ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ YVES BOT της 15ης Ιουλίου 2010 (1) Υπόθεση C‑137/09 Marc Michel Josemans κατά Burgemeester van Maastricht [αίτηση του Raad van State (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] «Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Πεδίο εφαρμογής ratione materiæ – Πώληση ναρκωτικών ουσιών – Μέτρο τοπικής δημοσίας αρχής που επιτρέπει την πρόσβαση στα coffee shops αποκλειστικώς των κατοίκων Κάτω Χωρών – Καταπολέμηση του ναρκοτουρισμού – Υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από τα άρθρα 4 ΣΕΕ και 72 ΣΛΕΕ – Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν – Άρθρο 71, παράγραφος 5 – Προστασία της εθνικής δημοσίας τάξεως και της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως»

 

 

 

I –    Εισαγωγή

Α –      Γενικώς περί της υποθέσεως

  1. Μπορεί η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, την οποία διασφαλίζει η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να έχει ως εκ της φύσεώς της εφαρμογή στην πώληση ναρκωτικών; Μπορεί, δηλαδή, μπορεί ο υπεύθυνος για ένα coffee shop να επικαλεσθεί αυτή την αρχή για να θεωρηθεί θεμιτή η δραστηριότητά του και μπορεί ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους να επικαλεσθεί αυτή την ελευθερία για να μεταβαίνει προς χρήση ναρκωτικών σε άλλο κράτος μέλος;
  2. Πίσω από αυτά τα απλά ερωτήματα αναφαίνονται άλλα πιο ευαίσθητα ζητήματα. Έχουμε την πρόθεση να οικοδομήσουμε μια Ευρώπη, εντός της οποίας ο παραγωγός, ο διαμετακομιστής ή ο παραλήπτης μπορούν ελεύθερα να επικαλούνται τις διάφορες μορφές ελεύθερης κυκλοφορίας, προκειμένου να καλλιεργούν, να μεταφέρουν, να προσφέρουν ή ακόμη να καταναλώνουν ναρκωτικά; Φιλοδοξεί ο χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που δημιουργούμε σήμερα, να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του εμπορίου ναρκωτικών;
  3. Αυτά, κατ’ ουσίαν, είναι τα ζητήματα που θέτει η υποβληθείσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
  4. Η υπόθεση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της σκληρύνσεως της πολιτικής της ανοχής, που υιοθετεί η Ολλανδική Κυβέρνηση ως προς την πώληση ινδικής καννάβεως εντός των coffee shops. Έχοντας συνείδηση των διασυνοριακών επιπτώσεων αυτής της πολιτικής και των πολυάριθμων διαταράξεων της δημοσίας τάξεως από τη μαζική και αυξανόμενη παρουσία πελατών σ’ αυτά τα καταστήματα, ο Burgemeester van Maastricht (δήμαρχος του Μάαστριχτ) αποφάσισε να επιτρέπεται η πρόσβαση στα εν λόγω καταστήματα μόνο στους κατοίκους Κάτω Χωρών (στο εξής: επίδικο μέτρο). Ένα τέτοιο μέτρο θα συνιστούσε πρόδηλο εμπόδιο στις διάφορες μορφές ελεύθερης κυκλοφορίας που διασφαλίζει η Συνθήκη, αν αφορούσε ένα σύνηθες κατάστημα εστιάσεως, εντός του οποίου πωλούνται μόνον επιτρεπόμενα προϊόντα καταναλώσεως. Αυτό όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, διότι, σε αξιοσημείωτη αντίθεση προς τα σνακ-μπαρ και άλλα καταστήματα ταχείας εστιάσεως, εντός των οποίων πωλούνται αεριούχα ποτά και σάντουιτς που οι πελάτες παίρνουν μαζί τους, η κύρια δραστηριότητα των coffee shops αφορά την πώληση ενός ναρκωτικού, η εμπορία του οποίου απαγορεύεται από τα κράτη μέλη στο σύνολό τους.
  5. Επομένως, το Raad van State (Κάτω Χώρες) ερωτά το Δικαστήριο αν ένα τέτοιο μέτρο εμπίπτει στο ratione materiæ πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ειδικότερα δε των αρχών και των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζει η Συνθήκη. Ερωτά το Δικαστήριο αν, ενδεχομένως, το μέτρο αυτό μπορεί να δικαιολογείται ως εκ της καταπολεμήσεως του ναρκοτουρισμού και των συνακόλουθων οχλήσεων.
  6. Με αυτές τις προτάσεις, θα υποστηρίξω, πρώτον, ότι μέτρο που θεσπίζει μια τοπική δημόσια αρχή στο πλαίσιο της γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την αστυνόμευση, το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση στα coffee shops αποκλειστικώς για τους κατοίκους Κάτω Χωρών, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και, ειδικότερα, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Σχετικώς με αυτό, θα διευκρινίσω ότι η ελευθερία την οποία αφορά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να καθιστά θεμιτό το εμπόριο ενός προϊόντος που είναι ναρκωτική ουσία, το οποίο, έστω κι αν είναι ανεκτό από ένα από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να τυγχάνει των πλεονεκτημάτων που αντλούνται από την κοινή αγορά.
  7. Δεύτερον, θα προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει το συμβατό του επίδικου μέτρου υπό ένα συμπληρωματικό πρίσμα, αυτό δε σε πνεύμα συνεργασίας με το εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της δίκης, καθώς και του συνόλου των στοιχείων που παρέχει το εθνικό δικαστήριο, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να ερμηνευθούν οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που αφορούν ειδικά την προστασία της δημοσίας τάξεως και την καταπολέμηση της παράνομης ζητήσεως ναρκωτικών ουσιών.
  8. Κατόπιν αυτής της εξετάσεως, θα υποστηρίξω ότι ένα τέτοιο μέτρο, που τείνει στην καταπολέμηση του ναρκοτουρισμού και των συνακόλουθων εγκληματικών δραστηριοτήτων, αποτελεί για το κράτος εκδήλωση όχι μόνον του αναγνωριζόμενου σ’ αυτό δικαιώματος τηρήσεως της εσωτερικής του δημοσίας τάξεως κατά τα άρθρα 4 ΣΕΕ και 72 ΣΛΕΕ, αλλά και του καθήκοντός του να συμβάλλει στη διαφύλαξη της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως κατά το άρθρο 71, παράγραφος 5, της Σύμβασης για την εφαρμογή της Συμφωνίας του Σένγκεν (2).

Β –      Η ινδική κάνναβις

  1. Όπως έχει σήμερα η κατάσταση, περίπου 4 εκατομμύρια νέων Ευρωπαίων καταναλώνουν ημερησίως ινδική κάνναβι και η καλλιέργεια αυτής της ναρκωτικής ουσίας αφορά 19 κράτη μέλη. Καθόσον ο συνήθης τρόπος καταναλώσεώς της αλλάζει και νέες μορφές ινδικής καννάβεως εμφανίζονται στην αγορά, νομίζω ότι έχει σημασία να υπομνησθεί τι είναι αυτό το ναρκωτικό και ποια είναι τα αποτελέσματά του στην υγεία των καταναλωτών.
  2. Μια μεγάλη ποικιλία ινδικής καννάβεως
  3. Η μαριχουάνα, ή το χόρτο, είναι η ονομασία που δίνεται στα φύλλα και στους καρπούς της ινδικής καννάβεως που, κατόπιν τεμαχισμού και λειοτριβής, καπνίζονται αμιγή ή μαζί με καπνό. Αντιθέτως, το χασίσι είναι η ρητίνη που εκκρίνεται από τα φύλλα και τους ώριμους ακραίους κλάδους του φυτού. Είναι τέσσερις έως οκτώ φορές πιο δραστικό από τη μαριχουάνα. Οι περιεχόμενες στο χασίσι ψυχότροπες ουσίες είναι κανναβινοειδείς, από τις οποίες η σημαντικότερη είναι η δέλτα 9 τετραϋδροκανναβινόλη (στο εξής: THC). Τα αποτελέσματα της ινδικής καννάβεως εκδηλώνονται με μια δόση 0,05 mg/kg απορροφώμενης THC και, χάριν σκιαγραφήσεως, ένα τσιγάρο ή joint [τσιγαριλίκι] μαριχουάνας περιέχει 2 έως 5 mg THC.
  4. Η περιεκτικότητα σε THC ποικίλλει σε πολύ σημαντικό βαθμό ανάλογα με την προέλευση των προϊόντων, τις εποχές και τις μεθόδους παραγωγής. Έτσι, πέρα από τα κλασικά είδη που προέρχονται από τη Βόρεια Αφρική (ιδίως από το Μαρόκο), την Ασία και τη Μέση Ανατολή, οι πωλητές ή οι μεταπωλητές προσφέρουν σήμερα νέα παρασκευάσματα ινδικής καννάβεως σε καταναλωτές που ακόμη σπανίως είναι πληροφορημένοι για την αυξημένη τοξικότητά τους (3). Σύμφωνα με τις πραγματοποιηθείσες μελέτες, ενώ η κατά μέσον όρο συγκέντρωση THC της μαριχουάνας και του χασισιού που εισάγονται είναι αντιστοίχως 7 % και 18,2 %, αυτή της μαριχουάνας ολλανδικής προελεύσεως («nederwiet» ή «hennep») είναι της τάξεως του 20,4 %, αυτή δε του χασισιού που προέρχεται από την (ολλανδική) μαριχουάνα της τάξεως του 39,3 % (4).
  5. Ομοίως, στην αγορά εμφανίσθηκαν νέα προϊόντα με βάση το χόρτο, στα οποία έχουν προστεθεί κανναβινοειδείς ουσίες συνθετικής παρασκευής ή προσμείξεως με σαφώς βλαβερές ουσίες, όπως είναι ο μόλυβδος, το βερνίκι, η υαλόκονις, φάρμακα ή ακόμη και άμμος (5). Έτσι καθίσταται δυνατή η αύξηση του βάρους κατά την πώληση και ενισχύονται τα αποτελέσματα της μέθης.
  6. Μια κατανάλωση που προκαλεί κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου
  7. Μολονότι, όπως θα δούμε, η υιοθετηθείσα από την Ολλανδική Κυβέρνηση πολιτική της ανοχής βασίζεται σε διάκριση μεταξύ της καταναλώσεως και των αντίστοιχων κινδύνων των «μαλακών ναρκωτικών» και των «σκληρών ναρκωτικών», η διάκριση αυτή, κατ’ εμέ, έχει χάσει κάθε σημασία, λαμβανομένων υπόψη των νέων μορφών ινδικής καννάβεως που υπάρχουν στην αγορά και των κινδύνων που συνεπάγεται η κατανάλωσή τους για την υγεία του ανθρώπου.
  8. Οι επικίνδυνες και βλαπτικές ιδιότητες της ινδικής καννάβεως για τους καταναλωτές, καθώς και για τον κοινωνικό ιστό, δεν χρήζουν πλέον αποδείξεως. Μολονότι τα ψυχολογικά αποτελέσματα που συνδέονται με την κατανάλωση ινδικής καννάβεως είναι, κατ’ αρχήν, προσωρινά και αναστρέψιμα στην περίπτωση ενός περιστασιακού καταναλωτή, εμφανίζονται εντούτοις ήδη με το πρώτο joint, ενισχύουν τα αποτελέσματα του αλκοόλ και του καπνού και είναι ικανά να επιφέρουν κανναβική μέθη, η οποία, σε συνδυασμό με την οδήγηση ενός οχήματος, έχει δραματικές συνέπειες. Τις συνέπειες αυτές αναγνώρισαν ρητώς οι τέσσερις επιφορτισμένοι με την πολιτική στον τομέα των ναρκωτικών Ολλανδοί υπουργοί με το έγγραφό τους της 11ης Σεπτεμβρίου 2009 προς το ολλανδικό Κοινοβούλιο (6).
  9. Όπως κατέδειξαν πολυάριθμες επιστημονικές μελέτες (7), η εντατική και επί μακρόν χρήση της ινδικής καννάβεως μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια ακόμη πιο βλαπτική μείωση των φυσικών και ψυχολογικών λειτουργιών. Περιέχοντας επτά φορές περισσότερο πίσσα και μονοξείδιο του άνθρακος απ’ ό,τι ο καπνός, η χρόνια χρήση της ινδικής καννάβεως εκθέτει τον καπνιστή σε μεγαλύτερους κινδύνους πνευμονικής τοξικότητας και καρκίνου του ανώτερου αεροπεπτικού σωλήνα (8). Η κατανάλωση ινδικής καννάβεως επιφέρει φυσική και διανοητική κόπωση που μειώνει τις ικανότητες συγκεντρώσεως, απομνημονεύσεως, καθώς και μαθήσεως, και προκαλεί υστέρηση στην επαγγελματική και σχολική δραστηριότητα. Η τακτική χρήση της ινδικής καννάβεως μπορεί επομένως να έχει ως συνέπεια ρήξεις με το κοινωνικό περιβάλλον που εμφανίζονται, στον ενήλικα, υπό τη μορφή μεγαλύτερης δυσκολίας στην άσκηση μιας κανονικής και σταθερής εργασίας και, στους νεώτερους, υπό τη μορφή απουσιών από το σχολείο, αιτία περιθωριοποιήσεως και καταθλίψεως για ορισμένους. Επιπλέον, η χρήση ινδικής καννάβεως μπορεί να προκαλέσει ψυχιατρικά συμπτώματα, όπως παραισθήσεις. Θεωρήθηκε επίσης ένοχη για την εμφάνιση ορισμένων μορφών σχιζοφρένειας. Σ’ αυτή την περίπτωση, η σύνδεση της σχιζοφρένειας με την κατάχρηση ινδικής καννάβεως χαρακτηρίζεται από πιο πρώιμες και πιο συχνές διαταραχές, μεγαλύτερο κοινωνικό αποκλεισμό, κινδύνους καταθλίψεως και εντονότερες αυτοκτονικές τάσεις. Είναι πρόδηλο ότι οι κίνδυνοι αυτοί αυξάνονται με τον τρόπο καταναλώσεως, τη διάρκεια, την προσωπική ευπάθεια του χρήστη και την ποσότητα του εισπνεομένου προϊόντος.
  10. Τέλος, η κατανάλωση ινδικής καννάβεως εκθέτει τους χρήστες στον κίνδυνο χρήσεως ισχυρότερων ναρκωτικών. Μολονότι η, όπως αποκαλείται, θεωρία της «διαβάσεως» ή της «κλιμακώσεως» επικρίνεται από ορισμένους, γεγονός παραμένει ότι ένα πρόσωπο που έχει ήδη την εμπειρία των παραισθησιογόνων αποτελεσμάτων της ινδικής καννάβεως θα είναι πιο εύκολα διατεθειμένο να δοκιμάσει ναρκωτικά με ισχυρότερες ιδιότητες.
  11. Λόγω ακριβώς των επικίνδυνων και βλαπτικών ιδιοτήτων της, η ινδική κάνναβις αποτελεί σήμερα το αντικείμενο έντονης αποδοκιμασίας σε πολυάριθμες ευρωπαϊκές και διεθνείς συμβάσεις.

