ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ JULIANE KOKOTT της 15ης Απριλίου 2010 (1) Υπόθεση C‑74/09 Bâtiments et Ponts Construction SA κ.λπ. [αίτηση του Cour de cassation (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] «Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Συμβάσεις δημοσίων έργων – Κριτήρια ποιοτικής επιλογής – Επαγγελματική επάρκεια – Λόγοι αποκλεισμού – Βεβαίωση νομότυπης καταβολής φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως – Υποχρέωση εγγραφής επιχειρήσεων στην ημεδαπή – Εφαρμογή της υποχρεώσεως εγγραφής σε αλλοδαπούς διαγωνιζομένους – Αναγνώριση πιστοποιητικών που εξέδωσαν οι αρχές του κράτους προελεύσεως – Οδηγία 93/37/EΟΚ»

 

 

 

I –    Εισαγωγή

  1. Όπως και η υπόθεση Rüffert (2), η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά τις κοινωνικού δικαίου πτυχές της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων. Στην αίτηση τίθεται το ερώτημα, με ποια μέσα μπορούν οι αρχές κράτους μέλους, στο οποίο πρόκειται να ανατεθεί η εκτέλεση δημόσιου έργου, να ελέγχουν εάν οι μετέχουσες στον δημόσιο διαγωνισμό εργοληπτικές επιχειρήσεις τηρούν τις υποχρεώσεις πληρωμής φόρων και καταβολής κοινωνικών εισφορών.
  2. Με την παρούσα αίτηση τίθενται ορισμένα ζητήματα τα οποία αφορούν πτυχές του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων και τα οποία ανέκυψαν στο πλαίσιο των εργασιών αποκαταστάσεως και ανακαινίσεως του περίφημου κτιρίου Berlaymont στις Βρυξέλλες, στο οποίο στεγάζονται οι κύριες διοικητικές υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (3). Στη διαδικασία διαγωνισμού για την ανάθεση εργασιών στο κτίριο Berlaymont μετέσχε, μεταξύ άλλων, κοινοπραξία, ορισμένα μέλη της οποίας δεν ήταν εγγεγραμμένα στο βελγικό φορολογικό μητρώο. Εντούτοις, η εγγραφή στο εν λόγω φορολογικό μητρώο ήταν υποχρεωτική τόσο δυνάμει του τότε ισχύοντος βελγικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων όσο και, κυρίως, των τευχών διακηρύξεως. Σκοπός αυτής της υποχρεώσεως ήταν να διασφαλιστεί ότι όλοι οι μετέχοντες σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού έχουν νομοτύπως εκπληρώσει ή πρόκειται να εκπληρώσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις καθώς και τις υποχρεώσεις καταβολής κοινωνικοασφαλιστικών και συναφών εισφορών.
  3. Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί εάν η ως άνω υποχρέωση εγγραφής ισχύει και για διαγωνιζομένους με έδρα άλλα κράτη μέλη ή εάν η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αρκείται στην υποβολή από τους διαγωνιζομένους πιστοποιητικών που έχουν εκδοθεί από τις αρχές του κράτους προελεύσεως και αφορούν τη νομότυπη καταβολή φόρων και κοινωνικών εισφορών.

II – Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

  1. Από απόψεως δικαίου της Ένωσης, το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως καθορίζεται από την –εν τω μεταξύ καταργηθείσα– οδηγία 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (4), ιδίως δε από τα άρθρα 24 έως 29 αυτής σχετικά με τα κριτήρια καταλληλότητας (Τίτλος IV, κεφάλαιο 2, της οδηγίας 93/37).
  2. Το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 είχε ως εξής:

«Κάθε εργολήπτης μπορεί να αποκλεισθεί από τη συμμετοχή στον διαγωνισμό όταν:

[…]

ε)      δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής·

στ)      δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του τις σχετικές με την πληρωμή των φόρων σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή με τη νομοθεσία της χώρας της αναθέτουσας αρχής·

[…]

Όταν η αναθέτουσα αρχή ζητά από τον εργολήπτη να αποδείξει ότι δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α΄, β΄, γ΄, ε΄ και στ΄, δέχεται ως επαρκή απόδειξη:

–        […]

–        για τα στοιχεία ε΄ και στ΄, πιστοποιητικό εκδοθέν από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους.

[…]»

  1. Το άρθρο 28 της οδηγίας 93/37 όριζε:

«Εντός των ορίων των άρθρων 24 έως 27, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να καλέσει τον εργολήπτη να συμπληρώσει ή να διευκρινίσει τα υποβληθέντα πιστοποιητικά ή έγγραφα.»

  1. Το άρθρο 29 της οδηγίας 93/37 περιελάμβανε την ακόλουθη ρύθμιση:

«(1)      Τα κράτη μέλη τα οποία έχουν επισήμους καταλόγους αναγνωρισμένων εργοληπτών οφείλουν να τους προσαρμόσουν στις διατάξεις του άρθρου 24, στοιχεία α΄ έως δ΄ και ζ΄, και των άρθρων 25, 26 και 27.

(2)      Οι εργολήπτες που είναι εγγεγραμμένοι στους επίσημους καταλόγους είναι δυνατόν, επ’ ευκαιρία κάθε συμβάσεως, να υποβάλλουν στην αναθέτουσα αρχή πιστοποιητικό εγγραφής εκδοθέν από την αρμόδια αρχή. Το πιστοποιητικό αυτό μνημονεύει τα δικαιολογητικά βάσει των οποίων έγινε η εγγραφή στον κατάλογο καθώς και την κατάταξη που προκύπτει από τον κατάλογο αυτόν.

(3)      Η εγγραφή στους επίσημους καταλόγους, πιστοποιούμενη από τους αρμόδιους οργανισμούς, συνιστά, για τις αναθέτουσες αρχές των άλλων κρατών μελών, τεκμήριο καταλληλότητας, για έργα που αντιστοιχούν στην κατάταξη του εργολήπτη αυτού μόνο κατά την έννοια του άρθρου 24, στοιχεία α΄ έως δ΄ και ζ΄, του άρθρου 25, του άρθρου 26, στοιχεία β΄ και γ΄ και του άρθρου 27, στοιχεία β΄ και δ΄.

Οι πληροφορίες που μπορούν να συναχθούν από την εγγραφή στους επίσημους καταλόγους δεν είναι δυνατόν να τίθενται υπό αμφισβήτηση. Όσον αφορά πάντως την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, μπορεί ζητηθεί, επ’ ευκαιρία κάθε συμβάσεως, πρόσθετο πιστοποιητικό από κάθε εγγεγραμμένο εργολήπτη.

Οι αναθέτουσες αρχές των άλλων κρατών μελών εφαρμόζουν τις προηγούμενες διατάξεις μόνο προς όφελος εργοληπτών που είναι εγκατεστημένοι στη χώρα η οποία έχει καταρτίσει τον επίσημο κατάλογο.

(4)      Για την εγγραφή εργολήπτη των άλλων κρατών μελών σε επίσημο κατάλογο, είναι δυνατόν να ζητηθούν μόνο εκείνες οι αποδείξεις και δηλώσεις που ζητούνται από τους εθνικούς εργολήπτες και, εν πάση περιπτώσει, μόνο εκείνες που προβλέπονται από τα άρθρα 24 έως 27.

(5) Τα κράτη μέλη που τηρούν επίσημους καταλόγους οφείλουν να γνωστοποιούν στα άλλα κράτη μέλη τη διεύθυνση του οργανισμού στον οποίο μπορούν να απευθύνονται οι αιτήσεις για εγγραφή.»

  1. Δεδομένου ότι ο επίμαχος διαγωνισμός διεξήχθη προ της 31ης Ιανουαρίου 2006, η οδηγία 2004/18/EΚ (5) δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
  2. Επιπλέον, επιβάλλεται να γίνει συμπληρωματική αναφορά στις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, αντιθέτως προς όσα διαλαμβάνουν η απόφαση περί παραπομπής και ορισμένες γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, όχι τα άρθρα 49 ΕΚ και 50 ΕΟΚ, αλλά τα άρθρα 59 ΕΚ και 60 ΕΚ (6). Συγκεκριμένα, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης έλαβαν χώρα προ της 1ης Μαΐου 1999, ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ (7).

Το εθνικό δίκαιο

Το βασιλικό διάταγμα του 1977

  1. Στο βελγικό δίκαιο, εφαρμόζεται το βασιλικό διάταγμα της 22ας Απριλίου 1977 περί δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (8). Στο δεύτερο κεφάλαιο του διατάγματος αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προπαρασκευή της προσφοράς», περιλαμβάνεται το άρθρο 15, το οποίο ορίζει μεταξύ άλλων:

«[…]

(3)      Προκειμένου η προσφορά Βέλγου διαγωνιζoμένου, ο οποίος απασχολεί προσωπικό υποκείμενο στις διατάξεις του νόμου της 27ης Ιουνίου 1969 για την τροποποίηση του νομοθετικού διατάγματος της 28ης Δεκεμβρίου 1944 περί κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων, να μπορεί να ελέγχεται ως νομότυπη, αυτός υποχρεούται να επισυνάπτει στην προσφορά του ή να προσκομίζει στην αρμόδια αρχή, πριν από το άνοιγμα των προσφορών, πιστοποιητικό ασφαλιστικής ενημερότητας που εκδίδεται από τον Εθνικό Οργανισμό Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αφορά την καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και ασφαλίσεως ζωής […]

(4)      Προκειμένου η προσφορά αλλοδαπού διαγωνιζoμένου να μπορεί να ελέγχεται ως νομότυπη, αυτός υποχρεούται να επισυνάπτει ή να προσκομίζει στην αρμόδια αρχή, πριν από το άνοιγμα των προσφορών:

  1. a)      πιστοποιητικό που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και από το οποίο προκύπτει ότι έχει νομοτύπως καταβάλει τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως δυνάμει των εφαρμοζόμενων στο κράτος εγκαταστάσεώς του διατάξεις […]
[…]

(7)      Η προσφορά διαγωνιζoμένου ελέγχεται ως νομότυπη μόνον εφόσον αυτός είναι εγγεγραμμένος ως εργολήπτης κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 299bis του κώδικα φορολογίας εισοδήματος και του άρθρου 30bis του νόμου της 27ης Ιουνίου 1969 για την τροποποίηση του νομοθετικού διατάγματος της 28ης Δεκεμβρίου 1944 περί κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων.»

