ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER της 7ης Ιουλίου 2009 (1) Υπόθεση C‑246/08 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Δημοκρατίας της Φινλανδίας «Προσφυγή λόγω παραβάσεως – ΦΠΑ – Έννοια του όρου “οικονομική δραστηριότητα” – Παροχή υπηρεσιών νομικής αρωγής από το κράτος και από ελεύθερους επαγγελματίες – Αμοιβή αναλόγως του εισοδήματος – Δημόσια αρχή – Στρέβλωση του ανταγωνισμού»

 

 

 

I –    Εισαγωγή

  1. Το 2002 η Δημοκρατία της Φινλανδίας αποφάσισε να επεκτείνει τη δωρεάν παρεχόμενη νομική αρωγή, παραδοσιακά απευθυνόμενη σε πολίτες με χαμηλά εισοδήματα, σε τμήμα του πληθυσμού με ελαφρώς υψηλότερα εισοδήματα αλλά μη δυνάμενο να αναλάβει το συνολικό κόστος της οικείας υπηρεσίας. Εντούτοις, στις περιπτώσεις αυτές, προβλέπεται νομοθετικώς ότι ο δικαιούχος καλύπτει μέρος μόνον της αμοιβής του νομικού συμβούλου, ο οποίος μπορεί να είναι δημόσιος υπάλληλος ή ελεύθερος επαγγελματίας, καταβάλλοντας ποσό ανάλογο προς τις οικονομικές του δυνατότητες.
  2. Η φινλανδική νομοθεσία απαλλάσσει από τον ΦΠΑ τις εν λόγω υπηρεσίες νομικής αρωγής όταν παρέχονται από μία από τις δημόσιες υπηρεσίες που έχουν συσταθεί για τον σκοπό αυτόν και ο πελάτης καταβάλλει μέρος της αμοιβής. Με την υπό κρίση προσφυγή η Επιτροπή καταγγέλλει ότι η επίμαχη νομοθετική διάταξη της Δημοκρατίας της Φινλανδίας αντίκειται προς σειρά διατάξεων της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ (2).
  3. Κατόπιν της εξετάσεως των ρυθμίσεων των σχετικών με τις δραστηριότητες αυτού του είδους μπορεί να εξεταστεί και το ζήτημα της ανάθεσης σε ιδιωτικούς φορείς της παροχής ορισμένων υπηρεσιών δημόσιου χαρακτήρα, πρακτική ολοένα και πιο διαδεδομένη όσον αφορά τομείς με ιδιαίτερο φόρτο εργασίας, όπως ο τομέας της υγείας και της εκπαίδευσης.

II – Νομικό πλαίσιο

Α –       Το κοινοτικό δίκαιο

  1. Η προσφυγή της Επιτροπής ερείδεται στην έκτη οδηγία, μολονότι από την 1η Ιανουαρίου 2007 έχει τεθεί σε ισχύ η οδηγία 2006/112/ΕΚ (3).
  2. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας υποβάλλει στον ΦΠΑ «τις παραδόσεις αγαθών και την παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στον φόρο, που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτή».
  3. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, «[θ]εωρείται ως “υποκείμενος στον φόρο” οποιοσδήποτε ασκεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, μία από τις οικονομικές δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ανεξαρτήτως του επιδιωκομένου σκοπού των αποτελεσμάτων της δραστηριότητος αυτής». Στις δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται, κατά την προαναφερθείσα παράγραφο 2, «όλες οι δραστηριότητες του παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες, περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων εξορύξεως, των γεωργικών δραστηριοτήτων καθώς και των δραστηριοτήτων των ελευθέρων επαγγελμάτων ή των εξομοιουμένων προς αυτά», και, κυρίως, «η εκμετάλλευση ενσωμάτου ή άυλου αγαθού, προς τον σκοπό αντλήσεως εσόδων διαρκούς χαρακτήρος».
  4. Το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφος 5, προβλέπει τη φορολόγηση των δημόσιων οργανισμών, οι οποίοι «δεν θεωρούνται ως υποκείμενοι στον φόρο για τις δραστηριότητες ή πράξεις τις οποίες πραγματοποιούν ως δημοσία εξουσία, έστω και αν, επ’ ευκαιρία αυτών των δραστηριοτήτων ή πράξεων, εισπράττουν δικαιώματα, τέλη, εισφορές ή άλλες επιβαρύνσεις». Εντούτοις, η επόμενη παράγραφος διευκρινίζει ότι «πρέπει να θεωρούνται ως υποκείμενοι σε φόρο για τις δραστηριότητες ή πράξεις αυτές κατά το μέτρο που η μη υπαγωγή τους στον φόρο θα οδηγούσε σε σημαντικές στρεβλώσεις των όρων του ανταγωνισμού».

Β –         Το εθνικό δίκαιο

  1. Το φινλανδικό σύστημα νομικής αρωγής βασίζεται σε τέσσερα νομοθετήματα του 2002: στον νόμο της 5ης Απριλίου περί νομικής αρωγής (4), στον νόμο περί των κρατικών γραφείων νομικής αρωγής (5), στην υπουργική απόφαση περί νομικής αρωγής της 23ης Μαΐου 2002 (6) και στην υπουργική απόφαση περί των κριτηρίων αμοιβής των υπηρεσιών νομικής αρωγής επίσης της 23ης Μαΐου 2002 (7).
  2. Κατά το προαναφερθέν ρυθμιστικό πλαίσιο, σε περίπτωση κατά την οποία ένας ιδιώτης χρήζει αρωγής από επαγγελματία του δικαίου, είτε στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου είτε ανεξαρτήτως τέτοιας διαδικασίας, αλλά η οικονομική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να αναλάβει το συνολικό κόστος της εν λόγω υπηρεσίας, το κράτος του διασφαλίζει υπηρεσίες νομικής αρωγής δημοσία δαπάνη.
  3. Η νομική αρωγή παρέχεται κατόπιν σχετικής αιτήσεως είτε εντελώς δωρεάν είτε έναντι ίδιας συμμετοχής, η οποία ορίζεται βάσει των μηνιαίων εισοδημάτων ή των περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος (8). Αυτή η «εν μέρει δωρεάν» παροχή νομικής αρωγής θεσπίστηκε το 2002, επεκτεινόμενου κατά τον τρόπο αυτόν του εν λόγω ευεργετήματος και σε ιδιώτες με ελαφρώς υψηλότερα εισοδήματα. Το μέρος της αμοιβής που οφείλει να καταβάλει ο ενδιαφερόμενος προσλαμβάνει, στην περίπτωση αυτή, είτε τη μορφή της «βασικής ίδιας συμμετοχής» είτε την «πρόσθετη ίδια συμμετοχή».
  4. Η «βασική ίδια συμμετοχή» (perusomavastuu) κυμαίνεται, αναλόγως των εισοδημάτων του δικαιούχου, μεταξύ 0 και 75 % της αμοιβής ή των τρεχουσών δαπανών του παρέχοντος τη νομική αρωγή (9). Εν πάση περιπτώσει, δεν δικαιούνται νομικής αρωγής οι άγαμοι με μηνιαία εισοδήματα άνω των 1 400 ευρώ ούτε οι έγγαμοι με εισοδήματα (ο κάθε σύζυγος ξεχωριστά) 1 200 ευρώ (10).
  5. «Πρόσθετη ίδια συμμετοχή» (lisäomavastuu) καταβάλλει αποκλειστικώς ο δικαιούχος που έχει στην κατοχή του ρευστά ή ευχερώς ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω του ποσού των 5 000 ευρώ και ανέρχεται στο ήμισυ της αξίας των εν λόγω αγαθών με αξία άνω των 5 000 ευρώ (11).
  6. Υπηρεσίες νομικής αρωγής παρέχουν καταρχήν νομικοί σύμβουλοι, υπηρετούντες σε ένα από τις 65 κρατικά γραφεία νομικής αρωγής που λειτουργούν στη Φινλανδία. Παρά ταύτα, ενόψει παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου, είναι δυνατό να οριστεί δικηγόρος, ο οποίος πρέπει να συναινεί προς τούτο· και, αν ο ίδιος ο δικαιούχος προτείνει για την εκπροσώπησή του ελεύθερο επαγγελματία που πληροί τους σχετικώς απαιτούμενους όρους, ο εν λόγω επαγγελματίας διορίζεται, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου (12).
  7. Τα κρατικά γραφεία νομικής αρωγής χρηματοδοτούνται κυρίως από δημόσιους πόρους. Τα ποσά που καταβάλλονται από τους πελάτες ως «βασική ίδια συμμετοχή» και ως «πρόσθετη ίδια συμμετοχή», κατά περίπτωση, καταχωρίζονται ως έσοδα στον προϋπολογισμό των εν λόγω γραφείων. Οι νομικοί σύμβουλοι που στελεχώνουν τα γραφεία αυτά είναι δημόσιοι υπάλληλοι αμειβόμενοι από το κράτος (13).
  8. Υπέρ των δικηγόρων προβλέπεται εύλογη αμοιβή ανάλογη των ενεργειών στις οποίες οφείλουν να προβούν και του αφιερωθέντος χρόνου, όπως επίσης και αποζημίωση για τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται. Στην περίπτωση που ο διάδικος δικαιούται δωρεάν παροχής υπηρεσιών νομικής αρωγής, το κράτος καλύπτει εξ ολοκλήρου το κόστος παροχής αυτής της υπηρεσίας, ενώ στην περίπτωση εν μέρει δωρεάν παροχής αρωγής, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει το ποσό που του αναλογεί δυνάμει του νόμου και το κράτος το υπόλοιπο.
  9. Η αμοιβή των δικηγόρων και των κρατικών γραφείων νομικής αρωγής υπολογίζονται βάσει των ίδιων κριτηρίων (14). Κατά συνέπεια, το οφειλόμενο από τον πελάτη ποσό είναι ίδιο, ανεξαρτήτως του προσώπου που παρέχει την υπηρεσία.
  10. Η μοναδική διαφορά έγκειται στο εφαρμοστέο καθεστώς ΦΠΑ, καθότι οι υπηρεσίες δικηγόρου βαρύνονται πάντοτε, δυνάμει του νόμου περί νομικής αρωγής, με ΦΠΑ, σε αντίθεση με τις παρεχόμενες από κρατικά γραφεία νομικής αρωγής υπηρεσίες οι οποίες δεν φορολογούνται, είτε παρέχονται δωρεάν είτε έναντι ίδιας συμμετοχής (15).

