ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ELEANOR SHARPSTON της 9ης Ιουλίου 2009 (1) Υπόθεση C‑199/07 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας «Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Δημόσιες συμβάσεις – Διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών – Κριτήρια αποκλεισμού υποψηφίων»

 

 

 

  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά διαγωνισμό τον οποίο προκήρυξε ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος με αντικείμενο την εκπόνηση μελετών και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου (στο εξής: οδηγία) (2), από την κατ’ άρθρο 12 ΕΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, από το άρθρο 49 ΕΚ, το οποίο διασφαλίζει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εντός της Κοινότητας, και από την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των επαγγελματικών προσόντων.

 Εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία

  1. Το άρθρο 12 ΕΚ απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.
  2. Βάσει του άρθρου 49 ΕΚ, απαγορεύονται οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος της Κοινότητας διαφορετικό από εκείνο του αποδέκτη της παροχής.

 Η οδηγία

  1. Η οδηγία σκοπεί στον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων από αναθέτοντες φορείς οι οποίοι αποτελούν δημόσιες αρχές ή δημόσιες επιχειρήσεις (3) και δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών.
  2. Η οδηγία προβλέπει τρία είδη διαδικασίας:

–        «ανοικτή διαδικασία», στο πλαίσιο της οποίας μπορούν να υποβάλουν προσφορά όλοι οι ενδιαφερόμενοι προμηθευτές, εργολήπτες, ή παρέχοντες υπηρεσίες·

–        «κλειστή διαδικασία», στο πλαίσιο της οποίας μπορούν να υποβάλουν προσφορά μόνο οι υποψήφιοι που προσκαλούνται από τον αναθέτοντα φορέα·

–        «διαδικασία με διαπραγμάτευση», στην οποία ο αναθέτων φορέας απευθύνεται σε προμηθευτές ή εργολήπτες ή παρέχοντες υπηρεσίες της επιλογής του και διαπραγματεύεται τους όρους της συμβάσεως με έναν ή περισσότερους από αυτούς (4).

  1. Ως «διαγωνισμοί μελετών» νοούνται οι εθνικές διαδικασίες που καθιστούν δυνατό στον αναθέτοντα φορέα να εξασφαλίσει μια μελέτη ή ένα σχέδιο που επιλέγεται από κριτική επιτροπή κατόπιν διαγωνισμού και με ή χωρίς την απονομή βραβείων (5).
  2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι για τη διενέργεια, μεταξύ άλλων, διαγωνισμών μελετών, οι αναθέτοντες φορείς εφαρμόζουν διαδικασίες σύμφωνες με τις διατάξεις της οδηγίας. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, «οι αναθέτοντες φορείς μεριμνούν ώστε να μην γίνονται διακρίσεις μεταξύ προμηθευτών, εργοληπτών, ή παρεχόντων υπηρεσίες».
  3. Στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εμπίπτουν οι συμβάσεις που καταρτίζονται από αναθέτοντες φορείς οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες στον τομέα των μεταφορών, εφόσον η προϋπολογιζόμενη αξία τους (εκτός ΦΠΑ) είναι ίση ή μεγαλύτερη από 400 000 ευρώ, όσον αφορά τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, ή από 5 000 000 ευρώ, όσον αφορά τις συμβάσεις έργων (6).
  4. Τα άρθρα 30 έως 38 (τίτλος V της οδηγίας) αφορούν την προεπιλογή, την επιλογή και την ανάθεση της εκτελέσεως συμβάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού. Το άρθρο 31 ορίζει τα εξής:

«1.      Οι αναθέτοντες φορείς οι οποίοι επιλέγουν τους υποψήφιους που θα υποβάλουν προσφορά σε μια κλειστή διαδικασία ή που θα συμμετάσχουν σε μια διαδικασία με διαπραγματεύσεις οφείλουν να προβαίνουν στην επιλογή σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια και τους αντικειμενικούς κανόνες που έχουν ορίσει και που βρίσκονται στη διάθεση των ενδιαφερομένων προμηθευτών, εργοληπτών ή παρεχόντων υπηρεσίες.

  1. Τα χρησιμοποιούμενα κριτήρια είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν και τα κριτήρια αποκλεισμού που απαριθμούνται στο άρθρο 23 της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ και στο άρθρο 20 της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ (7).
  2. Τα κριτήρια είναι δυνατόν να βασίζονται στην αντικειμενική ανάγκη του αναθέτοντα φορέα να μειώσει τον αριθμό των υποψηφίων σε επίπεδο ανάλογο με την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ των ειδικών χαρακτηριστικών της διαδικασίας σύναψης σύμβασης και των μέσων που απαιτεί η ολοκλήρωσή της. Ο αριθμός των επιλεγέντων υποψηφίων πρέπει οπωσδήποτε να είναι ανάλογος με την ανάγκη εξασφάλισης επαρκούς ανταγωνισμού.»
  3. Τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτοντες φορείς αναθέτουν την εκτέλεση συμβάσεως καθορίζονται στο άρθρο 34, του οποίου οι εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις ορίζουν τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων σχετικά με την αμοιβή ορισμένων υπηρεσιών, τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτοντες φορείς αναθέτουν τις συμβάσεις είναι:

α)      είτε, όταν προκρίνεται η πιο συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, διάφορα μεταβλητά κριτήρια ανάλογα με την εκάστοτε σύμβαση: για παράδειγμα, προθεσμία παράδοσης ή εκτέλεσης, κόστος χρήσης, αποδοτικότητα, ποιότητα, αισθητική ή λειτουργική αξία, τεχνική αξία, εξυπηρέτηση μετά την πώληση και τεχνική βοήθεια, ανάληψη υποχρεώσεων ως προς τα ανταλλακτικά, ασφάλεια εφοδιασμού και τιμή,

β)      είτε αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή.

  1. Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄, οι αναθέτοντες φορείς αναφέρουν, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη της σύμβασης, όλα τα κριτήρια ανάθεσης που προβλέπουν ότι θα εφαρμοστούν, ει δυνατόν κατά φθίνουσα τάξη σπουδαιότητας.»

 Η οδηγία 92/13/ΕΟΚ

  1. Η οδηγία 92/13/ΕΟΚ (8) ορίζει ότι κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτοντες φορείς να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών προσφυγών, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές έχουν ληφθεί κατά παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων που μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη την εν λόγω νομοθεσία (9). Το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ ορίζει ότι:

«Τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών που προβλέπονται με την παράγραφο 1 σε μια σύμβαση που συνάπτεται μετά την ανάθεσή της καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση πρέπει να ακυρωθεί πριν επιδικασθεί αποζημίωση, ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι, μετά τη σύναψη συμβάσεως που ακολουθεί την κατακύρωση, οι εξουσίες του υπεύθυνου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης σε οποιονδήποτε υπέστη ζημία λόγω παράβασης.»

