Υπόθεση C-271/08 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας «Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγίες 92/50/ΕΟΚ και 2004/18/ΕΚ – Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Ιδιωτική ασφάλιση γήρατος των δημοτικών υπαλλήλων – Απευθείας σύναψη συμβάσεων, χωρίς διαγωνισμό, με ασφαλιστικούς οργανισμούς προκαθορισμένους με συλλογική σύμβαση συναφθείσα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων»

 

 

 

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Θεμελιώδη δικαιώματα – Δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων – Συμβιβασμός με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκη – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 28· οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· οδηγία 92/50 του Συμβουλίου)

  1. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών – Οδηγίες 92/50 και 2004/18 – Πεδίο εφαρμογής

(Οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· οδηγία 92/50 του Συμβουλίου)

  1. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών – Οδηγίες 92/50 και 2004/18 – Πεδίο εφαρμογής – Αξία της συμβάσεως

(Οδηγία 2004/18 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 9 § 8· οδηγία 92/50 του Συμβουλίου, άρθρο 7 §§ 4 και 5)

  1. Ο θεμελιώδης χαρακτήρας του δικαιώματος συλλογικής διαπραγματεύσεως και ο κοινωνικός χαρακτήρας των σκοπών συλλογικής συμβάσεως η οποία προβλέπει τη μετατροπή μέρους των αποδοχών των δημοτικών υπαλλήλων σε εισφορές σε αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, θεωρούμενης συνολικά, δεν μπορεί να συνεπάγεται αυτοδικαίως την εξαίρεση των εργοδοτών της τοπικής αυτοδιοίκησης από τις επιταγές των οδηγιών 92/50, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, και 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, διά των οποίων εφαρμόζονται στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων οι αρχές της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

Οι ρήτρες των συλλογικών συμβάσεων δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.

Εξάλλου, η άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, όπως είναι το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως, μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς. Ειδικότερα, ακόμη και αν το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως προστατεύεται συνταγματικά σε ένα κράτος μέλος, δεν αμφισβητείται ότι, κατά το άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παράβαση των οδηγιών διά των οποίων εφαρμόζονται οι αρχές της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων είναι σύμφυτη με την αυτοτέλεια των κοινωνικών εταίρων και την άσκηση του δικαιώματος συλλογικής διαπραγματεύσεως.

Τέλος, σε αντίθεση με τον σκοπό της βελτιώσεως των συντάξεων των δημοτικών υπαλλήλων, επί του οποίου έχουν συμφωνήσει οι κοινωνικοί εταίροι, ο καθορισμός συγκεκριμένων οργανισμών και επιχειρήσεων με συλλογική σύμβαση, όπως συνέβη εν προκειμένω, δεν περιλαμβάνεται στον πυρήνα του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγματεύσεως.

(βλ. σκέψεις 41-43, 47, 49)

  1. Ένα κράτος μέλος παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπείχε έως τις 31 Ιανουαρίου 2006 από τις διατάξεις του άρθρου 8 και τις διατάξεις των τίτλων III έως VI της οδηγίας 92/50, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, και τις υποχρεώσεις που υπέχει μετά την 1η Φεβρουαρίου 2006 από τις διατάξεις των άρθρων 20 και 23 έως 55 της οδηγίας 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, εφόσον επιτρέπει, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ένωσης, τη σύναψη συμβάσεων ασφαλίσεως γήρατος μεταξύ των οργανισμών ή των επιχειρήσεων που ορίζονται από διάταξη συλλογικής συμβάσεως, συναφθείσας με δημοτική αρχή ή δημοτική επιχείρηση, όταν, λόγω του αριθμού των εργαζομένων των αρχών ή των επιχειρήσεων αυτών, η αξία των συμβάσεων υπερβαίνει το όριο εφαρμογής των οδηγιών.

Συγκεκριμένα, η άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος της συλλογικής διαπραγματεύσεως πρέπει να συμβιβάζεται με τις επιταγές που απορρέουν από τις ελευθερίες τις οποίες προστατεύει η Συνθήκη ΛΕΕ και να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Συναφώς, δεν επιτυγχάνεται η εξισορροπημένη συνεκτίμηση των συμφερόντων που διακυβεύονται, δηλαδή, αφενός, της βελτιώσεως των συντάξεων των ενδιαφερομένων εργαζομένων, και, αφετέρου, της εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και του ανοίγματος στον ανταγωνισμό σε επίπεδο Ένωσης, με διάταξη συλλογικής συμβάσεως, δυνάμει της οποίας αποκλείεται απολύτως και επ’ αόριστον η εφαρμογή των κανόνων των οδηγιών 92/50 και 2004/18 στα αποταμιευτικά-συνταξιοδοτικά προγράμματα των δημοτικών υπαλλήλων, παρά το γεγονός ότι η τήρηση των σχετικών με τις δημόσιες συμβάσεις οδηγιών μπορεί να συμβιβαστεί με την υλοποίηση του κοινωνικού σκοπού τον οποίον επιδιώκουν τα μέρη της συλλογικής συμβάσεως.

Εξάλλου, οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων μια σύμβαση χαρακτηρίζεται ως «δημόσια» κατά την έννοια των οδηγιών αυτών πληρούνται δεδομένου ότι, αφενός, οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης ενεργούν ως αναθέτουσες αρχές, έστω και αν εφαρμόζουν, στον τομέα της επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος, τα προβλεπόμενα από συλλογική σύμβαση, και, αφετέρου, οι επίμαχες συμβάσεις προσπορίζουν άμεσο οικονομικό όφελος στους εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης που τις συνάπτουν, οπότε πρόκειται για συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας. Συναφώς, το γεγονός ότι τελικοί δικαιούχοι των συνταξιοδοτικών παροχών είναι οι εργαζόμενοι που έχουν υπαχθεί στο συγκεκριμένο μέτρο δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως αυτής ως εξ επαχθούς αιτίας.

(βλ. σκέψεις 44, 52-53, 66, 75, 80, 89, 105 και διατακτ.)