Το βασιλικό διάταγμα του 1978

  1. Οι λεπτομέρειες της φορολογικής εγγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 7, του βασιλικού διατάγματος του 1977 προσδιορίζονται με το βασιλικό διάταγμα της 5ης Οκτωβρίου 1978 (9). Το πρώτο κεφάλαιο του διατάγματος ρυθμίζει τις «Προϋποθέσεις για την εγγραφή ως εργολήπτης» και περιλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, δυνάμει της οποίας:

«Εγγράφονται ως εργολήπτες […] μόνον όσοι πληρούν τις κάτωθι προϋποθέσεις:

[…]

2°      όσον αφορά τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 1 δραστηριότητες, είναι εγγεγραμμένοι στο οικείο εμπορικό ή επαγγελματικό μητρώο τηρουμένων των προϋποθέσεων που ορίζονται στη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως·

[…]

7°      εάν πρόκειται για εταιρία, απαγορεύεται να έχουν την ιδιότητα μέλους διοικητικού συμβουλίου, διαχειριστή ή προσώπου που έχει την εξουσία να αναλαμβάνει υποχρεώσεις επ’ ονόματι της εταιρίας πρόσωπα στα οποία δεν επιτρέπεται η ανάληψη αυτών των καθηκόντων δυνάμει του διαλαμβανόμενου στο σημείο 6 βασιλικού διατάγματος αριθ. 22, της 24ης Οκτωβρίου 1934·

[…]

10°      κατά την πενταετία που προηγείται της αιτήσεως εγγραφής, δεν έχουν διαπράξει κατ’ εξακολούθηση ή σοβαρές παραβάσεις όσον αφορά τις φορολογικές τους υποχρεώσεις […]·

11°      κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, δεν βαρύνονται με καθυστερημένες οφειλές από φόρους, εισφορές στον Εθνικό Οργανισμό Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ή εισφορές που εισπράττονται από ή αποδίδονται στο Ταμείο Ασφαλίσεως Ζωής […]·

12°      διαθέτουν επαρκή οικονομικά, διοικητικής φύσεως και τεχνικά μέσα για τη διασφάλιση της τηρήσεως των φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών τους υποχρεώσεων.»

  1. Δυνάμει του άρθρου 8 του βασιλικού διατάγματος του 1978, για την καταχώριση ως εργολήπτης απαιτείται αίτηση που υποβάλλεται στον πρόεδρο της επιτροπής εγγραφών (10) της περιφέρειας στην οποία ο αιτών έχει την κύρια εγκατάστασή του. Για τους αιτούντες που δεν είναι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο, αρμόδια είναι η επιτροπή εγγραφών του τόπου του τελευταίου εργοταξίου στο οποίο συμμετέχει ο αιτών.
  2. Το άρθρο 10 του βασιλικού διατάγματος του 1978 ορίζει τα ακόλουθα:

«(1)      Στην αίτηση επισυνάπτονται επί ποινή απαραδέκτου:

[…]

3°      για κάθε αιτούντα: αντίγραφο βεβαίωσης εγγραφής στο επαγγελματικό μητρώο τηρουμένων των προϋποθέσεων που ορίζει η νομοθεσία του κράτους εγκαταστάσεως […] […]

5°      για [αλλοδαπούς] αιτούντες: πιστοποιητικά που εκδίδουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκαταστάσεως και με τα οποία βεβαιώνεται ότι ο αιτών δεν βαρύνεται με καθυστερημένες οφειλές από φόρους ή κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές στο κράτος αυτό.

[…]

(2)      Η αναφερόμενη στο κάτωθι κεφάλαιο 4 επιτροπή εγγραφών μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα συμπληρωματικά έγγραφα ή στοιχεία τα οποία κρίνει χρήσιμα προκειμένου να ελέγξει εάν οι οριζόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, προϋποθέσεις πληρούνται.

[…]»

  1. Το άρθρο 16 του βασιλικού διατάγματος του 1978 διέπει τη συγκρότηση της επιτροπής εγγραφών:

«(1)      Κάθε επιτροπή εγγραφών απαρτίζεται από εννέα μέλη υφ’ Ημών οριζόμενα κατά τα κατωτέρω προβλεπόμενα:

1°      τρία μέλη από το σώμα των δημοσίων υπαλλήλων κατόπιν προτάσεως αντιστοίχως

  1. a)      του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας·
  2. b)      του Υπουργού Οικονομικών·
  3. c)      του Υπουργού Απασχόλησης και Εργασίας·

2°      τρία μέλη κατόπιν προτάσεως των επαγγελματικών οργανώσεων των εργοδοτών του κατασκευαστικού κλάδου·

3°      τρία μέλη κατόπιν προτάσεως των επαγγελματικών οργανώσεων των εργαζομένων στον κατασκευαστικό κλάδο·

[…]

(2)      Κάθε επιτροπής προεδρεύει ένας από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1, σημείο 1, στοιχεία a και b, υπαλλήλους, υφ’ Ημών οριζόμενος κατόπιν προτάσεως των αναφερόμενων στα ίδια στοιχεία υπουργών […]».

III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία στην κύρια δίκη

  1. Το κτίριο Berlaymont ανεγέρθηκε κατά το χρονικό διάστημα 1963-1967 στις Βρυξέλλες, σε γεωτεμάχιο που αποκτήθηκε από το βελγικό Κράτος το 1960, και έκτοτε αποτελεί την κύρια έδρα των διοικητικών υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (11). Εντούτοις, μεταξύ των ετών 1992 και 2004, η χρήση του κτιρίου από την Επιτροπή κατέστη αδύνατη λόγω ενάρξεως εργασιών ανακαινίσεως και αφαιρέσεως του αμιάντου.
  2. Προς τον σκοπό υλοποιήσεως των εργασιών ανακαινίσεως και αποκαταστάσεως ιδρύθηκε, στις 18 Σεπτεμβρίου 1990, η ανώνυμη εταιρία βελγικού δικαίου Berlaymont 2000 SA (12), στην οποία, πέραν της Régie des Bâtiments (13), βελγικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, μετείχαν και τρία πιστωτικά ιδρύματα. Στην αποστολή της Berlaymont 2000 συγκαταλέγονταν η κατάρτιση τευχών συγγραφής υποχρεώσεων και προγράμματος κατασκευής καθώς και του προϋπολογισμού των αναγκαίων εργασιών ανακαινίσεως και αποκαταστάσεως. Στην εταιρία μεταβιβάστηκε εμπράγματο δικαίωμα οικοδομήσεως επί του γεωτεμαχίου Berlaymont.
  3. Στις 23 Δεκεμβρίου 1994, η Berlaymont 2000 κίνησε διαδικασία διαγωνισμού για την ανάθεση των εργασιών αποκαταστάσεως και ανακαινίσεως του κτιρίου Berlaymont (14), με προϋπολογιζόμενη αξία περίπου 1,4 δισεκατομμύρια βελγικά φράγκα (BEF) (15). Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, καταρτίστηκε ειδικό τεύχος συγγραφής υποχρεώσεων και δημοσιεύτηκε προκήρυξη διαγωνισμού στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (16). Στο άρθρο 1.G του ειδικού τεύχους συγγραφής υποχρεώσεων προβλεπόταν ότι «[γ]ια την εκτέλεση των εργασιών που αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης, ο εργολήπτης πρέπει να είναι εγγεγραμμένος στο Βέλγιο».
  4. Στις 16 Φεβρουαρίου 1995, δημοσιεύτηκε διορθωτική ανακοίνωση της προκηρύξεως στην Επίσημη Εφημερίδα(17). Η διόρθωση επέφερε ορισμένες τροποποιήσεις, μεταξύ άλλων και ως προς την υποχρέωση εγγραφής των διαγωνιζoμένων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1.G αναδιατυπώθηκε ως εξής:

«Για την εκτέλεση των εργασιών που αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης, ο εργολήπτης υποχρεούται να αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις καταβολής κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών, πληρωμής φόρων και απόδοσης του ΦΠΑ. Η σχετική βεβαίωση παρέχεται υπό τη μορφή “εγγραφής”.

Η αίτηση εγγραφής υποβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο [βασιλικό διάταγμα του 1978].

Προκειμένου η προσφορά να μπορεί να ελέγχεται ως νομότυπη (κατά τον χρόνο υποβολής της), αρκεί να επισυναφθεί αντίγραφο της αιτήσεως εγγραφής. Απόφαση περί αναθέσεως δεν μπορεί να χωρήσει προ της εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως [εγγραφής] από την αρμόδια αρχή.»

Τέλος, στη διόρθωση της προκηρύξεως επισημαινόταν:

«Στην προσφορά του, ο διαγωνιζόμενος δηλώνει υπευθύνως, επί ποινή ακυρότητας της προσφοράς του, ότι έλαβε υπόψη την παρούσα διορθωτική ανακοίνωση αριθ. 1.»