 Ιστορικό της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως

 Ο επίμαχος διαγωνισμός

  1. Δεν αμφισβητούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
  2. Στις 24 Οκτωβρίου 2003 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη διαγωνισμού με αντικείμενο την εκπόνηση κτιριακών και άλλων σχετικών μελετών στο πλαίσιο της αναπτύξεως του συγκροτήματος του Θριάσιου Πεδίου στα περίχωρα της Αθήνας (στο εξής: επίμαχος διαγωνισμός). Σύμφωνα με την προκήρυξη, επρόκειτο για ανοικτή διαδικασία. Αναθέτων φορέας ήταν η ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ.
  3. Η ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ είναι δημόσια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών που δραστηριοποιείται στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών. Η προϋπολογισθείσα αξία της συμβάσεως στης οποίας τη σύναψη αποσκοπούσε η προκήρυξη του επίμαχου διαγωνισμού ανερχόταν στα 3 240 000 ευρώ· το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τα κατώτατα όρια του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχεία γ΄, της οδηγίας και, συνεπώς, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της.
  4. Ο αναθέτων φορέας καθόρισε τους όρους της προκηρύξεως του επίμαχου διαγωνισμού βάσει της τότε ισχύουσας εθνικής ρυθμίσεως, δηλαδή βάσει του νόμου 716/1977 (10).
  5. Το τμήμα III της προκηρύξεως του διαγωνισμού αφορά τα στοιχεία νομικής, οικονομικής, χρηματοοικονομικής και τεχνικής φύσεως που έπρεπε να προσκομίσουν οι υποψήφιοι. Οι σχετικοί όροι παρατίθενται ακολούθως:

«[…]

(2.1) Πληροφορίες σχετικά με την προσωπική κατάσταση των […] παρεχόντων υπηρεσίες και αναγκαίες διατυπώσεις για την αξιολόγηση των ελαχίστων οικονομικών και τεχνικών ικανοτήτων τους:

(2.1.3) Τεχνική ικανότητα – απαιτούμενα αποδεικτικά: A. Δεκτές θα γίνονται οι εκδηλώσεις ενδιαφέροντος τις οποίες θα υποβάλουν

α)      ελληνικά γραφεία μελετών που είναι εγγεγραμμένα στα αντίστοιχα μητρώα της χώρας και έχουν πτυχία:

[…]

β)      αλλοδαπά γραφεία μελετών που έχουν συσταθεί [σύμφωνα] με τη νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΕΟΧ και έχουν την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή τους ή την έδρα τους στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΕΟΧ […]. Οι αλλοδαποί μελετητές πρέπει να έχουν τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για κάθε κατηγορία μελέτης αντίστοιχα με τα απαιτούμενα για τους Έλληνες μελετητές, που είναι εγγεγραμμένοι στο Ελληνικό Μητρώο Μελετητών, και τα γραφεία μελετών [πρέπει να διαθέτουν] δυναμικό για κάθε κατηγορία μελέτης αντίστοιχο με το απαιτούμενο για τα ελληνικά γραφεία μελετών

Επισημαίνεται ότι τα αλλοδαπά γραφεία μελετών/οι αλλοδαποί μελετητές που υπέβαλαν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος σε διαγωνισμούς μελετών της ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ κατά το διάστημα των έξι μηνών προ της ημερομηνίας εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τον παρόντα διαγωνισμό και έχουν δηλώσει ότι έχουν προσόντα τα οποία αντιστοιχούν σε τάξεις πτυχίων διαφορετικές από τις καλούμενες δεν θα γίνονται δεκτά[/δεκτοί]»  (11).

  1. Το τμήμα IV της επίμαχης προκηρύξεως αφορά ζητήματα σχετικά με τη διαδικασία του διαγωνισμού.

«1)      Είδος της διαδικασίας: ανοικτή

[…]

2)      Κριτήρια ανάθεσης:

η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, συμφώνως με τα κριτήρια που αναφέρονται κατωτέρω […]:

Λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 34, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ, η επιλογή του αναδόχου γίνεται συμφώνως με τα εξής κριτήρια:

  1. Η εμπειρία, ειδική και γενική, και κυρίως το αποδεδειγμένως εκτελεσθέν μελετητικό έργο, το οποίο έχουν πραγματοποιήσει είτε οι μελετητές είτε τα γραφεία μελετών και το ανήκον σε αυτά επιστημονικό δυναμικό σε παρεμφερή αντικείμενα μελέτης.
  2. Η πραγματική δυνατότητα να εκπονήσουν τη μελέτη στον προβλεπόμενο χρόνο, σε συνδυασμό με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις για την εκπόνηση άλλων μελετών, το επιστημονικό δυναμικό και η προτεινόμενη ομάδα εργασίας για τη συγκεκριμένη μελέτη, καθώς και ο σχετικός με το αντικείμενο της μελέτης εξοπλισμός […].»
  3. Δεν αμφισβητείται ότι η μνεία περί τάξεων πτυχίων, στον όρο που περιλαμβάνεται στο τμήμα ΙΙΙ, παράγραφος 2.1.3.β της επίμαχης προκηρύξεως (στο εξής: επίμαχος όρος), οφείλεται στο γεγονός ότι σύμφωνα με το ισχύον στην Ελλάδα σύστημα, τα πτυχία των μηχανικών διακρίνονται σε τάξεις αναλόγως του μεγέθους, του επιπέδου δυσκολίας και της περιπλοκότητας των μελετών που έχουν εκπονήσει οι μηχανικοί, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα γραφεία μελετών, τα οποία κατατάσσονται σε τάξεις πτυχίων αναλόγως των πτυχίων των μηχανικών τους. Δεν υπάρχει αντίστοιχο σύστημα κατατάξεως όσον αφορά τα αλλοδαπά γραφεία μελετών και τους αλλοδαπούς μελετητές· κατά συνέπεια, τα γραφεία αυτά δεν υποχρεούνται να εγγραφούν σε μητρώα βάσει του προαναφερθέντος συστήματος.