II – Το νομικό πλαίσιο

Α –      Το δίκαιο της Ένωσης

  1. Η καταπολέμηση των ναρκωτικών

α)     Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

  1. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, ΣΕΕ, «[η] Ένωση έχει σκοπό να προάγει την ειρήνη, τις αξίες της και την ευημερία των λαών της».
  2. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ, «[η] Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο, τη μετανάστευση και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας».
  3. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση «[σ]έβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη [...] διατήρηση της δημοσίας τάξης».
  4. Η ευημερία, η κοινωνική συνοχή, η υγεία και η ασφάλεια των προσώπων αποτελούν συνολικώς σκοπούς που κατευθύνουν τη δράση της Ένωσης στην καταπολέμηση των ναρκωτικών και στην υλοποίηση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 67 ΣΛΕΕ.
  5. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η δράση της Ένωσης στρέφεται κυρίως προς τη μείωση της προσφοράς και της ζητήσεως μέσω παράλληλης εφαρμογής, αφενός, μέτρων προλήψεως και καταπολεμήσεως της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών και του οργανωμένου εγκλήματος και, αφετέρου, μέτρων προλήψεως της τοξικομανίας.
  6. i)      Η καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών ουσιών και του οργανωμένου εγκλήματος
  7. Κατά το άρθρο 67, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών ουσιών και του οργανωμένου εγκλήματος υλοποιείται με αυξημένο συντονισμό και συνεργασία μεταξύ των αστυνομικών και δικαστικών αρχών των κρατών μελών, καθώς και με την προσέγγιση των ποινικών τους νομοθεσιών.
  8. Παρά ταύτα, κατά το άρθρο 72 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν την ευθύνη για την τήρηση, στο έδαφός τους, της δημοσίας τάξεως και για τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας.
  9. Το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών και το οργανωμένο έγκλημα περιλαμβάνονται ρητώς στα «ευρωεγκλήματα», στα οποία αναφέρεται το άρθρο 83, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η διάταξη αυτή παρέχει τη δυνατότητα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο να θέτουν ελάχιστους κανόνες για τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων στους τομείς της ιδιαιτέρως σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση, η οποία απορρέει ιδίως από τη φύση ή τις επιπτώσεις των αδικημάτων αυτών ή λόγω ειδικής ανάγκης να καταπολεμούνται σε κοινή βάση.
  10. ii)    Η πρόληψη της τοξικομανίας
  11. Η πρόληψη της τοξικομανίας εμπίπτει στο άρθρο 168, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 35 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (9), που προβλέπουν ότι κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης πρέπει να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου.
  12. Κατά το άρθρο 168 ΣΛΕΕ, οι δράσεις αυτές πρέπει, ειδικότερα, να συμπληρώνουν τις εθνικές πολιτικές για τη μείωση της βλάβης που προκαλούν στην υγεία τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένης της ενημέρωσης και της πρόληψης.

β)     Το κεκτημένο του Σένγκεν

  1. Η Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν προβλέπει, στο άρθρο της 71, τα ακόλουθα:

«1.      Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση, όσον αφορά την άμεση ή έμμεση διάθεση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών οποιασδήποτε μορφής, περιλαμβανομένης και της ινδικής ινδικής καννάβεως, καθώς και την κατοχή των εν λόγω προϊόντων και ουσιών με σκοπό τη διάθεση ή την εξαγωγή τους, να λάβουν σε συμφωνία με τις υφιστάμενες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών [...], κάθε απαραίτητο μέτρο για την πρόληψη και την καταστολή της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.

  1. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προλαμβάνουν και να καταστέλλουν με τη βοήθεια διοικητικών και ποινικών μέτρων την παράνομη εξαγωγή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, περιλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, καθώς και την πώληση, την προμήθεια και την παράδοση των εν λόγω προϊόντων και ουσιών […]
  2. Προκειμένου να καταπολεμήσουν την παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, περιλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, τα συμβαλλόμενα μέρη θα ενισχύσουν τους ελέγχους της κυκλοφορίας προσώπων και εμπορευμάτων, καθώς και των μέσων μεταφοράς στα εξωτερικά σύνορα. […]
  3. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, τα συμβαλλόμενα μέρη θα εποπτεύουν, ειδικότερα, τα μέρη για τα οποία είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση των ναρκωτικών.
  4. Όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης ζήτησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών οποιασδήποτε μορφής, περιλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, τα συμβαλλόμενα μέρη θα λάβουν κάθε δυνατό μέτρο για την πρόληψη και καταπολέμηση των αρνητικών επιπτώσεων της παράνομης αυτής ζήτησης. Τα συμβαλλόμενα μέρη είναι υπεύθυνα για τη λήψη των αναγκαίων για το σκοπό αυτό μέτρων.»
  5. Στην τελική πράξη της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν προσαρτήθηκε μια κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 71, παράγραφος 2. Η δήλωση αυτή έχει ως ακολούθως:

«Εφόσον ένα συμβαλλόμενο μέρος παρεκκλίνει από την αρχή του άρθρου 71 παράγραφος 2, στα πλαίσια της εθνικής πολιτικής του πρόβλεψης και θεραπείας της εξάρτησης από τα ναρκωτικά και τις ψυχότροπες ουσίες, όλα τα συμβαλλόμενα μέρη παίρνουν τα απαραίτητα διοικητικά και ποινικά μέτρα προκειμένου να προβλέψουν και καταστείλουν την παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή των εν λόγω προϊόντων και ουσιών, κυρίως προς το έδαφος των άλλων συμβαλλομένων μερών.»

γ)     Το παράγωγο δίκαιο

  1. Το Ψήφισμα του Συμβουλίου της 29ης Νοεμβρίου 1996 (10) καθόρισε με σαφήνεια το πρόβλημα του ναρκοτουρισμού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προέβλεψε τα πρώτα μέτρα καταπολεμήσεως αυτού του φαινομένου.
  2. Κατόπιν, στο πλαίσιο της κοινής δράσεως της 17ης Δεκεμβρίου 1996 (11), τα κράτη μέλη επιβεβαίωσαν την κοινή τους αποφασιστικότητα να εξαλείψουν την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, καταπολεμώντας ιδίως την παράνομη ζήτηση ναρκωτικών ουσιών και τα τεράστια κέρδη που προκύπτουν από τη διακίνηση, καθώς και τον ναρκοτουρισμό (12). Ανέλαβαν επίσης την υποχρέωση να καταστήσουν ποινικό αδίκημα την με οιοδήποτε μέσο παρακίνηση ή δημόσια πρόκληση άλλου να χρησιμοποιήσει ή να προβεί σε παράνομη παραγωγή ναρκωτικών προϊόντων, όταν τελείται εκ προθέσεως, και δεσμεύτηκαν ιδίως εν προκειμένω να επαγρυπνούν όσον αφορά τη χρήση του Ίντερνετ (13).
  3. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως-πλαισίου 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004 (14), κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να τιμωρούνται ποινικώς η παραγωγή, η κατασκευή, η εκχύλιση, η παρασκευή, η προσφορά, η διάθεση προς πώληση, η διανομή, η πώληση, η παράδοση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, η μεσιτεία, η αποστολή, η διαμετακόμιση, η μεταφορά, η εισαγωγή ή η εξαγωγή ναρκωτικών, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται εκ προθέσεως, χωρίς να υπάρχει σχετικό δικαίωμα (15).
  4. Το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο στις 2 Δεκεμβρίου 2009 (16), προβλέπει, όσον αφορά την στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας της Ένωσης, ότι η ενίσχυση των δράσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε συνδυασμό με καλύτερο συντονισμό με τις δράσεις σε περιφερειακό και σε εθνικό επίπεδο, είναι ουσιώδης για την προστασία από διακρατικές απειλές. Διευκρινίζει επίσης ότι το οργανωμένο έγκλημα και το λαθρεμπόριο ναρκωτικών εξακολουθούν να απειλούν την εσωτερική ασφάλεια της Ένωσης και ότι η ευρεία διάδοση του διασυνοριακού εγκλήματος αποτελεί πλέον επείγουσα πρόκληση που απαιτεί σαφή και πλήρη αντιμετώπιση (17).
  5. Τέλος, το πλαίσιο δράσεως της Ένωσης αποτελείται από διάφορα σχέδια που σκοπούν στην εφαρμογή της στρατηγικής για την καταπολέμηση των ναρκωτικών που καθόρισε η Ευρωπαϊκή Ένωση για το χρονικό διάστημα 2005-2012. Το σήμερα εφαρμοζόμενο σχέδιο δράσεως (18) θέτει πέντε κατά προτεραιότητα σκοπούς, ήτοι τον συντονισμό των πολιτικών για την καταπολέμηση των ναρκωτικών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο (19), τη μείωση της ζητήσεως ναρκωτικών, τη μείωση και την παρεμπόδιση της προσφοράς ναρκωτικών, τη διεθνή συνεργασία και τη βελτίωση της έρευνας σ’ αυτόν τον τομέα.
  6. Οι θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο πολίτη της Ένωσης
  7. Η ιθαγένεια της Ένωσης παρέχει σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους θεμελιώδη και ατομικά δικαιώματα. Επομένως, σε όλες τις καταστάσεις που εμπίπτουν στον ratione materiæ τομέα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 18 ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας (20).
  8. Οι καταστάσεις αυτές περιλαμβάνουν, κατ’ αρχάς, τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ (21).
  9. Η διάταξη αυτή εξαγγέλλει, γενικώς, το δικαίωμα κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους. Πρόκειται για θεμελιώδη ελευθερία, που πιστοποιείται με το άρθρο 45 του Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία οι πολίτες της Ένωσης μπορούν να ασκούν ανεξαρτήτως της ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας. Επομένως, όταν ο υπήκοος κράτους μέλους κυκλοφορεί και διαμένει στο έδαφος της Ένωσης, μπορεί να επικαλεσθεί το δικαίωμα να μην υφίσταται δυσμενείς διακρίσεις λόγω της ιθαγενείας του, το οποίο καθιερώνεται με το άρθρο 18 ΣΛΕΕ.
  10. Οι καταστάσεις αυτές περιλαμβάνουν επίσης τις περιπτώσεις που ανάγονται στην άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ (22).
  11. Βάσει πάγιας νομολογίας, αφενός, το δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (23) μπορεί να προβάλλει επιχείρηση έναντι του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένη, εφόσον παρέχει υπηρεσίες σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος. Αφετέρου, το δικαίωμα αυτό εμπεριέχει την ελευθερία των αποδεκτών υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων είναι οι τουρίστες, να μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος για να ωφεληθούν εκεί από μια υπηρεσία, χωρίς να παρενοχλούνται από περιορισμούς (24). Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 62 ΣΛΕΕ, η ελευθερία αυτή μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο περιορισμών στηριζόμενων σε λόγους που αντλούνται από την προστασία της δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.
  12. Τέλος, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 18 ΣΛΕΕ, υλοποιήθηκε και συγκεκριμενοποιήθηκε στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 35 ΣΛΕΕ απαγορεύουν αντιστοίχως τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Παρά ταύτα, σύμφωνα με το άρθρο 36 ΣΛΕΕ, ορισμένοι περιορισμοί δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων.

Β –      Οι διεθνείς δεσμεύσεις

  1. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, συναφθείσα στη Βιέννη στις 20 Δεκεμβρίου 1988 (25), ενισχύει και συμπληρώνει τα μέτρα που προβλέπονται από την Ενιαία Σύμβαση του ΟΗΕ για τα ναρκωτικά, συναφθείσα στη Νέα Υόρκη στις 30 Μαρτίου 1961 (26), και από τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τις ψυχότροπες ουσίες, συναφθείσα στη Βιέννη στις 21 Φεβρουαρίου 1971 (27).
  2. Όλα τα κράτη μέλη, καθώς και η Ένωση, είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1988 (28).
  3. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής της συμβάσεως έχει ως ακολούθως:

«Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα για να καταστεί ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, όταν τελείται εκ προθέσεως:

«a)      i)     η παραγωγή, η κατασκευή, η εκχύλιση, η παρασκευή, η προσφορά, η διάθεση προς πώληση, η διανομή, η πώληση, η παράδοση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, η μεσιτεία, η αποστολή, η διαμετακόμιση, η μεταφορά, η εισαγωγή ή η εξαγωγή κάθε ναρκωτικής ουσίας ή κάθε ψυχότροπης ουσίας κατά παράβαση της συμβάσεως του 1961, της συμβάσεως του 1961, όπως έχει τροποποιηθεί, ή της συμβάσεως του 1971.