  1. Ως προθεσμία υποβολής προσφορών ορίστηκε η 16η Μαρτίου 1995.
  2. Η εγγεγραμμένη στο Βέλγιο εταιρία Bâtiments et Ponts Construction SA (BPC) και η γερμανική εταιρία WIG Industrieinstandhaltung GmbH (WIG), η οποία κατά τον χρόνο εκείνο δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Βέλγιο, συνέστησαν την κοινοπραξία BPC-WIG, με σκοπό τη συμμετοχή στον διαγωνισμό για το κτίριο Berlaymont. Η εταιρία WIG άλλαξε αργότερα την επωνυμία της σε Thyssenkrupp Industrieservice GmbH, κατά δε τη διάρκεια της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής ενώπιον του Δικαστηρίου, αποφάσισε περαιτέρω αλλαγή σε WISAG Produktionsservice GmbH (WISAG).
  3. Στις 16 Μαρτίου 1995, η κοινοπραξία BPC-WIG υπέβαλε προσφορά για τον διαγωνισμό του κτιρίου Berlaymont. Στην προσφορά αυτή δεν επισυνάφθηκε βεβαίωση εγγραφής στο Βέλγιο ούτε της ίδιας της κοινοπραξίας ούτε της συμμετέχουσας εταιρίας WIG. Αντίγραφα των αιτήσεων εγγραφής κοινοποιήθηκαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής προσφορών για τον διαγωνισμό του κτιρίου Berlaymont, και συγκεκριμένα, στις 28 Απριλίου 1995 από την BPC-WIG και στις 3 Μαΐου 1995 από τη WIG. Οι εγγραφές καταχωρίστηκαν μετά την ανάθεση των εργασιών στο κτίριο Berlaymont, τον Ιούλιο του 1995 (18).
  4. Εντούτοις, στην προσφορά της BPC-WIG είχαν επισυναφθεί ένα πιστοποιητικό των γερμανικών φορολογικών αρχών (19), με ημερομηνία 4 Αυγούστου 1995, και ένα πιστοποιητικό του γερμανικού φορέα κοινωνικών ασφαλίσεων (20), με ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου 1995. Από τα πιστοποιητικά αυτά δεν προέκυπτε αντίρρηση της γερμανικής οικονομικής υπηρεσίας ως προς τη συμμετοχή της WIG σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού, ενώ, από πλευράς του, ο γερμανικός φορέας κοινωνικών ασφαλίσεων βεβαίωνε ότι η WIG κατέβαλλε ανέκαθεν εγκαίρως όλες τις κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές της.
  5. Στις 20 Ιουνίου 1995, το διοικητικό συμβούλιο της Berlaymont 2000 αποφάσισε να αναθέσει την εκτέλεση των εργασιών σε ανταγωνίστρια κοινοπραξία. Οι BPC και WIG προσέβαλαν την ως άνω απόφαση ενώπιον του βελγικού Conseil d’État (21). Στις 10 Μαρτίου 1999, το Conseil d’État απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως με το σκεπτικό ότι, κατά την υποβολή της προσφοράς της, η WIG δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Βέλγιο ούτε είχε υποβάλει σχετική αίτηση, κατά συνέπεια η κοινοπραξία BPC-WIG δεν μπορούσε εξ υπαρχής να αποκτήσει την ιδιότητα του αντισυμβαλλομένου (22).
  6. Παραλλήλως προς τη διοικητική δίκη ενώπιον του βελγικού Conseil d’État, οι BPC και WIG άσκησαν, στις 18 Ιουνίου 1996, αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Tribunal de première instance de Bruxelles (23) λόγω του αποκλεισμού τους από τη διαδικασία του διαγωνισμού. Με την από 5 Νοεμβρίου 2002 απόφασή του, το δικαστήριο αυτό απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι οι ενάγουσες, μη προσκομίζοντας κατά τη συμμετοχή τους στη διαδικασία διαγωνισμού την απαιτούμενη βεβαίωση εγγραφής στο Βέλγιο, δεν υπέβαλαν νομότυπη προσφορά και, κατά συνέπεια, στερούνται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως.
  7. Στις 15 Απριλίου 2003, οι BPC και WIG άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως του Tribunal de première instance de Bruxelles ενώπιον του Cour d’appel de Bruxelles (24), το οποίο επικύρωσε, στις 14 Μαρτίου 2007 (25), την πρωτοδίκως εκδοθείσα απόφαση. Το Cour d’appel επισήμανε στο σκεπτικό του ότι οι εκκαλούσες δεν επισυνήψαν στην προσφορά τους για τις εργασίες στο κτίριο Berlaymont κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την αίτηση εγγραφής της WIG και της BPC-WIG. Μολονότι τα αφορώντα τη WIG πιστοποιητικά που εξέδωσαν οι γερμανικές δημόσιες οικονομικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες ήταν αναγκαία για τη συμμετοχή στη διαδικασία διαγωνισμού δυνάμει άλλων ρυθμίσεων, εντούτοις δεν ήταν ικανά να υποκαταστήσουν την επιπροσθέτως απαιτούμενη βεβαίωση εγγραφής στο Βέλγιο. Επειδή, κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι εκκαλούσες δεν τήρησαν μια ουσιώδη διαδικαστική προϋπόθεση, η προσφορά τους κατέστη άκυρη, με συνέπεια τον άμεσο αποκλεισμό τους από τη διαδικασία του διαγωνισμού.
  8. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2007, οι BPC και WIG άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής αναίρεση, με συνέπεια η πολιτική δίκη να εκκρεμεί εφεξής ενώπιον του βελγικού Ακυρωτικού (26), το οποίο και υποβάλλει την υπό κρίση αίτηση.

IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

  1. Με την από 22 Ιανουαρίου 2009 απόφαση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 2009, το βελγικό Ακυρωτικό αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αντίκειται στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και στο άρθρο 24, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων η υποχρέωση διαγωνιζoμένου, όπως αυτή επιβάλλεται από το άρθρο I.G. του ισχύοντος εν προκειμένω ειδικού τεύχους συγγραφής υποχρεώσεων, να είναι εγγεγραμμένος στο οικείο μητρώο για να του ανατεθεί δημόσια σύμβαση στο Βέλγιο, εφόσον η υποχρέωση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στην αναθέτουσα αρχή να αποκλείσει από τη διαδικασία διαγωνισμού τον υποβαλόντα προσφορά αλλοδαπό εργολήπτη ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος αλλά έχει προσκομίσει ισοδύναμα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από τις δικές του εθνικές διοικητικές αρχές;

2)      Αντίκειται στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και στο άρθρο 24, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 το να αναγνωριστεί σε βελγική αναθέτουσα αρχή η εξουσία να απαιτήσει από τους αλλοδαπούς υποβαλόντες προσφορά να υποβάλουν σε βελγική αρχή –την επιτροπή εγγραφών εργοληπτών– την εξέταση του κύρους των πιστοποιητικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που τους χορηγήθηκαν από τις φορολογικές και κοινωνικοασφαλιστικές αρχές του κράτους τους;»

  1. Στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, πέραν των διαδίκων στην κύρια δίκη, δηλαδή των αναιρεσειουσών BPC και WIG και της κατ’ αναίρεση αντιδίκου Berlaymont 2000, υποβλήθηκαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις από το Βασίλειο του Βελγίου και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (27). Στη γραπτή διαδικασία έλαβε μέρος και η Τσεχική Δημοκρατία.

V –    Εκτίμηση

Επί του παραδεκτού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως

  1. Η Επιτροπή, συνεπικουρούμενη κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου από την Berlaymont 2000, εκφράζει δύο αμφιβολίες σχετικά με το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Αφενός, η απόφαση περί παραπομπής δεν περιλαμβάνει τα αναγκαία στοιχεία για τον καθορισμό του πλαισίου πραγματικών περιστατικών και του νομικού πλαισίου εντός των οποίων εντάσσεται η διαφορά της κύριας δίκης· αφετέρου, το βελγικό Ακυρωτικό δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε αναγκαία την υποβολή αιτήσεως στο Δικαστήριο.
  2. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, προκειμένου το Δικαστήριο να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να προσδιορίσει το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών καθώς και το νομικό πλαίσιο εντός των οποίων εντάσσονται τα ερωτήματα αυτά ή, τουλάχιστον, να διασαφηνίσει τις πραγματικές συγκυρίες επί των οποίων βασίζονται τα εν λόγω ερωτήματα (28). Στο πλαίσιο αυτό, είναι απολύτως απαραίτητο το εθνικό δικαστήριο να παρέχει ορισμένες, τουλάχιστον, διευκρινίσεις σε σχέση με τους λόγους επιλογής των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, των οποίων ζητεί την ερμηνεία, καθώς και με τον σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοζόμενης επί της διαφοράς της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας (29). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα όχι μόνο στο Δικαστήριο να δίνει λυσιτελείς απαντήσεις, αλλά και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς μετέχοντες να υποβάλλουν παρατηρήσεις δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (30).
  3. Αναμφισβήτητα, η απόφαση περί παραπομπής του βελγικού Ακυρωτικού δεν αποτελεί πρότυπο επιτυχούς αιτήσεως για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Η απόφαση αυτή πάσχει όχι μόνον από απόψεως δομής αλλά και όσον αφορά τη σαφή και πλήρη παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών, του νομικού πλαισίου και του σκεπτικού του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει. Προφανώς, το ενημερωτικό σημείωμα του Δικαστηρίου μας σχετικά με τη διαδικασία υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων από τα εθνικά δικαστήρια (31) δεν έτυχε, εν προκειμένω, προσοχής.
  4. Εντούτοις, οι πλημμέλειες της αποφάσεως περί παραπομπής δεν είναι τόσο βαρείες ώστε να καθιστούν απαράδεκτη την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
  5. Πρώτον, όσον αφορά τον καθορισμό του πλαισίου πραγματικών περιστατικών καθώς και του νομικού πλαισίου,το βελγικό Ακυρωτικό παραλείπει την εκτενή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών ενώ παρέχει πολύ συνοπτική κατ’ ιδίαν ανάλυση των κατ’ αυτό εφαρμοστέων διατάξεων του εθνικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης. Παρά ταύτα, η ανάγνωση της αποφάσεως περί παραπομπής καθιστά δυνατό τον καθορισμό αφενός του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς και αφετέρου του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα. Οι κρίσιμες παρατηρήσεις προκύπτουν κυρίως από το εκτενές απόσπασμα του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Cour d’appel, το οποίο παρατίθεται αυτολεξεί από το βελγικό Ακυρωτικό. Η προσεκτική ανάγνωση των εν λόγω παρατηρήσεων καθιστά δυνατή την εκ νέου συναγωγή των σπουδαιότερων στοιχείων του πλαισίου πραγματικών περιστατικών και του νομικού πλαισίου εντός των οποίων εντάσσεται η διαφορά της κύριας δίκης. Η μέθοδος αυτή παραπομπής στην εκδοθείσα στον προηγούμενο βαθμό απόφαση εξηγείται από την αρμοδιότητα του βελγικού Ακυρωτικού ως αναιρετικού δικαστηρίου.
  6. Επιπλέον, οι διάδικοι στη διαφορά της κύριας δίκης έδωσαν, με τις γραπτές και προφορικές τους παρατηρήσεις, συμπληρωματικές πληροφορίες που κατέστησαν ευχερέστερη την εκ μέρους του Δικαστηρίου κατανόηση του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα. Παραλλήλως, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι ως άνω διάδικοι, οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην απόφαση περί παραπομπής τούς έδωσαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν, κατά τρόπο χρήσιμο, άποψη επί των εν λόγω ερωτημάτων (32).
  7. Όσον αφορά, εν συνεχεία, τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων, το αιτούν δικαστήριο δεν κάνει σχετικώς καμία ιδιαίτερη μνεία. Και η παράλειψη αυτή δεν δικαιολογεί την απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Λόγος για αυτό είναι ότι το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία του, στηρίζεται στο τεκμήριο της λυσιτέλειας των προδικαστικών ερωτημάτων που του υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια (33). Το τεκμήριο αυτό τίθεται εκποδών μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που ζητείται με τα ερωτήματα αυτά δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (34), όταν δηλαδή η έλλειψη λυσιτέλειας είναι πρόδηλη.
  8. Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα στερούνται προδήλως λυσιτέλειας για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Αντιθέτως, η επίλυση της διαφοράς αυτής εξαρτάται κατά τρόπο αποφασιστικό από την απάντηση που καλείται να δώσει το Δικαστήριο στα ως άνω ερωτήματα. Οι αναιρεσείουσες στην κύρια δίκη προβάλλουν, με την αίτηση αναιρέσεώς τους, παράβαση της οδηγίας 93/37 καθώς και των άρθρων 49 ΕΚ και 50 ΕΚ. Μια σύντομη ανάγνωση των παρατιθέμενων στην απόφαση περί παραπομπής αποσπασμάτων της αποφάσεως του Cour d’appel καταδεικνύει ότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς στο σύνολό της είναι η ερμηνεία αυτών των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.
  9. Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε εάν η οδηγία 93/37 τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής. Πάντως, όταν πρόκειται για εργασίες σημασίας ανάλογης με αυτήν που έχουν οι προβλεπόμενες από τη σύμβαση για το κτίριο Berlaymont εργασίες, καθίσταται κατά τη γνώμη μου προφανές ότι η εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης περί αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων έργων είναι δεδομένη. Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ως προς αυτό.
  10. Γενικώς δεν διακρίνω επαρκείς λόγους για τους οποίους η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.