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

  1. Το 2004, ένα γραφείο μελετών υπέβαλε στην Επιτροπή δύο καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον επίμαχο διαγωνισμό, καθόσον έκρινε ότι θα αποκλειόταν οπωσδήποτε από αυτόν, για τον λόγο ότι ήταν αλλοδαπό γραφείο μελετών το οποίο είχε μετάσχει κατά το προηγούμενο εξάμηνο σε διαγωνισμό μελετών του ιδίου αναθέτοντος φορέα, δηλώνοντας προσόντα που αντιστοιχούν σε τάξη πτυχίων διαφορετική από την απαιτούμενη για τον επίμαχο διαγωνισμό.
  2. Αφού εξέτασε την καταγγελία, η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι το κριτήριο που έθετε ο επίμαχος όρος της προκηρύξεως του διαγωνισμού i) εισάγει πρόσθετο λόγο αποκλεισμού πέραν των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 31, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/38 και ii) συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος των αλλοδαπών γραφείων μελετών και των αλλοδαπών μελετητών, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχουν οι ελληνικές αρχές από το κοινοτικό δίκαιο.
  3. Στις 28 Ιουνίου 2005, η Επιτροπή απέστειλε έγγραφο στις ελληνικές αρχές προς διερεύνηση της καταγγελίας. Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στις 22 Ιουλίου 2005.
  4. Κρίνοντας ως μη ικανοποιητική τη ληφθείσα απάντηση, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία το από 18 Οκτωβρίου 2005 έγγραφο οχλήσεως.
  5. Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στις 14 Δεκεμβρίου 2005. Επισήμαναν ότι κατά τον επίμαχο όρο δεν απαιτούνταν η εγγραφή των αλλοδαπών γραφείων σε μητρώο, αλλά απλώς προβλεπόταν τρόπος για την απόδειξη της εμπειρίας τους. Οι ελληνικές αρχές ισχυρίσθηκαν ότι η ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ δεν απέκλεισε στην πράξη κανένα αλλοδαπό γραφείο βάσει του όρου αυτού.
  6. Η Επιτροπή έκρινε ως μη ικανοποιητική την απάντηση των ελληνικών αρχών και, ως εκ τούτου, τους απηύθυνε την από 4 Ιουλίου 2006 αιτιολογημένη γνώμη. Αποφάνθηκε ότι ο επίμαχος όρος αντέβαινε στην οδηγία, στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και στην αρχή της διακρίσεως μεταξύ κριτηρίων επιλογής και κριτηρίων αναθέσεως, η οποία διέπει το κοινοτικό δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων.
  7. Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στην προαναφερθείσα αιτιολογημένη γνώμη στις 30 Ιουνίου 2006, ισχυριζόμενες ότι i) τροποποιήθηκε η εθνική νομοθεσία βάσει της οποίας εκδόθηκε η προκήρυξη του διαγωνισμού (νόμος 716/1977), οπότε τυχόν προσφυγή κατ’ αυτής λόγω παραβάσεως ήταν απαράδεκτη, ότι ii) η εκτέλεση των συμβάσεων είχε ήδη ανατεθεί σε καλόπιστους τρίτους και, επομένως, δεν ήταν δυνατό να ακυρωθεί, και ότι iii) ο επίμαχος όρος δεν είχε καμία απολύτως επίπτωση όσον αφορά τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
  8. Κρίνοντας ως μη ικανοποιητική την απάντηση των ελληνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως.

 Επί του παραδεκτού

  1. Οι ελληνικές αρχές διατείνονται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τρεις λόγους. Πρώτον, ισχυρίζονται ότι συμμορφώθηκαν προς την αιτιολογημένη γνώμη πριν τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας. Δεύτερον, διατείνονται ότι η προσφυγή της Επιτροπής περιλαμβάνει ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Τρίτον, υποστηρίζουν ότι δεν είναι πλέον δυνατή η επανόρθωση της προβαλλόμενης από την Επιτροπή παραβάσεως με ακύρωση της ήδη συναφθείσας συμβάσεως κατόπιν του επίμαχου διαγωνισμού, για ορισμένους πρακτικούς λόγους (βλ. σημεία 39 έως 41 κατωτέρω) και λόγω του άρθρου 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/13.
  2. Φρονώ ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι παραδεκτή.

 Επί της συμμορφώσεως προς την αιτιολογημένη γνώμη

Επιχειρήματα των διαδίκων

  1. Οι ελληνικές αρχές ισχυρίζονται ότι συμμορφώθηκαν προς την αιτιολογημένη γνώμη πριν τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, δεδομένου ότι ο νόμος 716/1977 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον νόμο 3316/2005, βάσει του οποίου απαγορεύθηκε η χρήση όρων όπως ο επίμαχος και διευκρινίσθηκε η διάκριση μεταξύ κριτηρίων επιλογής και κριτηρίων αναθέσεως.
  2. Απαντώντας στους ισχυρισμούς αυτούς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προσφυγή δεν αφορά την εθνική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, η κατάργηση του νόμου 716/1977 στερείται εν προκειμένω σημασίας.

Εκτίμηση

  1. Συμφωνώ με την Επιτροπή.
  2. Δεδομένου ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν αποκλειστικά τον επίμαχο διαγωνισμό, η κατάργηση του νόμου 716/1977 στερείται σημασίας ως προς την ουσία της προσφυγής της Επιτροπής και δεν μπορεί να την καταστήσει απαράδεκτη.

 Επί του αντικειμένου της προσφυγής

Επιχειρήματα των διαδίκων

  1. Οι ελληνικές αρχές διατείνονται ότι το αντικείμενο της προσφυγής διευρύνθηκε πέραν των αιτιάσεων που διατυπώθηκαν κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία όσον αφορά δύο ζητήματα. Πρώτον, ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή προέβαλε για πρώτη φορά με την αιτιολογημένη γνώμη, και όχι με το έγγραφο οχλήσεως, την αιτίαση ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ακύρωσε τη διαδικασία αναθέσεως. Δεύτερον, ισχυρίζονται ότι η αιτίαση περί του ότι η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου οφείλεται σε πάγια διοικητική πρακτική προβλήθηκε για πρώτη φορά με την προσφυγή της Επιτροπής. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται επίσης ότι η διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης είναι αόριστη και ανακριβής.
  2. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι αντικείμενο της προσφυγής της είναι αποκλειστικά ο επίμαχος διαγωνισμός. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επιβεβαιώνει ρητώς ότι δεν ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους των ελληνικών αρχών παραβίαση του κοινοτικού δικαίου οφείλεται σε πάγια διοικητική πρακτική.

Εκτίμηση

  1. Κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο της ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ προσφυγής οριοθετείται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία· επομένως, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή της πρέπει να βασίζονται στις ίδιες αιτιάσεις (12).
  2. Φρονώ ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή διεύρυνε το αντικείμενο της προσφυγής της υπερβαίνοντας τα όρια που τέθηκαν με την αιτιολογημένη γνώμη. Η Επιτροπή δεν ζητεί να διαπιστωθεί ότι οι ελληνικές αρχές πρέπει να ακυρώσουν τη διαδικασία αναθέσεως ούτε προβάλλει παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο η οποία οφείλεται σε πάγια διοικητική πρακτική (13).
  3. Συνεπώς, το αντικείμενο της προσφυγής δεν υπερβαίνει τα όρια που τέθηκαν στην προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
  4. Οι προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί προσφυγή ασκούμενη δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ προκύπτουν επίσης από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Κατ’ ουσίαν, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να παραθέτει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών στους οποίους στηρίζεται η προσφυγή κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, προκειμένου το καθού να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής (14).
  5. Φρονώ ότι η αιτιολογημένη γνώμη παραθέτει τις αιτιάσεις της Επιτροπής κατά τρόπο που καθιστά δυνατό στις ελληνικές αρχές να προετοιμάσουν την άμυνά τους. Ως εκ τούτου δεν δέχομαι ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι ασαφής και ανακριβής.

