, της απόφασης 2000/764, το πρώτο στάδιο που άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2001 αφορά όλα τα βοοειδή άνω των 30 μηνών που υποβάλλονται στην ειδική επείγουσα σφαγή, συμπεριλαμβανομένων των βοοειδών που αγοράζονται προς καταστροφή βάσει του κανονισμού 2777/2000 ή που παρουσιάζουν κλινικά συμπτώματα κατά τη σφαγή καθώς και ένα τυχαίο δείγμα βοοειδών που ψοφούν στα αγροκτήματα.

58      Το δεύτερο στάδιο που έπρεπε, καταρχήν, να ολοκληρωθεί το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 2001 αφορά, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764, όλα τα βοοειδή που προορίζονται για κανονική σφαγή προς βρώση, αφού πληρούν επίσης την προϋπόθεση της ηλικίας.

59      Συνεπώς, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 απλώς ορίζει ότι από 1ης Ιανουαρίου 2001, αντί από 1ης Ιουλίου 2001 που προέβλεπε η απόφαση 2000/764, όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών που σφάζονται εντός της Κοινότητας προς βρώση πρέπει να έχουν υποβληθεί σε μια από τις δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ του παραρτήματος IVα της απόφασης 98/272, αφού επιτρέπεται η διάθεση στο εμπόριο μόνον των κρεάτων με αρνητικό αποτέλεσμα στις εν λόγω δοκιμές.

60      Κατά συνέπεια, η υποχρέωση υποβολής των βοοειδών σε δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ συνιστά κτηνιατρικό μέτρο που εντάσσεται στα προγράμματα εξάλειψης και επιτήρησης της ασθένειας αυτής. Αφού πρόκειται για κτηνιατρικό μέτρο, η κοινοτική χρηματοδότηση πραγματοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1258/1999.

61      Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000, στο μέτρο που προβλέπει ότι η Κοινότητα χρηματοδοτεί μόνον εν μέρει το κόστος των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ, είναι ανίσχυρο διότι αντίκειται στον κανονισμό 1254/1999.

62      Κατόπιν των προεκτεθέντων, η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση της διάθεσης στο εμπόριο των κρεάτων βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών που δεν έχουν αρνητικό αποτέλεσμα στην υποχρεωτική από 1ης Ιανουαρίου 2001 δοκιμή διάγνωσης της ΣΕΒ συνιστά εντασσόμενο στα προγράμματα εξάλειψης και επιτήρησης της ΣΕΒ κτηνιατρικό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1258/1999.

 Επί του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος

63      Με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, που πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000 και τα άρθρα 4 και 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να μετακυλίουν στις οικονομικές μονάδες που δρουν στην αγορά το κόστος των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ επιβάλλοντας τέλος και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, με ποια κριτήρια.

64      Συναφώς, διευκρινίζεται ότι η απόφαση 2000/773 καθορίζει την οικονομική συμμετοχή της Κοινότητας στα προγράμματα επιτήρησης της ΣΕΒ από τα κράτη μέλη για το 2001. Αφενός, όσον αφορά τα ζώα που εμπίπτουν στο άρθρο 1, παράγραφος 1 και 2, της απόφασης 2000/764, ήτοι τα ζώα προς ειδική επείγουσα σφαγή, τα ζώα που αγοράζονται προς καταστροφή σύμφωνα με τον κανονισμό 2777/2000, τα ζώα που παρουσιάζουν κλινικά συμπτώματα κατά τη σφαγή, και τα ζώα που ψοφούν στα αγροκτήματα και τα οποία συμπεριλαμβάνονται σε τυχαίο δείγμα, το άρθρο 18 της απόφασης 2000/773 ορίζει το ποσό της συμμετοχής ανά δοκιμή στο 100 % της δαπάνης για την αγορά, εκτός ΦΠΑ, των συνόλων υλικών δοκιμής (test-kits) και αντιδραστηρίων, με ανώτατο όριο τα 30 ευρώ.