[…]
  1. c)      iii) η με οιοδήποτε μέσο παρακίνηση ή δημόσια πρόκληση άλλου να διαπράττει μια από [αυτές τις παραβάσεις] ή να κάνει παρανόμως χρήση ναρκωτικών ουσιών ή ψυχοτρόπων ουσιών».
  2. Στον κατάλογο των ναρκωτικών ουσιών, στις οποίες αναφέρεται η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1988, περιλαμβάνεται η ινδική κάνναβις.

Η ολλανδική ρύθμιση

  1. Σύμφωνα με τον νόμο περί ναρκωτικών ουσιών του 1976 (Opiumwet 1976, στο εξής: νόμος περί ναρκωτικών ουσιών), απαγορεύεται η κατοχή, το εμπόριο, η καλλιέργεια, η μεταφορά, η παρασκευή, η εισαγωγή και η εξαγωγή ναρκωτικών ουσιών. Οι πράξεις αυτές επισύρουν ποινικές κυρώσεις για όλα τα ναρκωτικά, περιλαμβανομένης της ινδικής καννάβεως μετά των παραγώγων της, εκτός αν χρησιμοποιούνται για ιατρικούς, επιστημονικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς, και υπό την προϋπόθεση προηγούμενης παροχής εγκρίσεως.
  2. Η πολιτική ανοχής, που υιοθέτησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έναντι της πωλήσεως και της καταναλώσεως «μαλακών ναρκωτικών», είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας διαμορφώσεως πολιτικής, οι κατευθύνσεις της οποίας καθορίσθηκαν ιδίως, το 1972, με την κυβερνητική έκθεση της επιτροπής Baan (29) και, το 1995, με την έκθεση «Πολιτική στον τομέα των ναρκωτικών στις Κάτω Χώρες: συνέχεια και μεταβολή» (30).
  3. Η πολιτική αυτή στηρίζεται σε μια διάκριση μεταξύ των αποκαλούμενων «σκληρών» ναρκωτικών, τα οποία έχουν μη αποδεκτούς για την υγεία κινδύνους, ήτοι τα οπιούχα, η κοκαΐνη, η κοδεΐνη, η ηρωίνη, η έκσταση, το χασισέλαιο ή ακόμη οι αμφεταμίνες και το LSD (κατάλογος I), και των αποκαλούμενων «μαλακών» ναρκωτικών, που περιλαμβάνουν την ινδική κάνναβι και τα παράγωγά της, τα οποία δεν προκαλούν τις ίδιες ανησυχίες, μολονότι εξακολουθούν να θεωρούνται ως «ενέχοντα κίνδυνο» (κατάλογος II) (31).
  4. Καθόσον οι κίνδυνοι που συνδέονται με την κατανάλωση «μαλακών ναρκωτικών» είναι «αποδεκτοί», η πολιτική που υιοθέτησε ο Ολλανδός νομοθέτης είναι πιο διαφοροποιημένη από αυτή που εφαρμόζεται έναντι των «σκληρών ναρκωτικών». Η κατοχή «μαλακών ναρκωτικών» για προσωπική χρήση έχει αποποινικοποιηθεί και η πώλησή τους, σε αυστηρώς περιορισμένη ποσότητα και υπό ελεγχόμενες συνθήκες, είναι ανεκτή. Ο Ολλανδός νομοθέτης επιχειρεί επομένως να αποφύγει τον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση των καταναλωτών «μαλακών ναρκωτικών» και σκοπεί επίσης να διαχωρίσει την αγορά των «σκληρών ναρκωτικών» από αυτή των «μαλακών ναρκωτικών», ώστε να δημιουργηθεί ένα κοινωνικό φράγμα που εμποδίζει τη μετάβαση των μεν προς τους δε.
  5. Η πολιτική της ανοχής υλοποιήθηκε ιδίως στο πλαίσιο των οδηγιών που εξέδωσε η ολομέλεια των γενικών επιτρόπων της εισαγγελικής αρχής. Οι οδηγίες αυτές, που έχουν ισχύ νόμου, καθορίζουν τις προτεραιότητες της ολλανδικής εισαγγελικής αρχής, όσον αφορά τις έρευνες και τις ποινικές διώξεις που ασκούνται κατόπιν παραβάσεως του νόμου περί των ναρκωτικών ουσιών (32). Οι δικαστικές αρχές στηρίχθηκαν επομένως στην αρχή της σκοπιμότητας για να ακολουθήσουν μια επιλεκτική πολιτική καταστολής, μη κινώντας συστηματικά ποινικές διώξεις κατά των μικρών εμπόρων ναρκωτικών ουσιών και δίνοντας την προτεραιότητα στην καταστολή της διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών και της μεγάλης εγκληματικότητας.
  6. Οι ολλανδικές αρχές ανέχθηκαν επομένως την πώληση μικρών ποσοτήτων προϊόντων με βάση την ινδική κάνναβι στα κέντρα νεότητας από εγκεκριμένους μεταπωλητές («huisdealer»). Στη συνέχεια, επεξέτειναν αυτή την πολιτική στα coffee shops που πωλούν επί εμπορικής βάσεως («op commerciële basis») στους ενήλικες.
  7. Βάσει της ολλανδικής ρυθμίσεως, τα coffee shops είναι καταστήματα προσιτά στο κοινό που υπάγονται στην κατηγορία των καταστημάτων ταχείας εστιάσεως (horeca), όπως τα σνακ-μπαρ ή σημεία πωλήσεως τηγανητών πατατών και πρόχειρων γευμάτων, στα οποία μπορούν να καταναλώνονται τρόφιμα, αλλά απαγορεύεται η πώληση οινοπνευματωδών ποτών. Οι τοπικές αρχές, ήτοι ο δήμαρχος, ο εισαγγελέας κι ο αρχηγός της αστυνομίας, μπορούν να επιτρέψουν την ίδρυση αυτών των coffee shops υπό τους ακόλουθους όρους.
  8. Πρώτον, η ίδρυση των coffee shops εξαρτάται από τη λήψη άδειας εκμεταλλεύσεως. Αυτά τα coffee shops πρέπει να πληρούν τους ίδιους όρους διαχειρίσεως και υγιεινής με αυτούς που ισχύουν για τα καταστήματα εστιάσεως. Αντιθέτως, όπως υπογραμμίσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αυτή η άδεια δεν καλύπτει την πώληση ινδικής καννάβεως, η οποία, πρέπει να υπομνησθεί, εξακολουθεί από τεχνικής απόψεως να αποτελεί έγκλημα.
  9. Στη συνέχεια, οι όροι υπό τους οποίους γίνεται ανεκτή η πώληση ινδικής καννάβεως στα coffee shops καθορίζονται με τις οδηγίες της ολλανδικής εισαγγελικής αρχής. Οι όροι αυτοί, που αποκαλούνται γενικώς «κριτήρια AHOJ-G», είναι οι ακόλουθοι:

–        A («affichering» [αφισοκόλληση]): καμία διαφήμιση πλην μιας συνοπτικής ενδείξεως εντός του οικείου χώρου,

–        H («harddrugs» [σκληρά ναρκωτικά]): απαγόρευση προσφοράς ή/και πωλήσεως σκληρών ναρκωτικών,

–        O («overlast» [όχληση]): το κατάστημα δεν πρέπει να προκαλεί οχλήσεις. Ως οχλήσεις νοούνται αυτές τις οποίες συνεπάγονται η κυκλοφορία και η στάθμευση πέριξ του coffee shop, ο θόρυβος και η μόλυνση που αυτό συνεπάγεται, καθώς και η παρουσία των πελατών, μάλιστα δε τοξικομανών που περιδιαβάζουν,

–        J («jeugdigen» [νεαρά άτομα]): η πρόσβαση στο coffee shop και η πώληση ναρκωτικών στους ανηλίκους (κάτω των 18 ετών) απαγορεύεται,

–        G («grote hoeveelheden» [μεγάλες ποσότητες]): ο εκμεταλλευόμενος το κατάστημα δεν μπορεί να πωλεί πλέον των 5 g ινδικής καννάβεως ανά άτομο ημερησίως, ποσότητα που πωλείται κανονικά για προσωπική χρήση.

  1. Τέλος, το ανεκτό «στοκ» ινδικής καννάβεως σε ένα coffee shop δεν μπορεί σε καμία κατάσταση να υπερβαίνει τα 500 g.
  2. Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανήκει στις τοπικές αρχές. Στο πλαίσιο μιας τριμερούς διαβουλεύσεως, ο δήμαρχος, ο εισαγγελέας και ο αρχηγός της αστυνομίας καθορίζουν τις προτεραιότητες του δήμου, όσον αφορά την πώληση «μαλακών ναρκωτικών» εντός αυτού. Τα κριτήρια AHOJ-G αποτελούν το ελάχιστο έρεισμα της εν λόγω πολιτικής, οι δε τοπικές αρχές μπορούν να θεσπίζουν αυστηρότερη ρύθμιση, προσθέτοντας νέους όρους, όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης. Οι ρυθμίσεις αυτές υπόκεινται στον έλεγχο του διοικητικού δικαστηρίου.
  3. Το άρθρο 13b του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών παρέχει στις δημοτικές αρχές πολυάριθμες εξουσίες, προκειμένου να επιβάλλονται κυρώσεις για τις οχλήσεις και τις διαταράξεις που προκαλούνται κατά παράβαση των διατάξεων αυτού του νόμου (33). Ο δήμαρχος μπορεί έτσι να διατάσσει το κλείσιμο, προσωρινώς ή οριστικώς, ενός coffee shop, όταν ο εκμεταλλευόμενος αυτό δεν έχει τηρήσει τα προαναφερθέντα κριτήρια.
  4. Ο δήμαρχος του Μάαστριχτ αποφάσισε επομένως να ανέχεται στον δήμο του ένα περιορισμένο αριθμό coffee shops, σε αντίθεση με άλλους δήμους, οι οποίοι δεν καθορίζουν κανένα όριο ή επιδεικνύουν μηδενική ανοχή.
  5. Από το 2004 και, όπως το υπενθύμισαν οι αρμόδιοι υπουργοί, τον Σεπτέμβριο του 2009, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σκοπεί στην ενίσχυση της σχετικής με την ίδρυση των coffee shops νομοθεσίας του, καθώς και στη σκλήρυνση των μέτρων για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (34). Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών επιχειρεί επίσης να δώσει απάντηση στα προβλήματα που προκαλούν οι διασυνοριακές επιπτώσεις της πολιτικής του και να περιορίσει τις διαταράξεις της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας, που προκαλεί η σημαντική και αυξανόμενη μαζική εισροή ναρκοτουριστών στο έδαφός του, σε διαβούλευση με τους οικείους δήμους. Εκτός από τα προβλήματα κυκλοφορίας και σταθμεύσεως, οι πολυάριθμες καταγγελίες των κατοίκων αφορούν όχι μόνον τον θόρυβο και την όχληση που προκαλούνται από τις συναθροίσεις καταναλωτών ινδικής καννάβεως, οι οποίοι λαμβάνουν τη δόση τους δημοσίως, αλλά και τις οχλήσεις που προκαλούνται από τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος πέριξ των coffee shops συνεπεία της παρουσίας μεταπωλητών και τοξικομανών, οι οποίοι, κατά ορισμένους, μπορεί να εγκαταλείπουν μεταχειρισμένες σύριγγες ή να εισέρχονται στους χώρους εισόδου των πολυκατοικιών (35). Οι δυσκολίες αυτές επικεντρώνονται, ιδίως, στις συνοριακές ζώνες με το Βέλγιο, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε ο Burgemeester van Maastricht κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα 14 coffee shops αυτού του δήμου προσελκύουν γύρω στους 10 000 επισκέπτες ημερησίως, 74 000 κάθε εβδομάδα και πλέον των 3,9 εκατομμυρίων ετησίως. Επιπλέον, 70 % αυτών των επισκεπτών δεν κατοικούν στις Κάτω Χώρες.
  6. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, με τα προταθέντα μέτρα επιδιώκεται να καταστεί δυνατή η επάνοδος στον αρχικό σκοπό των coffee shops, τα οποία πρέπει να είναι σημεία πωλήσεως προς χρήση των κατοίκων ημεδαπής, εντός των οποίων μπορούν αυτοί να αγοράζουν και, ενδεχομένως, να καταναλώνουν ινδική κάνναβι σε ένα ασφαλές και ήσυχο περιβάλλον. Επομένως, κατόπιν προτροπής της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, οι τοπικές δημόσιες αρχές κατέστησαν αυστηρότερες τις ρυθμίσεις τους, περιορίζοντας τον αριθμό των coffee shops στην περιοχή τους ή επιλέγοντας μια πολιτική εξαλείψεως, όπως προφανώς συμβαίνει στην περίπτωση του Δήμου του Μάαστριχτ (36). Άλλες αποφάσισαν να περιορίσουν τις ώρες λειτουργίας του καταστήματος (κλείσιμο στο τέλος της εβδομάδας ή κατά το εσπέρας) ή την πωλούμενη ή αποθεματοποιούμενη ποσότητα ινδικής καννάβεως. Τέλος, ορισμένες καθόρισαν ένα κριτήριο αποστάσεως, απαγορεύοντας την εγκατάσταση coffee shop κοντά σε ορισμένα ιδρύματα, όπως τα σχολεία και οι ψυχιατρικές κλινικές. Κατά τον Burgemeester van Maastricht, τα μέτρα αυτά μάλλον δεν κατέστησαν δυνατή την ουσιαστική μείωση του ναρκοτουρισμού.
  7. Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται το επίδικο μέτρο. Το μέτρο αυτό, απαγορεύοντας σε κατοίκους αλλοδαπής την πρόσβαση στα coffee shops, συνιστά πιλοτικό μέτρο (37), με το οποίο ο δήμος επιχειρεί να μειώσει τον ναρκοτουρισμό και τις συνακόλουθες οχλήσεις στο σύνολό τους.
  8. Το επίδικο μέτρο, που στηρίζεται στο κριτήριο της κατοικίας, υιοθετήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2005 από το Gemeenteraad (δημοτικό συμβούλιο) του Δήμου του Μάαστριχτ και στη συνέχεια άρχισε να ισχύει στις 13 Ιανουαρίου 2006. Όπως εξέθεσε ο Burgemeester van Maastricht κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εφαρμογή του μέτρου ανεστάλη, λόγω της αιτήσεως προς το Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
  9. Κατά το άρθρο 2.3.1.3 e, πρώτο εδάφιο, της γενικής τοπικής κανονιστικής αποφάσεως του Δήμου του Μάαστριχτ (Algemene plaatslijke verordening), ως είχε το 2006 (στο εξής: APV), απαγορεύεται στον κάτοχο καταστήματος υπό την έννοια του άρθρου 2.3.1.1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, σημείο 3, του APV να δέχεται κατοίκους αλλοδαπής στο κατάστημα ή να τους αφήνει να παραμένουν σ’ αυτό. Η έννοια του «καταστήματος» ορίζεται με αυτή τη διάταξη ως ένας προσβάσιμος από το κοινό χώρος, όπου, είτε μέσω αυτομάτου πωλητή είτε όχι, παρέχονται εδέσματα και/ή μη οινοπνευματώδη ποτά, τα οποία οι πελάτες δεν οφείλουν να καταναλώνουν επί τόπου (38). Η έννοια του «κατοίκου ημεδαπής» αναφέρεται, κατά το άρθρο 2.3.1.1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο d, του APV, στα πρόσωπα που έχουν την πραγματική κατοικία τους στις Κάτω Χώρες.
  10. Το άρθρο 2.3.1.3 e, δεύτερο εδάφιο, του APV προβλέπει ότι ο δήμαρχος μπορεί να ορίσει ότι οι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου δεν ισχύουν για ένα ή περισσότερα είδη καταστημάτων, στα οποία αναφέρεται ο APV, σε ολόκληρο τον δήμο ή σε ένα ή περισσότερα τμήματα του δήμου που η ίδια απόφαση καθορίζει.
  11. Με απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, ο Burgemeester van Maastricht όρισε ότι η διάταξη του άρθρου 2.3.1.3 e, παράγραφος 1, του APV δεν ισχύει για όλα τα καταστήματα στον δήμο υπό την έννοια του άρθρου 2.3.1.1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, σημείο 3, του APV, με εξαίρεση τα coffee shops, τα τεϊοποτεία και τα ομοειδή καταστήματα όπως και αν αυτά αποκαλούνται.
  12. Κατά το άρθρο 2.3.1.5 a, στοιχείο f, του APV, ο δήμαρχος μπορεί να διατάξει το κλείσιμο ενός καταστήματος υπό την έννοια του άρθρου 2.3.1.1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, σημείο 3, του APV, είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα είτε επ’ αόριστον, αν ο έχων τη διαχείριση του καταστήματος ενεργεί σε αντίθεση προς το επίδικο μέτρο.