 Επί του ότι δεν είναι δυνατή η επανόρθωση της προβαλλόμενης παραβάσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

  1. Οι ελληνικές αρχές διατείνονται ότι για νομικούς και πρακτικούς λόγους δεν είναι δυνατή η επανόρθωση της προβαλλομένης παραβάσεως.
  2. Όσον αφορά τους νομικούς λόγους, οι ελληνικές αρχές ισχυρίζονται ότι ο επίμαχος διαγωνισμός δεν μπορεί να ματαιωθεί και ότι οι συμβάσεις των οποίων η εκτέλεση ανατέθηκε κατόπιν του διαγωνισμού αυτού δεν μπορούν να ακυρωθούν κατά το εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, η εθνική νομοθεσία με την οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 2, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ ορίζει ότι το όργανο που είναι αρμόδιο να εξετάσει την προσφυγή κατά διαγωνισμού μόνον αποζημίωση μπορεί να επιδικάσει.
  3. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία 92/13 δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή και ότι, επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να την επικαλεσθεί.
  4. Όσον αφορά τους πρακτικούς λόγους, οι ελληνικές αρχές ισχυρίζονται ότι το έργο χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων και, συνεπώς, υπόκειται σε χρονοδιάγραμμα το οποίο δεν είναι δυνατό να τροποποιηθεί.
  5. Οι ελληνικές αρχές υποστηρίζουν επίσης ότι η ακύρωση και η εκ νέου προκήρυξη του επίμαχου διαγωνισμού θα είχε ως συνέπεια τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

Εκτίμηση

  1. Οι ισχυρισμοί περί των έννομων συνεπειών της ακυρώσεως αφορούν τα δικαιώματα του ζημιωθέντος και τα μέσα ένδικης προστασίας τα οποία μπορεί να ασκήσει σε επίπεδο εθνικού δικαίου. Φρονώ ότι τα ανωτέρω δεν σχετίζονται με τα κρίσιμα ζητήματα στην υπό κρίση υπόθεση παραβάσεως.
  2. Ειδικότερα, κατά την οδηγία 92/13, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ώστε να υπάρχει ουσιαστική δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτοντες φορείς, σε περίπτωση κατά την οποία μια τέτοια απόφαση έχει ληφθεί κατά παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων (15). Συνεπώς, η οδηγία αυτή αφορά τα ένδικα μέσα σε επίπεδο εθνικής έννομης τάξεως, με τα οποία ένα πρόσωπο ζητεί ενώπιον των εθνικών αρχών την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Η διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κατά το άρθρο 226 ΕΚ έχει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Οι προσφυγές λόγω παραβάσεως ασκούνται σε κοινοτικό επίπεδο και αφορούν το αν το καθού κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κονοτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, η οδηγία 92/13 δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
  3. Οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν στοιχεία προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί του ότι πρακτικοί λόγοι καθιστούν αδύνατη τη συμμόρφωση προς το κοινοτικό δίκαιο στην περίπτωση του επίμαχου διαγωνισμού. Συνεπώς, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του ισχυρισμού αυτού.
  4. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.

 Επί του αιτήματος της Επιτροπής

  1. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας εκ των πραγμάτων ένα πρόσθετο κριτήριο αυτόματου αποκλεισμού πέραν εκείνων που προβλέπει ρητώς το άρθρο 31, παράγραφος 2, της οδηγίας, εις βάρος των αλλοδαπών γραφείων μελετών, και παραλείποντας να διακρίνει στον επίμαχο διαγωνισμό μεταξύ κριτηρίων ποιοτικής επιλογής και κριτηρίων αναθέσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την κοινοτική νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων και ειδικότερα από τα άρθρα 4, παράγραφος 2, 31, παράγραφοι 1 και 2, και 34, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, όπως τα έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, από την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των τυπικών προσόντων, η οποία διέπει το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, και από τα άρθρα 12 ΕΚ και 49 ΕΚ.
  2. Επιβάλλονται, καταρχάς, δύο επισημάνσεις, όσον αφορά τις αιτιάσεις που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής.
  3. Πρώτον, το νομικό και πραγματικό έρεισμα του αιτήματος περί διαπιστώσεως παραβάσεως πρέπει να είναι σαφές. Δεύτερον, στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 226 ΕΚ διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως και πρέπει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που απαιτούνται για την εκ μέρους του διαπίστωση της παραβάσεως της επίμαχης υποχρεώσεως (16).

 Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων

  1. Η Επιτροπή προβάλλει έξι αιτιάσεις τις οποίες θα εξετάσω ως εξής. Πρώτον, θα εξετάσω την προβαλλόμενη παράβαση των διατάξεων περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στις διαδικασίες προεπιλογής, επιλογής και αναθέσεως. Δεύτερον, θα εξετάσω την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αρχής της διαφάνειας.

 Επί της παραβάσεως των διατάξεων περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στις διαδικασίες προεπιλογής, επιλογής και αναθέσεως