Επί της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων

  1. Οι κατά τον χρόνο του διαγωνισμού για το κτίριο Berlaymont ισχύουσες (35) βελγικές ρυθμίσεις περί εγγραφής των εργοληπτών υπόκεινται σε διττό έλεγχο συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης. Αφενός, ερωτάται εάν εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας προϋπόθεση συμμετοχής αλλοδαπών επιχειρήσεων σε δημόσιο διαγωνισμό είναι η προηγούμενη φορολογική εγγραφή τους στην ημεδαπή είναι συμβατή με την οδηγία 93/37 και την «αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας». Αφετέρου, πρέπει να διευκρινιστεί εάν εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η αρμόδια αρχή για τον έλεγχο εκδοθέντων σε άλλα κράτη μέλη πιστοποιητικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας είναι υπηρεσία διαφορετική της αναθέτουσας αρχής αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
  2. Οι απόψεις των μετεχόντων στη διαδικασία και επί των δύο ζητημάτων διίστανται: ενώ οι αναιρεσείουσες στην κύρια δίκη, η Τσεχική Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι ρυθμίσεις όπως οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση είναι συμβατές με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, η κατ’ αναίρεση αντίδικος στην κύρια δίκη και η Βελγική Κυβέρνηση πρεσβεύουν την αντίθετη άποψη, η δε Βελγική Κυβέρνηση περιορίζεται, στις παρατηρήσεις της, στην ανάπτυξη του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος (36).
  3. Επί του συμβατού της υποχρεώσεως εγγραφής με το δίκαιο της Ένωσης (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
  4. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν η προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο και τα τεύχη διακηρύξεως του διαγωνισμού υποχρέωση φορολογικής εγγραφής μπορεί να προβάλλεται ως προϋπόθεση συμμετοχής σε διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων και έναντι επιχειρήσεων από άλλα κράτη μέλη. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ερώτημα αυτό υπό το πρίσμα της αρχής της «ελεύθερης κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση» και του άρθρου 24, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/37.
  5. Από τις διατάξεις περί θεμελιωδών ελευθεριών στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά, κρίσιμες εν προκειμένω είναι μόνον οι διατάξεις για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΚ (37)).
  6. Επιπλέον, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, όταν ένα ζήτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο πλήρους εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο, κάθε σχετικό εθνικό μέτρο πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των διατάξεων της πράξεως εναρμονίσεως και όχι υπό το πρίσμα των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου (38). Είναι αναντίρρητο ότι η οδηγία 93/37 δεν θεσπίζει, σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης, πλήρες σύστημα κανόνων στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων έργων, αλλά αποσκοπεί μόνο στον συντονισμό των εθνικών διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων με αυτό το αντικείμενο (39). Εντούτοις, το επίμαχο άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 περιλαμβάνει, ειδικώς σε σχέση με την επαγγελματική επάρκεια των επιχειρήσεων, εξαντλητική απαρίθμηση των λόγων για τους οποίους ένας διαγωνιζόμενος μπορεί να αποκλείεται από διαδικασία διαγωνισμού (40).
  7. Επομένως, η οδηγία 93/37 έχει εναρμονίσει πλήρως, σε σχέση βεβαίως με το πεδίο εφαρμογής της, τα σχετικά με τα κριτήρια επαγγελματικής επάρκειας ζητήματα. Εκ των ανωτέρων έπεται ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί μόνον υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/37, της οποίας οι διατάξεις πρέπει και αυτές να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται σε συμφωνία με τις αρχές της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αρχές οι οποίες υλοποιούνται μέσω των εν λόγω διατάξεων (41).
  8. Πρώτον, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι η υποχρέωση φορολογικής εγγραφής που επιβάλλει το βασιλικό διάταγμα του 1978 δεν πρέπει να συγχέεται με την εγγραφή στους επίσημους καταλόγους αναγνωρισμένων εργοληπτών υπό την έννοια του άρθρου 29 της οδηγίας 93/37. Οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι η επίμαχη υποχρέωση εγγραφής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 29. Εν πάση περιπτώσει, από το άρθρο 29 δεν μπορεί να προκύπτει γενική υποχρέωση εγγραφής όπως η προβλεπόμενη στο βελγικό δίκαιο. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να καθιστά ευχερή την πρόσβαση αλλοδαπών επιχειρήσεων σε δημόσιους διαγωνισμούς μέσω της αναγνωρίσεως της εγγραφής των επιχειρήσεων αυτών στους επίσημους καταλόγους που τηρούνται στα αντίστοιχα κράτη προελεύσεως (42).
  9. Ομοίως, το γεγονός ότι επιχείρηση παρέλειψε να ζητήσει φορολογική εγγραφή στην ημεδαπή δεν συγκαταλέγεται στους λόγους αποκλεισμού που ρητώς απαριθμεί το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 (43).
  10. Προς εξέταση, εντούτοις, τίθεται το ζήτημα εάν η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση διαδικασία εγγραφής συνιστά εν τέλει διαδικασία κατ’ εφαρμογήν ορισμένων από τους απαριθμούμενους στο άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 λόγους αποκλεισμού. Μπορεί να υποτεθεί ότι η εν λόγω εγγραφή λειτουργεί ως επίσημη αναγνώριση και πιστοποίηση της επαγγελματικής επάρκειας των επιχειρήσεων υπό την έννοια του άρθρου 24, ιδίως όσον αφορά τη φορολογική και ασφαλιστική τους ενημερότητα στο κράτος μέλος στο οποίο πρόκειται να εκπληρωθεί η παροχή υπηρεσίας(άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, στοιχεία ε΄ και στ΄) (44). Υπέρ της αποδοχής αυτής της απόψεως συνηγορούν και οι διατάξεις των άρθρων 2, παράγραφος 1, σημεία 10 και 11, του βασιλικού διατάγματος του 1978, οι οποίες αναφέρονται προφανώς στην εκπλήρωση φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών υποχρεώσεων στο Βέλγιο (45).
  11. Επιπλέον, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν παρέχει διευκρινίσεις σχετικά με το αντικείμενο και τους σκοπούς της διαδικασίας εγγραφής, από δε τις παρατηρήσεις των διαδίκων της κύριας δίκης και των λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να σχηματιστεί σαφής εικόνα. Εναπόκειται συνεπώς στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου (46), να προβεί στις αναγκαίες διαπιστώσεις ως προς το αντικείμενο και τους σκοπούς της διαδικασίας εγγραφής.
  12. Στην περίπτωση που διαδικασία εγγραφής όπως η προβλεπόμενη από το βασιλικό διάταγμα του 1978 συνιστά όντως διαδικασία αναγνωρίσεως και πιστοποιήσεως της καταλληλότητας επιχειρήσεων, η διαδικασία αυτή είναι συμβατή με τους σκοπούς της οδηγίας 93/37, μεταξύ των οποίων η ίση μεταχείριση όλων των διαγωνιζoμένων (47) και η διασφάλιση προϋποθέσεων για πραγματικό και ανόθευτο ανταγωνισμό (48).
  13. Ακριβώς αυτόν τον σκοπό υπηρετεί και το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37, το οποίο καθιστά δυνατό τον αποκλεισμό επιχειρήσεων που δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις καταβολής κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών και πληρωμής φόρων και συναφών τελών ή που στερούνται επαγγελματικής επάρκειας για τη συμμετοχή σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού, ιδίως επαγγελματικής εντιμότητας, φερεγγυότητας καθώς και χρηματοδοτικής και οικονομικής ικανότητας (49). Ο αποκλεισμός αυτών των επιχειρήσεων από διαδικασίες διαγωνισμών αποσκοπεί στην πρόληψη στρεβλώσεων του ανταγωνισμού: ειδικότερα, έχει ταχθεί προκειμένου να αποτρέψει περιπτώσεις κακοπιστίας, δηλαδή διαγωνιζομένων οι οποίοι δεν καταβάλλουν, παραδείγματος χάρη, φόρους ή εισφορές, και υποβάλλουν, εις βάρος ουσιαστικώς του κοινωνικού συνόλου, χαμηλότερες προσφορές από τους συναγωνιζόμενούς τους με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν τη σύναψη συμβάσεων, οι οποίες αφορούν έργα χρηματοδοτούμενα ως επί το πλείστον με πόρους προερχόμενους από είσπραξη φόρων.
  14. Επιπροσθέτως, αφετηριακή σκέψη του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37 είναι ότι η καταλληλότητα των διαγωνιζoμένων μπορεί να ελέγχεται κατά την πρόοδο της ίδιας της διαγωνιστικής διαδικασίας και όχι στο πλαίσιο ιδιαίτερης διαδικασίας προληπτικού ελέγχου η οποία προηγείται της διαδικασίας διαγωνισμού. Η σκέψη αυτή εκφράζει μια γενική και σύμφυτη με τις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αξιολογική κρίση: ένα σύστημα προληπτικού ελέγχου των επιχειρήσεων με τη μορφή διαδικασίας προηγούμενης έγκρισης ή εγγραφής καθιστά τη σκοπούμενη παροχή υπηρεσιών λιγότερο ελκυστική και δεν δικαιολογείται παρά μόνον εάν θεωρηθεί ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος διενεργείται πολύ αργά προκειμένου να παράγει πραγματικά αποτελέσματα και να καταστήσει δυνατή την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού (50).
  15. Κατ’ αντιστοιχία, η εγγραφή των επιχειρήσεων τότε μόνον μπορεί να οριστεί ως προϋπόθεση συμμετοχής σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού, όταν η εν λόγω εγγραφή δεν έχει τη μορφή προληπτικού ελέγχου και δεν δυσχεραίνει ή κωλύει τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων στην ως άνω διαδικασία ούτε και τις επιβαρύνει με πρόσθετες διοικητικής φύσεως δαπάνες (51).
  16. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει εάν η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση διαδικασία εγγραφής κατά το βελγικό δίκαιο πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο, η διαδικασία αυτή, σε κάθε περίπτωση, δεν συνεπάγεται πρόσθετες διοικητικής φύσεως δαπάνες, ενώ τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εγγραφή είναι αυτά που ούτως ή άλλως κάθε επιχείρηση υποχρεούται να καταθέτει δυνάμει του άρθρου 24, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/37. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία εγγραφής ουδόλως συνεπάγεται απώλεια χρόνου, καθόσον ρητώς προβλέφθηκε ότι για την υποβολή προσφοράς στον διαγωνισμό για το κτίριο Berlaymont αρκεί η κατάθεση και μόνον αντιγράφου της αιτήσεως εγγραφής, ενώ απόφαση περί αναθέσεως δεν μπορεί να χωρήσει προ της περατώσεως της διαδικασίας εγγραφής (βλ. άρθρο 1.G του ειδικού τεύχους συγγραφής υποχρεώσεων όπως τροποποιήθηκε) (52).
  17. Κατόπιν εγγύτερης εξετάσεως, καθίσταται σαφές ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία εγγραφής δεν είχε απαραιτήτως τη μορφή προληπτικής διαδικασίας έγκρισης η οποία προηγείται χρονικώς της διαδικασίας του δημόσιου διαγωνισμού. Επιπροσθέτως, ο έλεγχος της φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας των αλλοδαπών διαγωνιζομένων διεξήχθη παράλληλα προς τη διαδικασία του διαγωνισμού και χωρίς δαπάνες σε χρόνο ή σε χρήμα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν υφίστανται ουσιαστικές αμφιβολίες ως προς το συμβατό της εν λόγω διαδικασίας εγγραφής με το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37 και με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία συγκεκριμενοποιείται μέσω του εν λόγω άρθρου.
  18. Από την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (53) δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας κατά παραβάσεως ήταν διατάξεις του βελγικού δικαίου επίσης σχετιζόμενες με τη φορολογική εγγραφή εργοληπτικών επιχειρήσεων. Εντούτοις, στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο δεν εξέτασε το συμβατό αυτής καθεαυτής της υποχρεώσεως εγγραφής με το δίκαιο της Ένωσης (54), αλλά αποκλειστικώς τα σοβαρά φορολογικά μειονεκτήματα τα οποία συνεπαγόταν, κατά το βελγικό δίκαιο, η παράλειψη εγγραφής των εργοληπτών και των εργοδοτών (55). Η υπό κρίση υπόθεση δεν εγείρει ζητήματα αυτού του περιεχομένου.
  19. Η Επιτροπή προβάλλει ότι, δεδομένης της εκτάσεώς του, ο έλεγχος που διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας εγγραφής βαίνει πέραν αυτού που επιτρέπει το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37. Προς τον σκοπό αυτόν κάνει μνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος του 1978, και πιο συγκεκριμένα των διατάξεων των σημείων 7 και 12.
  20. Η παρατήρηση αυτή δεν με πείθει. Είναι γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, σημεία 7 και 12, του βασιλικού διατάγματος του 1978 δεν αντιστοιχούν λεκτικώς στη διατύπωση του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37. Εντούτοις, και οι δύο διατάξεις επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ο οποίος αποτελεί και τη βάση του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, δηλαδή αποσκοπούν στη διαπίστωση της καταλληλότητας των επιχειρήσεων.
  21. Στο πλαίσιο αυτό, η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις (άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 7, του βασιλικού διατάγματος του 1978) καθιστά δυνατή την άρνηση εγγραφής σε επιχειρήσεις των οποίων τα διοικούντα μέλη απαγορεύεται να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα λόγω προγενέστερης πτωχεύσεως ή ποινικής καταδίκης. Η διάταξη αυτή έχει τον ίδιο σκοπό με το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α΄ έως δ΄, της οδηγίας 93/37: μέσω αυτών επιχειρείται να διασφαλιστεί ότι σε διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών θα μετέχουν μόνον επιχειρήσεις των οποίων η φερεγγυότητα και επαγγελματική εντιμότητα δεν μπορούν να αμφισβητηθούν λόγω προγενέστερων παραβάσεων. Είναι αυτονόητο ότι, στο πλαίσιο αυτό, τα διοικούντα μέλη επιχειρήσεως πρέπει να προσφέρουν όλα τα εχέγγυα της επαγγελματικής εντιμότητας, ειδάλλως το κριτήριο της επαγγελματικής επάρκειας θα μπορούσε εύκολα να παρακαμφθεί μέσω της συστάσεως εταιρίας.
  22. Η δεύτερη από τις ως άνω διατάξεις (άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 12, του βασιλικού διατάγματος του 1978) καθιστά δυνατή την άρνηση εγγραφής σε επιχειρήσεις οι οποίες δεν διαθέτουν επαρκή χρηματοοικονομικά, διοικητικής φύσεως και τεχνικά μέσα προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών τους υποχρεώσεων. Τον ίδιο ακριβώς σκοπό επιδιώκουν και οι διατάξεις του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας 93/37. Όντως, όπως προκύπτει από το γράμμα τους, οι διατάξεις της οδηγίας αφορούν τη διαπίστωση ενδεχόμενων φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών παραβάσεων που διαπράχθηκαν στο παρελθόναπό επιχείρηση. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου και του σκοπού του, το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας 93/37, καθιστούν δυνατό αυτό ακριβώς που επιδιώκουν και οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, σημείο 12, του βασιλικού διατάγματος του 1978: πρέπει να μπορεί να διακριβωθεί εκ των προτέρων εάν ένας μετέχων σε διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης έργου μπορεί βάσιμα να προσδοκάται ότι θα καταβάλλει φόρους και κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές κατ’ εφαρμογήν των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Εάν η διακρίβωση αυτή δεν καταστεί δυνατή, γεννάται, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, κίνδυνος στρεβλώσεων του ανταγωνισμού κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού (56).
  23. Τέλος, ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία (57) προβάλλουν ότι ο έλεγχος στον οποίο υπόκειται επιχείρηση στο πλαίσιο της διαδικασίας εγγραφής βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου και, επομένως, έχει χαρακτήρα δυσανάλογο. Οι βελγικές αρχές πρέπει να αρκούνται στην παραλαβή πιστοποιητικών που εκδίδουν οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους προελεύσεως της επιχειρήσεως, όπως αυτά που κατέθεσε εν προκειμένω η WIG.
  24. Και η αντίρρηση αυτή δεν ευσταθεί. Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας 93/37 καθιστά, με ρητό τρόπο, δυνατό τον έλεγχο της φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας επιχειρήσεως όχι μόνο στο κράτος προελεύσεώς της αλλά και στο κράτος της αναθέτουσας αρχής, δηλαδή το κράτος μέλος στο οποίο η επιχείρηση επιθυμεί να συμμετάσχει σε διαγωνισμό για την ανάθεση δημόσιου έργου.
  25. Όπως παρατηρεί η Τσεχική Κυβέρνηση, η ως άνω ρύθμιση θεμελιώνεται στην εξής σκέψη, ότι δηλαδή οι επιχειρήσεις μπορούν να δραστηριοποιούνται ως πάροχοι υπηρεσιών σε περισσότερα κράτη μέλη. Εξ αυτού έπεται ότι η ίδια επιχείρηση ενδέχεται να έχει παραβεί τις φορολογικές και κοινωνικοασφαλιστικές της υποχρεώσεις όχι μόνο στο κράτος εγκαταστάσεώς της αλλά και σε άλλα κράτη μέλη. Από την κατάθεση απλώς και μόνο πιστοποιητικού ενημερότητας που έχει εκδοθεί από τις αρχές του κράτους προελεύσεως δεν μπορεί να προκύπτει οριστική κρίση για την καταλληλότητα της επιχειρήσεως από απόψεως καταβολής φόρων και κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών. Τη γνώμη αυτή υποστήριξε και η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία.
  26. Επομένως, οι υπηρεσίες του κράτους της αναθέτουσας αρχής πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις σε ειδικό έλεγχο τηρήσεως των φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών τους υποχρεώσεων στην ημεδαπή. Κατά συνέπεια, το άρθρο 24, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 93/37 –σε αντίθεση με την πρώτη περίπτωση– καθιστά δυνατό τον έλεγχο όχι αποκλειστικώς πιστοποιητικών εκδοθέντων από το κράτος προελεύσεως, αλλά γενικώς πιστοποιητικών που έχουν «εκδοθεί από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους».
  27. Συνοψίζοντας:

Η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και η οδηγία 93/37 δεν αποκλείουν εθνική νομοθετική ρύθμιση ή όρο τεύχους διακηρύξεως διαγωνισμού δυνάμει των οποίων προϋπόθεση για τη συμμετοχή επιχειρήσεων από άλλα κράτη μέλη σε διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης είναι η υποχρεωτική φορολογική εγγραφή τους, εφόσον η διαδικασία εγγραφής

–        δεν δυσχεραίνει ή κωλύει τη συμμετοχή των επιχειρήσεων αυτών σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού ούτε τις επιβαρύνει με πρόσθετες διοικητικής φύσεως δαπάνες, και

–        περιορίζεται, ως εκ του αντικειμένου της, στη διαπίστωση και πιστοποίηση της επαγγελματικής επάρκειας και καταλληλότητας των επιχειρήσεων αυτών υπό την έννοια του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37.

  1. Επί του συμβατού του ελέγχου αλλοδαπών αποδεικτικών στοιχείων από υπηρεσία διαφορετική της αναθέτουσας αρχής με το δίκαιο της Ένωσης (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
  2. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν οι αλλοδαπές επιχειρήσεις, προκειμένου να συμμετάσχουν σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού, υποχρεούνται να υποβάλλουν προς έλεγχο εγκυρότητας το πιστοποιητικό που έχουν εκδώσει οι αρχές του κράτους προελεύσεώς τους σχετικά με τη νομότυπη καταβολή φόρων και κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών σε υπηρεσία διαφορετική της αναθέτουσας αρχής –εν προκειμένω στην επιτροπή εγγραφών. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και αυτό το ερώτημα υπό το πρίσμα της «αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση» και του άρθρου 24, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/37.
  3. Όπως ήδη επισημάνθηκε (58), η απάντηση στο ως άνω ερώτημα άπτεται αποκλειστικώς της οδηγίας 93/37, η οποία πρέπει, από πλευράς της, να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
  4. Εάν εξεταστεί εγγύτερα, το ερώτημα εγείρει δύο ζητήματα τα οποία θα εξετάσω διαδοχικώς. Αφενός, πρέπει να διευκρινιστεί εάν ο έλεγχος των πιστοποιητικών υπό την έννοια του άρθρου 24, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/37 μπορεί να ανατεθεί σε υπηρεσία διαφορετική της αναθέτουσας αρχής (βλ. επ’ αυτού υπό α΄). Αφετέρου, πρέπει να προσδιοριστεί η έκταση του ελέγχου αυτού (βλ. υπό β΄).