III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης

  1. Με απόφαση της 7ης Απριλίου 1994, ο M. M. Josemans έλαβε άδεια εκμεταλλεύσεως, στο Μάαστριχτ, του coffee shop Easy Going, καταστήματος στο οποίο, εκτός από μη οινοπνευματώδη ποτά και τρόφιμα, πωλούνται και καταναλώνονται «μαλακά ναρκωτικά». Η άδεια αυτή χορηγήθηκε υπό τον όρο τηρήσεως των προϋποθέσεων που καθορίζει ο APV.
  2. Σε δύο ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Φεβρουαρίου και στις 8 Μαΐου 2006, οι αρχές της δημοτικής αστυνομίας του Μάαστριχτ διαπίστωσαν ότι πολίτες της Ένωσης, που δεν ήταν κάτοικοι Κάτω Χωρών, είχαν γίνει δεκτοί σ’ αυτό το κατάστημα παρά το κριτήριο της κατοικίας που καθορίζει το επίδικο μέτρο.
  3. Κατ’ εφαρμογήν, επομένως, του APV, ο Burgemeester van Maastricht προέβη στο προσωρινό κλείσιμο του εν λόγω καταστήματος με απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006.

IV – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως

  1. Το Raad van State αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Εμπίπτει ένα μέτρο, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, περί προσβάσεως κατοίκων αλλοδαπής στα coffee shops εν όλω ή εν μέρει στο πεδίο εφαρμογής της [ΣΛΕΕ], ειδικότερα δε στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και/ή των υπηρεσιών ή ακόμη της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά το άρθρο [18 ΣΛΕΕ], σε συνδυασμό με το άρθρο [21 ΣΛΕΕ];

2)      Στο μέτρο που έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της [ΣΛΕΕ] περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και/ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αποτελεί η απαγόρευση προσβάσεως κατοίκων αλλοδαπής στα coffee shops κατάλληλο και αναλογικό μέσο για τη μείωση του ναρκοτουρισμού και των συνακόλουθων οχλήσεων;

3)      Έχει η κατά το άρθρο [18 ΣΛΕΕ], σε συνδυασμό με το άρθρο [21 ΣΛΕΕ] απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας εφαρμογή επί ρυθμίσεως περί προσβάσεως κατοίκων αλλοδαπής στα coffee shops, αν και εφόσον δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της [ΣΛΕΕ] περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών;

4)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, δικαιολογείται η εν προκειμένω έμμεση διαφοροποίηση μεταξύ κατοίκων ημεδαπής και κατοίκων αλλοδαπής και είναι η απαγόρευση προσβάσεως κατοίκων αλλοδαπής στα coffee shops κατάλληλο και αναλογικό μέσο για τη μείωση του ναρκοτουρισμού και των συνακόλουθων οχλήσεων;»

V –    Ανάλυση

  1. Τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο θέτουν δύο ζητήματα, τα οποία θα εξετάσουμε διαδοχικώς.
  2. Το πρώτο είναι αν μέτρο που λαμβάνει τοπική δημόσια αρχή στο πλαίσιο μιας γενικής τοπικής κανονιστικής αποφάσεως, το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση στα coffee shops αποκλειστικώς και μόνο στους Ολλανδούς υπηκόους, εμπίπτει στο ratione materiæ πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και, ειδικότερα, στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 35 ΣΛΕΕ.
  3. Το δεύτερο είναι αν, ενδεχομένως, ένα τέτοιο μέτρο συνιστά περιορισμό μιας από τις θεμελιώδεις ελευθερίες, που μπορεί να δικαιολογείται από αιτίες αναγόμενες στην καταπολέμηση του ναρκοτουρισμού και των συνακόλουθων οχλήσεων.

Α –      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

  1. Πριν από την εξέταση των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, επιθυμώ να κάνω μια εκ προοιμίου επισήμανση, η οποία αφορά τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που, κατά τη γνώμη μου, χρήζουν ερμηνείας.
  2. Στην απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο διακρίνει τέσσερις διατάξεις της Συνθήκης, οι οποίες θα μπορούσαν, κατ’ αυτό, να εμποδίζουν την εφαρμογή του επίδικου μέτρου. Συναφώς, αναφέρεται στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που εξαγγέλλεται στο άρθρο 18 ΣΛΕΕ, στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, που αναγνωρίζεται με το άρθρο 21 ΣΛΕΕ, στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 35 ΣΛΕΕ, και, τέλος, στην αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
  3. Νομίζω ότι μεταξύ των τεσσάρων αρχών που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο μόνον η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, θα πρέπει, ενδεχομένως, να χρησιμεύσει ως γνώμονας για την εξέταση του συμβατού του επίδικου μέτρου.
  4. Πράγματι, το μέτρο αυτό αφορά, πρωτίστως, παροχή υπηρεσιών. Βάσει του APV, τα coffee shops είναι καταστήματα εστιάσεως, προσιτά στο κοινό, εντός των οποίων πωλούνται, σύμφωνα με την άδεια εκμεταλλεύσεως που τους χορηγείται από τη δημοτική αρχή, τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά. Οι πελάτες μπορούν να καταναλώνουν αυτά τα εμπορεύματα επί τόπου ή να τα παίρνουν μαζί τους. Στις περιπτώσεις στις οποίες οι πελάτες εξάγουν το αγορασθέν εμπόρευμα, η δραστηριότητα αυτή εξακολουθεί να είναι παρεπόμενη και μη δυνάμενη να διαχωρισθεί από την πώληση και, επομένως, δεν δικαιολογεί την εξέταση του επίδικου μέτρου υπό το πρίσμα της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, ειδικότερα, του άρθρου 35 ΣΛΕΕ (39).
  5. Εξάλλου, καθόσον η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αποτελεί ειδική έκφραση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και συνιστά επίσης ιδιαίτερη εφαρμογή του δικαιώματος κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει στο έδαφος των κρατών μελών, δεν είναι απαραίτητο να αποφανθεί το Δικαστήριο με γνώμονα τα άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ (40).
  6. Αντιθέτως, προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει ορισμένους κανόνες, στους οποίους το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρθηκε ρητώς με τα προδικαστικά του ερωτήματα.
  7. Το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, το αιτούν δικαστήριο διατύπωσε το προδικαστικό ερώτημα, αναφερόμενο σε ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, δεν αποτελεί εμπόδιο για το Δικαστήριο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για την έκδοση αποφάσεως επί της υποθέσεως της οποίας έχει αυτό επιληφθεί, έστω κι αν οι διατάξεις αυτές δεν μνημονεύονται ρητώς στα ερωτήματα που του απευθύνονται. Συναφώς, εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξαγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης τα οποία, εν όψει του αντικειμένου της διαφοράς, χρήζουν ερμηνείας (41).
  8. Εν προκειμένω, τονίζω εξ αρχής ότι το ερώτημα που μας υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο δεν αφορά τόσο την πώληση νομίμων προϊόντων καταναλώσεως όσο την πώληση ενός προϊόντος που είναι ναρκωτική ουσία. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τις συνέπειες μιας τέτοιας ανοχής και, ειδικότερα, τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνονται, προκειμένου να διαφυλάσσεται η δημόσια τάξη από διαταράξεις που προκαλούνται από τον ναρκοτουρισμό. Η αντιμετώπιση όμως τέτοιων προβλημάτων εμπίπτει ρητώς στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 ΣΕΕ και 72 ΣΛΕΕ και, κατ’ εμέ, αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο του άρθρου 71, παράγραφος 5, της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει αυτές τις διατάξεις, προκειμένου να δώσει στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση, η οποία θα του παράσχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει το συμβατό του επίδικου μέτρου και να λύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.

Β –      Ως προς την εξαίρεση του επίδικου μέτρου από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ

  1. Ουσιαστικώς, σε πρόδηλη αντίθεση προς τα σνακ μπαρ και τα άλλα καταστήματα ταχείας εστιάσεως, εντός των οποίων οι πελάτες αγοράζουν αεριούχα ποτά και σάντουιτς που τα παίρνουν μαζί τους, η κύρια δραστηριότητα των coffee shops αφιερώνεται στην πώληση και στην κατανάλωση ινδικής καννάβεως. Αυτό αποτελεί την πρωταρχική τους λειτουργία και η προσέγγιση που θα υιοθετήσουμε σ’ αυτή την υπόθεση πρέπει να είναι αξιόπιστη και ρεαλιστική.
  2. Μπορεί η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που διασφαλίζει η Συνθήκη να έχει ως εκ της φύσεώς της εφαρμογή στην πώληση ενός προϊόντος που είναι ναρκωτική ουσία; Μπορεί, δηλαδή, ο υπεύθυνος ενός coffee shop να επικαλεσθεί αυτή την αρχή για να θεωρηθεί θεμιτή η δραστηριότητά του και μπορεί ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους να επικαλεσθεί αυτή την ελευθερία για να μεταβαίνει προς χρήση ναρκωτικών σε άλλο κράτος μέλος;
  3. Νομίζω ότι σε όλα αυτά τα ερωτήματα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
  4. Η εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς και η θέσπιση των σχετικών με αυτή ρυθμίσεων δημιουργεί όντως ορισμένες δυσκολίες σε σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες. Μολονότι οι διεθνείς δεσμεύσεις είναι σαφείς, χρειάστηκαν αρκετές παρεμβάσεις του Δικαστηρίου για να τεθεί η αρχή ότι οι ναρκωτικές ουσίες, περιλαμβανομένης της ινδικής καννάβεως, δεν αποτελούν εμπόρευμα όπως τα άλλα εμπορεύματα και δεν υπόκεινται στη ρύθμιση που θα πρέπει να εφαρμόζεται εντός της εσωτερικής αγοράς, όταν η εμπορία τους είναι παράνομη (42).
  5. Από απόψεως κανόνων της εσωτερικής αγοράς, οι ναρκωτικές ουσίες δεν είναι όλες της ίδιας κατηγορίας. Πρόκειται για διαφορά που οφείλεται όχι στη φύση των εμπορευμάτων, αλλά στην τελική χρήση τους. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, οι ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες χρησιμεύουν για ιατρικούς ή επιστημονικούς σκοπούς, εμπίπτουν στη ρύθμιση της εσωτερικής αγοράς (43).
  6. Αυτό όμως δεν ισχύει για τις ναρκωτικές ουσίες που εισάγονται παρανόμως ή προορίζονται για αθέμιτους σκοπούς. Η αρχή αυτή τέθηκε από το Δικαστήριο, αφότου ορισμένα κράτη μέλη επιχείρησαν να εφαρμόσουν τις τελωνειακές και φορολογικές ρυθμίσεις σ’ αυτά τα προϊόντα.
  7. Επιληφθέν υποθέσεως αφορώσας Γερμανούς που διακινούσαν ναρκωτικά και είχαν καταδικασθεί σε βαριές τελωνειακές ποινές για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης), το Δικαστήριο έθεσε, με την απόφαση Horvath (44), την αρχή του ανεφάρμοστου του κοινού δασμολογίου στα προϊόντα που εμπίπτουν σε γενική απαγόρευση εισαγωγής και θέσεως σε κυκλοφορία εντός όλων των κρατών μελών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «η καθιέρωση του Κοινού Δασμολογίου δεν επιτρέπει πλέον στα κράτη μέλη να επιβάλλουν δασμούς στα ναρκωτικά πού εισάγονται λαθραία [...], ενώ αφήνει πλήρη ελευθερία σ’ αυτά όσον αφορά την ποινική δίωξη των εγκλημάτων πού διαπράχθηκαν, με όλες τις συνέπειες τής διώξεως αυτής». Κατά το Δικαστήριο, οι λαθραίως εισαγόμενες ναρκωτικές ουσίες δικαιολογούν όχι την είσπραξη δασμών, αλλά μόνον τη θέσπιση εθνικών μέτρων αυστηρώς κατασταλτικού χαρακτήρα.
  8. Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και διευκρινίσθηκε. Με τις αποφάσεις Wolf (45) και Einberger (46), το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση εισπράξεως δασμών επί των ναρκωτικών ουσιών απορρέει από το γεγονός ότι αυτές δεν είναι ικανές να ενταχθούν στο οικονομικό κύκλωμα της Ένωσης. Το Δικαστήριο διευκρίνισε πράγματι ότι «καμία τελωνειακή οφειλή δεν γεννάται κατά την εισαγωγή των ναρκωτικών τα οποία δεν ανήκουν στο εμπορικό κύκλωμα πού τελεί υπό την αυστηρά επίβλεψη των αρμοδίων αρχών με σκοπό την χρησιμοποίηση των ναρκωτικών για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς» (47). Το Δικαστήριο, κατ’ αυτόν τον τρόπο προέβη σε διάκριση μεταξύ των ναρκωτικών ουσιών που εισάγονται για επιτρεπόμενη χρήση χάριν ιατρικών και επιστημονικών σκοπών και αυτών που εισάγονται παρανόμως μέσω λαθρεμπορίου. Επιπλέον, τόνισε ότι οι εισαγωγές εντός της Ένωσης προϊόντων που είναι ναρκωτικές ουσίες δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκει η τελωνειακή ρύθμιση. Αυτή συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών που θέτει το άρθρο 3 ΣΕΕ και πρέπει επομένως να συμβάλλει στην ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και στον περιορισμό των εμποδίων στις συναλλαγές (48). Επομένως, κατά τον προορισμό της, η τελωνειακή ρύθμιση έχει εφαρμογή στις ναρκωτικές ουσίες μόνον καθόσον αυτές αποτελούν μέρος του οικονομικού κυκλώματος της Ένωσης, δηλαδή όταν εισάγονται νομίμως. Ως προς τις άλλες ναρκωτικές ουσίες, το κοινό δασμολόγιο, νομικό έρεισμα της εκτιμήσεως κατ’ αξία των εμπορευμάτων, είναι ανεφάρμοστο, δεδομένου ότι η δραστηριότητα είναι παράνομη και δεν έρχεται σε ανταγωνισμό με μια θεμιτή δραστηριότητα.
  9. Αυτή η λύση θα εφαρμοσθεί κατ’ αναλογία από το Δικαστήριο μερικά χρόνια αργότερα στον φόρο προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ). Μολονότι, κατά το Δικαστήριο, η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας, στην οποία στηρίζεται η σχετική με τον ΦΠΑ οδηγία, δεν επιτρέπει μια γενική διαφοροποίηση μεταξύ των θεμιτών και των αθέμιτων συναλλαγών, υφίσταται μια εξαίρεση από αυτή την αρχή, ήτοι αυτή της περιπτώσεως κατά την οποία η απαγόρευση που πλήττει μια δραστηριότητα είναι τόσο απόλυτη, ώστε να μην μπορεί να δημιουργηθεί κανένας ανταγωνισμός με μια θεμιτή δραστηριότητα.
  10. Δεδομένου ότι η αθέμιτη κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών εντός της Ένωσης είναι άσχετη προς τους σκοπούς στους οποίους αναφέρεται το κοινό σύστημα ΦΠΑ και αποτελεί το αντικείμενο απόλυτης απαγορεύσεως, δεν μπορεί αυτή να έλθει σε ανταγωνισμό με καμία άλλη νόμιμη δραστηριότητα και, επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει αιτία για την είσπραξη φόρων (49). Η λύση αυτή θα εφαρμοσθεί επανειλημμένως σε διαφορετικές καταστάσεις, όπως στην εισαγωγή, εντός της Ένωσης, μορφίνης και κατόπιν μεταπωλήσεώς της εντός ξένου κράτους (50) ή στην πώληση αμφεταμινών στο έδαφος της Ένωσης (51). Τέλος, με την απόφαση Vereniging Happy Family Rustenburgerstraat (52), το Δικαστήριο έκρινε ότι η συλλογιστική αυτή ισχύει επίσης για την παράνομη παράδοση ναρκωτικών ουσιών που παράγονται από ινδική κάνναβι, οι οποίες, «έστω και αν χαρακτηρίζονται σε ορισμένα κράτη μέλη ως “ήπια ναρκωτικά”, προβλέπεται από τον νόμο η πλήρης απαγόρευση εισαγωγής και εμπορίας τους στην [Ένωση]» (53).
  11. Νομίζω ότι η νομολογία αυτή, που στηρίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ναρκωτικών ουσιών και στους σκοπούς που επιδιώκει η Ένωση, μπορεί κάλλιστα να έχει κατ’ αναλογία εφαρμογή στην εν προκειμένω υπόθεση.
  12. Πράγματι, όπως η ευρωπαϊκή τελωνειακή και φορολογική ρύθμιση, η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είναι ένα εργαλείο που παρέχει στην Ένωση τη δυνατότητα να επιτύχει τους σκοπούς που έχει καθορίσει. Ειδικότερα, η αρχή αυτή πρέπει να συμβάλλει στη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που έχει ως βάση την ειρήνη, τις αξίες της Ένωσης και την ευημερία των λαών της (54). Προς τον σκοπό αυτόν, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών πρέπει να καθιστά δυνατή τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών της Ένωσης, παρέχοντάς τους την ευχέρεια να προβαίνουν σε επιλογή προϊόντων και υπηρεσιών καλλίτερης ποιότητας με χαμηλότερο κόστος. Πρέπει επίσης να τους παρέχει τη δυνατότητα να ζουν σε μια κοινωνία, εντός της οποίας εξασφαλίζεται διαρκής οικονομική πρόοδος και κοινωνική ισορροπία. Επιπλέον, όπως αυτό προκύπτει σαφώς από το άρθρο 168 ΣΛΕΕ, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών πρέπει να μπορεί να εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και η άσκησή της πρέπει, ειδικότερα, να καθιστά δυνατή τη μείωση των βλαπτικών για την υγεία των πολιτών της Ένωσης αποτελεσμάτων των ναρκωτικών.
  13. Με αυτά τα δεδομένα, η δραστηριότητα της πωλήσεως ινδικής καννάβεως από καμία άποψη δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή. Η δραστηριότητα αυτή, απαγορευόμενη από το σύνολο των κρατών μελών, εξαλείφει κάθε στοιχείο διακρίσεως από μια κατανάλωση όλο και πιο διαφοροποιημένων προϊόντων, παρά την επί το αυστηρότερον διαμόρφωση των νομοθεσιών. Όταν είναι ανεκτή, η δραστηριότητα αυτή τείνει να «δημοκρατικοποιήσει» τη χρήση ενός προϊόντος που είναι ναρκωτική ουσία, του οποίου η βλαπτικότητα για την υγεία του ανθρώπου είναι αναγνωρισμένη. Αυτή επηρεάζει τις ζωτικές κοινωνικής και γνωστικής φύσεως λειτουργίες των ατόμων, όπως είναι η συγκέντρωση και η προσοχή, καθιστά οξύτερα ορισμένα προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως είναι το άγχος και η κατάθλιψη, και ως εκ τούτου συνεπάγεται σταθερή αύξηση των αιτήσεων θεραπείας που έχουν σχέση με την κατανάλωση της ναρκωτικής ουσίας.
  14. Εξάλλου, μια τέτοια δραστηριότητα, η οποία υπετίθετο ότι συγκρατούνταν εντός αυστηρώς καθορισμένων ορίων, προκαλεί τις διαταράξεις της δημοσίας τάξεως που περιγράψαμε ανωτέρω. Αυτές οι συνδεόμενες με τον ναρκοτουρισμό οχλήσεις αποτελούν σαφώς απειλές για την ασφάλεια και την ευημερία των πολιτών της Ένωσης και θα δικαιολογούσαν, σύμφωνα με τις οδηγίες της ολλανδικής εισαγγελικής αρχής, το άνευ ετέρου κλείσιμο των coffee shops.
  15. Οι εν λόγω οχλήσεις τροφοδοτούνται από άλλα φαινόμενα, το ίδιο αντίθετα προς αυτές τις οδηγίες.
  16. Συγκεκριμένα, η διαφήμιση, μολονότι απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, εντός των coffee shops, βρίσκει ένα νέο στήριγμα, πιο δυναμικό και παγκόσμιας εμβέλειας, χάρη στο Διαδίκτυο. Μολονότι αυτό το εργαλείο παρέχει δυνατότητα βελτιώσεως του κόσμου των επικοινωνιών και της ανταλλαγής πληροφοριών, κάνει επίσης διαφήμιση αυτού του είδους καταστημάτων, διευκολύνοντας έτσι την πώληση και την κατανάλωση παράνομων ναρκωτικών. Αρκετά coffee shops διαθέτουν έτσι τη δική τους ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο, στην οποία εμφανίζεται το προτεινόμενο από το κατάστημα «μενού», αλλά στην οποία προσφέρεται επίσης μια υπηρεσία παραδόσεως στο σπίτι ινδικής καννάβεως ή σπόρων καννάβεως. Ο κατάλογος είναι σαφής, η πληρωμή ασφαλής και η παράδοση πραγματοποιείται με διακριτικότητα. Είναι πρόδηλο ότι μια τέτοια διαφήμιση προτρέπει όχι μόνο στην κατανάλωση της ινδικής καννάβεως, αλλά και στην υπό συνθήκες απόλυτης παρανομίας καλλιέργειά της, πράγμα που νομίζουμε ότι είναι πλήρως αντίθετο προς τις δεσμεύσεις, τις οποίες έχουν προσυπογράψει τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών του 1988 και της κοινής δράσεως 96/750 (55).