Το άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας

  1. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 31 μνημονεύει ρητώς την κλειστή διαδικασία και τη διαδικασία με διαπραγματεύσεις (17). Ο επίμαχος διαγωνισμός, πάντως, αποτελούσε ανοικτή διαδικασία (18). Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί αν, και σε ποιο βαθμό, μπορεί η Επιτροπή να ισχυρισθεί ότι, στην περίπτωση του επίμαχου διαγωνισμού, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 31.
  2. Απαντώντας στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δέχθηκε ότι το άρθρο 31 δεν αναφέρει ρητώς την ανοικτή διαδικασία, αντέτεινε, όμως, ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού πρέπει να τύχουν εφαρμογής κατ’ αναλογία. Δεν είναι απολύτως σαφές τι εννοεί η Επιτροπή με τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο δεν ανέπτυξε περαιτέρω κατά την προφορική διαδικασία.
  3. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, πάντως, η Επιτροπή επικαλείται προς στήριξη της απόψεώς της τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1993, C‑71/92, Επιτροπή κατά Ισπανίας (19), της 18ης Νοεμβρίου 1999, C‑107/98, Teckal (20), και της 13ης Ιανουαρίου 2005, C‑84/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας(21). Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι μόνες επιτρεπόμενες εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων είναι οι προβλεπόμενες ρητώς και περιοριστικώς από τις εν λόγω οδηγίες. Ως εκ τούτου, με αυτό το επιχείρημά της η Επιτροπής ισχυρίζεται ενδεχομένως ότι οι μόνοι λόγοι για τους οποίους ένας αναθέτων φορέας μπορεί να αποκλείσει υποψήφιο από διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, ανεξαρτήτως αν η επιλεγείσα διαδικασία είναι κλειστή, με διαπραγματεύσεις ή ανοικτή, είναι οι ρητώς απαριθμούμενοι στο άρθρο 31, παράγραφος 2.
  4. Το επιχείρημα αυτό προϋποθέτει ότι οι προπαρατεθείσες αποφάσεις θέτουν γενική αρχή ως προς τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι οδηγίες, βάσει της οποίας πρέπει να τροποποιηθεί ειδική διάταξη ορισμένης οδηγίας, έτσι ώστε να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής περιλαμβάνοντας όχι μόνον τις ειδικές διαδικασίες, αλλά το σύνολο των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων.
  5. Φρονώ ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί.
  6. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/38. Επομένως, η γενική αρχή την οποία έθεσε το Δικαστήριο με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις έχει εφαρμογή ούτως ή άλλως. Η χρήση αυτής της γενικής αρχής για να ερμηνευθεί κατά διαφορετικό τρόπο ένα άρθρο οδηγίας του οποίου η αρχική φράση είναι «Οι αναθέτοντες φορείς οι οποίοι επιλέγουν τους υποψήφιους που θα υποβάλουν προσφορά σε μια κλειστή διαδικασία ή που θα συμμετάσχουν σε μια διαδικασία με διαπραγματεύσεις [...]», έτσι ώστε οι διατάξεις που ακολουθούν να έχουν εφαρμογή όχι μόνο στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγματεύσεις, αλλά σε όλες τις διαδικασίες, είναι, κατά τη γνώμη μου, μια εντελώς διαφορετική –και απαράδεκτη– λύση. Η προφανής και εύλογη ερμηνεία της διατάξεως είναι ότι αυτή έχει εφαρμογή στις δύο ρητώς μνημονευόμενες διαδικασίες. Δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση της άλλης διαδικασίας (της ανοικτής διαδικασίας η οποία χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση του επίμαχου διαγωνισμού).
  7. Αυτή η ερμηνεία του άρθρου 31 ενισχύεται από τρία επιπλέον στοιχεία.
  8. Πρώτον, αν ο νομοθέτης ήθελε η εισαγωγική περίοδος του άρθρου να έχει εφαρμογή σε όλες τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων, θα μπορούσε να το έχει πράξει κατ’ απλούστατο τρόπο. Θα έπρεπε απλώς να παραλείψει τη φράση «οι οποίοι επιλέγουν τους υποψήφιους που θα υποβάλουν προσφορά σε μια κλειστή διαδικασία ή που θα συμμετάσχουν σε μια διαδικασία με διαπραγματεύσεις».
  9. Δεύτερον, η διατύπωση της επόμενης παραγράφου (άρθρο 31, παράγραφος 2) υποδηλώνει σαφώς ότι τα κριτήρια αποκλεισμού που απαριθμεί –ακόμη και για τις κλειστές διαδικασίες ή τις διαδικασίες με διαπραγματεύσεις– δεν είναι περιοριστικά. Προκειμένου να καταδειχθεί η άποψη αυτή: το αγγλικό κείμενο αναφέρει ότι «The criteria used may includethe criteria specified in Article 23 of Directive 71/305/EEC and in Article 20 of Directive 77/62/EEC». Σύμφωνα με το γαλλικό κείμενο «Les critères utilisés peuvent inclure ceux d’exclusion énumérés à l’article 23 de la directive 71/305/CEE et à l’article 20 de la directive 77/62/CEE», ενώ κατά το γερμανικό κείμενο «Die angewandten Kriterien können die in Artikel 23 der Richtlinie 71/305/EWG und Artikel 20 der Richtlinie 77/62/EWG angegebenen Ausschließungsgründe einschließen» (22). Με τη φράση «είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν», την οποία περιλαμβάνει το κείμενο της διατάξεως στις διάφορες γλώσσες, νοείται (καθόσον δύναμαι να διαπιστώσω, σαφώς) ότι τα παρατιθέμενα κριτήρια επιλογής είναι ενδεικτικά και όχι περιοριστικά.
  10. Τρίτον, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την τρίτη παράγραφο του άρθρου. Το γράμμα του άρθρου 31, παράγραφος 3, καθιστά σαφές ότι πρόκειται επίσης για διάταξη ενδοτικού χαρακτήρα (αναφέρει ότι τα κριτήρια που επιλέγουν οι αναθέτοντες φορείς «είναι δυνατόν» να βασίζονται σε ορισμένο λόγο και όχι ότι «πρέπει») και συνδέει άμεσα τους λόγους που παραθέτει (την «αντικειμενική ανάγκη του αναθέτοντα φορέα να μειώσει τον αριθμό των υποψηφίων σε επίπεδο ανάλογο με την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ των ειδικών χαρακτηριστικών της διαδικασίας σύναψης σύμβασης και των μέσων που απαιτεί η ολοκλήρωσή της») με τις κλειστές διαδικασίες και τις διαδικασίες με διαπραγματεύσεις. Στις ανοιχτές διαδικασίες, δεν υφίσταται (εξ ορισμού) αρχική μείωση του αριθμού των υποψηφίων, αλλά «μπορούν να υποβάλουν προσφορά όλοι οι ενδιαφερόμενοι προμηθευτές, εργολήπτες, ή παρέχοντες υπηρεσίες» (23). Η ρήτρα διασφαλίσεως την οποία περιέχει η τελευταία περίοδος του άρθρου 31, παράγραφος 3 («Ο αριθμός των επιλεγέντων υποψηφίων πρέπει οπωσδήποτε να είναι ανάλογος με την ανάγκη εξασφάλισης επαρκούς ανταγωνισμού») είναι, ομοίως, απολύτως εύλογη στο πλαίσιο των κλειστών διαδικασιών και των διαδικασιών με διαπραγματεύσεις, αλλά στερείται νοήματος στην περίπτωση των ανοικτών διαδικασιών. Αυτό που διασφαλίζει τον «επαρκή ανταγωνισμό» στον μέγιστο βαθμό είναι η ανοικτή σε κάθε ενδιαφερόμενο διαδικασία.
  11. Τέλος, η Επιτροπή επικαλείται προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2006, C-226/04 και C-228/04, La Cascina κ.λπ. (24) Εντούτοις, φρονώ ότι η απόφαση αυτή δεν βοηθεί το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 31 της οδηγίας. Με την απόφαση La Cascina κ.λπ., το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 29 της οδηγίας 92/50/ΕΚ, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (25), προβλέπει (περιοριστικώς) επτά λόγους αποκλεισμού υποψηφίων από διαδικασία συνάψεως συμβάσεως. Η δομή του άρθρου 31 της οδηγίας διαφέρει από αυτήν του άρθρου 29 της οδηγίας 92/50. Το άρθρο 31, παράγραφος 1, προβλέπει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται υποχρεωτικά, δηλαδή ότι η επιλογή μεταξύ των υποψηφίων πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με «αντικειμενικά κριτήρια και αντικειμενικούς κανόνες που έχουν ορίσει [οι αναθέτοντες φορείς]» και ότι οι αναθέτοντες φορείς «[πρέπει να μεριμνούν ώστε τα κριτήρια και οι κανόνες αυτοί να] βρίσκονται στη διάθεση των ενδιαφερομένων προμηθευτών, εργοληπτών ή παρεχόντων υπηρεσίες». Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς το άρθρο 29, το άρθρο 31, παράγραφοι 2 και 3, παρέχει στα κράτη μέλη ορισμένη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τα κριτήρια αποκλεισμού που μπορούν να εφαρμόζουν.
  12. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η αιτίαση της Επιτροπής περί του ότι ο επίμαχος διαγωνισμός συνιστά παράβαση του άρθρου 31, παράγραφοι 1 και 2, είναι πεπλανημένη.