α)     Επί της δυνατότητας διενέργειας ελέγχου των πιστοποιητικών από υπηρεσία διαφορετική της αναθέτουσας αρχής

  1. Κατά τις διατάξεις περί κριτηρίων ποιοτικής επιλογής της οδηγίας 93/37, θεωρείται δεδομένο ότι ο σχετικός έλεγχος διενεργείται κάθε φορά από την ίδια την αναθέτουσα αρχή. Συναφώς, το άρθρο 24, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας κάνει λόγο για δικαιολογητικά τα οποία η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ζητήσει από την επιχείρηση, ενώ σε παρακείμενες διατάξεις, όπως αυτές του άρθρου 26, παράγραφοι 2 και 3, καθώς και του άρθρου 27, παράγραφος 2, της οδηγίας, χρησιμοποιείται παρόμοια διατύπωση. Επιπλέον, κατά το άρθρο 28 της οδηγίας, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να καλέσει την επιχείρηση να συμπληρώσει ή να διευκρινίσει τα υποβληθέντα πιστοποιητικά ή έγγραφα.
  2. Εντούτοις, τα παραπάνω δεν αποκλείουν ο έλεγχος ορισμένων προϋποθέσεων καταλληλότητας να διενεργείται δυνάμει διατάξεων του εθνικού δικαίου από εξειδικευμένες υπηρεσίες σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή η αναθέτουσα αρχή να μεταβιβάζει κατά περίπτωση και με δική της πρωτοβουλία τη σχετική αρμοδιότητα σε άλλη υπηρεσία. Τούτο κρίνεται σκόπιμο όχι μόνον όταν πρόκειται για κρίσεις σε περίπλοκα ζητήματα επί της χρηματοδοτικής, οικονομικής και τεχνικής ικανότητας μιας επιχειρήσεως σε σχέση με ορισμένη δημόσια σύμβαση (άρθρα 26 και 27 της οδηγίας 93/37), αλλά και για λόγους ελαττώσεως των καθηκόντων της αναθέτουσας αρχής, επί παραδείγματι, μέσω κεντρικού ελέγχου της επαγγελματικής επάρκειας των επιχειρήσεων (άρθρο 24 της οδηγίας 93/37).
  3. Οι βελγικές επιτροπές εγγραφών αποτελούν τέτοιες εξειδικευμένες υπηρεσίες. Ελέγχουν σε κεντρικό επίπεδο την επαγγελματική επάρκεια επιχειρήσεων που επιθυμούν ενδεχομένως να μετάσχουν σε δημόσιο διαγωνισμό. Ενεργούν κατά συνέπεια με τρόπο που μπορεί να οδηγεί σε μείωση του φόρτου εργασίας της αναθέτουσας αρχής και συγχρόνως μεριμνούν για την εναρμόνιση του ελέγχου των επιχειρήσεων.
  4. Επιπλέον, εφόσον εξειδικευμένες υπηρεσίες, όπως οι επιτροπές εγγραφών, είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο της επαγγελματικής επάρκειας των επιχειρήσεων προκειμένου περί της συμμετοχής τους σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού, πρέπει να διασφαλίζεται ότι το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί κανένα μειονέκτημα για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.

–        Αφενός αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή των επιχειρήσεων σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού δεν πρέπει να δυσχεραίνεται ή να παρεμποδίζεται ούτε πρέπει αυτές να επιβαρύνονται με πρόσθετες διοικητικής φύσεως δαπάνες (59).

–        Αφετέρου, η ίδια η εξειδικευμένη υπηρεσία πρέπει να προσφέρει τα εχέγγυα ότι ελέγχει την καταλληλότητα των επιχειρήσεων σε συμφωνία με τις διατάξεις των εφαρμοστέων οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων και την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών η οποία αποτελεί θεμέλιό τους.

  1. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, έστω και αν στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε ταχθεί καμία προθεσμία στην επιτροπή εγγραφών για την έκδοση της αποφάσεως, τα τεύχη διακηρύξεως του διαγωνισμού για το κτίριο Berlaymont παρείχαν τη διασφάλιση ότι δεν προκύπτει κανένα μειονέκτημα για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις: όπως ήδη επισημάνθηκε, για την υποβολή προσφοράς αρκούσε απλώς η απόδειξη καταθέσεως της σχετικής αιτήσεως, η δε Berlaymont 2000 είχε, με την ιδιότητά της ως αναθέτουσα αρχή, δεσμευθεί να μην προβεί σε ανάθεση προ της περατώσεως της διαδικασίας εγγραφής (άρθρο 1.G του ειδικού τεύχους συγγραφής υποχρεώσεων, όπως τροποποιήθηκε (60)).
  2. Προβληματική, αντιθέτως, εμφανίζεται η δεύτερη πτυχή, δηλαδή η παροχή εγγυήσεων για την τήρηση των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης από την επιτροπή εγγραφών.
  3. Ορθώς η Επιτροπή έκανε συναφώς μνεία των κανόνων σχετικά με τη συγκρότηση των βελγικών επιτροπών εγγραφών. Αυτές απαρτίζονται κατά πλειοψηφία από πρόσωπα που ορίζονται, σε επίπεδο βελγικής περιφέρειας, κατόπιν προτάσεως των επαγγελματικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων του κατασκευαστικού κλάδου (άρθρο 16, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος του 1978). Κάθε επιτροπής εγγραφών προεδρεύει μέλος οριζόμενο από την κεντρική διοίκηση (άρθρο 16, παράγραφος 2, του ως άνω διατάγματος). Εντούτοις, αυτές οι ρυθμίσεις δεν παρέχουν την εγγύηση ότι τα οριζόμενα από την κεντρική διοίκηση μέλη μπορούν να παρεμποδίσουν τη λήψη αποφάσεων που αντίκεινται στο δίκαιο της Ένωσης, παραδείγματος χάρη ασκώντας δικαίωμα αρνησικυρίας.
  4. Αυτός ο τρόπος συγκροτήσεως και λειτουργίας των επιτροπών εγγραφών δημιουργεί εντύπωση μεροληψίας, έστω και αν γίνει δεκτό ότι τα εκάστοτε μέλη τους διαθέτουν την πληρέστερη κατάρτιση (61). Υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι αλλοδαπές επιχειρήσεις, οι οποίες υπόκεινται υποχρεωτικώς σε διαδικασία εξετάσεως και διαπιστώσεως της καταλληλότητάς τους από εκπροσώπους των εν δυνάμει ανταγωνιστών τους και των εργαζομένων σε αυτούς, να εγκαταλείψουν την προοπτική συμμετοχής τους σε δημόσιους διαγωνισμούς για την ανάθεση έργων στο Βέλγιο.
  5. Αντιθέτως προς τις εκτιμήσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως, η εντύπωση μεροληψίας δεν μπορεί να αρθεί εξαιτίας και μόνον του γεγονότος ότι οι αποφάσεις των επιτροπών εγγραφών πρέπει να είναι αιτιολογημένες και μπορούν να ακυρωθούν από δικαστήριο. Όταν αλλοδαπή επιχείρηση, όπως οι WIG και BPC-WIG στο πλαίσιο του διαγωνισμού για το κτίριο Berlaymont, ζητεί την εγγραφή της προκειμένου να μετάσχει σε ορισμένο δημόσιο διαγωνισμό, δεν είναι εύλογο να απαιτείται από την επιχείρηση αυτή η –συνεπαγόμενη σημαντικά έξοδα σε χρόνο και σε χρήμα– κίνηση ένδικης διαδικασίας σε σχέση με την εν λόγω εγγραφή. Η απόφαση του επιληφθέντος δικαστηρίου, έστω και αν έκανε δεκτό το αίτημα, θα εκδιδόταν σε χρόνο κατά τον οποίο η συμμετοχή της επιχειρήσεως στη διαδικασία διαγωνισμού είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη.
  6. Επομένως, ο προβλεπόμενος από το βασιλικό διάταγμα του 1978 τρόπος συγκροτήσεως και λειτουργίας των επιτροπών εγγραφών δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ως προς την τήρηση των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Η διαπίστωση της επαγγελματικής επάρκειας επιχειρήσεων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37 προκειμένου για τη συμμετοχή τους σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού δεν μπορεί να ανατίθεται σε υπηρεσίες αυτού του είδους.

β)     Επί της εκτάσεως του ελέγχου των πιστοποιητικών που έχουν εκδοθεί στο κράτος προελεύσεως