  1. Όσον αφορά τις υπηρεσίες επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος που παρέχονται στους εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση και συνίστανται στη μετατροπή μέρους των αποδοχών τους σε εισφορές σε αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, η «εκτιμώμενη αξία», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/50, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, και του άρθρου 9, παράγραφος 8, στοιχείο α΄, i, της οδηγίας 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, αντιστοιχεί στην εκτιμώμενη αξία των ασφαλίστρων, ήτοι, εν προκειμένω, στο ποσό που έχει παρακρατηθεί, βάσει του μέτρου της μετατροπής, από τις αποδοχές των ενδιαφερόμενων εργαζομένων της οικείας δημοτικής αρχής ή επιχειρήσεως προς χρηματοδότηση μελλοντικών παροχών στο πλαίσιο της επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω ασφάλιστρα αποτελούν την κύρια αντιπαροχή για τις υπηρεσίες που παρέχει ο ασφαλιστικός οργανισμός ή επιχείρηση στον εργοδότη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Σε περίπτωση όπου, κατά τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως, δεν υφίσταται συγκεκριμένη ένδειξη σχετικά με τη συνολική αξία των ασφαλίστρων αυτών, λόγω δυνατότητας που παρέχεται σε κάθε εργαζόμενο να επιλέξει αν θα υπαχθεί στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών και λόγω της μεγάλης, αλλά και απροσδιόριστης διάρκειας της εν λόγω συμβάσεως, τόσο το άρθρο 7, παράγραφος 5, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 92/50 όσο και το άρθρο 9, παράγραφος 8, στοιχείο β΄, ii, της οδηγίας 2004/18 επιβάλλουν να λαμβάνεται υπόψη ως βάση υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας της συμβάσεως «η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί 48». Στο πλαίσιο του υπολογισμού αυτού, υπολογίζεται, καταρχάς, η μέση μηνιαία αξία των μετατρεπόμενων αποδοχών ανά εργαζόμενο και πολλαπλασιάζεται επί 48, εν συνεχεία προσδιορίζεται, βάσει του γινομένου αυτού, πόσοι εργαζόμενοι πρέπει να υπαχθούν στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών για να υπάρξει υπέρβαση των ορίων εφαρμογής των σχετικών με τις δημόσιες συμβάσεις κανόνων της Ένωσης και, τέλος, βάσει εκτιμήσεως του ποσοστού συμμετοχής των δημοτικών υπαλλήλων στο επίμαχο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών, καθορίζεται ο αριθμός των εργαζομένων πέραν του οποίου θεωρείται ότι οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν συνάψει συμβάσεις των οποίων η αξία είναι ίση προς ή υπερβαίνει τα προαναφερθέντα όρια.

(βλ. σκέψεις 86-89)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 15ης Ιουλίου 2010 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγίες 92/50/ΕΟΚ και 2004/18/ΕΚ – Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Ιδιωτική ασφάλιση γήρατος των δημοτικών υπαλλήλων – Απευθείας σύναψη συμβάσεων, χωρίς διαγωνισμό, με ασφαλιστικούς οργανισμούς προκαθορισμένους με συλλογική σύμβαση συναφθείσα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων»

Στην υπόθεση C‑271/08,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 24 Ιουνίου 2008,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Wilms και D. Kukovec, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και N. Graf Vitzthum,

καθής,

υποστηριζόμενης από:

το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από την B. Weis Fogh και τον C. Pilgaard Zinglersen,

το Βασίλειο της Σουηδίας, εκπροσωπούμενο από την A. Falk και τον A. Engman,

παρεμβαίνοντα,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts (εισηγητή), J.-C. Bonichot και C. Toader, προέδρους τμήματος, K. Schiemann, P. Kūris, E. Juhász, Γ. Αρέστη, T. von Danwitz, A. Arabadjiev και J.-J. Kasel, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak

γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Ιανουαρίου 2010,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 14ης Απριλίου 2010,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, λόγω της απευθείας συνάψεως, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάσεων ιδιωτικής ασφαλίσεως γήρατος μεταξύ, αφενός, ορισμένων δημοτικών αρχών και επιχειρήσεων που απασχολούν περισσότερους από 1 218 εργαζομένους και, αφετέρου, των οργανισμών και των επιχειρήσεων που ορίζονται στο άρθρο 6 της συλλογικής συμβάσεως σχετικά με τη μετατροπή μέρους των αποδοχών των δημοτικών υπαλλήλων σε εισφορές σε αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα (Tarifvertrag zur Entgeltungwandlung für Arbeitnehmer im Kommunalen öffentlichen Dienst, στο εξής: TV-EUmw/VKA), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε, έως τις 31 Ιανουαρίου 2006, από τις διατάξεις του άρθρου 8 και τις διατάξεις των τίτλων III έως VI της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), και τις υποχρεώσεις που υπέχει, μετά την 1η Φεβρουαρίου 2006, από τις διατάξεις των άρθρων 20 και 23 έως 55 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114).

2        Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή τροποποίησε το αντικείμενο της προσφυγής της, ζητώντας από το Δικαστήριο να διαπιστώσει την προσαπτόμενη παράβαση λόγω της απευθείας συνάψεως, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ένωσης, τέτοιων συμβάσεων μεταξύ, αφενός, ορισμένων δημοτικών αρχών και επιχειρήσεων, οι οποίες απασχολούσαν περισσότερους από 2 044 εργαζομένους κατά τα έτη 2004 και 2005, περισσότερους από 1 827 εργαζομένους κατά τα έτη 2006 και 2007, και περισσότερους από 1 783 εργαζομένους από το 2008 και εξής, και, αφετέρου, των οργανισμών και των επιχειρήσεων που ορίζονται στο άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA.

3        Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή τροποποίησε το αντικείμενο της προσφυγής της, ζητώντας από το Δικαστήριο να διαπιστώσει την προσαπτόμενη παράβαση λόγω της απευθείας συνάψεως, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ένωσης, τέτοιων συμβάσεων από ορισμένες δημοτικές αρχές και επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούσαν περισσότερους από 2 697 εργαζομένους κατά τα έτη 2004 και 2005, και περισσότερους από 2 402 εργαζομένους κατά τα έτη 2006 και 2007.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η νομοθεσία της Ένωσης

Η οδηγία 92/50

4        Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/50 διευκρινίζεται ότι «η παροχή υπηρεσιών καλύπτεται από την οδηγία αυτή μόνον εφόσον βασίζεται σε συμβάσεις [και ότι] η παροχή υπηρεσιών επί άλλων βάσεων, όπως νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις, ή συμβάσεις εργασίας, δεν καλύπτεται».

5        Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, περίπτωση viii, της οδηγίας 92/50, ως «δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών» ορίζονται, στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, οι «συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας [που συνάπτονται] εγγράφως μεταξύ ενός παρέχοντος υπηρεσίες και μιας αναθέτουσας αρχής», εξαιρουμένων, μεταξύ άλλων, των «συμβάσεων απασχόλησης».

6        Κατά το άρθρο 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/50:

«ως “αναθέτουσες αρχές” θεωρούνται το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου, οι ενώσεις που αποτελούνται από έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή δημοσίου δικαίου.