Το άρθρο 34, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας

  1. Η Επιτροπή διατείνεται ότι οι ελληνικές αρχές, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το άρθρο 34, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, δεν διέκριναν στον επίμαχο διαγωνισμό μεταξύ κριτηρίων ποιοτικής επιλογής και κριτηρίων αναθέσεως.
  2. Στην περίπτωση των κλειστών διαδικασιών και των διαδικασιών με διαπραγματεύσεις, η διαδικασία περιλαμβάνει δύο στάδια: κατά το πρώτο, ο αναθέτων φορέας (κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων επιλογής) επιλέγει τους υποψηφίους τους οποίους θα καλέσει να υποβάλουν προσφορά ή να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις, ενώ κατά το δεύτερο στάδιο, ο αναθέτων φορέας (κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων αναθέσεως) επιλέγει τον υποψήφιο στον οποίο θα αναθέσει την εκτέλεση της συμβάσεως.
  3. Σε περίπτωση ανοικτής διαδικασίας, ο αναθέτων φορέας πρέπει απλώς να επιλέξει (μεταξύ των ενδιαφερομένων παρεχόντων υπηρεσίες οι οποίοι υπέβαλαν προσφορές) τον υποψήφιο στον οποίο θα αναθέσει την εκτέλεση της συμβάσεως.
  4. Η επίμαχη διαδικασία ήταν ανοικτή.
  5. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι δεν είναι σαφές βάσει ποίων στοιχείων η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο αναθέτων φορέας ακολούθησε διαδικασία περιλαμβάνουσα δύο στάδια, η οποία συνεπάγεται την εφαρμογή τόσο των κριτηρίων επιλογής όσο και των κριτηρίων αναθέσεως.
  6. Η καταγγέλλουσα δεν υπέβαλε προσφορά στον επίμαχο διαγωνισμό, καθόσον έκρινε ότι θα αποκλειόταν αυτομάτως λόγω της διατυπώσεως του όρου της παραγράφου 2.1.3 του τμήματος ΙΙΙ της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Η Επιτροπή δεν προσκόμισε στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσον όσον αφορά τον επίμαχο διαγωνισμό όσο και άλλους, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι οι ελληνικές αρχές δεν διέκριναν μεταξύ κριτηρίων επιλογής και κριτηρίων αναθέσεως.
  7. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.

Επί της παραβιάσεως της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως κατά την οδηγία

  1. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι ελληνικές αρχές παρέβησαν την υποχρέωση να εφαρμόσουν την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Η Επιτροπή δεν επικαλείται συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη της οδηγίας προς στήριξη της αιτιάσεως αυτής, αλλά αναφέρει ότι στηρίζεται στην τριακοστή τέταρτη και στην τριακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη που περιλαμβάνεται στο προοίμιο της οδηγίας (26). Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, το προοίμιο μιας κοινοτικής πράξεως δεν έχει δεσμευτική ισχύ (27).
  2. Συνεπώς, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του ισχυρισμού αυτού.
  3. Ως εκ τούτου, απομένουν δύο ζητήματα που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο: αν οι ελληνικές αρχές παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τη Συνθήκη όσον αφορά την αμοιβαία αναγνώριση των τυπικών προσόντων και αν η διαδικασία που εφαρμόσθηκε στον επίμαχο διαγωνισμό συνιστά παραβίαση των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της διαφάνειας (ισχυρισμοί που στηρίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας και στα άρθρα 12 ΕΚ και 49 ΕΚ).

Επί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των τυπικών προσόντων κατά τη Συνθήκη ΕΚ

  1. Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των τυπικών προσόντων απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου περί ελευθερίας εγκαταστάσεως (28). Έχει, πάντως, εφαρμογή και στην περίπτωση της παροχής υπηρεσιών (29).
  2. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο επίμαχος όρος της προκηρύξεως του διαγωνισμού έχει ως αποτέλεσμα να μην επιτρέπει στους υποψηφίους να αποδεικνύουν τα προσόντα και την εμπειρία τους βάσει των διατάξεων του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι.
  3. Οι ελληνικές αρχές αμφισβητούν την ερμηνεία του επίμαχου όρου την οποία προβάλλει η Επιτροπή, ισχυριζόμενες ότι τα αλλοδαπά γραφεία μπορούν να αποδείξουν την τεχνική εμπειρία και τα προσόντα τους ευχερέστερα απ’ ό,τι τα ημεδαπά. Διατείνονται ότι κανείς υποψήφιος δεν αποκλείσθηκε από τον διαγωνισμό βάσει του επίμαχου όρου της προκηρύξεως.
  4. Η καταγγέλλουσα εταιρία δεν υπέβαλε προσφορά, διότι έκρινε ότι θα αποκλειόταν οπωσδήποτε από τον επίμαχο διαγωνισμό. Ως εκ τούτου, το ζήτημα αν οι ελληνικές αρχές θα αναγνώριζαν τα τυπικά προσόντα της ουδέποτε κρίθηκε στην πράξη. Η Επιτροπή δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο στοιχεία αποδεικνύοντα ότι ο αναθέτων φορέας δεν αναγνώρισε τα τυπικά προσόντα υποψηφίου από άλλο κράτος μέλος, ο οποίος είχε υποβάλει προσφορά στο πλαίσιο του επίμαχου διαγωνισμού.
  5. Συνεπώς, η αιτίαση αυτή πρέπει να αποριφθεί ως αβάσιμη.

 Επί της παραβιάσεως των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της διαφάνειας

Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας

  1. Δεν αμφισβητείται ότι ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (30) και ότι, ως εκ τούτου, η ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ υποχρεούται να εφαρμόσει τις διατάξεις της.
  2. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει ότι οι αναθέτοντες φορείς «μεριμνούν» ώστε να μη γίνονται διακρίσεις μεταξύ προμηθευτών, εργοληπτών ή παρεχόντων υπηρεσίες.
  3. Στη νομολογία του περί δημοσίων συμβάσεων, το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εναλλακτικά τους όρους «αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων» και «αρχή της ίσης μεταχειρίσεως». Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ρητώς ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί την ίδια την ουσία των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων (31). Έχει επίσης επισημάνει ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων συνιστά ειδική έκφραση της ομώνυμης γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου (32).
  4. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται, με τη σειρά της, την υποχρέωση διαφάνειας που διέπει κάθε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως (33), έτσι ώστε όλοι οι πιθανοί υποψήφιοι να διαθέτουν ίσες ευκαιρίες για να υποβάλουν αίτηση συμμετοχής (34).
  5. Βάσει της υποχρεώσεως διαφάνειας, ο αναθέτων φορέας υποχρεούται να διασφαλίζει ότι όλοι οι πιθανοί υποψήφιοι διαθέτουν ευχερή πρόσβαση στις ισχύουσες προϋποθέσεις για την υποβολή προσφορών. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει την ενημέρωση όσον αφορά τα απαιτούμενα για τη συμμετοχή τυπικά προσόντα των υποψηφίων. Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας(35): «[...] το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, απαγορεύοντας κάθε διάκριση μεταξύ των προσφερόντων, προστατεύει και αυτούς που αποτράπηκαν από την υποβολή προσφοράς, καθόσον περιήλθαν σε μειονεκτική θέση λόγω της διαδικασίας που ακολούθησε ο αναθέτων φορέας».
  6. Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δημοσίευση περιορισμένων στοιχείων στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ισοδυναμούσε με δυσμενή διάκριση, δεδομένου ότι οι υποψήφιοι που είχαν πρόσβαση στα πρόσθετα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στην επίσημη εφημερίδα κράτους μέλους βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση, για τον λόγο ότι είχαν στη διάθεσή τους τα πλήρη δεδομένα όσον αφορά την ακριβή έκταση του σχεδιαζόμενου έργου (36).
  7. Τήρησαν οι ελληνικές αρχές ό,τι επιτάσσει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στην περίπτωση του επίμαχου διαγωνισμού;
  8. Οι ελληνικές αρχές υποστηρίζουν ότι δεν αποκλείσθηκαν πιθανοί υποψήφιοι λόγω του επίμαχου όρου. Κατ’ αυτές, ο επίμαχος όρος συνεπαγόταν απλώς ότι τα πτυχία, τα πιστοποιητικά και οι βεβαιώσεις που έχουν εκδοθεί από επίσημη αρχή και η απόδειξη της γενικής τεχνικής εμπειρίας απαιτούνταν προς απόδειξη της ζητούμενης ελάχιστης τεχνικής ικανότητας. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, τα αλλοδαπά γραφεία μελετών και οι αλλοδαποί μελετητές είχαν, στην πράξη, ορισμένα πλεονεκτήματα έναντι των ημεδαπών υποψηφίων, καθόσον μπορούσαν να αποδείξουν ότι πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις με κάθε πρόσφορο μέσο, ακόμη και με υπεύθυνη δήλωση σχετική με την εμπειρία τους. Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι οποιοσδήποτε υποψήφιος διατηρούσε αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής του στον διαγωνισμό είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τον αναθέτοντα φορέα την παροχή διευκρινίσεων.
  9. Η Επιτροπή διατείνεται ότι ο επίμαχος όρος δεν αφήνει κανένα περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία πέραν αυτής σύμφωνα με την οποία ένα αλλοδαπό γραφείο μελετών ή ένας αλλοδαπός μελετητής θα κατατασσόταν αναλόγως της τάξεως πτυχίων στην οποία αντιστοιχούν τα προσόντα που είχε δηλώσει στο πλαίσιο προγενέστερου διαγωνισμού, τον οποίο είχε διενεργήσει ο ίδιος αναθέτων φορέας (εντός του προηγουμένου εξαμήνου). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο όρος αυτός απέτρεψε την καταγγέλλουσα από το να μετάσχει στον επίμαχο διαγωνισμό. Η Επιτροπή φρονεί επίσης ότι ο επίμαχος όρος της προκηρύξεως του διαγωνισμού εισάγει πρόσθετη προϋπόθεση, την οποία είναι ιδιαιτέρως δυσχερές να πληρούν τα αλλοδαπά γραφεία μελετών ή παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών.
  10. Συμφωνώ με την Επιτροπή.
  11. Πρώτον, φρονώ ότι ο επίμαχος όρος μπορούσε, ως εκ της φύσεώς του, να αποτρέψει τα αλλοδαπά γραφεία μελετών ή τους αλλοδαπούς μελετητές από το να υποβάλουν αίτηση συμμετοχής, δεδομένου ότι αναφέρει (ρητώς) ότι η υποψηφιότητά τους δεν θα γινόταν δεκτή σε ορισμένες περιπτώσεις.
  12. Δεύτερον, οι ελληνικές αρχές δεν απέδειξαν ότι, κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού, οι πιθανοί υποψήφιοι είχαν ευχερή πρόσβαση σε στοιχεία βάσει τον οποίων διευκρινιζόταν ο τρόπος με τον οποίο θα αξιολογηθεί η υποψηφιότητα αλλοδαπών γραφείων μελετών και αλλοδαπών μελετητών.
  13. Τέλος, δεν δέχομαι το επιχείρημα των ελληνικών αρχών ότι ο επίμαχος όρος δεν είχε αποτρεπτικό αποτέλεσμα, για τον λόγο ότι οι αλλοδαποί πιθανοί υποψήφιοι, οι οποίοι διατηρούσαν αμφιβολίες για το αν μπορούσαν να μετάσχουν στον διαγωνισμό, είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν σχετικώς διευκρινίσεις από τον αναθέτοντα φορέα . Κατά την αρχή της διαφάνειας, ο πιθανός υποψήφιος σε διαγωνισμό πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει, βάσει των στοιχείων τα οποία δημοσιεύθηκαν και στα οποία έχει ευχερή πρόσβαση, αν θα υποβάλει προσφορά ή όχι. Δεν αρκεί προς τούτο ότι ο υποψήφιος, εφόσον υποβληθεί στην ταλαιπωρία και τα έξοδα προκειμένου να προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος, μπορεί να αντιληφθεί αν έχει πράγματι δυνατότητα συμμετοχής στον διαγωνισμό (37). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις (όπως εν προκειμένω) οι δημοσιευθέντες όροι προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών αναφέρουν ρητώς ότι οι υποψηφιότητες ορισμένης κατηγορίας ενδιαφερομένων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη, στην οποία ανήκει αυτός ο υποψήφιος, δεν θα ληφθούν υπόψη.
  14. Είναι, επίσης, σαφές ότι ένας τουλάχιστον πιθανός υποψήφιος (ο καταγγέλλων) αποθαρρύνθηκε πράγματι να υποβάλει προσφορά.
  15. Εκτιμώ συνεπώς ότι στον επίμαχο διαγωνισμό δεν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας.

 Επί των άρθρων 12 ΕΚ και 49 ΕΚ

  1. Οι διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, οι οποίες απαγορεύουν ή εμποδίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών απαγορεύονται, βεβαίως, από το άρθρο 49 ΕΚ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών, την κατ’ άρθρο 12 ΕΚ γενική απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
  2. Πάντως, δεδομένου ότι ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις αυτές της Συνθήκης ΕΚ (38).