III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

  1. Στις 13 Οκτωβρίου 2004 η Επιτροπή απηύθυνε στις φινλανδικές αρχές ένα πρώτο έγγραφο, εφιστώντας τους την προσοχή στη διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσει η φινλανδική νομοθεσία περί ΦΠΑ σε υπηρεσίες νομικής αρωγής της ίδιας φύσεως, αναλόγως του αν παρέχονται από δικηγόρους ή νομικούς υπηρετούντες σε δημόσιο γραφείο. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, βάσει των πληροφοριών που διέθετε, η εν λόγω νομοθεσία προξενούσε σημαντική στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού σε βάρος των ελεύθερων επαγγελματιών.
  2. Με έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 2004 οι φινλανδικές αρχές περιέγραψαν το επίμαχο καθεστώς ΦΠΑ, ισχυριζόμενες ότι, καίτοι στρέβλωνε τον ανταγωνισμό, το έκανε σε αμελητέο βαθμό, δεδομένου ότι ο δικαιούχος δεν επιλέγει κρατικό νομικό σύμβουλο ή δικηγόρο με αποκλειστικό κριτήριο την υπαγωγή στον ΦΠΑ, αλλά και βάσει άλλων παραγόντων όπως η επαγγελματική πείρα και η κατάρτιση του επιλεγέντος προσώπου ή ο μεγάλος όγκος εργασίας των κρατικών γραφείων νομικής αρωγής.
  3. Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή, εκτιμώντας ως ανεπαρκείς τις προαναφερθείσες εξηγήσεις, απέστειλε στη Φιλανδία προειδοποιητική επιστολή ζητώντας της να υπαγάγει στον ΦΠΑ τις παρεχόμενες από κρατικούς νομικούς συμβούλους υπηρεσίες νομικής αρωγής στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου (τις οποίες υπηρεσίες μπορεί εξάλλου να παράσχει και δικηγόρος), εφόσον ο δικαιούχος καταβάλλει ένα μέρος της αμοιβής. Η Επιτροπή έκρινε ότι στις περιπτώσεις αυτές τα κρατικά γραφεία δεν ενεργούν ως δημόσιες αρχές, γεγονός που θα καθιστούσε δυνατή την απαλλαγή τους από τον ΦΠΑ δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της έκτης οδηγίας, και ότι η εν λόγω απαλλαγή συνεπαγόταν σοβαρή στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο.
  4. Στην απάντησή της, της 16ης Φεβρουαρίου 2006, η Δημοκρατία της Φινλανδίας επανέλαβε τα επιχειρήματα που είχε ήδη προβάλει στο έγγραφό της το 2004, χαρακτηρίζοντας επιπλέον ως εσφαλμένη την κρίση της Επιτροπής ότι τα κρατικά γραφεία νομικής αρωγής ενεργούν ως δημόσιες αρχές όταν παρέχουν νομικές συμβουλές εκτός του πλαισίου δικαστικών διαδικασιών, όχι όμως όταν δεν αμείβονται για τη νομική αρωγή που παρέχουν ή όταν παρέχουν τις υπηρεσίες τους έναντι ίδιας συμμετοχής του δικαιούχου.
  5. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν ικανοποίησε την Επιτροπή, η οποία απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στην ενδιαφερόμενη κυβέρνηση στις 15 Δεκεμβρίου 2006. Στις 15 Φεβρουαρίου 2007 οι φινλανδικές αρχές διαφώνησαν με την προαναφερθείσα γνώμη, και ως εκ τούτου η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή λόγω παραβάσεως.

IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

  1. Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουνίου 2008 και το υπόμνημα αντικρούσεως της Φινλανδικής Κυβερνήσεως στις 17 Ιουλίου του ίδιου έτους.
  2. Το απαντητικό υπόμνημα κατατέθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2008 και το υπόμνημα ανταπαντήσεως στις 13 Νοεμβρίου 2008.
  3. Δεδομένου ότι κανένα από τα μέρη δεν ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η υπόθεση κατέστη ώριμη για την ανάπτυξη των ανά χείρας προτάσεων στις 28 Απριλίου 2009.
  4. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Φινλανδίας, παραλείποντας να υπαγάγει στον ΦΠΑ τη νομική αρωγή που παρέχουν έναντι ίδιας συμμετοχής του δικαιούχου τα οικεία κρατικά γραφεία, ενώ οι αντίστοιχες υπηρεσίες υπόκεινται στον ΦΠΑ, όταν παρέχονται από δικηγόρους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφοι 1, 2 και 5, της έκτης οδηγίας. Ζητεί επίσης να καταδικαστεί η Δημοκρατία της Φινλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
  5. Το καθού κράτος ζητεί την απόρριψη της προσφυγής λόγω παραβάσεως και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.

V –    Ανάλυση της παραβάσεως

  1. Οι κανόνες της φινλανδικής νομοθεσίας που διέπουν την παροχή υπηρεσιών νομικής αρωγής στους ιδιώτες όταν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου προβλέπει, όπως προελέχθη, δύο εναλλακτικές δυνατότητες. Αφενός, ο δικαιούχος μπορεί να τύχει αυτής της αρωγής εντελώς δωρεάν ή έναντι ίδιας συμμετοχής, αναλόγως του ύψους των εισοδημάτων του· αφετέρου, υπηρεσίες νομικής αρωγής μπορεί να παράσχει υπάλληλος των κρατικών γραφείων που έχουν συσταθεί για το σκοπό αυτόν ή δικηγόρος. Η φινλανδική νομοθεσία περί ΦΠΑ προβλέπει την επιβολή φόρου επί των υπηρεσιών που παρέχουν οι επαγγελματίες του τομέα εντός του ειδικού αυτού πλαισίου, όχι όμως επί των υπηρεσιών που παρέχουν τα κρατικά γραφεία νομικής αρωγής, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ανεξαρτήτως τυχόν ίδιας συμμετοχής εκείνου προς τον οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές.
  2. Η διαφορετική αυτή φορολογική μεταχείριση επέσυρε την προσοχή της Επιτροπής, η οποία επικέντρωσε τις αιτιάσεις της σε ένα συγκεκριμένο σημείο της φινλανδικής νομοθεσίας. Η Επιτροπή θεωρεί εύλογο το ότι η παροχή νομικών συμβουλών από δικηγόρους βαρύνεται πάντοτε με ΦΠΑ και ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από δημόσιους υπαλλήλους δεν υπόκεινται στον συγκεκριμένο φόρο όταν παρέχονται εντελώς δωρεάν. Αμφισβητεί, εντούτοις, τη νομιμότητα της μη υπαγωγής στον φόρο των υπηρεσιών που παρέχουν τα κρατικά γραφεία όταν ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει αμοιβή.
  3. Η προσφυγή λόγω παραβάσεως της Επιτροπής στηρίζεται σε τρεις λόγους, το βάσιμο των οποίων εξετάζεται στις ανά χείρας προτάσεις.
  4. Πρώτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όταν τα κρατικά νομικά γραφεία παρέχουν την εν λόγω υπηρεσία έναντι μερικής αμοιβής, ασκούν «οικονομική δραστηριότητα» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της έκτης οδηγίας, όπερ σημαίνει ότι πρόκειται για «παροχή υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας» και ότι πρέπει να επιβληθεί ΦΠΑ κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
  5. Δεύτερον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, οι κρατικοί νομικοί σύμβουλοι δεν ενεργούν ως δημόσιες αρχές, κατά συνέπεια, δεν τυγχάνει εφαρμογής η μη υπαγωγή στον φόρο που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της έκτης οδηγίας.
  6. Τρίτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται, ως εκ περισσού, ότι το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των κρατικών γραφείων συνεπάγεται σημαντική στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού, κατά τρόπο ώστε, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες ως δημόσιες αρχές, θα έπρεπε να θεωρηθούν υποκείμενες στον φόρο δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας.