Ως “οργανισμός δημοσίου δικαίου” νοείται κάθε οργανισμός:

–        που δημιουργείται για την ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν [έχει] βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα

και

–        έχει νομική προσωπικότητα και

και

–        χρηματοδοτ[είται] κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος ή από τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ή η διαχείρισή [του] υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς, ή όταν περισσότερο από το ήμισυ των μελών του διοικητικού, του διευθυντικού ή του εποπτικού συμβουλίου [του] διορίζεται από το κράτος, τις περιφερειακές ή τις τοπικές αρχές ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.

[…]»

7        Το άρθρο 7, παράγραφοι 1, 4 και 5, της οδηγίας 92/50 ορίζει:

«1. α) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:

[…]

–        στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που αφορούν τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα I A […] […]

  1. ii)      οι οποίες συνάπτονται από τις οριζόμενες στο άρθρο 1, στοιχείο β΄, αναθέτουσες αρχές, εκτός από τις αναφερόμενες στο παράρτημα I της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1)], και των οποίων η προϋπολογιζόμενη αξία εκτός ΦΠΑ είναι ίση ή ανώτερη του ισόποσου σε ECU των 200 000 ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων.».
[…]
  1. Κατά τον υπολογισμό του προϋπολογιζόμενου ύψους των συμβάσεων για τα ακόλουθα είδη υπηρεσιών λαμβάνονται, κατά περίπτωση, υπόψη:

–        όσον αφορά τις υπηρεσίες ασφάλισης, το καταβλητέο ασφάλιστρο,

[…]
  1. Όταν πρόκειται για συμβάσεις που δεν αναφέρουν συνολική τιμή, ως βάση υπολογισμού του προϋπολογιζόμενου ύψους των συμβάσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη:

–        στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και εφ' όσον η διάρκεια είναι ίση ή μικρότερη των 48 μηνών, η συνολική συμβατική αξία για όλη την αντίστοιχη διάρκεια,

–        στην περίπτωση συμβάσεων αορίστου χρόνου ή διάρκειας μεγαλύτερης των 48 μηνών, η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί 48.»

8        Οι γερμανικές δημοτικές αρχές και επιχειρήσεις δεν αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας 93/36.

9        Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας 92/50, «[οι] συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα I Α συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων III έως IV».

10      Οι τίτλοι στις διατάξεις των οποίων παραπέμπει το άρθρο 8 της οδηγίας 92/50 αφορούν, αντιστοίχως, την επιλογή διαδικασιών σύναψης και κανόνες των διαγωνισμών μελετών (τίτλος III), τους κοινούς κανόνες στον τεχνικό τομέα (τίτλος IV), τους κοινούς κανόνες δημοσιότητας (τίτλος V) και τους κοινούς κανόνες συμμετοχής, τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής και τα κριτήρια συνάψεως των συμβάσεων (τίτλος VI).

11      Στις απαριθμούμενες στο παράρτημα I A της οδηγίας 92/50 «[υ]πηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 8» περιλαμβάνονται, στην κατηγορία 6, οι «[χ]ρηματοπιστωτικές υπηρεσίες», στις οποίες καταλέγονται, υπό το στοιχείο α΄, οι «υπηρεσίες ασφαλίσεων» και, υπό το στοιχείο β΄, οι «τραπεζικές και επενδυτικές υπηρεσίες».

Η οδηγία 2004/18

12      Σύμφωνα με την εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/18:

«Η απασχόληση και η εργασία είναι βασικά στοιχεία για τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους και συμβάλλουν στην κοινωνική ένταξη. Στο πλαίσιο αυτό, τα προγράμματα προστατευόμενων εργαστηρίων και προστατευόμενης απασχόλησης συμβάλλουν αποτελεσματικά στην ένταξη ή επανένταξη των ατόμων με αναπηρίες στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, τα εργαστήρια αυτά ενδέχεται να μην είναι εις θέση να λαμβάνουν συμβόλαια υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού. Συνεπώς, είναι ενδεδειγμένο να προβλεφθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν κατ’ αποκλειστικότητα στα εργαστήρια αυτά το δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων ή να αναθέτουν κατ’ αποκλειστικότητα την εκτέλεση συμβάσεων στο πλαίσιο προγραμμάτων προστατευόμενης απασχόλησης.»

13      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και δ΄, της οδηγίας 2004/18, ως «δημόσιες συμβάσεις» ορίζονται οι «συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας» και ως «δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών» οι «δημόσιες συμβάσεις, πλην των δημόσιων συμβάσεων έργων ή προμηθειών, που έχουν ως αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ».

14      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 2004/18, ως «συμφωνία-πλαίσιο» ορίζεται η «συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ μιας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων, η οποία αποσκοπεί στον καθορισμό των όρων που διέπουν τις συμβάσεις που πρόκειται να συναφθούν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου, ιδίως όσον αφορά τις τιμές και, ενδεχομένως, τις προβλεπόμενες ποσότητες».

15      Ο ορισμός των «αναθετουσών αρχών», κατά το άρθρο 1, παράγραφος 9, της οδηγίας 2004/18, είναι ως επί το πλείστον όμοιος με τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/50.

16      Κατά το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/18, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) είναι ίση προς ή ανώτερη από 249 000 ευρώ. Το ποσό αυτό αυξήθηκε, διαδοχικά, σε 236 000 ευρώ, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1874/2004 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 2004, περί τροποποίησης των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα κατώτατα όρια εφαρμογής κατά τη διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (ΕΕ L 326, σ. 17), και, εν συνεχεία, σε 211 000 ευρώ με τον κανονισμό (ΕΚ) 2083/2005 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2005, για την τροποποίηση των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα κατώτατα όρια εφαρμογής τους κατά τη διαδικασία συνάψεως συμβάσεων (ΕΕ L 333, σ. 28).

17      Το άρθρο 9, παράγραφοι 1, 8 και 9, της οδηγίας 2004/18 ορίζει:

«1.      Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας δημόσιας σύμβασης βασίζεται στο συνολικό πληρωτέο ποσό, εκτός ΦΠΑ, όπως εκτιμάται από την αναθέτουσα αρχή. Στον υπολογισμό αυτό, λαμβάνεται υπόψη το εκτιμώμενο συνολικό ποσό, συμπεριλαμβανομένων κάθε τυχόν δικαιώματος προαιρέσεως ή τυχόν παρατάσεων της συμβάσεως.