 Επί των δικαστικών εξόδων

  1. Τόσο η Επιτροπή όσο και η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησαν, αντιστοίχως, την καταδίκη του αντιδίκου τους στα δικαστικά έξοδα. Φρονώ ότι μία μόνον από τις αιτιάσεις της προσφυγής της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή. Η στάση των διαδίκων κατά τη διαδικασία δεν βοήθησε ιδιαιτέρως το Δικαστήριο να προσδιορίσει τα στοιχεία της υποθέσεως και να διευκρινίσει σε ποια ακριβώς επιχειρήματα στηρίζει κάθε διάδικος τα αιτήματά του.
  2. Συνεπώς, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα έξοδά του.

 Πρόταση

  1. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να διαπιστώσει ότι οι ελληνικές αρχές, περιλαμβάνοντας τον επίμαχο όρο στην προκήρυξη του διαγωνισμού (2003/S 205-185214), χωρίς να παράσχουν πρόσθετα στοιχεία όσον αφορά τη δυνατότητα των αλλοδαπών γραφείων μελετών και των αλλοδαπών μελετητών να υποβάλουν την υποψηφιότητά τους, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών,

–        να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά,

–        να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του.

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

2 – Οδηγία της 14ης Ιουνίου 1993 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998 (ΕΕ L 101, σ. 1), και την οδηγία 2001/78/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2001 (ΕΕ L 285, σ. 1).

3 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας.

4 – Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 7.

5 – Άρθρο 1, παράγραφος 16.

6 – Άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄.

7 –      Εν συντομία επισημαίνεται ότι το άρθρο 23 της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/017, σ. 7), και το άρθρο 20 της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/017, σ. 24), προβλέπουν αντιστοίχως ότι οποιοσδήποτε εργολήπτης και οποιοσδήποτε παρέχων υπηρεσίες έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή σε παύση εργασιών, ή έχει τεθεί σε καθεστώς εκκαθαρίσεως, έχει καταδικασθεί για αδίκημα σχετικό με την επαγγελματική του διαγωγή, δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και την πληρωμή φόρων ή έχει υποπέσει σε ψευδή δήλωση όσον αφορά την παροχή πληροφορίων που απαιτούνται κατ’ εφαρμογή κάποιας από τις δύο οδηγίας και αφορούν οποιοδήποτε από τα διαλαμβανόμενα ζητήματα, αποκλείεται από τη διαδικασία συνάψεως της συμβάσεως.

8 – Οδηγία του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 76, σ. 14).

9 – Άρθρο 1 της οδηγίας 92/13.

10 – Ο νόμος 716/1977 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε μεταγενέστερα από τον νόμο 3316/2005.

11–      Μεταφράσθηκε στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο των προτάσεων βάσει της προκηρύξεως (2003/S 205-185214) που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα. Η τελευταία παράγραφος (την οποία υπογράμμισα) συνιστά το αμφισβητούμενο από την Επιτροπή στοιχείο και αποτελεί το μοναδικό τμήμα της επίμαχης προκηρύξεως το οποίο επικαλείται με την προσφυγή της η Επιτροπή.

12 – Απόφαση της 26ης Απριλίου 2007, C‑195/04, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2007, σ. I‑3351, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

13 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, C‑489/06, Επιτροπή κατά Ελλάδας, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 48, όσον αφορά τα στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδειχθούν για να γίνει δεκτό ότι η παράβαση των υποχρεώσεων του κράτους μέλους οφείλεται σε διοικητική πρακτική.

14 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση C‑195/04, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

15 – Βλ. άρθρο 1 της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ.

16 – Απόφαση της 18 Δεκεμβρίου2007, C‑532/03, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2007, σ. I‑11353, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

17 – Άρθρο 31, παράγραφος 1.

18 – Βλ. σημείο 17.

19 – Συλλογή 1993, σ. I‑5923.

20 – Συλλογή 1999, σ. I‑8121.

21 – Συλλογή 2005, σ. I‑139.

22 – Βλ., με παρεμφερή διατύπωση, «Los criterios empleados podrán incluir [...]», «I criteri utilizzati possono comprendere [...]», «De gehanteerde criteria kunnen [...] omvatten», και «Os critérios utilizados podem incluir [...]», όσον αφορά το κείμενο της διατάξεως στην ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα, αντιστοίχως.

23 – Βλ., προπαρατεθέν στο σημείο 5, άρθρο 1, παράγραφος 7, και σύγκρινε τους ορισμούς της ανοικτής διαδικασίας, της κλειστής διαδικασίας και της διαδικασίας με διαπραγματεύσεις.

24 – Συλλογή 2006, σ. I‑1347, σκέψη 22.

25 – ΕΕ L 209, σ. 1.

26 – Κατά την τριακοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη, οι κοινοτικοί κανόνες που αφορούν την αμοιβαία αναγνώριση τυπικών προσόντων εφαρμόζονται όταν πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη συγκεκριμένων προσόντων για να επιτραπεί η συμμετοχή σε ένα διαγωνισμό μελετών. Κατά την τριακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως ισχύει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Είναι πασίδηλο ότι οι αιτιολογικές σκέψεις σκοπούν στην αιτιολόγηση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, όπως επιτάσσει το άρθρο 253 ΕΚ.

27 – Βλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, C‑136/04, Deutsches Milch‑Kontor GmbH (Συλλογή 2005, σ. I‑10095, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C‑340/89, Βλασσοπούλου (Συλλογή 1991, σ. I‑2357, σκέψεις 15 έως 17), και απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2004, C‑255/01, Μαρκόπουλος κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑9077, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29 – Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 49 ΕΚ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας σε βάρος των παρεχόντων υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού που μπορεί να απαγορεύσει, να παρεμποδίσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου παρέχει νόμιμα ανάλογες υπηρεσίες. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C‑389/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 57.

30 – Βλ. σημείο 14.

31 – Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑213/07, Μηχανική, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 44 και 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

32 – Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2005, C‑458/03, Parking Brixen (Συλλογή 2005, σ. I‑8585, σκέψη 48), απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1980, 810/79, Überschär (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 43, σκέψη 16).

33 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 25ης Απριλίου 1996, C‑87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, σ. I‑2043, σκέψεις 51 έως 54), απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I‑10745, σκέψη 61), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση La Cascina κ.λπ., σκέψη 32.

34 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale‑Bau κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑11617, σκέψη 93).

35 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2008, C‑16/98, Συλλογή 2000, σ. I‑8315, σκέψη 109, στην οποία το Δικαστήριο εξέτασε το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας.

36 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35 απόφαση C-16/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 111.

37 – Δεν εννοώ ότι υφίσταται παραβίαση της αρχής της διαφάνειας σε περίπτωση κατά την οποία ο πιθανός υποψήφιος μπορεί να λάβει λεπτομερέστερα στοιχεία κατόπιν απλής αιτήσεώς του ενώπιον του αναθέτοντος φορέα: βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση C‑241/06, Lamerzahl (απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007, Συλλογή 2007, σ. I‑8415, σημεία 70 έως 73).

38 – Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑341/05, Laval (Συλλογή 2007, σ. I‑11767, σκέψεις 54 και 55).