Α –     Α –       Έννοια οικονομικής δραστηριότητας για τους σκοπούς του ΦΠΑ (άρθρο 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας)

  1. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή στηρίζει την προσφυγή της στην παραδοχή ότι οι υπηρεσίες νομικής αρωγής που παρέχουν τα φινλανδικά κρατικά γραφεία είναι οικονομικής φύσεως, εφόσον ο δικαιούχος της αρωγής καταβάλλει ένα ποσό, έστω μικρό, ως αντάλλαγμα. Πρόκειται για το πιο σημαντικό σημείο της προσφυγής, το οποίο, παραδόξως, η Επιτροπή αναπτύσσει ελάχιστα.
  2. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας, υπόκεινται στον ΦΠΑ «οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας υπό υποκειμένου στον φόρο, που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτήν». Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας συμπληρώνει τον ορισμό αυτόν, προσθέτοντας ότι θεωρείται ως υποκείμενος στον φόρο οποιοσδήποτε ασκεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο και σε οποιονδήποτε τόπο, μία από τις «οικονομικές δραστηριότητες» που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η «άσκηση ελευθέρων επαγγελμάτων ή των εξομοιουμένων προς αυτά» και «η εκμετάλλευση [...] άυλου αγαθού, προς τον σκοπό αντλήσεως εσόδων διαρκούς χαρακτήρος».
  3. Ελλείψει «οικονομικής δραστηριότητας», δεν νοείται επιβολή φόρου (16). Καίτοι νομολογιακώς έχουν ήδη οριστεί ορισμένα κριτήρια που καθιστούν δυνατή την αποσαφήνιση της εν λόγω έννοιας, η παρούσα υπόθεση απαιτεί βαθύτερη ερμηνεία του νομικού πλαισίου, διότι, εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχει κανένα νομολογιακό προηγούμενο βασισμένο σε παρόμοια πραγματικά περιστατικά.
  4. Η νομολογία
  5. Πρώτον, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η έννοια της οικονομικής δραστηριότητας είναι αντικειμενικού χαρακτήρα και ως τέτοια πρέπει να νοείται, ανεξαρτήτως του σκοπού και των αποτελεσμάτων της (17). Κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η επίμαχη δραστηριότητα πραγματοποιείται προς το γενικό συμφέρον και κατ’ εφαρμογή του νόμου ή ότι συνιστά βοήθημα (καθιστώντας ευκολότερη και καλύτερη την πρόσβαση των πολιτών στη δικαιοσύνη) και όχι με πνεύμα καθαρώς επιχειρηματικό ή με λογική αποτελεσματικότητας. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν έχει τη φύση οικονομικής δραστηριότητας.
  6. Όσον αφορά την υπαγωγή στον ΦΠΑ, η «οικονομική δραστηριότητα» δεν είναι οπωσδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα προσανατολισμένη στην επίτευξη κέρδους· αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η έκτη οδηγία χαρακτηρίζει ως υποκείμενους στον φόρο οργανισμούς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι ακολούθως προβλέπει την απαλλαγή τους δυνάμει του άρθρου 13, Α, παράγραφος 1. Η διατύπωση του άρθρου 4 της δεύτερης οδηγίας 67/228/ΕΟΚ(18) ήταν επίσης εύγλωττη, καθότι η εν λόγω διάταξη όριζε ως υποκείμενο «οποιονδήποτε ενεργεί, κατά τρόπο ανεξάρτητο και συνήθη, πράξεις που ανάγονται στις δραστηριότητες του παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες, ανεξαρτήτως εάν ο χαρακτήρας τους είναι κερδοσκοπικός ή μη».
  7. Η θέση αυτή αναιρείται καταρχήν από τη διατύπωση της αποφάσεως Floridienne και Berginvest, κατά την οποία «για να μπορεί η δραστηριότητα μιας εταιρίας holding, που συνίσταται στο ότι διαθέτει κεφάλαιο στις θυγατρικές της, να θεωρηθεί ως αυτοτελής οικονομική δραστηριότητα, συνιστάμενη στην εκμετάλλευση του κεφαλαίου αυτού με σκοπό την άντληση εσόδων διαρκούς χαρακτήρα […], είναι αναγκαίο η δραστηριότητα αυτή να μην ασκείται ευκαιριακά και μόνον, ούτε να περιορίζεται στη διαχείριση των επενδύσεων όπως θα το έπραττε ένας ιδιώτης επενδυτής […], αλλά να αναπτύσσεται στο πλαίσιο επιχειρηματικού ή εμπορικού σκοπού,ο οποίος χαρακτηρίζεται ιδίως από το μέλημα της κερδοφορίας των επενδυθέντων κεφαλαίων» (19). Κατά τη γνώμη μου, το απόσπασμα αυτό ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες υφίσταται οικονομική δραστηριότητα «εκμεταλλεύσεως […] άυλου αγαθού, προς τον σκοπό αντλήσεως εσόδων διαρκούς χαρακτήρος», αλλά δεν πρέπει να επεκταθεί στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας (20). Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα παραγνώριζε τον αντικειμενικό χαρακτήρα της εν λόγω έννοιας. Η άντληση εσόδων είναι αναγκαία και στις λοιπές περιπτώσεις, όχι ως απαίτηση παραγωγικότητας αλλά «ισοδυναμίας των παροχών», όπως θα εξηγήσω ακολούθως.
  8. Δεύτερον, έχει διευκρινιστεί επίσης νομολογιακώς ότι η δραστηριότητα πρέπει να ασκείται έναντι αμοιβής (21). Το ίδιο το άρθρο 2 της έκτης οδηγίας προσδίδει στη φορολογητέα πράξη επαχθή χαρακτήρα, που είναι μάλλον εγγενής στην έννοια του ΦΠΑ, η εφαρμογή του οποίου, προϋποθέτει, όπως υποδηλώνει η ονομασία του, την ύπαρξη προστιθέμενης αξίας στα υποκείμενά σε αυτόν αγαθά και υπηρεσίες (22).
  9. Υπ’ αυτή την έννοια αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην απόφασή του Hong-Kong Trade Development Council, στην οποία έκρινε ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται άνευ ανταλλάγματος δεν υπόκεινται στον ΦΠΑ, καθότι, όταν η δραστηριότητα του παρέχοντος συνίσταται αποκλειστικώς σε παροχές χωρίς άμεση αντιπαροχή, δεν υφίσταται βάση για επιβολή φορολογίας. Το ότι οι φορολογητέες πράξεις πρέπει να διενεργούνται επ’ ανταλλάγματι επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι οικονομικές δραστηριότητες των υποκειμένων στον φόρο αποτελούν κατ’ ανάγκη δραστηριότητες που ασκούνται επ’ ανταλλάγματι ή επ’ αντιπαροχή, διότι εάν ασκούνται αποκλειστικώς δωρεάν δεν εμπίπτουν στο σύστημα του φόρου προστιθεμένης αξίας, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 8 δεν δύνανται να αποτελέσουν βάση για επιβολή φορολογίας (23).
  10. Εντούτοις, δεν είναι σκόπιμο να αποκλειστεί εκ προοιμίου η εφαρμογή του ΦΠΑ σε μερικώς αμειβόμενες δραστηριότητες (24), αν και δεν πρέπει επίσης να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η υποχρέωση καταβολής αμοιβής καθαυτή, όσο χαμηλή και αν είναι αυτή, προσδίδει οικονομικό χαρακτήρα σε δεδομένη δραστηριότητα. Όσον αφορά τις περιπτώσεις αυτές η νομολογία είναι λιγότερο απόλυτη, κατά την έννοια ότι παροχή υπηρεσιών πραγματοποιείται «εξ επαχθούς αιτίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, περίπτωση 1, της έκτης οδηγίας, και επομένως είναι φορολογητέα, μόνον αν υφίσταται μεταξύ του παρέχοντος την υπηρεσία και του λήπτη αυτής έννομη σχέση κατά τη διάρκεια της οποίας ανταλλάσσονται αμοιβαίως παροχές, η δε αμοιβή που λαμβάνει ο παρέχων την υπηρεσία συνιστά την πραγματική αντιπαροχή της υπηρεσίας που παρέχεται στον λήπτη (25). Επιπλέον, πρέπει να υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ της παρεχόμενης υπηρεσίας και της λαμβανόμενης αντιπαροχής (26).
  11. Κατά τον τρόπο αυτόν, το Δικαστήριο έκρινε ότι δραστηριότητες όπως αυτές που ασκούσαν οι Apple and Pear Development Council δεν υπόκεινται στον ΦΠΑ (27), διότι από τις δραστηριότητες προωθήσεως των γεωργικών προϊόντων του εν λόγω δημόσιου φορέα επωφελήθηκε ολόκληρος ο τομέας και όχι μόνον οι παραγωγοί πατάτας και αχλαδιού που υποχρεούνταν να καταβάλλουν στον Council ετήσια υποχρεωτική επιβάρυνση. Κατά την απόφαση αυτή δεν υπήρχε άμεση σχέση μεταξύ του οφέλους που αποκόμισαν οι εν λόγω ιδιώτες και του ποσού που υποχρεούνταν να καταβάλουν. Στη βάση του ίδιου κριτηρίου, το Δικαστήριο έκρινε, στην προαναφερθείσα απόφαση Tolsma, ότι δραστηριότητα που συνίσταται στην εκτέλεση μουσικής σε δημόσιο δρόμο, για την οποία δεν συνομολογείται καμία αμοιβή, έστω και αν ο ενδιαφερόμενος ζητεί την καταβολή χρημάτων και εισπράττει ορισμένα ποσά, υπό τη μορφή οβολού, δεν συνιστά υπηρεσία εξ επαχθούς αιτίας, διότι τα έσοδα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντιπαροχή για την παρεχόμενη υπηρεσία και δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των δύο. Αντιστρόφως, η νομολογία αναγνώρισε ως οικονομική δραστηριότητα τη διάθεση οδικής υποδομής σε χρήστες μέσω καταβολής διοδίων, το ύψος των οποίων είναι συνάρτηση, ιδίως, της κατηγορίας του χρησιμοποιουμένου οχήματος και της διανυομένης αποστάσεως (28).