65      Αφετέρου, το άρθρο 17 της απόφασης 2000/773 θεσπίζει την αρχή της συμμετοχής της Κοινότητας στη χρηματοδότηση των δοκιμών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764, ήτοι στα βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών που προορίζονται για κανονική σφαγή προς βρώση, χωρίς ωστόσο να καθορίζει το ποσόν της.

66      Εξάλλου, από το άρθρο 2 του κανονισμού 2777/2000 προκύπτει ότι η Κοινότητα υποχρεούνταν, μέχρι την έναρξη ισχύος του προγράμματος υποχρεωτικής διάγνωσης του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764 και, εν πάση περιπτώσει, πριν την 1η Ιουλίου 2001, να χρηματοδοτήσει κατά 100 % το κόστος, εκτός ΦΠΑ, για την αγορά συνόλων υλικών δοκιμής (test-kits) και αντιδραστηρίων, με ανώτατο όριο τα 15 ευρώ ανά δοκιμή για τις δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε ζώα προς βρώση.

67      Επομένως, από το γράμμα των άρθρων 17 και 18 της απόφασης 2000/773 και από το γράμμα του άρθρου 2 του κανονισμού 2777/2000 προκύπτει ότι τα άρθρα αυτά απλώς θέτουν την αρχή της κοινοτικής συγχρηματοδότησης του κόστους των δοκιμών, αφού τα δύο τελευταία άρθρα αναφέρουν, άλλωστε, τα προϊόντα που καλύπτει η χρηματοδότηση, με μνεία του ανωτάτου ποσού προς καταβολή ανάλογα με τα ζώα που πρέπει να υποβληθούν στις δοκιμές. Αντιθέτως, από το γράμμα των άρθρων αυτών δεν προκύπτουν στοιχεία ούτε ως προς τον τρόπο με τον οποίο το μη καλυπτόμενο κόστος πρέπει να χρηματοδοτηθεί ούτε ως προς την ταυτότητα του τελικού υπεύθυνου για τη χρηματοδότηση του κόστους αυτού.

68      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η οδηγία 85/73 θέσπισε εναρμονισμένους κανόνες χρηματοδότησης των επιθεωρήσεων και των υγειονομικών ελέγχων των ζώων και των προϊόντων ζωικής προέλευσης από κτηνιάτρους προς εξασφάλιση τόσο της δημόσιας υγείας όσο και της υγείας των ζώων. Δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη εισπράττουν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του παραρτήματος Α της οδηγίας αυτής, κοινοτικό τέλος για τη χρηματοδότηση των επιθεωρήσεων και των ελέγχων των προϊόντων προς βρώση τα οποία αφορά το εν λόγω παράρτημα.

69      Στο πρώτο κεφάλαιο του παραρτήματος Α της οδηγίας 85/73 περιλαμβάνονται τα τέλη επί των νωπών κρεάτων που εμπίπτουν, ιδίως, στην οδηγία 64/433. Όσον αφορά το βόειο κρέας, τα κράτη μέλη εισπράττουν, για τα έξοδα της επιθεώρησης που οφείλονται στις διαδικασίες σφαγής, κατ’ αποκοπή τέλος ύψους 4,5 ευρώ ανά ζώο, προκειμένου περί ενήλικων βοοειδών, και 2,5 ευρώ ανά ζώο προκειμένου περί νεαρών βοοειδών.

70      Διαπιστώνεται πάντως ότι, καίτοι δεν αμφισβητείται ότι το παράρτημα Ι, κεφάλαιο VΙ, σημείο 27, στοιχείο α΄, της οδηγίας 64/433 προβλέπει ότι από την προηγηθείσα της σφαγής υγειονομική επιθεώρηση πρέπει να προκύπτει αν τα ζώα πάσχουν από ασθένεια μεταδοτική στον άνθρωπο και στα ζώα ή αν παρουσιάζουν συμπτώματα ή βρίσκονται σε γενική κατάσταση που δημιουργεί φόβους εμφανίσεως τέτοιας ασθενείας, ωστόσο, η ΣΕΒ δεν περιλαμβάνεται στις απαριθμούμενες στο άρθρο 5 της οδηγίας αυτής ασθένειες προς διάγνωση από τις επιθεωρήσεις και τους κτηνιατρικούς ελέγχους των βοοειδών.