[…]
  1. Για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, η αξία που λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της συμβάσεως, είναι, ανάλογα με την περίπτωση, η εξής:

α)      για τα ακόλουθα είδη υπηρεσιών:

  1. i)       ασφαλιστικές υπηρεσίες: το καταβλητέο ασφάλιστρο και οι άλλοι τρόποι αμοιβής·
[…]

β)      για τις συμβάσεις υπηρεσιών που δεν αναφέρουν συνολική τιμή:

  1. i)      στην περίπτωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και εφόσον η διάρκειά τους είναι ίση ή μικρότερη από 48 μήνες: η συνολική εκτιμώμενη αξία για όλη την αντίστοιχη διάρκεια·
  2. ii)      στην περίπτωση συμβάσεων αορίστου χρόνου ή διάρκειας μεγαλύτερης των 48 μηνών: η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί 48.
  3. Για τις συμφωνίες-πλαίσι[α] […], η αξία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η μέγιστη αξία, υπολογιζόμενη χωρίς ΦΠΑ, του συνόλου των συμβάσεων που προβλέπονται για τη συνολική διάρκεια της συμφωνίας-[πλαισίου] […]».

18      Κατά το άρθρο 16, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 2004/18, η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται «στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, οι οποίες αφορούν συμβάσεις εργασίας».

19      Κατά το άρθρο 20 της οδηγίας 2004/18, «[οι] συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες αναφερόμενες στο παράρτημα ΙΙ Α συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 23 έως 55».

20      Τα άρθρα 23 έως 55 της οδηγίας 2004/18 περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες σχετικά με τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα έγγραφα της συμβάσεως (άρθρα 23 έως 27), κανόνες διαδικασίας (άρθρα 28 έως 34), κανόνες δημοσιότητας και διαφάνειας (άρθρα 35 έως 43) και κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας (άρθρα 44 έως 55).

21      Στις απαριθμούμενες στο παράρτημα IΙ A της οδηγίας 2004/18 περιλαμβάνονται, στην κατηγορία 6, οι «χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες», στις οποίες καταλέγονται, υπό το στοιχείο α΄, οι «υπηρεσίες ασφαλίσεων» και, υπό το στοιχείο β΄, οι «τραπεζικές και επενδυτικές υπηρεσίες».

22      Στον κατάλογο των κατά το άρθρο 1, παράγραφος 9, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18 οργανισμών και κατηγοριών οργανισμών δημοσίου δικαίου που απαριθμούνται στο παράρτημα III της οδηγίας αυτής, περιλαμβάνονται, υπό το κεφάλαιο ΙΙΙ, το οποίο αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, «[οι] φορείς, ιδρύματα και οργανισμοί δημοσίου δικαίου που έχουν συσταθεί από το κράτος ή τα ομόσπονδα [κράτη] (Länder) ή τις τοπικές αρχές […]».

 Η εθνική νομοθεσία

23      Το άρθρο 1 του γερμανικού νόμου περί βελτιώσεως των επαγγελματικών συστημάτων ασφαλίσεως γήρατος (Gesetz zur Verbesserung der betrieblichen Altersversorgung) της 19ης Δεκεμβρίου 1974 (BGBl. I, σ. 3610), όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 5 του νόμου της 21ης Δεκεμβρίου 2008 (BGBl. I, σ. 2940, στο εξής: BetrAVG), το οποίο φέρει τον τίτλο «Ανάληψη, από τον εργοδότη, της υποχρεώσεως παροχής επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος»:

«1. Η ανάληψη από τον εργοδότη της υποχρεώσεως επαγγελματικής ασφαλίσεως των εργαζομένων, για γήρας, αναπηρία ή θάνατο, στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας (επαγγελματική ασφάλιση γήρατος), διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η διαχείριση του συστήματος επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος γίνεται είτε από τον εργοδότη είτε από τους αναφερόμενους στο άρθρο 1b, παράγραφοι 2 έως 4, φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο εργοδότης ευθύνεται για την εκπλήρωση των υπεσχημένων παροχών ακόμη και αν δεν έχει αναλάβει τη διαχείριση του συστήματος.

(2)       Σύστημα επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος υφίσταται επίσης σε περίπτωση:

[…]
  1. μετατροπής μελλοντικών αξιώσεων επί αποδοχών σε ισάξια συνταξιοδοτικά δικαιώματα (μετατροπή αποδοχών σε συνταξιοδοτικές εισφορές) ή
  2. κατά την οποία ο εργαζόμενος εισφέρει μέρος των αποδοχών του σε συνταξιοδοτικό οργανισμό ή ταμείο ή σε φορέα ιδιωτικής ασφαλίσεως, προς χρηματοδότηση παροχών χορηγούμενων στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος ασφαλίσεως γήρατος, και ο εργοδότης έχει αναλάβει επίσης την υποχρέωση να καλύπτει τις παροχές που οφείλονται βάσει των εισφορών αυτών· οι διατάξεις περί μετατροπής των αποδοχών εφαρμόζονται mutatis mutandis εφόσον η χρηματοδότηση των παροχών που καλύπτονται από την υποχρέωση του εργοδότη και αντιστοιχούν στις εισφορές αυτές γίνεται με κεφαλαιοποίηση.»

24      Το άρθρο 1a, παράγραφος 1, του BetrAVG, με τίτλο «Αξίωση για επαγγελματική σύνταξη διά της μετατροπής αποδοχών σε συνταξιοδοτικές εισφορές», ορίζει:

«Ο εργαζόμενος δύναται να ζητήσει από τον εργοδότη τη μετατροπή μέρους των μελλοντικών αποδοχών του, έως 4 % επί του ποσού που αποτελεί τη βάση υπολογισμού των βασικών εισφορών στο γενικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, σε εισφορές στο επαγγελματικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού ρυθμίζεται με σύμβαση. Αν η διαχείριση της επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος γίνεται μέσω συνταξιοδοτικού συλλογικού οργανισμού ή ταμείου (άρθρο 1b, παράγραφος 3), η συμμετοχή καταβάλλεται στον οργανισμό ή στο ταμείο· σε αντίθετη περίπτωση, ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει από τον εργοδότη να του παρέχει ιδιωτική ασφάλιση (άρθρο 1b, παράγραφος 2). Ο εργαζόμενος που κάνει χρήση του προαναφερθέντος δικαιώματος καταβάλλει ετησίως, για επαγγελματική ασφάλιση γήρατος, εισφορά τουλάχιστον ίση προς το ένα εξηκοστό της αμοιβής που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του τέταρτου βιβλίου του κοινωνικού κώδικα. Αν ο εργαζόμενος εισφέρει μέρος των αποδοχών του στο επαγγελματικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει, κατά το τρέχον ημερολογιακό έτος, την καταβολή ισόποσων μηνιαίων εισφορών στο σύστημα αυτό.»