  12. Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
  13. Ευθυγραμμιζόμενη με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hong-Kong Trade, η Επιτροπή δέχεται ότι δεν υφίσταται οικονομική δραστηριότητα όταν τα κρατικά γραφεία παρέχουν δωρεάν υπηρεσίες νομικής αρωγής σε πολίτες. Ωστόσο, η συγκεκριμένη συλλογιστική έρχεται σε αντίθεση με την τελική της εκτίμηση κατά την οποία οι επίμαχες υπηρεσίες παρέχονται χωρίς αντιπαροχή επειδή «ως υπάλληλος υπηρετών σε κρατική υπηρεσία νομικής αρωγής ο νομικός σύμβουλος λαμβάνει ως αμοιβή μόνον τον κανονικό του μισθό». Ο ισχυρισμός αυτός, εντούτοις, απάδει προς τη γενικότερη θέση της Επιτροπής, καθώς ο μισθός του δημόσιου νομικού συμβούλου δεν διαφοροποιείται αναλόγως του ποσού που ο εκάστοτε ενδιαφερόμενος οφείλει να καταβάλλει στη διοίκηση, με αποτέλεσμα στις περιπτώσεις ίδιας συμμετοχής του δικαιούχου να απουσιάζει και ο απαιτούμενος επαχθής χαρακτήρας.
  14. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, ο μισθός του δημοσίου υπαλλήλου που αναλαμβάνει την εκπροσώπηση στις διαδικασίες αυτές δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την υπαγωγή στον ΦΠΑ των κρατικών γραφείων. Αιτία της απαλλαγής των υπηρεσιών που παρέχονται εντελώς δωρεάν είναι, σύμφωνα με τη νομολογία που προανέφερα, το γεγονός ότι ελλείψει ανταλλαγής παροχών δεν υφίσταται οικονομική δραστηριότητα και κατά συνέπεια δεν υφίσταται βάση επιβολής της εν λόγω φορολογίας.
  15. Στην περίπτωση υπηρεσιών νομικής αρωγής που παρέχονται έναντι ίδιας συμμετοχής του δικαιούχου είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η φύση της πληρωμής και η σύνθεσή της, προκειμένου να διευκρινιστεί αν αυτή αντιπροσωπεύει την «πραγματική αντιπαροχή» της παρεχόμενης υπηρεσίας και αν υφίσταται «άμεση και αναγκαία σχέση» μεταξύ των δύο.
  16. Όταν οι αμειβόμενες υπηρεσίες νομικής αρωγής παρέχονται από δικηγόρο, είναι εύκολο να εντοπιστεί η άμεση σχέση, διότι, είτε ο πελάτης δεν καταβάλλει αμοιβή είτε καταβάλλει τμήμα μόνον της αμοιβής, ολόκληρο το ποσό καταβάλλεται από το κράτος. Ο επαγγελματίας λαμβάνει σε κάθε περίπτωση την πραγματική αντιπαροχή, ήτοι το ποσό της νομικώς οφειλόμενης αμοιβής, η οποία υπόκειται, κατά συνέπεια, στον ΦΠΑ. Το ύψος της αντιπαροχής, είτε καλύπτεται εξολοκλήρου είτε μερικώς από δημόσιους πόρους, εξαρτάται αποκλειστικώς από τη φύση της εκτελεσθείσας εργασίας.
  17. Αντιθέτως, όσον αφορά τα κρατικά γραφεία νομικής αρωγής είναι ελάχιστα πιθανό η σχέση μεταξύ της οφειλόμενης από τον δικαιούχο εισφοράς και της παρεχόμενης αρωγής να πληροί την προϋπόθεση του «άμεσου και αναγκαίου χαρακτήρα» που απαιτείται νομολογιακώς. Η αμοιβή που λαμβάνει η διοίκηση δεν αντιστοιχεί στην πραγματική αξία της υπηρεσίας ούτε και στην προβλεπόμενη από τον νόμο αξία (η οποία καταβάλλεται στους δικηγόρους), αλλά αντιπροσωπεύει μόνον ένα ποσοστό της εν λόγω αξίας. Η υπηρεσία χρεώνει κατ’ ανώτατο όριο το 75 % της αμοιβής που προβλέπει η φινλανδική νομοθεσία (29) και εισπράττει το 20 %, 30 % ή 40 % του ποσού αυτού, αναλόγως των εισοδημάτων του ενδιαφερομένου.
  18. Η αντιπαροχή του ιδιώτη δεν εξαρτάται αποκλειστικώς από το κόστος της εργασίας, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, και από την οικονομική κατάσταση του πελάτη. Διαπιστώνεται συνεπώς η ύπαρξη κάποιας σχέσεως μεταξύ της παρεχόμενης υπηρεσίας και του καταβληθέντος ποσού (δεδομένου ότι η εκάστοτε συμβολή υπολογίζεται βάσει της νόμιμης αξίας της παρεχόμενης νομικής αρωγής), αλλά η σχέση αυτή δεν είναι άμεση και δεν έχει την απαιτούμενη από τη νομολογία ένταση προκειμένου να θεωρηθεί ότι υφίσταται παροχή εξ επαχθούς αιτίας, καθόσον «νοθεύεται» από τη συνεκτίμηση των εισοδημάτων και της περιουσίας του πελάτη. Όσο χαμηλότερα είναι τα εισοδήματα του ενδιαφερομένου τόσο λιγότερο άμεση είναι η επίμαχη σχέση.
  19. Οι πληροφορίες που κοινοποίησε η Φινλανδική Κυβέρνηση όσον αφορά τη χρηματοδότηση των κρατικών υπηρεσιών νομικής αρωγής είναι ενδεικτικές. Το 2007, κατά τις οικείες δηλώσεις, μόνον 34 % της των υπηρεσιών νομικής αρωγής των εν λόγω γραφείων καλύφθηκαν από τις ίδιες συμμετοχές των δικαιούχων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν ποσό ύψους 1,9 εκατομμυρίων ευρώ, έναντι του ποσού των 24,5 εκατομμυρίων ευρώ που αντιπροσωπεύουν οι καθαρές δαπάνες λειτουργίας των εν λόγω γραφείων.
  20. Αν και συμμερίζομαι τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα P. Verloren van Themaat κατά τον οποίο «εκείνο που έχει σημασία στο πλαίσιο του άρθρου 4 είναι η οικονομική φύση των εν λόγω δραστηριοτήτων και όχι η νομική μορφή ή ο τρόπος χρηματοδοτήσεως των δραστηριοτήτων αυτών» (30), στην προκείμενη περίπτωση οι προαναφερθείσες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι οι πληρωμές από ιδιώτες καλύπτουν μικρό ποσοστό του κόστους των υπηρεσιών νομικής αρωγής που παρέχει το φινλανδικό κράτος. Αν συνεκτιμηθεί επίσης και το γεγονός ότι η ίδια συμμετοχή των δικαιούχων προσομοιάζει με φόρο λόγω της προοδευτικότητάς της και ότι κατά την απόφαση Götz, η είσπραξη τέλους δεν είναι καθαυτή ικανή να προσδώσει οικονομικό χαρακτήρα σε συγκεκριμένη δραστηριότητα (31), καθίσταται προφανές ότι οι υπηρεσίες νομικής αρωγής που παρέχει εν μέρει δωρεάν η φινλανδική διοίκηση δεν πληρούν τα κριτήρια της υποκείμενης στον ΦΠΑ οικονομικής δραστηριότητας.
  21. Η νομολογία η σχετική με την υπαγωγή στον ΦΠΑ των συμβολαιογράφων, των εισπρακτόρων φόρων και άλλων κρατικών λειτουργών δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, από μόνη της να αντικρούσει τη θέση αυτή. Από τις αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Ayuntamiento de Sevilla ή Mihal (32) προκύπτει ότι τα καθήκοντα των εν λόγω επαγγελματιών είναι γνήσιες οικονομικές δραστηριότητες, διότι, καίτοι νομοθετικά ανατεθειμένες για λόγους γενικού συμφέροντος, συνίστανται στην παροχή σε ιδιώτες υπηρεσιών σε μόνιμη βάση έναντι αμοιβής. Η έκτη οδηγία δεν προβλέπει καμία απαλλαγή υπέρ των νομοθετικώς κατοχυρωμένων επαγγελμάτων. Η διαφορά μεταξύ των περιπτώσεων αυτών και της υπό κρίση υποθέσεως έγκειται στο είδος της αντιπαροχής, καθότι ουδόλως προκύπτει από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις ότι η αμοιβή εξαρτάται από παράγοντες διαφορετικούς από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας.
  22. Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς ότι οι υπηρεσίες που παρέχουν τα φινλανδικά κρατικά γραφεία νομικής αρωγής συνιστούν «οικονομική δραστηριότητα» όσον αφορά το ζήτημα της υπαγωγής τους στον ΦΠΑ. Και μόνον ο λόγος αυτός αρκεί για την απόρριψη της προσφυγής της Επιτροπής, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστεί η εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 5, της έκτης οδηγίας.
  23. Εντούτοις, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με την ανάλυση αυτή και εκτιμήσει ότι η Επιτροπή έχει προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις, θα εξετάσω ακολούθως τις έννοιες της δημόσιας αρχής και της σημαντικής στρεβλώσεως των όρων του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.