  17. Στη συνέχεια, μολονότι η πώληση «σκληρών ναρκωτικών» απαγορεύεται εντός των coffee shops, τα καταστήματα αυτά αποτελούν εντούτοις πόλο έλξεως για τους μεταπωλητές, ευνοώντας έτσι, αντί να την εμποδίζουν, τη μετάβαση από τα «μαλακά ναρκωτικά» στα «σκληρά ναρκωτικά». Συναφώς, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσο μια εντατική και παρατεταμένη χρήση ισχυρής και με πρόσμειξη τόσο βλαβερών ουσιών, όπως είναι ο μόλυβδος, το βερνίκι, ή και φάρμακα που έχουν λήξει, καννάβεως δεν συνιστά μια τόσο σοβαρή απειλή για την υγεία και την ευημερία των ατόμων όπως και η κατανάλωση LSD.
  18. Τέλος, αν και ο εκμεταλλευόμενος το κατάστημα δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να πωλεί πλέον των 5 g ινδικής καννάβεως ανά άτομο ημερησίως (κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, πρόκειται για την προβλεπόμενη κανονικά ποσότητα για προσωπική χρήση), νομίζω ότι ένα άτομο μπορεί να μεταβεί ελεύθερα στα δεκατρία άλλα coffee shops του Δήμου του Μάαστριχτ για να αγοράσει εκεί ποσότητα πολύ μεγαλύτερη από αυτή που κανονικά προβλέπεται για την προσωπική του κατανάλωση.
  19. Το ρυθμιστικό πλαίσιο, εντός του οποίου ασκείται αυτή η δραστηριότητα, εμφανίζει, Επιπλέον, αντιφάσεις.
  20. Πράγματι, μολονότι η πώληση ινδικής καννάβεως είναι ανεκτή εντός των ορίων που θέτουν οι οδηγίες της ολλανδικής εισαγγελικής αρχής, η καλλιέργεια, η μεταφορά, η παρασκευή, η εισαγωγή και η εξαγωγή ναρκωτικών ουσιών εξακολουθούν να είναι δραστηριότητες απαγορευόμενες από τον νόμο περί ναρκωτικών ουσιών, επισύρουσες την επιβολή ποινικών κυρώσεων, ώστε, όπως μας το διευκρίνισε η Ολλανδική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκμεταλλευόμενος ένα coffee shop προμηθεύεται με δικό του κίνδυνο, καταλήγοντας, υπό την πίεση των ερωτήσεων του Δικαστηρίου, στην παραδοχή ότι το εν λόγω σύστημα «είναι, από νομικής απόψεως, [...] ουσιαστικώς ανεξήγητο». Μη ρυθμίζοντας καμία από αυτές τις «λειτουργικές αλυσίδες», η εν λόγω πολιτική διευκολύνει επομένως την εκτροπή προς παράνομα κυκλώματα και αυξάνει τον κίνδυνο η πωλούμενη εντός των coffee shops κάνναβις να είναι πολύ κακής ποιότητας και προϊόν συμμείξεως.
  21. Τέλος, σύμφωνα με τον APV, οι πελάτες των coffee shops δεν είναι υποχρεωμένοι να καταναλώνουν την ινδική κάνναβι επί τόπου (56). Μπορούν να την παίρνουν μαζί τους. Ενώ μερικοί αγοράζουν μια μικρή ποσότητα ινδικής καννάβεως για προσωπική χρήση, άλλοι αγοράζουν περισσότερη και, αντιθέτως απ’ ό,τι ένας κάτοικος Κάτω Χωρών, εκτίθενται σε ποινικές διώξεις λόγω παράνομης εξαγωγής ή εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών.
  22. Κατά τα εκτεθέντα στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα όρια της πολιτικής ανοχής που εφαρμόζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σκιαγραφούνται άριστα στην ένδικη διαδικασία που κίνησαν οι ολλανδικές αρχές, στις 3 Νοεμβρίου 2009, κατά του coffee shop CheckPoint, που βρίσκεται στο Terneuzen, στα βελγικά σύνορα. Διαθέτοντας απόθεμα πλέον των 200 kg ινδικής καννάβεως, αυτό το coffee shop υποδεχόταν πλέον των 3 000 πελατών ημερησίως, κυρίως Βέλγους και Γάλλους, οι οποίοι εξυπηρετούνταν, αφού είχαν λάβει ένα αριθμημένο εισιτήριο. Οι 17 κατηγορούμενοι διώκονταν λόγω συμμετοχής σε μια ομάδα οργανωμένου εγκλήματος και διακινήσεως ναρκωτικών, ειδικότερα δε λόγω εξαγωγής ινδικής καννάβεως, δεδομένου ότι πώλησαν ινδική κάνναβι σε αλλοδαπούς.
  23. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν το αυτονόητο, ότι δηλαδή η δραστηριότητα της πωλήσεως ινδικής καννάβεως ουδόλως συντείνει στην ευημερία των πολιτών της Ένωσης, συνεπάγεται σοβαρές διαταράξεις της δημοσίας τάξεως και υποσκάπτει τα θεμέλια μιας σύννομης οικονομίας, καθιστώντας δυνατή στις εγκληματικές οργανώσεις τη διείσδυση στην αγορά. Οποιοσδήποτε καλλιεργεί, παράγει, παρασκευάζει, μεταφέρει, εισάγει, εξάγει, προσφέρει ή ακόμη εκχωρεί για οποιονδήποτε σκοπό προϊόντα που είναι ναρκωτικές ουσίες τίθεται τόσο σαφώς εκτός της νομιμοποιημένης οικονομικής σφαίρας της εσωτερικής αγοράς, ώστε, αντί να απολαύει των πλεονεκτημάτων που αντλούνται από αυτή την κοινή αγορά, πρέπει να υπόκειται σε ποινικές διώξεις.
  24. Επομένως, η δραστηριότητα αυτή, έστω κι αν είναι ανεκτή από ένα κράτος μέλος, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως αυτή διασφαλίζεται από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
  25. Αν γινόταν δεκτό το αντίθετο συμπέρασμα και ενισχυόταν η άποψη που υποστηρίζει ο M. M. Josemans, αυτό θα σήμαινε ότι οι διάφορες μορφές ελεύθερης κυκλοφορίας που διασφαλίζει η Συνθήκη σκοπό έχουν τελικώς να καλύπτουν το σύνολο των προϊόντων διατροφής που μπορούν να τυγχάνουν αποτιμήσεως στην αγορά και το σύνολο των υπηρεσιών που μπορούν να προσφέρονται εντός αυτής, ανεξαρτήτως της νομιμότητάς τους και των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη. Έτσι, χάρη στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών, το εμπόριο ενός προϊόντος που είναι ναρκωτική ουσία θα καθίστατο θεμιτό. Μια τέτοια συλλογιστική είναι απορριπτέα, διότι θα μπορούσε να έχει με τον ίδιο τρόπο εφαρμογή στην εμπορία ανθρώπων, στην πορνεία ανηλίκων ή ακόμη περισσότερο στην παιδοφιλική πορνογραφία, πράγμα που θα συνιστούσε απαράδεκτο ρήγμα στη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στηριζόμενου στο κράτος δικαίου και στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
  26. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι το επίδικο μέτρο, το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση στα coffee shops αποκλειστικώς και μόνο στους κατοίκους Κάτω Χωρών, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
  27. Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το γεγονός ότι τα coffee shops εμπορεύονται επίσης νόμιμα προϊόντα καταναλώσεως, όπως είναι τα τρόφιμα και τα μη οινοπνευματώδη ποτά.
  28. Η προσέγγιση που θα υιοθετήσουμε σ’ αυτή την υπόθεση πρέπει να είναι αξιόπιστη και ρεαλιστική. Το ερώτημα που μας θέτει το αιτούν δικαστήριο δεν αφορά τόσο την πώληση παρεπομένων προϊόντων, αλλά αντιθέτως την πώληση ενός προϊόντος που είναι ναρκωτική ουσία για προσωπική κατανάλωση, κατ’ αρχήν. Πράγματι, ο λόγος υπάρξεως των coffee shops είναι να αποτελούν όχι μια αίθουσα καταναλώσεως όπως οι άλλες, όπου τα άτομα έρχονται να καταναλώσουν ένα αεριούχο ποτό ή να αγοράσουν ένα σάντουιτς, αλλά αντιθέτως έναν πολύ ιδιαίτερο χώρο, όπου αυτά μπορούν να αγοράσουν και να καταναλώσουν ινδική κάνναβι. Αυτό το ειδικό χαρακτηριστικό, που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, διαφαίνεται καθαρότατα μέσα από δύο διαπιστώσεις.
  29. Η πρώτη αφορά τη φύση του προβλήματος που τίθεται στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως. Αυτό ανάγεται πράγματι σε μια ποινική πολιτική, στηριζόμενη στην εκτίμηση της αρχής της σκοπιμότητας των διώξεων, η οποία, υπό τις προϋποθέσεις που έχουν καθορίσει οι δικαστικές αρχές του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, δικαιολογεί, σε εθνικό επίπεδο, την υιοθετηθείσα στάση ανοχής. Αυτή όμως η εκτίμηση αφορά μόνον την πώληση ινδικής καννάβεως, δεδομένου ότι η πώληση τσαγιού ποτέ μέχρι τώρα δεν αποτέλεσε αφορμή διαπράξεως εγκλημάτων, ούτε δε αποτελεί το αντικείμενο οποιασδήποτε ποινικής καταστολής. Επομένως, η πώληση νομίμων προϊόντων καταναλώσεως νομίζω ότι είναι άσχετη και, κατά τη γνώμη μου, δεν αποτελεί πρόβλημα.
  30. Η δεύτερη διαπίστωση αφορά την καθεαυτή ίδρυση των coffee shops. Σε αντίθεση με την ίδρυση άλλων καταστημάτων στον τομέα της μικρής εστιάσεως, για την έναρξη λειτουργίας ενός coffee shop είναι απαραίτητο όχι μόνο να έχει ληφθεί άδεια εκμεταλλεύσεως, αλλά ιδίως να πληρούται το σύνολο των κριτηρίων AHOJ-G. Μόνον από την τήρηση αυτών των κριτηρίων εξαρτάται η έναρξη και η διατήρηση της δραστηριότητας αυτού του είδους καταστημάτων. Κάθε ένα από αυτά τα κριτήρια, θεωρούμενο αυτοτελώς, καθιστά δυνατό να κατανοηθεί ο ειδικός χαρακτήρας αυτών των καταστημάτων και να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η δραστηριότητα αυτών των coffee shops αφορά, κατ’ ουσίαν, αποκλειστικώς την πώληση και την κατανάλωση ινδικής καννάβεως. Τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα που παραθέτει ο M. M. Josemans πιστοποιούν αυτή την πραγματικότητα. Ενώ ο κύκλος εργασιών που πραγματοποίησε το coffee shop Easy Going, όσον αφορά την πώληση ινδικής καννάβεως, ανήλθε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010 σε 10 εκατομμύρια ευρώ, ο αριθμός αυτός είναι 552 400 ευρώ ως προς την πώληση προϊόντων εστιάσεως μικρής κλίμακας (57). Όπως το επιβεβαίωσε η Ολλανδική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η δεύτερη αυτή κατηγορία δραστηριότητας αντιστοιχεί γενικώς σε ποσοστό μεταξύ 2,5 % και 7,1 % του συνολικού κύκλου εργασιών των coffee shops του Δήμου του Μάαστριχτ (εν προκειμένω, 5,5 % ως προς το coffee shop Easy Going), ήτοι μερίδιο σχετικώς αμελητέο. Νομίζω ότι είναι πρόδηλο ότι ένας τουρίστας, ο οποίος έχει διανύσει δεκάδες, μάλιστα δε εκατοντάδες, χιλιομέτρων για να μεταβεί στο Μάαστριχτ, θα εισέλθει σε ένα coffee shop μάλλον για να αγοράσει ινδική κάνναβι ή μαριχουάνα παρά για να πιει τσάι, δεδομένου, Επιπλέον, ότι ο Δήμος του Μάαστριχτ διαθέτει περισσότερα από 500 καταστήματα ταχείας εστιάσεως (58).
  31. Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του, όλως αμελητέου και παρεπομένου χαρακτήρα, μεριδίου που κατέχει η εμπορία νομίμων προϊόντων καταναλώσεως, νομίζω ότι θα αποτελούσε τεχνητό διαχωρισμό η εξέταση του συμβατού του επίδικου μέτρου με γνώμονα αυτά τα δύο είδη δραστηριοτήτων. Πράγματι, υπό το πρόσχημα ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη παροχή μιας παρεπόμενης υπηρεσίας, θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να μπορούν τελικώς οι κανόνες της Συνθήκης να εξυπηρετούν τα συμφέροντα του εμπορίου ναρκωτικών.
  32. Βάσει όλων αυτών των στοιχείων, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι μέτρο λαμβανόμενο από τοπική δημόσια αρχή στο πλαίσιο γενικής τοπικής κανονιστικής αποφάσεως, το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση στα coffee shops αποκλειστικώς και μόνο στους κατοίκους Κάτω Χωρών, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