71      Επομένως, τα έξοδα των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ δεν εμπίπτουν στο παράρτημα Α της οδηγίας 85/73 που αφορά τα κοινοτικά τέλη περί των εξόδων επιθεωρήσεως που συνδέονται με τις διαδικασίες σφαγής. Συνεπώς, δεδομένου ότι το ποσόν που έπρεπε να καταβληθεί για τις δοκιμές αυτές δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο εναρμόνισης, μπορούσε να προσδιορισθεί εντός κάθε κράτους μέλους ανάλογα με το κόστος των ενεργειών για την πραγματοποίηση των δοκιμών αυτών.

72      Ειδικότερα, αφενός, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/73 προβλέπει ότι μέχρι την έκδοση των διατάξεων που διέπουν τα κοινοτικά τέλη, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση των επιθεωρήσεων και των ελέγχων που δεν εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής.

73      Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, η οδηγία 85/73 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εισπράττουν τέλος για την καταπολέμηση της επιζωοτίας και των ενζωοτικών ασθενειών.

74      Τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία των διατάξεων της οδηγίας 85/73 προκύπτει ότι στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής εμπίπτουν, ως εθνικά τέλη, τα τέλη που επιβάλλουν τα κράτη μέλη για τις επιθεωρήσεις και τους υγειονομικούς ελέγχους που, μολονότι συνδέονται με τη σφαγή ζώων προς βρώση, εν προκειμένω βοοειδών, αφορούν εξετάσεις, και ειδικότερα δοκιμές όπως η δοκιμή διάγνωσης της ΣΕΒ που δεν προβλέπονται από την οδηγία 64/433, ενώ τα τέλη του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73 είναι τα τέλη που εισπράττουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της καταπολέμησης της επιζωοτίας και των ενζωοτικών ασθενειών εκτός των διαδικασιών της σφαγής.

75      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, διαπιστώνεται ότι οι υποχρεωτικές βάσει του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης 2000/764 δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ, καίτοι πραγματοποιούνται επ’ ευκαιρία της σφαγής, σκοπούν στην επιβεβαίωση ότι τα βοοειδή που ανήκουν σε ορισμένες ομάδες κινδύνου έχουν προσβληθεί από την ασθένεια αυτή και ότι το κρέας τους είναι ακατάλληλο προς βρώση. Επομένως, δεδομένου ότι εντάσσονται στο πλαίσιο της καταπολέμησης της επιζωοτίας, τα τέλη που τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν για τη χρηματοδότηση των δοκιμών αυτών εμπίπτουν στο άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73.

76      Αντιθέτως, οι δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ που προβλέπουν τόσο το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης 2000/764 όσο και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000 συνδέονται με τις διαδικασίες σφαγής των βοοειδών προς βρώση και μπορούν, επομένως, να χρηματοδοτηθούν μέσω της εισπράξεως εθνικών τελών κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 85/73.

77      Όσον αφορά τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των τελών αυτών, ήτοι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, των τελών για τη χρηματοδότηση των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ, από το άρθρο 4 της οδηγίας 85/73 προκύπτει ότι, εν απουσία κοινοτικών τελών, τα κράτη μέλη εισπράττουν εθνικά τέλη τηρώντας τις αρχές που διέπουν τα κοινοτικά τέλη.