Έννοια δημόσιας αρχής για τους σκοπούς του ΦΠΑ (άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της έκτης οδηγίας)

  1. Σύμφωνα με τις παρασχεθείσες πληροφορίες, τα κρατικά γραφεία νομικής αρωγής αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φινλανδικής διοικήσεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες (και υπό τον όρο ότι θα γίνει δεκτό ότι τα γραφεία αυτά ασκούν οικονομικές δραστηριότητες), είναι σκόπιμο να εξακριβωθεί αν η δραστηριότητα αυτή μπορεί να απαλλαγεί από τον ΦΠΑ δυνάμει της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 5, της έκτης οδηγίας.
  2. Η διάταξη αυτή προβλέπει στο πρώτο εδάφιο ότι οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου «δεν θεωρούνται ως υποκείμενοι στον φόρο για τις δραστηριότητες ή πράξεις τις οποίες πραγματοποιούν ως δημόσια εξουσία, έστω και αν, επ’ ευκαιρία αυτών των δραστηριοτήτων ή πράξεων, εισπράττουν δικαιώματα, τέλη, εισφορές ή άλλες επιβαρύνσεις».
  3. Κατά συνέπεια, προκειμένου να τύχει εφαρμογής ο κανόνας της απαλλαγής από τον ΦΠΑ, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο προϋποθέσεις: άσκηση δραστηριοτήτων από οργανισμό δημοσίου δικαίου και πραγματοποίηση των πράξεων αυτών υπό την ιδιότητά του ως δημοσίας αρχής (33).
  4. Το Δικαστήριο όρισε με ακρίβεια τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, κρίνοντας ότι «ως δραστηριότητες που ασκούνται με την ιδιότητα της δημόσιας εξουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της έκτης οδηγίας, νοούνται εκείνες των οργανισμών δημοσίου δικαίου στο πλαίσιο του ιδιαιτέρου νομικού καθεστώτος που ισχύει γι’ αυτούς. Αντιθέτως, όταν ενεργούν υπό τις ίδιες νομικές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους ιδιώτες επιχειρηματίες, δεν ασκούν τέτοιου είδους δραστηριότητες» (34).
  5. Η επεξήγηση αυτή δεν σημαίνει ότι η ύπαρξη απλώς και μόνον σχέσεως ανταγωνισμού με επιχειρήσεις ή ελεύθερους επαγγελματίες στο ίδιο πεδίο δραστηριότητας αποκλείει τον χαρακτηρισμό πράξεως ως «πράξεως δημόσιας αρχής». Η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, καταλαμβάνοντας τόσο δημόσια λειτουργήματα καθαυτά, τα οποία δεν μπορούν να ασκούν ιδιώτες, όσο και τις δραστηριότητες που τελούν σε σχέση ανταγωνισμού με τον ιδιωτικό τομέα (35). Ειδάλλως, δύσκολα θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η «εξαίρεση της εξαιρέσεως» της επόμενης παραγράφου του άρθρου 4, κατά την οποία υπόκεινται στον ΦΠΑ «τέτοιου είδους δραστηριότητες ή πράξεις» (36), όταν ενδέχεται να υπάρξει σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού.
  6. Η εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της έκτης οδηγίας προσλαμβάνει επομένως αντικειμενικό χαρακτήρα, καθότι, καίτοι προβλέπει ότι οι δημόσιοι οργανισμοί «δεν υπόκεινται στον ΦΠΑ», η έκταση της απαλλαγής των οργανισμών αυτών προσδιορίζεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των όρων ασκήσεως των επίμαχων δραστηριοτήτων. Έτσι, έχει κριθεί νομολογιακώς ότι κατά την οδηγία είναι φορολογητέες οι δραστηριότητες των δημόσιων οργανισμών «όχι ως υποκειμένων δημοσίου δικαίου, αλλά ως υποκειμένων ιδιωτικού δικαίου» και το μοναδικό κριτήριο που καθιστά δυνατή την ασφαλή διάκριση των δύο αυτών κατηγοριών δραστηριοτήτων είναι το κατά το εθνικό δίκαιο εφαρμοστέο νομικό καθεστώς (37).
  7. Στην προκείμενη περίπτωση, η Επιτροπή επιμένει ότι, όταν οι φινλανδικές δημόσιες υπηρεσίες παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, ενεργούν υπό τις ίδιες νομικές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους ελεύθερους επαγγελματίες που νομιμοποιούνται να παρέχουν τέτοιου είδους υπηρεσίες, καθότι η επίμαχη δραστηριότητα διέπεται από το ίδιο κανονιστικό πλαίσιο, ανεξαρτήτως του προσώπου που έχει αναλάβει την παροχή των νομικών υπηρεσιών. Ειδικότερα, η Επιτροπή προσθέτει ότι η θέση της «στηρίζεται αποκλειστικώς στο ζήτημα αν τα δημόσια γραφεία νομικής αρωγής παρέχουν τις υπηρεσίες τους δυνάμει ειδικών διατάξεων που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα δικηγορικά γραφεία». Δεδομένου ότι η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει στο πλαίσιο διαδικασιών ενώπιον δικαστηρίων, υποστηρίζει ότι τα κρατικά γραφεία δεν ενεργούν ως δημόσιες αρχές, με αποτέλεσμα να υπόκεινται στον ΦΠΑ (38).
  8. Κατά την άποψή μου, ο συλλογισμός αυτός βασίζεται σε εσφαλμένη βάση, καθώς νομολογιακώς απαιτείται απλώς και μόνον οι δραστηριότητες που ασκούν οι δημόσιοι οργανισμοί «ως δημοσία εξουσία» να ασκούνται στο πλαίσιο του ιδιαίτερου για τους δημόσιους οργανισμούς νομικού καθεστώτος, και όχι το κανονιστικό αυτό πλαίσιο να εφαρμόζεται σε αυτές. Στην υπό κρίση υπόθεση οι επαγγελματίες του ιδιωτικού τομέα παρέχουν τις υπηρεσίες τους δυνάμει ειδικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, βάσει ενός ιδιαίτερου για τους δημόσιους οργανισμούς νομικού πλαισίου, και όχι το αντίθετο, όπως προφανώς υποστηρίζει η Επιτροπή.
  9. Η νομική αρωγή, είτε παρέχεται από δημόσιο νομικό σύμβουλο είτε από ιδιώτη δικηγόρο, συνιστά δημόσιο λειτούργημα, και, στις δύο περιπτώσεις, εφαρμοστέο είναι το ρυθμιστικό πλαίσιο του 2002. Ο δικηγόρος που τυχόν επιλαμβάνεται στο πλαίσιο αυτό δεν υπόκειται αποκλειστικώς στους ιδιαίτερους κανόνες που πλαισιώνουν την άσκηση του επαγγέλματός του, όπως οι αφορώντες την υπεράσπιση άλλου πελάτη, καθόσον το εν λόγω ρυθμιστικό πλαίσιο επιβάλλει διαφορετικές προϋποθέσεις· κατά πρώτον, η διοίκηση (μέσω των κρατικών υπηρεσιών) αποφασίζει αν είναι σκόπιμο να αναλάβει την υπεράσπιση πελάτη του, εξακριβώνοντας συναφώς αν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και αν υφίσταται ιδιαίτερος λόγος περί του αντιθέτου (39)· κατά δεύτερον, η αμοιβή καθορίζεται βάσει πινάκων αμοιβών διαφορετικών από τους γενικώς ισχύοντες (40) και, τρίτον, η αμοιβή καταβάλλεται από το κράτος και όχι από τον ενδιαφερόμενο. Εντούτοις, πέραν από τους κανόνες δεοντολογίας και τις αυστηρώς διαδικαστικές ρυθμίσεις, ελάχιστες ομοιότητες παρουσιάζει το διέπον το δικηγορικό λειτούργημα νομικό πλαίσιο με το πλαίσιο που ρυθμίζει τις σχέσεις των δικηγόρων με τους ιδιαίτερους αυτούς πελάτες τους.
  10. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για δραστηριότητα υποκείμενη στους γενικούς κανόνες της αγοράς, αλλά για πράξεις δημόσιας αρχής, οι οποίες απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ, όταν πραγματοποιούνται ευθέως από τη διοίκηση.
  11. Ο Φινλανδός νομοθέτης προέβλεψε την παροχή αυτής της ιδιαίτερης υπηρεσίας δημόσιου χαρακτήρα, προκειμένου να διευκολύνει την πρόσβαση των διοικουμένων σε ποιοτικές υπηρεσίες νομικής αρωγής· για να διευκολύνει την παροχή αυτής της υπηρεσίας, προέβλεψε τη δυνατότητα παροχής της όχι μόνον από δημόσιους υπαλλήλους αλλά και από δικηγόρους, οι οποίοι κατά τον τρόπο αυτόν ενεργούν ως «δημόσιες αρχές». Εντούτοις, η απαλλαγή από τον ΦΠΑ δεν τυγχάνει εφαρμογής, καθώς το άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της έκτης οδηγίας προβλέπει ότι αυτή είναι δυνατή μόνον προκειμένου περί δημόσιων οργανισμών.
  12. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα είναι μάλλον εύλογο. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το γεγονός ότι ορισμένοι επαγγελματίες ασκούν προνόμια δημόσιας εξουσίας επειδή το Δημόσιο τους αναθέτει μια αποστολή δεν σημαίνει ότι μπορούν να τύχουν της απαλλαγής που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της έκτης οδηγίας. Πράγματι, δεν ασκούν τις δραστηριότητες αυτές ως οργανισμοί δημοσίου δικαίου, όταν τις ασκούν υπό τη μορφή ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας στο πλαίσιο ασκήσεως ελευθέρου επαγγέλματος, χωρίς να είναι ενσωματωμένοι στο σύστημα δημόσιας διοικήσεως (41).
  13. Κατά συνέπεια, τα επίμαχα κρατικά γραφεία παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως υποκείμενα δημοσίου δικαίου, όταν αναλαμβάνουν, στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, την παροχή υπηρεσιών νομικής αρωγής που τους αναθέτει ο νόμος. Ενεργούν επομένως ως δημόσιες αρχές, καίτοι λαμβάνουν ίδια συμμετοχή του δικαιούχου ως αντιπαροχή και παρά το γεγονός ότι ως προς τις υπηρεσίες αυτές τελούν σε σχέση ανταγωνισμού με τα δικηγορικά γραφεία. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αιτίαση αυτή περί παραβάσεως.