25      Το άρθρο 17, παράγραφοι 3 και 5, του BetrAVG, με τίτλο «Προσωπικό πεδίο εφαρμογής και παρεκκλίσεις δυνάμει συλλογικής συμβάσεως», ορίζει:

«3. Παρέκκλιση από τα άρθρα 1a […] του παρόντος νόμου χωρεί βάσει συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Οι κατά παρέκκλιση διατάξεις ισχύουν μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων που δεν συνδέονται με συλλογική σύμβαση εργασίας, εφόσον αυτοί συμφωνούν να ισχύσουν μεταξύ τους οι οικείες διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως. Κατά τα λοιπά, δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος νόμου σε βάρος του εργαζομένου.

[…]

(5) Αν η αξίωση αποδοχών στηρίζεται σε συλλογική σύμβαση, μετατροπή των αποδοχών σε εισφορές είναι δυνατή μόνον αν τούτο προβλέπεται ή επιτρέπεται από συλλογική σύμβαση.»

26      Στις 18 Φεβρουαρίου 2003, συνήφθη μεταξύ της Vereinigung der kommunalen Arbeitgeberverbände (Ομοσπονδία ενώσεων εργοδοτών τοπικής αυτοδιοίκησης, στο εξής: VKA) και της Vereinte Dienstleistungsgewerkschaft eV (ver.di) (ενιαία οργάνωση εργαζομένων στον τομέα της παροχής υπηρεσιών) η TV-EUmw/VKA. Η VKA σύναψε παρόμοια συλλογική σύμβαση με άλλη οργάνωση εργαζομένων, την dbb tarifunion.

27      Τα άρθρα 2 και 3 της TV-EUmw/VKA αφορούν το δικαίωμα των εργαζομένων που υπόκεινται στις συλλογικές συμβάσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 1 να ζητήσουν από τον εργοδότη τους τη μερική μετατροπή, εντός των καθοριζομένων από την BetrAVG ορίων, των μελλοντικών αποδοχών τους σε εισφορές σε αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Κατά το άρθρο 5 της TV-EUmw/VKA, το σχετικό αίτημα υποβάλλεται εγγράφως στον εργοδότη. Επίσης, κατά το ίδιο άρθρο, ο εργαζόμενος δεσμεύεται επί τουλάχιστον ένα έτος από τη σύμβαση που έχει συνάψει με τον εργοδότη του σχετικά με τη μετατροπή μέρους των μελλοντικών αποδοχών του σε εισφορές στο επαγγελματικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος.

28      Το άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA, με τίτλο «Τρόπος υλοποιήσεως», ορίζει:

«Με την επιφύλαξη των εδαφίων 2 έως 3, η μετατροπή αποδοχών σε συνταξιοδοτικές εισφορές, κατά τα οριζόμενα από τον BetrAVG, γίνεται διά της καταβολής τους σε δημόσιους οργανισμούς συμπληρωματικής ασφαλίσεως γήρατος.

Ο εργοδότης δύναται επίσης, στο πλαίσιο του συστήματος επαγγελματικής ασφαλίσεως βάσει του πρώτου εδαφίου, να επιλέξει τους τρόπους υλοποιήσεως που προτείνονται από τον χρηματοοικονομικό όμιλο Sparkasse ή από δημοτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Εφόσον απαιτείται, δύνανται να συμφωνηθούν, με περιφερειακή συλλογική σύμβαση, ρυθμίσεις αποκλίνουσες από τα οριζόμενα στα εδάφια 1 και 2.»

29      Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της TV-EUmw/VKA, η εν λόγω σύμβαση τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2003. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της TV-EUmw/VKA ορίζει ότι η σύμβαση λύεται, κατόπιν τρίμηνης καταγγελίας, στο τέλος του ημερολογιακού έτους, το νωρίτερο στις 31 Δεκεμβρίου 2008.

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

30      Κατόπιν καταγγελίας, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με έγγραφο οχλήσεως της 12ης Οκτωβρίου 2005, ότι, λόγω της απευθείας συνάψεως, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάσεων επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος μεταξύ, αφενός, των ορισμένων δημοτικών αρχών και επιχειρήσεων και, αφετέρου, των οργανισμών και των επιχειρήσεων που ορίζονται στο άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA, το εν λόγω κράτος μέλος ενδέχεται να έχει παραβεί το άρθρο 8, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των τίτλων III έως VI, της οδηγίας 92/50, σε κάθε δε περίπτωση, τις αρχές της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

31      Με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 2006, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβήτησε ότι οι δημοτικές αρχές και επιχειρήσεις έχουν την ιδιότητα της «αναθέτουσας αρχής», κατά την έννοια της οδηγίας 92/50, όταν ενεργούν ως εργοδότες στο πλαίσιο της επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος. Το εν λόγω κράτος μέλος προβάλλει, επίσης, ότι οι επίμαχες ασφαλιστικές συμβάσεις εντάσσονται στις σχέσεις εργασίας και δεν συνιστούν, ως εκ τούτου, δημόσιες συμβάσεις, διότι οι εργοδότες της τοπική αυτοδιοίκησης ενεργούν, στην πραγματικότητα, με την ιδιότητα του οργανισμού πληρωμής στο πλαίσιο της ανταλλαγής παροχών μεταξύ των εργαζομένων που έχουν επιλέξει τη μετατροπή μέρους των αποδοχών τους σε εισφορές σε αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα και των ασφαλιστικών οργανισμών. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστήριξε επίσης ότι η εφαρμογή της σχετικής με τις δημόσιες συμβάσεις νομοθεσίας στη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων παραβιάζει την αυτοτέλεια των κοινωνικών εταίρων, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου (Grundgesetz).

32      Η Επιτροπή, θεωρώντας μη ικανοποιητική την απάντηση αυτή, απέστειλε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την από 4ης Ιουλίου 2006 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία διευκρίνιζε ότι στο εν λόγω κράτος μέλος προσάπτει επίσης παράβαση, μετά την 1η Φεβρουαρίου 2006, των διατάξεων του άρθρου 20 και των άρθρων 23 έως 55 της οδηγίας 2004/18, το περιεχόμενο των οποίων συμπίπτει, κατ’ ουσίαν, με τις διατάξεις της οδηγίας 92/50 τις οποίες η Επιτροπή επικαλέστηκε στο έγγραφο οχλήσεως.

33      Με την από της 15ης Νοεμβρίου 2006 απάντησή της στην ως άνω αιτιολογημένη γνώμη, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επανέλαβε τις απόψεις της, επισυνάπτοντας έκθεση εμπειρογνωμόνων, προκειμένου να αποδείξει ότι το επίμαχο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής. Υποστήριξε ακόμη ότι, εν προκειμένω, δεν συντρέχει υπέρβαση των ορίων εφαρμογής της σχετικής με τις δημόσιες συμβάσεις νομοθεσίας της Ένωσης, διότι κάθε σύμβαση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μεμονωμένα. Τόνισε, τέλος, ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να άρει τυχόν παράβαση της νομοθεσίας της Ένωσης, διότι δεν έχει αρμοδιότητα να απευθύνει διαταγές στους κοινωνικούς εταίρους.