78      Συναφώς, από το άρθρο 5, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 85/73 προκύπτει, πρώτον, ότι το ποσόν των κοινοτικών τελών καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να καλύπτει το κόστος της αρμόδιας αρχής από τους μισθούς και τις κοινωνικές επιβαρύνσεις καθώς και τα διοικητικά έξοδα από τους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις, δεύτερον, ότι το συνολικό ποσό του τέλους που εισπράττεται δεν μπορεί να υπερβαίνει το πραγματικό κόστος της επιθεώρησης και, τρίτον, ότι απαγορεύεται κάθε άμεση ή έμμεση επιστροφή των τελών αυτών.

79      Σημειωτέον ότι οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται αναλογικώς όταν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα κράτη μέλη εισπράττουν εθνικά τέλη κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 85/73, όπως τα τέλη για την κάλυψη των εξόδων των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ οι οποίες διενεργούνται στα βοοειδή που προορίζονται για σφαγή προς βρώση.

80      Προστίθεται ότι το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την τήρηση των αρχών που διέπουν τα κοινοτικά τέλη, όταν εισπράττουν τέλος για την καταπολέμηση της επιζωοτίας και των ενζωοτικών ασθενειών, όπως το τέλος για την κάλυψη των εξόδων διενέργειας δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ στα βοοειδή του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης 2000/764.

81      Κατόπιν των προεκτεθέντων, η απάντηση στο τέταρτο και στο πέμπτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000, καθώς και τα άρθρα 4 και 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να εισπράττουν εθνικά τέλη για τη χρηματοδότηση των δοκιμών διάγνωσης της ΣΕΒ. Το συνολικό ποσόν των τελών που αφορούν τη σφαγή βοοειδών προς βρώση καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν τα κοινοτικά τέλη, σύμφωνα με τις οποίες, αφενός, το ποσόν αυτό δεν υπερβαίνει τα πραγματοποιηθέντα έξοδα που καλύπτουν τους μισθούς, τις κοινωνικές επιβαρύνσεις και τα διοικητικά έξοδα από τη διενέργεια των δοκιμών αυτών και, αφετέρου, απαγορεύεται κάθε άμεση ή έμμεση επιστροφή των τελών αυτών.

 Επί των δικαστικών εξόδων

82      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)     Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2777/2000 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, περί θεσπίσεως εξαιρετικών μέτρων στήριξης για την αγορά βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 111/2001 της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή αφορά τις υποχρεωτικές δοκιμές διάγνωσης της ΣΕΒ στις Κάτω Χώρες κατά τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2001 σε όλα τα κρέατα από βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών που υποβλήθηκαν σε σφαγή προς βρώση.

2)     Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/2000, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 111/2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση της διάθεσης στο εμπόριο των κρεάτων βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών που δεν έχουν αρνητικό αποτέλεσμα στην υποχρεωτική από 1ης Ιανουαρίου 2001 δοκιμή διάγνωσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών συνιστά εντασσόμενο στα προγράμματα εξάλειψης και επιτήρησης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών κτηνιατρικό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής.

3)     Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/2000, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 111/2001, καθώς και τα άρθρα 4 και 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/73/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 1985, για τη χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων που προβλέπουν οι οδηγίες 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 90/675/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 96/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1996, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να εισπράττουν εθνικά τέλη για τη χρηματοδότηση των δοκιμών διάγνωσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών. Το συνολικό ποσόν των τελών που αφορούν τη σφαγή βοοειδών προς βρώση καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν τα κοινοτικά τέλη, σύμφωνα με τις οποίες, αφενός, το ποσόν αυτό δεν υπερβαίνει τα πραγματοποιηθέντα έξοδα που καλύπτουν τους μισθούς, τις κοινωνικές επιβαρύνσεις και τα διοικητικά έξοδα από τη διενέργεια των δοκιμών αυτών και, αφετέρου, απαγορεύεται κάθε άμεση ή έμμεση επιστροφή των τελών αυτών.

(υπογραφές)

* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.