Γ –     Γ –       Έννοια σημαντικής στρεβλώσεως των όρων του ανταγωνισμού για τους σκοπούς του ΦΠΑ (άρθρο 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας)

  1. Το τρίτο και τελευταίο επιχείρημα που επικαλέστηκε η Επιτροπή στην προσφυγή της ερείδεται στο γεγονός ότι, αν θεωρηθεί ότι οι προαναφερθείσες υπηρεσίες συνιστούν εκδήλωση δημόσιας εξουσίας, όταν πρόκειται για διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίων, η μη υπαγωγή τους στον ΦΠΑ θα μπορούσε να προκαλέσει «σημαντικές στρεβλώσεις των όρων του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας. Κατά τη διάταξη αυτή τέτοιου είδους δραστηριότητες υπόκεινται στον φόρο, καίτοι ασκούνται από δημόσια αρχή. Με το μέτρο αυτό, ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην πρόληψη των παραβιάσεων των αρχών της γενικότητας και της ουδετερότητας του φόρου (42).
  2. Η Επιτροπή ισχυρίζεται στην προσφυγή της ότι η μη υπαγωγή των κρατικών υπηρεσιών καθιστά ακριβότερη κατά 22 %(43) την προσφυγή σε δικηγόρο και υπενθυμίζει ότι οι δικαιούχοι υπηρεσιών νομικής αρωγής είναι τελικοί καταναλωτές, χωρίς δικαίωμα επιστροφής του ΦΠΑ, γεγονός που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την αποτίμηση των διαταράξεων του ανταγωνισμού (44).
  3. Η Φινλανδική Κυβέρνηση επικαλείται προς υπεράσπισή της ότι η επιλογή μεταξύ ιδιωτικού δικηγορικού γραφείου ή κρατικού γραφείου αρωγής δεν εξαρτάται αποκλειστικώς από την τιμή αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως η προϋπάρχουσα επαγγελματική σχέση μεταξύ του δικαιούχου υπηρεσιών νομικής αρωγής και του δικηγόρου, η φήμη ή η ειδίκευσή του σε συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο, ο όγκος εργασίας των δημόσιων γραφείων σε δεδομένη στιγμή ή ακόμη και το ενδεχόμενο συγκρούσεως συμφερόντων. Επιπλέον, επισημαίνει ότι κατά τα στατιστικά στοιχεία των ετών 2002 έως 2006 μικρό μόνον ποσοστό των δικαιούχων που προσέφυγαν σε δικηγόρο κατέβαλαν ίδια συμμετοχή (ήτοι περίπου το 20 %· το υπόλοιπο 80 % καλύπτεται εξ ολοκλήρου από το κράτος)· ότι η αναλογία των υποθέσεων που ανέλαβαν τα κρατικά γραφεία έναντι των δικηγόρων, υπό το προαναφερθέν καθεστώς της κατά το ήμισυ δωρεάν παροχής νομικής αρωγής, παρέμεινε σταθερή από το 2002 έως το 2006· και ότι την εν λόγω περίοδο ο αριθμός των πελατών που κατέβαλαν ίδια συμμετοχή και προσέφυγαν σε δικηγόρο αυξήθηκε πολύ περισσότερο (κατά 155 %) σε σύγκριση με τον αριθμό των ιδιωτών που, υπό τους ίδιους όρους εκπροσωπήθηκαν από δημοσίους υπαλλήλους (αύξηση κατά 30 %).
  4. Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι τα αριθμητικά αυτά στοιχεία έχουν οριστικό χαρακτήρα, καθώς εκτιμά ότι εκφράζουν πραγματικές καταστάσεις που «είναι δυνατόν να αποδοθούν σε πολλούς παράγοντες και δεν αναιρούν, καθαυτά, τον ισχυρισμό περί διαφορετικής μεταχειρίσεως συγκρίσιμων καταστάσεων, που είναι προφανής» (45).
  5. Στην πρόσφατη απόφαση Isle of Wight Council κ.λπ. (46) το Δικαστήριο έκρινε ότι ενδεχόμενη σημαντική στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού (κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας) πρέπει να επηρεάζει την οικεία δραστηριότητα, λαμβανομένου υπόψη όχι μόνον του πραγματικού ανταγωνισμού αλλά και του δυνητικού, υπό τον όρο ότι η δυνατότητα του επιχειρηματία να εισέλθει στη σχετική αγορά είναι πραγματική, και όχι καθαρώς υποθετική. Επιπλέον, οι στρεβλώσεις των όρων του ανταγωνισμού «δεν πρέπει να είναι απλώς αμελητέες».
  6. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες περιορίζουν σημαντικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η δραστηριότητα δημόσιας αρχής δεν υπόκειται στον ΦΠΑ. Αφενός, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ότι η διαφορετική νομοθετική μεταχείριση είχε παράσχει στο παρελθόν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στον δημόσιο οργανισμό· αρκεί να διαφαίνεται μελλοντική στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού. Αφετέρου, θεωρώ ότι το ελάχιστο επιτρεπτό επίπεδο διαταράξεως της αγοράς, πέραν του οποίου αποκλείεται η φοροαπαλλαγή των δημόσιων οργανισμών, είναι πολύ χαμηλό, καθότι αρκεί αυτή να «μην είναι απλώς αμελητέα».
  7. Τα στατιστικά στοιχεία που προσκόμισε η Φινλανδική Κυβέρνηση καταδεικνύουν ότι τα δικηγορικά γραφεία επωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον νόμο περί νομικής αρωγής κατά τα πρώτα χρόνια της εφαρμογής του, καθώς όποιος επιλέγει να προσφύγει σε ελεύθερο επαγγελματία, όταν το κράτος καλύπτει εν μέρει το κόστος των παρεχόμενων από αυτά υπηρεσιών, βασίζεται σε λόγους που δεν σχετίζονται με την τιμή. Όμως, κανένας από τους λόγους αυτούς, εξεταζόμενος μεμονωμένα, δεν δικαιολογεί από μόνος του την οικεία επιλογή.
  8. Ωστόσο, υπάρχει ένα στοιχείο το οποίο, καίτοι δεν προβλήθηκε στη δικογραφία, θα μπορούσε να αμβλύνει τον τυχόν αντι-ανταγωνιστικό χαρακτήρα της επίδικης διαφορετικής φορολογικής μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι η επιλογή μεταξύ ενός κρατικού συμβούλου ή ενός νομικού ελεύθερου επαγγελματία δεν εξαρτάται πάντοτε από τη βούληση του πελάτη. Κατά τον νόμο περί νομικής αρωγής, όταν ο πολίτης προτείνει τον διορισμό δικηγόρου, διενεργούνται οι αναγκαίες ενέργειες για τον διορισμό του, καίτοι είναι επίσης δυνατό η διοίκηση να αναλάβει αυτήν την πρωτοβουλία (47), προκειμένου για παράδειγμα, να ανακατανείμει όγκο εργασίας μη δυνάμενο να διεκπεραιωθεί από τα κρατικά γραφεία νομικής αρωγής (ενδεχόμενο που θα μπορούσε να επέλθει αναπόφευκτα σε περίπτωση που όλοι οι ιδιώτες θα επέλεγαν την παροχή νομικής αρωγής από τα κρατικά γραφεία).
  9. Κατά τον τρόπο αυτόν, χωρίς να υποβαθμίζεται ο αντίκτυπος που θα μπορούσε να έχει στην επιλογή του ενός ή του άλλου τρόπου άμυνας διαφορά τιμών της τάξεως του 22 %, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ο παράγοντας αυτός έχει βαρύνουσα σημασία κατά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως, σε σχέση με τους λοιπούς παράγοντες, ούτε ότι συνεπάγεται σημαντική στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού, για την οποία δεν υπάρχει, επί του παρόντος, καμία ένδειξη.