34      Με έγγραφο της 30ής Ιανουαρίου 2007, η Επιτροπή ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πληροφοριακά στοιχεία, προκειμένου να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, αν συντρέχουν λόγοι κοινωνικής πολιτικής που δικαιολογούν, εν προκειμένω, εξαίρεση από τους κανόνες της Ένωσης σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις.

35      Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή. Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με την από 1ης Μαρτίου 2007 απάντησή της, δεν έθεσε υπόψη της κανένα πρόσφορο δικαιολογητικό στοιχείο, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

 Σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής των οδηγιών 92/50 και 2004/18 στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους οργανισμούς ή τις επιχειρήσεις που ορίζονται στο άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA

36      Πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, αν, όπως υποστηρίζουν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καθώς και το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, οι συμβάσεις που συνάπτονται με τους οργανισμούς ή τις επιχειρήσεις που ορίζονται στο άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA (στο εξής: επίμαχες συμβάσεις) δεν εμπίπτουν, λόγω της φύσεως και του σκοπού τους, στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 92/50 και 2004/18. Τα εν λόγω κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι, εν προκειμένω, μπορεί να εφαρμοστεί η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-67/96, Albany (Συλλογή 1999, σ. I-5751), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-222/98, van der Woude (Συλλογή 2000, σ. I‑7111) και επικαλούνται το γεγονός ότι η σύναψη των επίμαχων συμβάσεων γίνεται κατ’ εφαρμογήν συλλογικής συμβάσεως συναφθείσας κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ κοινωνικών εταίρων και, ειδικότερα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6 της TV-EUmw/VKA.

37      Τονίζεται, συναφώς, ότι το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων αναγνωρίζεται τόσο από διατάξεις διαφόρων διεθνών πράξεων στις οποίες τα κράτη μέλη έχουν συνεργαστεί ή προσχωρήσει, όπως είναι το άρθρο 6 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που υπογράφηκε στο Τορίνο στις 18 Οκτωβρίου 1961 και αναθεωρήθηκε στο Στρασβούργο στις 3 Μαΐου 1996, όσο και από πράξεις που έχουν καταρτίσει τα εν λόγω κράτη μέλη σε κοινοτικό επίπεδο ή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι το σημείο 12 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, ο οποίος θεσπίστηκε κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Στρασβούργου στις 9 Δεκεμβρίου 1989, και το άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), ο οποίος, κατά το άρθρο 6 ΣΕΕ, έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες.

38      Από το εν λόγω άρθρο 28 του Χάρτη, σε συνδυασμό με το άρθρο 52, παράγραφος 6, αυτού, προκύπτει ότι, για την προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος της συλλογικής διαπραγματεύσεως, πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη, μεταξύ άλλων, οι εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές.

39      Εξάλλου, κατά το άρθρο 152 ΣΛΕΕ, η Ένωση αναγνωρίζει και προάγει τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων στο επίπεδό της, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών συστημάτων.

40      Τονίζεται, αφετέρου, και οι διάδικοι συμφωνούν επ’ αυτού, ότι η TV-EUmw/VKA επιδιώκει σκοπούς κοινωνικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, σκοπός της TV-EUmw/VKA είναι η βελτίωση των συντάξεων των εργαζομένων με την ανάπτυξη, σύμφωνα με τις επιταγές του BetrAVG, αποταμιευτικών-συνταξιοδοτικών προγραμμάτων διά της μετατροπής μέρους των αποδοχών των ενδιαφερομένων σε εισφορές στα προγράμματα αυτά.

41      Πάντως, ο θεμελιώδης χαρακτήρας του δικαιώματος συλλογικής διαπραγματεύσεως και ο κοινωνικός χαρακτήρας των σκοπών της TV-EUmw/VKA, θεωρούμενης συνολικά, δεν μπορεί να συνεπάγεται αυτοδικαίως την εξαίρεση των εργοδοτών της τοπικής αυτοδιοίκησης από τις επιταγές των οδηγιών 92/50 και 2004/18, διά των οποίων εφαρμόζονται στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων οι αρχές της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

42      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι ρήτρες των συλλογικών συμβάσεων δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C-438/05, International Transport Workers’ Federation και Finnish Seamen’s Union, επονομαζόμενη «Viking Line», Συλλογή 2007, σ. I-10779, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43      Εξάλλου, η άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, όπως είναι το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως, μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Viking Line, σκέψη 44, και απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-341/05, Laval un Partneri, Συλλογή 2007, σ. I-11767, σκέψη 91). Ειδικότερα, μολονότι στη Γερμανία το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως καλύπτεται, βεβαίως, από τη συνταγματική προστασία που παρέχει το άρθρο 9, παράγραφος 3, του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι για την προστασία και βελτίωση των συνθηκών εργασίας και των οικονομικών συνθηκών, εντούτοις δεν αμφισβητείται ότι, κατά το άρθρο 28 του Χάρτη, το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

44      Επομένως, η άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος της συλλογικής διαπραγματεύσεως πρέπει να συμβιβάζεται με τις επιταγές που απορρέουν από τις ελευθερίες τις οποίες προστατεύει η Συνθήκη ΛΕΕ και στην εφαρμογή των οποίων κατατείνουν εν προκειμένω οι οδηγίες 92/50 και 2004/18, και να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Viking Line, σκέψη 46, και Laval un Partneri, σκέψη 94).

45      Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει, με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Albany και van der Woude, ότι συλλογική σύμβαση συναφθείσα μεταξύ των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των εργοδοτών και των εργαζομένων, η οποία προβλέπει, σε συγκεκριμένο τομέα, σύστημα συμπληρωματικής ασφαλίσεως υπό τη διαχείριση συνταξιοδοτικού ταμείου στο οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική, δεν εμπίπτει στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, παρά τα περιοριστικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα που είναι σύμφυτα με αυτή.

46      Πάντως, η συλλογιστική αυτή δεν προδικάζει την επίλυση του διαφορετικού ζητήματος που ανέκυψε στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, δηλαδή της τηρήσεως των κανόνων της Ένωσης, με την εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, όσον αφορά τον ορισμό των ασφαλιστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με την υλοποίηση του επίμαχου μέτρου της μετατροπής των αποδοχών, στο πλαίσιο συλλογικής συμβάσεως εργασίας συναφθείσας με εργοδότες του δημοσίου τομέα.