Γ –      Επί του συμβατού του επίδικου μέτρου σε σχέση με τις δεσμεύσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη βάσει της εθνικής έννομης τάξεως και της ευρωπαϊκής έννομης τάξεως

  1. Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας αυτής της υποθέσεως σε σχέση με τη λειτουργία της Ένωσης και σε πνεύμα συνεργασίας με το αιτούν δικαστήριο, νομίζω ότι είναι απαραίτητο, τώρα, να ερμηνευθούν οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες αναφέρονται ειδικώς στην προστασία της δημοσίας τάξεως και στην καταπολέμηση της παράνομης ζητήσεως ναρκωτικών ουσιών.
  2. Το επίδικο μέτρο έχει ως σκοπό την καταπολέμηση ενός νευραλγικού φαινομένου, το οποίο συνίσταται στον ναρκοτουρισμό. Ο τουρισμός αυτός αναπτύχθηκε χάρη στην κατάργηση των συνοριακών ελέγχων και έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις μέσω της φιλελεύθερης πολιτικής που εφαρμόζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έναντι της χρήσεως και της πωλήσεως ινδικής καννάβεως.
  3. Το φαινόμενο αυτό προκαλεί σοβαρά προβλήματα στις Κάτω Χώρες, ειδικότερα δε στις παραμεθόριες περιοχές, συνιστώντας μάλιστα «απαράδεκτη απαξίωση των συνθηκών κατοικίας και διαβιώσεως» των κατοίκων (59). Το επίδικο μέτρο έχει επίσης ως σκοπό τον περιορισμό των προβλημάτων κυκλοφορίας και σταθμεύσεως και τη μείωση του θορύβου και της οχλήσεως που προκαλούνται από τις συναθροίσεις καπνιστών και τη διείσδυσή τους στους χώρος εισόδου των πολυκατοικιών. Επιδιώκει επίσης να δοθεί μια απάντηση στις οχλήσεις και στη βία στις πόλεις, που μπορεί να προκαλέσει η παρουσία μεταπωλητών ναρκωτικών, τοξικομανών και ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος στην πόλη (60).
  4. Συναφώς, η θέσπιση του επίδικου μέτρου είναι επιβεβλημένη βάσει των άρθρων 4 ΣΕΕ και 72 ΣΛΕΕ. Υπενθυμίζουμε ότι, βάσει αυτών των διατάξεων, μεταξύ άλλων, κράτη μέλη εξακολουθούν να ευθύνονται για την τήρηση της δημοσίας τάξεως στο έδαφός τους και ότι, βάσει πάγιας νομολογίας, παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τα κατάλληλα μέτρα για την τήρησή της, σύμφωνα με τις εθνικές τους ανάγκες (61). Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι η έννοια της δημοσίας τάξεως πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και μπορεί να προβάλλεται μόνο σε περίπτωση πραγματικής και επαρκώς σοβαρής απειλής ενός θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο ναρκοτουρισμός, από την άποψη των διαταράξεων που επιφέρει, υπάγεται σ’ αυτή την έννοια (62).
  5. Εντούτοις ο ναρκοτουρισμός προκαλεί επίσης σοβαρές οχλήσεις στη δημόσια τάξη της Ένωσης. Όντως, αυτή η απατηλή ονομασία κρύβει, στην πραγματικότητα, μια διεθνή διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και τροφοδοτεί δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος, οι οποίες, όπως το αναγνωρίζει το Συμβούλιο με το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης, απειλούν την εσωτερική ασφάλεια της Ένωσης (63). Οι επιπτώσεις αυτές είναι κατά μείζονα λόγο σοβαρές, καθόσον πλήττουν την αποτελεσματικότητα των περισσότερο κατασταλτικών μέτρων που θεσπίζουν τα όμορα κράτη μέλη. Αυτό το φαινόμενο έχει αναντιρρήτως, αφεαυτού, μια ευρωπαϊκή και διεθνή διάσταση και σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να το καταπολεμήσουν.
  6. Μολονότι, όπως δείχνει η νομολογία, δεν υπάρχει «μια ομοιόμορφη κλίμακα αξιών όσον αφορά την εκτίμηση της συμπεριφοράς που δύναται να θεωρηθεί ως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη» (64), γεγονός παραμένει ότι ένας από τους σκοπούς της Ένωσης είναι η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, εντός του οποίου εξασφαλίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ, υψηλό επίπεδο προστασίας των πολιτών της Ένωσης. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη αποφάσισαν να καταπολεμήσουν τον ναρκοτουρισμό σε όλες του τις διαστάσεις και με συντονισμένες ενέργειες.
  7. Πέραν της συνάψεως διμερών και πολυμερών συμφωνιών, που ενθαρρύνει το Ψήφισμα του 1996 (65) και της προσεγγίσεως της πρακτικής των αστυνομικών και τελωνειακών αρχών, στην οποία αναφέρεται η κοινή δράση 96/750 (66), τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών στο πλαίσιο της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν.
  8. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 71, παράγραφος 5, αυτής της Συμβάσεως, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να λάβουν κάθε δυνατό μέτρο για την πρόληψη και καταπολέμηση των αρνητικών επιπτώσεων της παράνομης ζητήσεως ναρκωτικών ουσιών, της ινδικής καννάβεως ρητώς μνημονευομένης. Σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, «τα συμβαλλόμενα μέρη είναι υπεύθυνα» για τη λήψη των αναγκαίων για το σκοπό αυτό μέτρων. Επομένως, διαπιστώνεται κατ’ ανάγκη ότι το επίδικο μέτρο αποτελεί ευθεία προέκταση αυτής της δεσμεύσεως (67).
  9. Σε μια αλληλουχία, όπου ο ναρκοτουρισμός δεν παύει να αυξάνεται και προκαλεί γάγγραινα στα θεμέλια επί των οποίων στηρίζεται ο χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το επίδικο μέτρο τείνει να περιορίσει τις κατά τα ανωτέρω συνέπειες. Ανταποκρίνεται επομένως στις υποχρεώσεις, προς τις οποίες το κράτος μέλος οφείλει να συμμορφωθεί βάσει των άρθρων 4 ΣΕΕ και 72 ΣΛΕΕ, καθώς και βάσει του άρθρου 71, παράγραφος 5, της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν. Αυτό, και μόνον αυτό, αποτελεί τον νομικό λόγο για την αναγκαία συμμόρφωσή του.
  10. Είναι αναντίρρητο ότι ο ναρκοτουρισμός γεννά και, εν πάση περιπτώσει, ευνοεί τη διασυνοριακή παράνομη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, έχοντας συγχρόνως ως επακόλουθο και άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Επομένως, η καταπολέμηση αυτών των φαινομένων πρέπει να αποτελεί συγχρόνως πρωτεύοντα σκοπό του δικαίου της Ένωσης και κοινή μέριμνα κάθε κράτους μέλους. Ο νομοθέτης της Ένωσης το έχει αντιληφθεί και η θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ (68) και κατόπιν της Συνθήκης της Λισσαβώνας δίνουν επιτέλους μια διαφορετική διάσταση στην καταπολέμηση της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών και του οργανωμένου εγκλήματος. Αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για τομείς της ιδιαιτέρως σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση, η οποία απορρέει ιδίως από τη φύση και τις επιπτώσεις τους ή λόγω ειδικής ανάγκης να καταπολεμούνται σε κοινή βάση, ο νομοθέτης της Ένωσης αναγνωρίζει την ανάγκη εξασφαλίσεως μιας ελάχιστης εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών, όσον αφορά τον ορισμό αυτών των δραστηριοτήτων και των εφαρμοστέων γι’ αυτές κυρώσεων (69). Οι διατάξεις αυτές εισήγαγαν την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σ’ αυτό που σήμερα αποκαλείται γενικώς τα «ευρωεγκλήματα», κατά δε το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης τα «ευρωεγκλήματα» αυτά, καθόσον απειλούν την εσωτερική ασφάλεια της Ένωσης, αποτελούν, ας το υπενθυμίσουμε, «επείγουσα πρόκληση που απαιτεί σαφή και πλήρη αντιμετώπιση» (70). Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, κατ’ εμέ, το επίδικο μέτρο είναι έγκυρο, ακόμη κι αν δεν υφίσταται διατάραξη της δημοσίας τάξεως, λόγω και μόνον της υποχρεώσεως συμβολής στη διαφύλαξη της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως.
  11. Στην εν προκειμένω υπόθεση, δεδομένου ότι το μέτρο αυτό όχι μόνον αποτελεί εκδήλωση του κράτους δικαίου, στο οποίο αναγνωρίζεται η διαφύλαξη της εσωτερικής του δημοσίας τάξεως, αλλά και της υποχρεώσεώς του, έναντι των άλλων κρατών μελών, να συμβάλλει στη διαφύλαξη της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως σύμφωνα με τις αναληφθείσες υποχρεώσεις, πρέπει να θεωρηθεί έγκυρο βάσει των προπαρατεθεισών διατάξεων.
  12. Βάσει όλων αυτών των στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο αιτούν δικαστήριο ότι τα άρθρα 4 ΣΕΕ, 72 ΣΛΕΕ και 71, παράγραφος 5, της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν δεν απαγορεύουν την εφαρμογή μέτρου θεσπισθέντος από τοπική δημόσια αρχή στο πλαίσιο της γενικής τοπικής κανονιστικής αποφάσεως, το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση στα coffee shops αποκλειστικώς και μόνο στους κατοίκους Κάτω Χωρών, όταν το μέτρο αυτό αποτελεί έκφραση του δικαιώματος που της αναγνωρίζεται να διαφυλάσσει την εσωτερική δημόσια τάξη από διαταράξεις προκαλούμενες από τον ναρκοτουρισμό και/ή εκπλήρωση του καθήκοντός της να συμβάλλει στη διαφύλαξη της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως.

VI – Πρόταση

  1. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Raad van State ερωτήματα ως ακολούθως:

«1)      Μέτρο θεσπισθέν από τοπική δημόσια αρχή στο πλαίσιο της γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την αστυνόμευση, το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση στα coffee shops αποκλειστικώς και μόνο στους κατοίκους Κάτω Χωρών, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

2)      Τα άρθρα 4 ΣΛΕΕ, 72 ΣΛΕΕ και 71, παράγραφος 5, της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, δεν απαγορεύει την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου, όταν αυτό αποτελεί έκφραση του δικαιώματος που αναγνωρίζεται στη δημόσια αρχή να διαφυλάσσει την εσωτερική δημόσια τάξη από διαταράξεις προκαλούμενες από τον ναρκοτουρισμό και/ή εκπλήρωση του καθήκοντός της να συμβάλλει στη διαφύλαξη της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως.»

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

2 –      Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19), η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 (στο εξής: Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν).

3 –      Κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου του 2009, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αποφάσισε να ενισχύσει τα μέχρι τούδε εφαρμοστέα στην προσφορά και διακίνηση ινδικής καννάβεως μέτρα καταστολής, λόγω εμφανίσεως στην αγορά του «skunk», το οποίο είναι ινδική κάνναβις με συγκέντρωση THC τέσσερις έως πέντε φορές ανώτερη από αυτή των κλασικών παρασκευασμάτων ως αποτέλεσμα των χρησιμοποιούμενων τεχνικών μεθόδων κηπευτικής (βλ. εγκύκλιο 001/2009 του βρετανικού Υπουργείου Εσωτερικών, με τίτλο «Controlled drugs: reclassification of cannabis», που διατίθεται στο Διαδίκτυο στην ιστοσελίδα: http://www.homeoffice.gov.uk/about-us/home-office-circulars/circulars-2009/?showall=true).

4 –      Βλ. Pijlman, F.T.A., κ.λπ. «Strong increase in total delta-THC in cannabis preparations sold in Dutch coffee shops», AddictionBiology, Ιούνιος 2005, τόμος 10, σ. 171. Βλ., επίσης, υπ’ αριθ. 321 έκθεση της επιτροπής έρευνας, για την εθνική πολιτική καταπολεμήσεως των παράνομων ναρκωτικών, που δημιουργήθηκε βάσει ενός ψηφίσματος της Γερουσίας, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, το οποίο διατίθεται στην ιστοσελίδα της Γαλλικής Γερουσίας στο Διαδίκτυο. «An overview of cannabis potency in Europe», EuropeanMonitoringCentreforDrugsandDrugAddiction, Λισσαβώνα, 2004, και «2006 World Drug Report», UnitedNationsOfficeonDrugsandCrime,τόμος 1: Analysis, σ. 27.

5 –      Βλ. ετήσια έκθεση που συνέταξαν από κοινού το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ) και η Ευρωπόλ, η οποία δημοσιεύθηκε στις 23 Απριλίου 2010 και διατίθεται στην ιστοσελίδα αυτού του κέντρου στο Διαδίκτυο.

6 –      «Letter outlining drugs policy», το οποίο επιβεβαιώνει την έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την πολιτικη στον τομέα των ναρκωτικών με τον τίτλο «New emphasis in Dutch drugs policy», που διατίθεται στο Διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του ολλανδικού Υπουργείου Υγείας, Ευημερίας και Αθλητισμού: http://english.minvws.nl/en/kamerstukken/vgp/2009/letter-outlining-drugs-policy.asp. Βλ., ειδικότερα, σημείο 3 αυτού του εγγράφου.

7 –      Βλ., ειδικότερα, πρώτο μέρος, II, A., σημείο 2, της υπ’ αριθ. 321 εκθέσεως της επιτροπής έρευνας, που παρατίθεται στην υποσημείωση 4 αυτών των προτάσεων, με τον τίτλο «Les effets du cannabis: la fin du mythe des drogues “douces”»· Yücel, M., κ.λπ., «Regional brain abnormalities associated with long-term heavy cannabis use», ArchGenPsychiatry, Ιούνιος 2008, τόμος 65, αριθ. 6, σ. 694· van Ours, J. C., και Williams, J., «Cannabis use and mental health problems», Center Discussion Paper αριθ. 2009-60, Ιούλιος 2009· Solowij, κ.λπ., «Cognitive functioning of long-term heavy cannabis users seeking treatment», JAMA, Μάρτιος 2002, τόμος 287, αριθ. 9, σ. 1123, και Karila, L., κ.λπ., «Conséquences à court et long terme d’une exposition prénatale au cannabis», Journal de gynécologie obstétrique et biologie de la reproduction, Ιανουάριος 2006, τόμος 35, αριθ. 1, σ. 62. Βλ., επίσης, ανάλυση στην οποία προέβη ειδικά το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το σχέδιο ψηφίσματός του για την κάνναβι, που καταρτίσθηκε στις 7 Ιουλίου 2004 ενόψει της νέας στρατηγικής της Ένωσης για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. διατίθεται στο Διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του Δημοσίου μητρώου των εγγράφων του Συμβουλίου: http://register.consilium.europa.eu.

8 – Βλ. «Cannabis: quels effets sur le comportement et la santé?», Institut National de la Santé et de la Recherche Médicale (INSERM), Παρίσι, 2001, σ. 429. Βλ., επίσης, επικαιροποιήσεις αυτής της γνωματεύσεως στην ιστοσελίδα του INSERM στο Διαδίκτυο: http://www.inserm.fr.

9 –      ΕΕ 2010, C 83, σ. 389.

10 –      Ψήφισμα του Συμβουλίου, της 29ης Νοεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση του ναρκοτουρισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ C 375, σ. 3).

11 –      Κοινή δράση 96/750/ΔΕΥ, η οποία θεσπίζεται από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών και των πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της τοξικομανίας και για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (ΕΕ L 342, σ. 6).

12 –      Άρθρο 3 αυτής της δράσεως.

13 –      Άρθρο 9 αυτής της δράσεως.

14 –      Απόφαση-πλαίσιο για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (ΕΕ L 335, σ. 8).

15 –      Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2004/757, οι εν λόγω πράξεις δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας αποφάσεως-πλαισίου, όταν τελούνται από τους δράστες με αποκλειστικό σκοπό την προσωπική τους κατανάλωση, όπως την ορίζει η εθνική νομοθεσία.

16 –      Το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες (ΕΕ 2010, C 115, σ. 1).

17 –      Βλ. σημείο 4.1 αυτού του προγράμματος.

18 –      Σχέδιο δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ναρκωτικά για το διάστημα 2009-2012, της 20ής Δεκεμβρίου 2008 (ΕΕ C 326, σ. 7).

19 –      Ως προς αυτό το σημείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ανακοίνωση για τη συνοχή μεταξύ της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής για την καταπολέμηση των ναρκωτικών κατά τη διάρκεια του έτους 2010.

20 –      Βλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑184/99, Grzelczyk (Συλλογή 2001, σ. I‑6193), και της 1ης Οκτωβρίου 2009, C‑103/08, Gottwald (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

21 –      Βλ. απόφαση της 13ης Απριλίου 2010, C‑73/08, Bressol κ.λπ. και Chaverot κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

22 –      Βλ., επίσης, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 2009, C‑222/07, UTECA (Συλλογή 2009, σ. Ι-1407, σκέψεις 37 και 38 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 13ης Απριλίου 2010, C‑91/08, Wall (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

23 –      Κατά το άρθρο 57 ΣΛΕΕ, «ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων». Οι υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, δραστηριότητες εμπορικού χαρακτήρα.