Δ –       Συμπέρασμα

  1. Κατά την άποψή μου, είναι εμφανές ότι ο μη αυστηρώς οικονομικός χαρακτήρας της εισφοράς του ενδιαφερομένου επιβάλλει τον μη χαρακτηρισμό των υπηρεσιών που παρέχονται από τα κρατικά γραφεία αρωγής ως «οικονομικών δραστηριοτήτων». Προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή.
  2. Εντούτοις, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχτεί την ανωτέρω εκτίμηση, έχω αναλύσει, επικουρικώς, στα τμήματα Β και Γ των ανά χείρας προτάσεων, το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 5, της έκτης οδηγίας, και έχω συναγάγει το συμπέρασμα ότι τα εν λόγω κρατικά γραφεία ενεργούν ως δημόσιες αρχές και η απαλλαγή τους από τον ΦΠΑ δεν διαταράσσει τον ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα, εν πάση περιπτώσει, να μη στοιχειοθετείται παράβαση.

VI – Δικαστικά έξοδα

  1. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή κατ’ ουσίαν ηττήθηκε και η Δημοκρατία της Φινλανδίας υπέβαλε σχετικό αίτημα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

VII – Πρόταση

  1. Βάσει των ανωτέρω αναπτύξεων προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.

2 – Έκτη οδηγία του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1997, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ L 145, σ. 1) (στο εξής: έκτη οδηγία).

3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 347, σ. 1).

4 – Oikeusapulaki (257/2002). Αγγλική (ανεπίσημη) απόδοση του κειμένου του νόμου αυτού, δημοσιευθείσα από το φινλανδικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, είναι διαθέσιμη στο: http://www.finlex.fi/fi/laki/kaannokset/2002/en20020257.pdf. Οδηγός για την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας διατίθεται επίσης στο διαδίκτυο: http://www.om.fi/en/Etusivu/Julkaisut/Esitteet/Oikeusapu/pagename/esite/Tulosta (αγγλική απόδοση).

5 – Laki valtion oikeusaputoimistoista (258/2002).

6 – Valtioneuvoston asetus oikeusavusta (388/2002).

7 – Valtioneuvoston asetus oikeusavun palkkioperusteista (389/2002).

8 – Άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου περί νομικής αρωγής.

9 – Η κλίμακα για τους αγάμους είναι η εξής: σε περίπτωση μηνιαίων εισοδημάτων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 650 ευρώ, δεν υπάρχει υποχρέωση συμμετοχής και η αρωγή παρέχεται δωρεάν σε περίπτωση μηνιαίων εισοδημάτων ύψους έως 850 ευρώ, ο δικαιούχος οφείλει να πληρώσει το 20 % του κόστους της υπηρεσίας· σε περίπτωση εισοδημάτων ύψους έως 1 000 ευρώ, το 30 %· σε περίπτωση εισοδημάτων ύψους έως 1 200 ευρώ, το 40 %· σε περίπτωση εισοδημάτων ύψους έως 1 300 ευρώ, το 55 %· και σε περίπτωση εισοδημάτων ύψους έως 1 400 ευρώ, το 75 %.

Αν ο δικαιούχος νομικής αρωγής είναι έγγαμος, το ποσά διαφέρουν: σε περίπτωση ατομικών εισοδημάτων του συζύγου έως του ποσού των 550 ευρώ, η νομική αρωγή παρέχεται δωρεάν· έως του ποσού των 650 ευρώ και κάτω, το 20 %· έως του ποσού των 1 000 ευρώ, το 40 %· έως του ποσού των 1 100 ευρώ, το 55 %· και έως του ποσού των 1 200 ευρώ, το 75 %.

10 – Άρθρο 6 της υπουργικής αποφάσεως περί νομικής αρωγής.

11 – Άρθρο 7 της υπουργικής αποφάσεως περί νομικής αρωγής.

12 – Άρθρο 8 του νόμου περί νομικής αρωγής.

13 – Κατά τη Φινλανδική Κυβέρνηση, το 2007 οι καθαρές δαπάνες λειτουργίας των οικείων κρατικών νομικών υπηρεσιών ανέρχονταν σε 24,5 εκατομμύρια ευρώ, έναντι του 1,9 εκατομμυρίου ευρώ των εσόδων εκμεταλλεύσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι μερικές αμοιβές που καταβάλλουν οι χρήζοντες εν μέρει δωρεάν νομικής αρωγής και τα δικαστικά έξοδα που καλύπτει ο ηττηθείς αντίδικος στο πλαίσιο δίκης (σημείο 35 του υπομνήματος αντικρούσεως).

14 – Άρθρο 11 της υπουργικής αποφάσεως περί κριτηρίων αμοιβής των υπηρεσιών νομικής αρωγής.

15 – Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, της 30ής Δεκεμβρίου 1993 [arvonlisäverolaki (1501/1993)].

16 – Mολονότι το άρθρο 4 της έκτης οδηγίας προσδίδει στον ΦΠΑ ευρύτατο πεδίο εφαρμογής, στη διάταξη αυτή εμπίπτουν μόνον οι δραστηριότητες που έχουν οικονομικό χαρακτήρα (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1996, C-306/94, Régie dauphinoise, Συλλογή 1996, σ. I-3695, σκέψη 15, της 29ης Απριλίου 2004, C‑77/01, EDM, Συλλογή 2004, σ. I-4295, σκέψη 47, και της 26ης Μαΐου 2005, C‑465/03, Kretztechnik, Συλλογή 2005, σ. I-4357, σκέψη 18). Πέραν από τον όρο ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, η οδηγία προβλέπει τρεις επιπλέον, υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή ενός προσώπου στον ΦΠΑ, ήτοι την ανεξαρτησία, τον επαγγελματικό χαρακτήρα και τον συνήθη χαρακτήρα.