  1. Απομένει να διευκρινιστεί ποια πρέπει να είναι η έκταση του ελέγχου πιστοποιητικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που έχουν εκδοθεί στο κράτος προελεύσεως, όπως αυτά που κατέθεσε στην υπό κρίση υπόθεση η WIG. Το αιτούν δικαστήριο, με τον τρόπο που έχει διατυπώσει το προδικαστικό του ερώτημα, κάνει λόγο για έλεγχο της «εγκυρότητας» εκδοθέντων στην αλλοδαπή πιστοποιητικών από τις επιτροπές εγγραφών, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει τί ακριβώς εννοεί.
  2. Οι απόψεις των μετεχόντων στη διαδικασία ως προς την ακριβή έκταση των εξουσιών ελέγχου των βελγικών επιτροπών εγγραφών διίστανται. Η μεν Berlaymont 2000 εκτιμά ότι οι εξουσίες αυτές είναι συμβατές με την οδηγία 93/37, η δε Επιτροπή φρονεί ότι βαίνουν σημαντικώς πέραν αυτού που επιτρέπει η οδηγία 93/37. Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή κάνει μνεία του άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος του 1978, κατά το οποίο η επιτροπή εγγραφών μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα συμπληρωματικά έγγραφα ή στοιχεία τα οποία κρίνει χρήσιμα προκειμένου να ελέγξει εάν οι οριζόμενες για την εγγραφή προϋποθέσεις πληρούνται.
  3. Επιβάλλεται συναφώς να επισημανθεί ότι διατάξεις, οι οποίες καθορίζουν τις εξουσίες υπηρεσίας του Δημοσίου που είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της επαγγελματικής επάρκειας των επιχειρήσεων για τη συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο σύμφωνο με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Κατά το άρθρο 28 της οδηγίας 93/37, η επιχείρηση μπορεί να κληθεί να συμπληρώσει ή να διευκρινίσει τα υποβληθέντα πιστοποιητικά μόνον «[ε]ντός των ορίων των άρθρων 24 έως 27». Κατά το μέτρο που το εθνικό δίκαιο παρέχει στις επιτροπές εγγραφών την εξουσία να ζητούν από την επιχείρηση πληροφορίες και έγγραφα που δεν απαριθμούνται στην οδηγία 93/37, η εξουσία αυτή δεν επιτρέπεται να ασκείται έναντι επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος (62).
  4. Δυνάμει του άρθρου 24, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 93/37, η αναθέτουσα αρχή (ή, ενδεχομένως, η ειδική υπηρεσία η οποία είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της επαγγελματικής επάρκειας) «δέχεται ως επαρκή απόδειξη» για την εκπλήρωση των φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών υποχρεώσεων επιχειρήσεως πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή του αντίστοιχου κράτους μέλους.
  5. Από την αυστηρή διατύπωση της φράσεως «δέχεται ως επαρκή απόδειξη» προκύπτει ότι, όταν υποβάλλεται πιστοποιητικό αυτού του τύπου, οι δημόσιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διαγωνισμός δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως. Κατά συνέπεια, η αναθέτουσα αρχή ή η ειδική υπηρεσία που είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο δεν επιτρέπεται να διενεργούν έλεγχο της ορθότητας όσων πιστοποιούνται από τις αρχές του κράτους προελεύσεως.
  6. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται εάν ληφθούν υπόψη οι αξίες της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από τις οποίες εμφορείται η οδηγία 93/37 και οι οποίες, ως γνωστόν, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας. Συγκεκριμένα, δεν συνάδει κατ’ αρχήν με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών η επιβολή περιορισμών σε παρέχοντα υπηρεσίες για τη διασφάλιση γενικών συμφερόντων, στο μέτρο που τα συμφέροντα αυτά διαφυλάσσονται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος (63). Με την έκδοση πιστοποιητικού, οι αρχές του κράτους προελεύσεως έχουν διακριβώσει εάν μια επιχείρηση έχει νομοτύπως καταβάλει στο κράτος εγκαταστάσεώς της φόρους και κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές. Επομένως, η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφαρμογή της οποίας συνιστά το άρθρο 24 της οδηγίας 93/37, απαγορεύει την εκ νέου ουσιαστική εξέταση του ίδιου ζητήματος –δηλαδή της φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας στο κράτος προελεύσεως– από τις αρχές του κράτους στο οποίο πρόκειται να συναφθεί η σύμβαση.
  7. Τέλος, η αναθέτουσα αρχή ή η ειδική υπηρεσία που είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της καταλληλότητας των επιχειρήσεων πρέπει, όσον αφορά πιστοποιητικό εκδοθέν στο κράτος προελεύσεως, να περιορίζονται στον έλεγχο της πρόσφατης ημερομηνίας του, της γνησιότητάς του και της πρόδηλης έλλειψης αρμοδιότητας της αρχής η οποία το εξέδωσε. Πάντως, οι αρχές του κράτους στο οποίο πρόκειται να συναφθεί η σύμβαση δεν επιτρέπεται να διενεργούν έλεγχο ευρύτερο του προαναφερθέντος τυπικού ελέγχου, δεδομένου ότι δεν μπορούν να ελέγχουν, από απόψεως αρμοδιότητας και διαδικασίας, τις λεπτομέρειες εκδόσεως αυτών των πιστοποιητικών στο κράτος προελεύσεως.
  8. Εντούτοις, είναι αυτονόητο ότι δεν θίγεται η εξουσία των αρχών του κράτους στο οποίο πρόκειται να συναφθεί η σύμβαση να ελέγχουν εάν μια επιχείρηση έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις καταβολής φόρων και κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών στην ημεδαπή –δηλαδή στο κράτος εκπληρώσεως της παροχής– και να εκτιμήσουν εκ των προτέρων εάν αυτή είναι σε θέση να εκπληρώσει τις εν λόγω υποχρεώσεις στο πλαίσιο της επικείμενης σύμβασης.
  9. Συνοψίζοντας:

Το άρθρο 24, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 93/37 δεν αποκλείει ρύθμιση δυνάμει της οποίας προϋπόθεση για τη συμμετοχή αλλοδαπών επιχειρήσεων σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού είναι η υποχρεωτική κατάθεση προς έλεγχο πιστοποιητικού νομότυπης καταβολής φόρων και κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών, το οποίο έχει εκδοθεί από τις αρχές του κράτους προελεύσεως, σε υπηρεσία διαφορετική της αναθέτουσας αρχής, εφόσον η εν λόγω υπηρεσία

–        κατά τους κανόνες συγκροτήσεως και λειτουργίας της, παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ως προς την τήρηση των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, και

–        περιορίζεται, μέσω συνοπτικού ελέγχου, να διακριβώσει εάν τα σχετικά πιστοποιητικά έχουν πρόσφατη ημερομηνία, είναι γνήσια και δεν έχουν εκδοθεί από προδήλως αναρμόδια αρχή.

Κατά το μέτρο που το εθνικό δίκαιο παρέχει στην εν λόγω υπηρεσία την εξουσία να ζητεί από μια επιχείρηση πληροφορίες και έγγραφα που δεν απαριθμούνται στην οδηγία 93/37, η εξουσία αυτή δεν επιτρέπεται να ασκείται έναντι επιχειρήσεως εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος.

VI – Πρόταση

  1. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του βελγικού Ακυρωτικού ως εξής:

1)      Η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και η οδηγία 93/37/ΕΟΚ δεν αποκλείουν εθνική νομοθετική ρύθμιση ή όρο τεύχους διακηρύξεως διαγωνισμού δυνάμει των οποίων προϋπόθεση για τη συμμετοχή επιχειρήσεων από άλλα κράτη μέλη σε διαδικασία διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης είναι η υποχρεωτική φορολογική εγγραφή τους, εφόσον η διαδικασία εγγραφής

–        δεν δυσχεραίνει ή κωλύει τη συμμετοχή των επιχειρήσεων αυτών σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού ούτε τις επιβαρύνει με πρόσθετες διοικητικής φύσεως δαπάνες, και

–        περιορίζεται, ως εκ του αντικειμένου της, στη διαπίστωση και πιστοποίηση της επαγγελματικής επάρκειας και καταλληλότητας των επιχειρήσεων αυτών υπό την έννοια του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37.

2)      Το άρθρο 24, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 93/37 δεν αποκλείει ρύθμιση δυνάμει της οποίας προϋπόθεση για τη συμμετοχή αλλοδαπών επιχειρήσεων σε διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού είναι η υποχρεωτική κατάθεση προς έλεγχο πιστοποιητικού νομότυπης καταβολής φόρων και κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών, το οποίο έχει εκδοθεί από τις αρχές του κράτους προελεύσεως, σε υπηρεσία διαφορετική της αναθέτουσας αρχής, εφόσον η εν λόγω υπηρεσία

–        κατά τους κανόνες συγκροτήσεως και λειτουργίας της, παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ως προς την τήρηση των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, και

–        περιορίζεται, μέσω συνοπτικού ελέγχου, να διακριβώσει εάν τα σχετικά πιστοποιητικά έχουν πρόσφατη ημερομηνία, είναι γνήσια και δεν έχουν εκδοθεί από προδήλως αναρμόδια αρχή.

Κατά το μέτρο που το εθνικό δίκαιο παρέχει στην εν λόγω υπηρεσία την εξουσία να ζητεί από μια επιχείρηση πληροφορίες και έγγραφα που δεν απαριθμούνται στην οδηγία 93/37, η εξουσία αυτή δεν επιτρέπεται να ασκείται έναντι επιχειρήσεως εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος.

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

2 – Απόφαση της 3ης Απριλίου 2008, C‑346/06 (Συλλογή 2008, σ. I‑1989)· στην υπόθεση αυτή τέθηκε το ερώτημα εάν επιχειρήσεις οι οποίες μετέχουν σε διαδικασία διαγωνισμού για την ανάθεση δημόσιου έργου επιτρέπεται να υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής της αμοιβής που προβλέπει συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύουσα στον τόπο εκπληρώσεως της παροχής.

3 – Η ονομασία «Berlaymont» προέρχεται από μονή του Τάγματος των Αυγουστίνων. Στη θέση του σημερινού κτιρίου της Επιτροπής υπήρχε έκταση δύο περίπου εκταρίων επί της οποίας βρισκόταν η γυναικεία μονή των «Dames du Berlaymont».

4 – Οδηγία της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54), στο εξής: οδηγία 93/37.

5 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114, και διορθωτικό ΕΕ L 351, σ. 44).

6 – Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχ.

7 – Οι διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών περιλαμβάνονται εφεξής, με κατ’ ουσίαν όμοια διατύπωση, στα άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ.

8 – Δημοσιεύτηκε στον Moniteur belge της 26ης Ιουλίου 1977, σ. 9539 (στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 1977). Οι σχετικές διατάξεις ίσχυσαν έως τις 23 Φεβρουαρίου 1997.

9 – Δημοσιεύτηκε στον Moniteur belge της 7ης Οκτωβρίου 1978, σ. 11707 (στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 1978). Το διάταγμα, ως είχε κατά την εφαρμογή του στην υπό κρίση υπόθεση, ίσχυσε έως την 1η Αυγούστου 1996.

10 – Commission d’enregistrement.

11 – Πρώην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

12 – Στο εξής: Berlaymont 2000.

13 – Διοίκηση κτιριακών υποδομών.

14 – Στο εξής: διαγωνισμός για το κτίριο Berlaymont.

15 – Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 34,7 εκατομμύρια ευρώ.

16 – ΕΕ 1994, S 247, σ. 107.

17 – ΕΕ S 32, σ. 13.

18 – Η εγγραφή της WIG καταχωρίστηκε στις 24 Ιουλίου 1995 και η εγγραφή της BPC‑WIG στις 28 Ιουλίου 1995.

19 – Finanzamt Köln-Mitte.

20 – Unbedenklichkeitsbescheinigung (πιστοποιητικό ασφαλιστικής ενημερότητας) εκδοθέν από την AOK-Bundesverband.

21 – Βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας.