24 –      Βλ. μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1999, C-348/96, Calfa (Συλλογή 1999, σ. Ι‑11, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), της 29ης Απριλίου 1999, C-224/97, Ciola (Συλλογή 1999, σ. 2517, σκέψη 11 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), της 3ης Ιουνίου 2010, C‑203/08, Sporting Exchange (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και C‑258/08, Ladbrokes Betting & Gaming και Ladbrokes International (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Είναι επίσης σημαντικό να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών συνιστά ειδικότερη εφαρμογή του δικαιώματος κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών (βλ., σχετικώς, απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, C‑56/09, Zanotti,, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

25 –      RecueildestraitésdesNationsunies, 1990, τόμος 1582, αριθ. 1‑27627, στο εξής: σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1988».

26 –      Σύμβαση, όπως έχει τροποποιηθεί με το πρωτόκολλο του 1972 (RecueildestraitésdesNationsunies, τόμος 520, αριθ. 7515). Η ινδική κάνναβις περιλαμβάνεται μεταξύ των ουσιών που κρίνονται ιδιαίτερα δεκτικές καταχρήσεως και ικανές να έχουν βλαπτικά αποτελέσματα.

27 – Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1019, αριθ. 14956.

28 –      Όσον αφορά την Ένωση, βλ. απόφαση 90/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 1990, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών (ΕΕ L 326, σ. 56).

29 – Werkgroep Verdovende Middelen,Achtergronden en risico’s van druggeebruik(Baan rapport), Staatssecretaris van Sociale Zaken en Volksgezondheid en van de Minister van Justicie, Χάγη, 1972.

30 –      Η έκθεση αυτή δημοσιεύθηκε από την Ολλανδική Κυβέρνηση (Υπουργείο Εξωτερικών κ.λπ., 1995).

31 –      Όπ.π.

32 –      Βλ., μεταξύ άλλων, οδηγίες της ολλανδικής εισαγγελικής αρχής για την πολιτική που αφορά τις έρευνες και τις ποινικές διώξεις κατά των παραβάσεων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος περί των ναρκωτικών ουσιών (NederlandseStaatscourant 1980, αριθ. 137), της 21ης Οκτωβρίου 1994 (NederlandseStaatscourant 1994, αριθ. 203), και της 10ης Σεπτεμβρίου 1996 (NederlandseStaatscourant 1996, αριθ. 187).

33 –      Βλ., επίσης, άρθρο 174a του νόμου περί δήμων και κοινοτήτων (Gemeentewet), νόμου περί αστικών ζωνών (ειδικά μέτρα) ) (Wet bijzondere maatregelen grootstedelijke problematiek) και άρθρο 16 του νόμου περί κατοικίας (Woningwet).

34 –      Βλ. έγγραφο περί ινδικής καννάβεως (cannabisbrief) που οι τρεις υπεύθυνοι για την πολιτική στον τομέα των ναρκωτικών υπουργοί απέστειλαν στο ολλανδικό κοινοβούλιο στις 23 Απριλίου 2004, το οποίο το ενέκρινε στις 30 Ιουνίου 2004, καθώς και το έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 2009 που παρατίθεται στην υποσημείωση 6 αυτών των προτάσεων.

35 –      Όπως πρόσθεσε ο Burgemeester van Maastricht κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, 82 % των κατοίκων του Δήμου του Μάαστριχτ υφίστανται σοβαρές οχλήσεις λόγω της μαζικής εισροής ναρκοτουριστών.

36 –      Παρατηρήσεις του Burgemeester van Maastricht κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

37 –      Αυτό προκύπτει σαφώς από τα έγγραφα των αρμόδιων υπουργών της 23ης Απριλίου 2004 και της 11ης Σεπτεμβρίου 2009, που παρατέθηκαν στην υποσημείωση 34 αυτών των προτάσεων, καθώς και από τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.

38 –      Όπως προκύπτει από τις προφορικές παρατηρήσεις του Burgemeester van Maastricht καθώς και της Ολλανδικής Κυβερνήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

39 –      Απόφαση της 10ης Μαρτίου 2005, C‑491/03, Hermann (Συλλογή 2005, σ. I‑2025, σκέψεις 21 και 27).

40 –      Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 αυτών των προτάσεων νομολογία.

41 –      Αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2008, C‑420/06, Jager (Συλλογή 2008, σ. I‑1315, σκέψεις 46 και 47)· της 5ης Μαρτίου 2009, C‑350/07, Kattner Stahlbau (Συλλογή 2009, σ. I‑1513, σκέψεις 24 έως 26), και της 27ης Οκτωβρίου 2009, C‑115/08, ČEZ (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 81 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

42 –      Βλ. συναφώς, όσον αφορά την παρατιθέμενη στα σημεία 85 έως 90 των προτάσεων αυτών νομολογία, άποψη που υποστηρίζει ο Havy, V., «La politique de l’Union européenne en matière de stupéfiants»,Collectiondroitdel’Unioneuropéenne, Bruylant, Βρυξέλλες, 2008, σ. 406.

43 –      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C‑324/93, Evans Medical και Macfarlan Smith (Συλλογή 1995, σ. I‑563).

44 –      Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1981, 50/80 (Συλλογή 1981, σ. 385). Η υπόθεση αυτή αφορούσε τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου σε μια ποσότητα ηρωίνης δασμού, που αγοράστηκε στη μαύρη αγορά στο Άμστερνταμ και ανακαλύφτηκε κατά τη διέλευσή της μέσω των ολλανδογερμανικών συνόρων.

45 –      Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, 221/81 (Συλλογή 1982, σ. 3681), που αφορά τον προσδιορισμό των εφαρμοστέων σε μια ποσότητα ηρωίνης και κοκαΐνης δασμών, που αγοράσθηκαν από τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης στη μαύρη αγορά στη Γερμανία και στις Κάτω Χώρες και μεταπωλήθηκαν από αυτόν κατά παράβαση του γερμανικού νόμου περί ναρκωτικών ουσιών.

46 –      Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, 240/81 (Συλλογή 1982, σ. 3699), που αφορά τον προσδιορισμό των εφαρμοστέων σε ποσότητες μορφίνης δασμών, οι οποίες, αφού εισήχθησαν παρανόμως στη Γερμανία, μεταπωλήθηκαν εντός της Ελβετίας κατά παράβαση του γερμανικού νόμου περί ναρκωτικών ουσιών.

47 –      Προπαρατεθείσες αποφάσεις Horvath (σκέψη 16) και Einberger (σκέψη 16).

48 –      Προπαρατεθείσες αποφάσεις Horvath (σκέψη 13) και Einberger (σκέψη 13).

49 –      Αυτό συμβαίνει επίσης με το πλαστό χρήμα. Βλ., σχετικώς, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1990, C‑343/89, Witzemann (Συλλογή 1990, σ. I‑4477).

50 –      Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1984, 294/82, Einberger (Συλλογή 1984, σ. 1177).

51 –      Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1988, 269/86, Mol (Συλλογή 1988, σ. 3627).

52 –      Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1988, 289/86 (Συλλογή 1988, σ. 3655).

53 –      Σκέψη 25.

54 –      Άρθρο 3 ΣΕΕ.

55 –      Υπενθυμίζω ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο c, περίπτωση iii, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών του 1988 και του άρθρου 9 της κοινής δράσεως 96/750, τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να καταστήσουν ποινικό αδίκημα, μεταξύ άλλων, τη με οιοδήποτε μέσο παρακίνηση ή δημόσια πρόκληση άλλου να χρησιμοποιήσει ή να προβεί σε παράνομη παραγωγή ινδικής καννάβεως και ιδίως να επαγρυπνούν όσον αφορά τη χρήση του Διαδικτύου.

56 –      Βλ. άρθρο 2.3.1.1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, σημείο 3, του APV.

57 –      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο M. M. Josemans διευκρίνισε επίσης ότι ο ετήσιος μέσος κύκλος εργασιών ενός τεϊοποτείου στο Μάαστριχτ ήταν της τάξεως των 200 000 ευρώ το 2007.

58 –      Λαμβάνοντας ως βάση αυτό ακριβώς το δεδομένο, ο Δήμος του Μάαστριχτ, κατά τη γνώμη μου, εξέδωσε απαγόρευση προσβάσεως στο κατάστημα. Πράγματι, δεν θα ήταν συνεπές, ούτε μάλιστα αποτελεσματικό, να επιτρέπεται η πρόσβαση σε χιλιάδες ατόμων, τα οποία, αφού θα έχουν εισέλθει στο κατάστημα, θα προσκρούουν σε άρνηση πωλήσεως. Αυτό θα ήταν μάλιστα επικίνδυνο.

59 –      Βλ. σημείο 5 του εγγράφου, του 2004, των τριών επιφορτισμένων με την πολιτική για τα ναρκωτικά υπουργών, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 34 αυτών των προτάσεων.

60 –      Με αναφορά στο ίδιο αυτό έγγραφο.

61 –      Κατά πάγια νομολογία, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη «μια ομοιόμορφη κλίμακα αξιών» όσον αφορά την εκτίμηση της συμπεριφοράς που δύναται να θεωρηθεί ως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη (βλ., σχετικώς, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2001, C‑268/99, Jany κ.λπ. Συλλογή 2001, σ. I‑8615, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πράγματι, κατά το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη παραμένουν τα μόνα σε θέση να εκτιμήσουν τους κινδύνους προσβολής της δημοσίας τάξεως στο έδαφός τους. Οι περιστάσεις αυτές διαφέρουν όχι μόνον ανάλογα με το κράτος μέλος και τη χρονική περίοδο, αλλά και με το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται το κράτος και με τη σημασία που αυτό αποδίδει σε ένα θεμιτό από την άποψη του δικαίου της Ένωσης στόχο (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1974, 41/74, van Duyn, Συλλογή τόμος 1974 σ. 537, σκέψη 18, της 9ης Δεκεμβρίου 1997, C‑265/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ. I‑6959, σκέψη 33· της 15ης Ιουνίου 1999, C‑394/97, Heinonen, Συλλογή 1999, σ. I‑3599, σκέψη 43, και της 14ης Μαρτίου 2000, C‑54/99, Église de scientologie, Συλλογή 2000, σ. I‑1335, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

62 –      Βλ., σχετικώς, αποφάσεις Calfa, προπαρατεθείσα, καθώς και της 29ης Απριλίου 2004, C‑482/01 και C‑493/01, Ορφανόπουλος και Oliveri (Συλλογή 2004, σ. I‑5257), με τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταπολέμηση της διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών εμπίπτει στον τομέα της δημοσίας τάξεως. Βλ., επίσης, προπαρατεθείσα απόφαση Heinonen, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταπολέμηση των διαφορετικών μορφών εγκληματικότητας που συνδέονται με την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών σκοπεί στη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας του κράτους. Στην υπόθεση αυτή, η Φινλανδική Κυβέρνηση δικαιολόγησε το μέτρο της που περιόριζε την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών ως εκ του γεγονότος ότι η κατανάλωση τέτοιων προϊόντων, η οποία είχε σημαντικά αυξηθεί, είχε ιδίως ως συνέπεια ότι αυξήθηκαν οι περιπτώσεις οδήγησης σε κατάσταση μέθης, αυξήθηκε η εγκληματικότητα με άσκηση βίας και τα αδικήματα κατέστησαν σοβαρότερα, καθώς και ότι εμφανίστηκαν και πολλαπλασιάστηκαν οι παράνομες αγορές.

63 –      Βλ. σημείο 4.1 του Προγράμματος της Στοκχόλμης, με αναφορά σ’ αυτό στην υποσημείωση 16 αυτών των προτάσεων.

64 –      Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Jany κ.λπ., (σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

65 –      Βλ. υποσημείωση 10 αυτών των προτάσεων. Με αυτό το ψήφισμα, το Συμβούλιο κάλεσε τα κράτη μέλη να συνάψουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, προκειμένου να αναπτύξουν την ανταλλαγή πληροφοριών και πρακτικών και να βελτιώσουν τη συνεργασία για να καταπολεμήσουν τον ναρκοτουρισμό. Επομένως, είτε σε διμερές είτε σε πολυμερές επίπεδο, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και τα όμορα κράτη μέλη πρέπει να εργασθούν με στόχο την επίτευξη αποτελεσματικών στρατηγικών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων δημοσίας τάξεως και ασφαλείας που είναι κοινά γι’ αυτά και να οργανώσουν τη συνεργασία τους. Έτσι, στο πλαίσιο της διμερούς συμφωνίας τους αστυνομικής συνεργασίας, που υπογράφηκε στη Χάγη στις 20 Απριλίου 1998, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Γαλλική Δημοκρατία αποφάσισαν τον συντονισμό των δράσεών τους για την καταπολέμηση του ναρκοτουρισμού και των κρυπτόμενων πίσω από αυτόν δομών [accord sur la coopération dans le domaine de la police et de la sécurité entre le gouvernement de la République française et le gouvernement des Pays-Bas (διάταγμα  99-350, της 29ης Απριλίου 1999, περί δημοσιεύσεως αυτής της συμφωνίας, JORF της 6ης Μαΐου 1999, σ. 6797)].

66 –      Βλ. υποσημείωση 11 αυτών των προτάσεων. Υπενθυμίζω ότι δυνάμει των άρθρων 1 έως 3 της ίδιας αυτής κοινής δράσεως τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση για την προσέγγιση των νομοθεσιών τους και των πρακτικών των αστυνομικών, τελωνειακών και δικαστικών υπηρεσιών τους, προκειμένου να καταπολεμήσουν τις παράνομες ενδοκοινοτικές ροές ναρκωτικών και, ειδικότερα, τον ναρκοτουρισμό.

67 –      Άρθρο 75 της εν λόγω συμβάσεως.

68 –      Βλ., ειδικότερα, άρθρο 31 ΕΕ, καθώς και απόφαση-πλαίσιο 2004/757.

69 –      Άρθρο 83, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

70 –      Βλ. υποσημείωση 63 αυτών των προτάσεων.