47      Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παράβαση των οδηγιών διά των οποίων εφαρμόζονται οι αρχές της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων είναι σύμφυτη με την αυτοτέλεια των κοινωνικών εταίρων και την άσκηση του δικαιώματος συλλογικής διαπραγματεύσεως (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Viking Line, σκέψη 52).

48      Περαιτέρω, το γεγονός ότι μια συμφωνία ή μια δραστηριότητα εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής των σχετικών με τον ανταγωνισμό διατάξεων της Συνθήκης δεν συνεπάγεται ότι η εν λόγω συμφωνία ή δραστηριότητα εξαιρείται και από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των οδηγιών αυτών, διότι οι αντίστοιχες προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων διαφέρουν (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Viking Line, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

49      Τονίζεται, τέλος, ότι, σε αντίθεση με τον σκοπό της βελτιώσεως των συντάξεων των δημοτικών υπαλλήλων, επί του οποίου έχουν συμφωνήσει οι κοινωνικοί εταίροι, ο καθορισμός συγκεκριμένων οργανισμών και επιχειρήσεων με συλλογική σύμβαση, όπως συνέβη εν προκειμένω, δεν περιλαμβάνεται στον πυρήνα του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγματεύσεως.

50      Κατόπιν των προεκτεθέντων, το γεγονός ότι η σύναψη των επίμαχων συμβάσεων γίνεται κατ’ εφαρμογή συλλογικής συμβάσεως δεν συνεπάγεται αφεαυτού εξαίρεση της συγκεκριμένης περιπτώσεως από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 92/50 και 2004/18.

51      Τίθεται, συνεπώς, το ζήτημα του αν οι απαιτήσεις που απορρέουν από τον κοινωνικό σκοπό τον οποίον επιδιώκουν οι μετέχοντες στη συλλογική διαπραγμάτευση είναι συμβατές με τις απαιτήσεις των οδηγιών 92/50 και 2004/18.

52      Για να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αυτό πρέπει να διαπιστωθεί προηγουμένως, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, αν, κατά τη διαμόρφωση του περιεχομένου του άρθρου 6 της TV-EUmw/VKA, βάσει του οποίου συνήφθησαν, όπως αναφέρει η Επιτροπή στην προσφυγή της, οι επίμαχες συμβάσεις, ελήφθησαν ισόρροπα υπόψη, αφενός, τα επιδιωκόμενα συμφέροντα, δηλαδή η βελτίωση των συντάξεων των ενδιαφερομένων εργαζομένων, και, αφετέρου, η εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και το άνοιγμα στον ανταγωνισμό σε επίπεδο Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C-112/00, Schmidberger, Συλλογή 2003, σ. I-5659, σκέψεις 81 και 82).

53      Συναφώς, το άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA αποτελεί, βεβαίως, μέρος συλλογικής συμβάσεως, η οποία, όπως τονίστηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, επιδιώκει εν γένει σκοπούς κοινωνικού χαρακτήρα, πλην όμως, όπως διαπίστωσε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 176 των προτάσεών της, το εν λόγω άρθρο αποκλείει απολύτως και επ’ αόριστον την εφαρμογή των κανόνων των οδηγιών 92/50 και 2004/18 στα αποταμιευτικά-συνταξιοδοτικά προγράμματα των δημοτικών υπαλλήλων, πράγμα που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί.

54      Το εν λόγω κράτος μέλος προβάλλει, όμως, πρώτον, ότι το άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA είναι απόρροια της λύσεως στην οποία τα μέρη της συλλογικής συμβάσεως κατέληξαν από κοινού, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντά τους. Επισημαίνει ότι η διά της συμβάσεως αυτής επιλογή των οργανισμών και επιχειρήσεων στους οποίους μπορεί αποκλειστικά να ανατεθεί η υλοποίηση του ισχύοντος για τους εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση μέτρου της μετατροπής των αποδοχών καθιστά δυνατή τη συμμετοχή των εργαζομένων και ευνοεί περισσότερο τα συμφέροντά τους σε σχέση με το αν ο ασφαλιστής ή οι ασφαλιστές επιλέγονταν από τον κάθε εργοδότη χωριστά κατόπιν διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως.

55      Πλην όμως, η εφαρμογή των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων μπορεί να συμβιβαστεί με τους μηχανισμούς που προβλέπει το γερμανικό κοινωνικό δίκαιο, προς εξασφάλιση, σε επίπεδο δημοτικής αρχής ή δημοτικής επιχειρήσεως, της συμμετοχής των εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους στην επιλογή του οργανισμού ή των οργανισμών στους οποίους θα ανατεθεί η υλοποίηση του μέτρου της μετατροπής των αποδοχών, πράγμα που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβήτησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

56      Κατά τα λοιπά, η εφαρμογή των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων δεν αποκλείει να περιλαμβάνει η προκήρυξη του διαγωνισμού όρους που να διασφαλίζουν τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων εργαζομένων.

57      Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υποστηριζόμενη στο σημείο αυτό από το Βασίλειο της Δανίας, προβάλλει ότι οι προσφορές των οριζόμενων στο άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA οργανισμών και επιχειρήσεων στηρίζονται στην αρχή της αλληλεγγύης. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τονίστηκε ότι, χάρη στη συγκέντρωση κινδύνων, η ασφαλιστική σύμβαση επιτρέπει την αντιστάθμιση μεταξύ «μεγάλων» και «μικρών» κινδύνων, ειδικότερα όταν οι παροχές της συντάξεως γήρατος καταβάλλονται υπό μορφή ισόβιας προσόδου, έως τον θάνατο του δικαιούχου. Τονίστηκε, ακόμη, ότι οι εν λόγω οργανισμοί και επιχειρήσεις δεν προβαίνουν σε επιλογή των ενδιαφερομένων να ασφαλιστούν βάσει ιατρικών κριτηρίων.

58      Πάντως, επισημαίνεται, συναφώς, ότι η διατήρηση των στοιχείων αυτών αλληλεγγύης δεν είναι εξ ορισμού ασύμβατη με την εφαρμογή διαδικασίας αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως. Η συγκέντρωση κινδύνων, που αποτελεί τη βάση κάθε ασφαλιστικής δραστηριότητας, μπορεί, όντως, να διασφαλιστεί από ασφαλιστικό οργανισμό ή επιχείρηση που θα επιλεγεί κατόπιν διαγωνισμού σε επίπεδο Ένωσης. Εξάλλου, καμία διάταξη των σχετικών με τις δημόσιες συμβάσεις οδηγιών δεν απαγορεύει στον εργοδότη της τοπικής αυτοδιοίκησης να συμπεριλάβει στην προκήρυξη του διαγωνισμού όρους που να απαγορεύουν ή να οριοθετούν την επιλογή ενδιαφερομένων για το μέτρο της μετατροπής των αποδοχών εργαζομένων βάσει ιατρικών κριτηρίων.