22 – Απόφαση υπ’ αριθ. 79.191 του έκτου τμήματος του βελγικού Conseil d’État.

23 – Πρωτοδικείο Βρυξελλών, αριθ. 1996/7808/A.

24 – Εφετείο Βρυξελλών.

25 – Απόφαση υπ’ αριθ. 2007/2058.

26 – Cour de cassation.

27 – Οι παρατηρήσεις του Βελγίου περιορίστηκαν στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.

28 – Αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1993, C‑320/90 έως C‑322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I‑393, σκέψη 6), της 17ης Φεβρουαρίου 2005, C‑134/03, Viacom Outdoor (Συλλογή 2005, σ. I‑1167, σκέψη 22), της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C‑453/03, C‑11/04, C‑12/04 και C‑194/04, ABNA κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑10423, σκέψη 45), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑42/07, Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin International (στο εξής: Liga Portuguesa, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 40).

29 – Διάταξη της 7ης Απριλίου 1995, C-167/94, Grau Gomis κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑1023, σκέψη 9), καθώς και αποφάσεις ABNA κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 46) και Liga Portuguesa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 40).

30 – Αποφάσεις της 1ης Απριλίου 1982, 141/81 έως 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6), και της 3ης Μαΐου 2007, C‑303/05, Advocaten voor de Wereld (Συλλογή 2007, σ. I‑3633, σκέψη 20), καθώς και διάταξη της 8ης Ιουλίου 1998, C‑9/98, Agostini (Συλλογή 1998, σ. I‑4261, σκέψη 5).

31 – Κατά τον χρόνο εκείνο, το ενημερωτικό σημείωμα ίσχυε ως είχε στο τεύχος ΕΕ 2005, C 143, σ. 1. Εφεξής ισχύει το ενημερωτικό σημείωμα ως έχει στο τεύχος ΕΕ 2009, C 297, σ. 1. Η τηλεφόρτωση του ισχύοντος κειμένου είναι δυνατή μέσω της ιστοσελίδας του Δικαστηρίου (http://curia.europa.eu), στην κατηγορία Το Δικαστήριο / Διαδικασία.

32 – Υπ’ αυτήν την έννοια, βλ. αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2009, C‑345/06, Heinrich (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 35), και Liga Portuguesa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψεις 41 και 42).

33 – Αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑355/97, Beck και Bergdorf (Συλλογή 1999, σ. I-4977, σκέψη 22), της 22ης Δεκεμβρίου 2008, C‑333/07, Regie Networks (Συλλογή 2008, σ. I‑10807, σκέψη 46), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑478/07, Budejovicky Budvar (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 63).

34 – Απόφαση της 1ης Απριλίου 2008, C‑212/06, Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (Συλλογή 2008, σ. I‑1683, σκέψη 29)· βλ., επίσης, νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 33.

35 – Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Επιτροπής, τα οποία επιβεβαίωσε κατά την προφορική διαδικασία η Βελγική Κυβέρνηση, η υποχρέωση εγγραφής καταργήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 31ης Ιουλίου 2008 περί τροποποιήσεως ορισμένων βασιλικών διαταγμάτων σε εκτέλεση του νόμου της 24ης Δεκεμβρίου 1993 περί δημοσίων συμβάσεων και ορισμένων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (Moniteur belge της 18ης Αυγούστου 2008, σ. 43572).

36 – Αυτό εξηγείται από την κατάργηση της υποχρεώσεως εγγραφής, η οποία αποτελεί αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, στο Βέλγιο (βλ. υποσημείωση 35).

37 – Στο εξής: άρθρα 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ.

38 – Αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-324/99, DaimlerChrysler (Συλλογή 2001, σ. Ι-9897, σκέψη 32), της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C‑210/03, Swedish Match (Συλλογή 2004, σ. I‑11893, σκέψη 81), και της 1ης Οκτωβρίου 2009, C‑569/07, HSBC Holdings και Vidacos Nominees (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 26).

39 – Αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2001, C‑285/99 και C‑286/99, Lombardini και Mantovani (Συλλογή 2001, σ. I‑9233, σκέψη 33), της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale-Bau κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑11617, σκέψη 88), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑213/07, Μηχανική (Συλλογή 2008, σ. I‑9999, σκέψη 38).

40 – Απόφαση Μηχανική (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 43)· υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 2006, C‑226/04 και C‑228/04, La Cascina κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑1347, σκέψη 22), και της 19ης Μαΐου 2009, C‑538/07, Assitur (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 20), σχετικά με το, όμοιο από απόψεως περιεχομένου, άρθρο 29 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1).

41 – Κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί δημοσίων συμβάσεων αποσκοπούν στην υλοποίηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1998, C‑44/96, Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I‑73, σκέψη 43, Μηχανική, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 39, και της 9ης Ιουνίου 2009, C‑480/06, Επιτροπή κατά Γερμανίας, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 47)· ομοίως, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του παραγώγου δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται σε συμφωνία με το πρωτογενές δίκαιο (βλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 4063, σκέψη 15, της 26ης Ιουνίου 2007, C‑305/05, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I‑5305, σκέψη 28, και της 19ης Νοεμβρίου 2009, C‑402/07 και C‑432/07, Sturgeon κ.λπ., που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 48).

42 – Υπ’ αυτήν την έννοια, βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 76/81, Transporoute et travaux (στο εξής: Transporoute, Συλλογή 1982, σ. 417, σκέψεις 12 και 13), σχετικά με το άρθρο 28 της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), οδηγία η οποία αντικαταστάθηκε μεταγενεστέρως από την οδηγία 93/37.

43 – Βλ., ήδη, αποφάσεις Transporoute (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 15) και της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑225/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑7445, σκέψη 87), σε σχέση με την οδηγία 71/305.

44 – Ομοίως στην απόφαση Transporoute (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 10), στην οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνοπτικώς εάν ο έλεγχος της χρηματοδοτικής και οικονομικής ικανότητας των επιχειρήσεων για τη συμμετοχή τους σε δημόσιο διαγωνισμό –ένα από τα κριτήρια που προέβλεπε η οδηγία 71/305– μπορεί να βασίζεται στην επίμαχη στην υπόθεση αυτή άδεια εγκαταστάσεως.

45 – Ενδεικτική ως προς αυτό είναι η διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, σημείο 11, του βασιλικού διατάγματος του 1978 στο οποίο γίνεται λόγος για εισφορές που εισπράττονται από τον (βελγικό) οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων και το (βελγικό) ταμείο ασφαλίσεως ζωής. Αντιθέτως, αντικείμενο της διατάξεως του άρθρου 15, παράγραφος 4, στοιχείο a, του βασιλικού διατάγματος του 1977 είναι η εκπλήρωση των φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών υποχρεώσεων στο κράτος προελεύσεως.

46 – Βλ., αντί άλλων, αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1999, C‑107/98, Teckal (Συλλογή 1999, σ. I‑8121, σκέψη 33), της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑58/98, Corsten (Συλλογή 2000, σ. I‑7919, σκέψη 24), και της 23ης Απριλίου 2009, C‑378/07 έως C‑380/07, Αγγελιδάκη κ.λπ. (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 48).

47 – Απόφαση Μηχανική (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψεις 44, 45, 47, 55 και 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

48 – Απόφαση Μηχανική (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψεις 39, 53, 60 και 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

49 – Απόφαση Μηχανική (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 41)· υπό την ίδια έννοια, αποφάσεις Transporoute (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 9) και La Cascina (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σκέψη 21).

50 – Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, C‑390/99, Canal Satélite Digital (Συλλογή 2002, σ. I‑607, σκέψη 39).

51 – Υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Corsten (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 46, σκέψεις 47 και 48) και της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C‑215/01, Schnitzer (Συλλογή 2003, σ. I‑14847, σκέψεις 36 και 37), σχετικά με την υποχρέωση καταχωρίσεως στο μητρώο βιοτεχνών του κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία.

52 – Η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει στο σημείο αυτό από τις υποθέσεις Corsten (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 46) και Schnitzer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51), στις οποίες η υποχρέωση καταχωρίσεως στο γερμανικό μητρώο βιοτεχνών συνεπαγόταν σημαντικές καθυστερήσεις για τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών.

53 – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2006, C‑433/04 (Συλλογή 2006, σ. I‑10653).

54 – Απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 53, σκέψεις 13 και 14).

55 – Συνέπεια της παραλείψεως εγγραφής ήταν αφενός η παρακράτηση ποσού ίσου προς το 15 % της τιμής που χρεώθηκε και αφετέρου η εις ολόκληρον ευθύνη του εργοδότη για όλες τις φορολογικές οφειλές της αντισυμβαλλόμενης επιχειρήσεως, μέχρι το 35 % της τιμής των εργασιών που πρόκειται να εκτελεστούν (απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 53, σκέψεις 30 και 31).

56 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 49 των προτάσεων.

57 – Οι αναιρεσείουσες στην κύρια δίκη, η Τσεχική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.

58 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 43 και 44 των προτάσεων.

59 – Βλ., επ’ αυτού, εκτιμήσεις μου επί του πρώτου ερωτήματος, ιδίως στο σημείο 52 των προτάσεων.

60 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 18 των προτάσεων.

61 – Σχετικά με την υποχρέωση αμερόληπτης διεξαγωγής διαδικασίας αδειοδότησης, βλ. απόφαση της 13ης Μαΐου 2003, C‑385/99, Müller-Fauré και van Riet (Συλλογή 2003, σ. I‑4509, σκέψη 85)· αμφιβολίες σχετικά με τη συμμετοχή ανταγωνιστών στην έκδοση αδειών από διοικητικές αρχές εκφράζονται στις αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008, C‑49/07, MOTOE (Συλλογή 2008, σ. I‑4863, σκέψεις 51 και 52), και της 10ης Μαρτίου 2009, C‑169/07, Hartlauer (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 69)· βλ., επίσης, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑506/04, Wilson (Συλλογή 2006, σ. I‑8613, σκέψεις 54 έως 58), σχετικά με τη συμμετοχή εν δυνάμει ανταγωνιστών σε πειθαρχικά και διοικητικά συμβούλια επαγγελματικών οργανώσεων.

62 – Όσον αφορά την υποχρέωση σεβασμού της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης από τα όργανα της εθνικής διοικήσεως, βλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Costanzo (Συλλογή 1989, σ. 1839, σκέψεις 29 έως 33), και της 12ης Ιανουαρίου 2010, C‑341/08, Petersen (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 80).

63 – Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 279/80, Webb (Συλλογή 1981, σ. 3305, σκέψη 17), Canal Satélite Digital (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 50, σκέψη 38), και Επιτροπή κατά Βελγίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 53, σκέψη 37).