17 – Αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1985, 268/83, Rompelman (Συλλογή 1983, σ. 655, σκέψη 19), της 26ης Μαρτίου 1987, 235/85, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1987, σ. 1471, σκέψεις 6 έως 10), της 27ης Νοεμβρίου 2003, C‑497/01, Zita Modes (Συλλογή 2003, σ. I‑14393, σκέψη 38), της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C-223/03, University of Huddersfield (Συλλογή 2006, σ. I-1751, σκέψη 47), της 26ης Ιουνίου 2007, C-369/04, Hutchinson (Συλλογή 2007, σ. I-5247, σκέψη 28), C-284/04, T-Mobile Austria (Συλλογή 2007, σ. I-5189, σκέψη 35).

18 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 1967, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – διάρθρωση και κανόνες εφαρμογής του κοινού συστήματος φόρου προστιθεμένης αξίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 5).

19 – Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000, C-149/99 (Συλλογή 2000, σ. I-9567, σκέψη 28). Βλ. επίσης, στην ίδια υπόθεση, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Fenelly της 4ης Απριλίου 2000 (σημεία 34 και 35).

20 – Όσον αφορά τις εταιρίες holding, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η απλή κατοχή εταιρικών μεριδίων δεν πρέπει να θεωρείται ως οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια της έκτης οδηγίας, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία η εταιρία holding επεμβαίνει στη διοίκηση εταιριών (απόφαση της 20ής Ιουνίου 1991, C‑60/90, Polysar, Συλλογή 1991, σ. I-3111). Κατά τον τρόπο αυτόν, επανεισάγεται το κριτήριο του σκοπού της επιχειρήσεως για την αποσαφήνιση της φράσεως, «εκμετάλλευση ενσώματου η άυλου αγαθού, προς τον σκοπό αντλήσεως εσόδων διαρκούς χαρακτήρα» του άρθρου 4, παράγραφος 2. Για την έννοια της «εκμεταλλεύσεως», βλ. αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1990, C-186/89, Van Tiem (Συλλογή 1990, σ. I-4363), της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-230/96, Renate Enkler (Συλλογή 1996, σ. I-4517), και προαναφερθείσα απόφαση Hutchinson 3G, καθώς και Terra, B. και Kajus, J., AguidetodeEuropeanVATDirectives. IntroductiontoEuropeanVAT 2009, τόμος 1, IBFD, 2009, σ. 360.

21 – Αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, προαναφερθείσα (σκέψεις 9 και 15), της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-276/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I-6251, σκέψη 32), και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C-408/06, Götz (Συλλογή 2007, I-11295, σκέψη 18).

22 – Herrero de la Escosura, P., El IVA en la jurisprudencia del Tribunal de Justicia de las Comunidades Europeas, Universidad de Oviedo – Marcial Pons, Μαδρίτη, 1996, σ. 120.

23 – Απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 89/81 (Συλλογή 1982, σ. 1277, σκέψεις 10 και 11).

24 – Η προσέγγιση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα για παράδειγμα την απαλλαγή από τον φόρο των πωλήσεων κάτω του κόστους, οι οποίες συνεπάγονται εκπτώσεις ή εκποιήσεις.

25 – Αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 1994, C-16/93, Tolsma (Συλλογή 1994, σ. I-743, σκέψη 14), της 15ης Ιουνίου 1997, C-2/95, SDC (Συλλογή 1997, σ. I-3017 σκέψη 45), και της 26ης Ιουνίου 2003, C-305/01, MKG-Kraftfahrzeuge-Factoring (Συλλογή 2003, σ. I-6729, σκέψη 47).

26 – Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, 102/86, Apple and Pear Development Council (Συλλογή 1988, σ. 1443 σκέψεις 11 και 12), της 16ης Οκτωβρίου 1997, C-258/95, Fillibeck (Συλλογή 1997, σ. I-5577, σκέψη 12), και Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα (σκέψεις 34 και 35).

27 – Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, προαναφερθείσα (σκέψεις 11 έως 16).

28 – Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα (σκέψη 35).

29 – Ενδεχομένως λίγο περισσότερο, αν ο ιδιώτης διαθέτει περιουσιακά στοιχεία ευχερώς ρευστοποιήσιμα αξίας μεγαλύτερης του ποσού των 5 000 ευρώ. Από τη δικογραφία δεν προκύπτει κατά πόσον είναι πιθανό το ποσό να αντιπροσωπεύει το σύνολο της αμοιβής, αλλά αυτό είναι μάλλον εξαιρετικώς απίθανο, καθώς το άρθρο 6 της υπουργικής αποφάσεως περί νομικής αρωγής προβλέπει ανώτατο ύψος μηνιαίων εισοδημάτων για την πρόσβαση στις εν λόγω υπηρεσίες.

30 – Προτάσεις της 2ας Μαρτίου 1982 στην υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Honk-Kong Trade Development Council (σημείο 3.4 in fine).

31 – Απόφαση Götz, προπαρατεθείσα (σκέψη 21). Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1997, C 343/95, Diego Calì & Figli (Συλλογή 1997, σ. I-1547, σκέψη 24), Hutchison 3G κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψη 39) και T Mobile Austria κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψη 45).

32 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, προαναφερθείσα, της 25ης Ιουλίου 1991, C-202/90, Ayuntamiento de Sevilla (Συλλογή 1991, σ. I-4247), καθώς και διάταξη της 21ης Μαΐου 2007, C-456/07, Mihal.

33 – Βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Ayuntamiento de Sevilla (σκέψη 18).

34 – Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1989, 231/87 και 129/88, Comune di Carpaneto Piacentino κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. Ι-3233, σκέψη 16). Επίσης, αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1990, C-4/89, Comune di Carpaneto Piacentinο κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-1869, σκέψη 8), της 6ης Φεβρουαρίου 1997, C-247/95, Marktgemeinde Welden (Συλλογή 1997, σ. I-779, σκέψη 17), Επιτροπή κατά Γαλλίας, προπαρατεθείσα (σκέψη 40), της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-358/97, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2000, σ. I-6301, σκέψη 38), C-359/97, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2000, σ. I-6355, σκέψη 50), C-408/97, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2000, σ. I-6417, σκέψη 35), C-260/98, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2000, σ. I-6537, σκέψη 35), της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-446/98, Fazenda Pública (Συλλογή 2000, σ. I-11435, σκέψη 17), και της 8ης Ιουνίου 2006, C-430/04, Feuerbestattungsverein Halle (Συλλογή 2006, σ. I-4999, σκέψη 32).

35 – Κατά την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, «είναι απορριπτέα η άποψη […] σύμφωνα με την οποία ένας οργανισμός ενεργεί “ως δημόσια εξουσία” μόνον ως προς τις δραστηριότητες οι οποίες εμπίπτουν στη δημόσια εξουσία, κατά την αυστηρή του όρου έννοια» (σκέψη 41).

36 – Το Δικαστήριο έχει τονίσει στη νομολογία του ότι η φράση αυτή αφορά τις δραστηριότητες ή πράξεις που πραγματοποιούν οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου στο πλαίσιο ασκήσεως δημοσίας εξουσίας (προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1989, Comune di Carpaneto Piacentino κ.λπ., σκέψη 21).

37 – Προαναφερθείσες αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1989, Comune di Carpaneto Piacentino κ.λπ. (σκέψη 15) και Fazenda Pública (σκέψη 16).

38 – Σημείο 61 του δικογράφου της Επιτροπής.

39 – Άρθρο 8 του νόμου περί νομικής αρωγής.

40 – Προβλεπόμενες στην υπουργική απόφαση περί των κριτηρίων αμοιβής των υπηρεσιών νομικής αρωγής.

41 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σκέψεις 21 και 22) και Ayuntamiento de Sevilla (σκέψεις 18 έως 21) καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Mihal.

42 – Κατά τον Casado Ollero, «σκοπός της κοινοτικής διατάξεως είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο η μη υπαγωγή στον ΦΠΑ να προσβάλει τη γενικότητα και την ουδετερότητα του φόρου, αλλά, αντί να κατονομάσει τις δύο αρχές, ο νομοθέτης αναφέρει το αποτέλεσμα που ενδέχεται να επιφέρει η παραβίασή τους: στρεβλώσεις του ανταγωνισμού» (Casado Ollero, G., El IVA y las operaciones de los entes públicos,ElIVAenelsistematributarioespañol, τόμος II, Ministerio de Economía y Hacienda, Μαδρίτη, 1986, σ. 194).

43 – Ποσοστό ΦΠΑ στη Φινλανδία.

44 – Στηρίζεται στις προτάσεις της γενικής εισαγγελέως J. Kokott της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις T-Mobile και Hutchinson 3G κ.λπ.

45 – Σημείο 56 του δικογράφου της Επιτροπής.

46 – Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2008, C-288/07 (Συλλογή 2008, σ. Ι-7203).

47 – Άρθρο 8 του νόμου περί νομικής αρωγής.