59      Τρίτον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην πείρα και στην οικονομική ευρωστία των οριζόμενων στο άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA οργανισμών και επιχειρήσεων. Προβάλλει, επιπλέον, ότι η επιλογή των συγκεκριμένων οργανισμών και επιχειρήσεων καθιστά το μέτρο της μετατροπής των αποδοχών ελκυστικό για τους εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση.

60      Ωστόσο, εκτός του ότι οι σχετικές με τις δημόσιες συμβάσεις οδηγίες της Ένωσης επιτρέπουν στις αναθέτουσες αρχές να βεβαιώνονται για την επαγγελματική ικανότητα και την οικονομική ευρωστία των υποψηφίων, δεν μπορεί να γίνει εξ ορισμού δεκτό ότι οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις πέραν των οριζόμενων στο εν λόγω άρθρο 6 δεν διαθέτουν πείρα και οικονομική ευρωστία.

61      Συναφώς, τονίζεται, ειδικότερα, ότι, δυνάμει της οδηγίας 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 345, σ. 1), οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες ομαδικών ασφαλίσεων υπόκεινται σε κανόνες εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης, σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της οικονομικής ευρωστίας τους.

62      Οι φορείς επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος υπόκεινται σε κανόνες της ίδιας φύσεως σύμφωνα με την οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΕΕ L 235, σ. 10). Οι κανόνες αυτοί, που ισχύουν σε επίπεδο Ένωσης, έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν υψηλό επίπεδο ασφαλείας για τους μελλοντικούς συνταξιούχους που θα είναι αποδέκτες των παροχών τους (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, C-343/08, Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Τσεχικής Δημοκρατίας, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 45).

63      Πρέπει, ακόμη, να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν συνάψει απευθείας, χωρίς διαγωνισμό, ασφαλιστικές συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 6, τρίτο εδάφιο, της TV-EUmw/VKA, με οργανισμούς οι οποίοι δεν αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο 6, πρώτο και δεύτερο εδάφιο. Κατά τη δίκη δεν αποδείχθηκε, ούτε καν υποστηρίχθηκε, ότι, λόγω του γεγονότος αυτού, θίχθηκαν τα συμφέροντα των εργαζομένων τους οποίου αφορά το μέτρο της μετατροπής των αποδοχών.

64      Τέταρτον, το εν λόγω κράτος μέλος τονίζει ότι το άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA παρέχει τους εργοδότες τη δυνατότητα να αποφύγουν τη διεξαγωγή, για κάθε αρχή ή επιχείρηση, χωριστής διαδικασίας επιλογής οργανισμού ή οργανισμών για τη διαχείριση του μέτρου της μετατροπής των αποδοχών. Εξάλλου, τα έξοδα διαχείρισης που χρεώνουν οι οριζόμενοι στο άρθρο 6 οργανισμοί και επιχειρήσεις είναι χαμηλά.

65      Τα επιχειρήματα αυτά δεν δικαιολογούν, πάντως, τη μη εφαρμογή των διατάξεων και των διαδικασιών που διασφαλίζουν, προς το συμφέρον των κοινοτικών εργοδοτών και των εργαζομένων τους, την πρόσβαση σε ευρεία επιλογή υπηρεσιών σε επίπεδο Ένωσης.

66      Κατόπιν των προεκτεθέντων στις σκέψεις 53 έως 65 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι η τήρηση των σχετικών με τις δημόσιες συμβάσεις οδηγιών μπορεί να συμβιβαστεί με την υλοποίηση του κοινωνικού σκοπού τον οποίον επιδιώκουν οι συμβαλλόμενοι στην TV-EUmw/VKA κατά την άσκηση του δικαιώματός τους συλλογικής διαπραγματεύσεως.

67      Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί αν, στην περίπτωση των επίμαχων συμβάσεων, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οδηγιών 92/50 και 2004/18.

 Επί του χαρακτηρισμού των επίμαχων συμβάσεων ως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών κατά την έννοια των οδηγιών 92/50 και 2004/18

68      Σημειωτέον, καταρχάς, ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι οι επίμαχες συμβάσεις αφορούν την παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών κατά την έννοια της κατηγορίας 6, στοιχείο α΄, του παραρτήματος I A της οδηγίας 92/50 ή του παραρτήματος II A της οδηγίας 2004/18.

69      Δεν αμφισβητείται επίσης ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν συναφθεί εγγράφως, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/50 ή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2004/18.

70      Αντιθέτως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο της Σουηδίας, αμφισβητεί, πρώτον, ότι πληρούνται εν προκειμένω οι λοιπές προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των συμβάσεων αυτών ως «δημοσίων συμβάσεων» κατά την έννοια των εν λόγω οδηγιών.

71      Υποστηρίζει ότι οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν ενεργούν ως αναθέτουσες αρχές, διότι απλώς εφαρμόζουν, στον τομέα της επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος, τα προβλεπόμενα από συλλογική σύμβαση, χωρίς να διαθέτουν εξουσία λήψεως αποφάσεων, ώστε να μπορούν να επιλέξουν τον υποψήφιο της προτιμήσεώς τους.

72      Υποστηρίζει, ακόμη, ότι οι επίμαχες συμβάσεις δεν αποτελούν συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας. Συγκεκριμένα, σχέση οικονομικής συναλλαγής υφίσταται μόνο μεταξύ του ασφαλιστικού οργανισμού και του εργαζομένου που έχει επιλέξει να υπαχθεί στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών. Ο εργοδότης απλώς καταβάλλει στον εν λόγω οργανισμό, για λογαριασμό του εργαζομένου, τα ασφάλιστρα που έχει παρακρατήσει από τις αποδοχές του εργαζομένου, στο πλαίσιο του μέτρου αυτού. Σκοπός των συμβάσεων αυτών είναι η εφαρμογή μέτρου ευνοϊκού για τους εργαζομένους και όχι η σύναψη συμβάσεως με δικαιούχο το Δημόσιο.

73      Συναφώς, υ πενθυμίζεται, πρώτον, ότι ούτε το άρθρο 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/50 ούτε το άρθρο 1, παράγραφος 9, της οδηγίας 2004/18 διακρίνουν μεταξύ δημοσίων συμβάσεων που συνάπτονται από την αναθέτουσα αρχή προς εκπλήρωση της αποστολής της να ικανοποιεί ανάγκες γενικού συμφέροντος και δημοσίων συμβάσεων μη σχετιζόμενων με την αποστολή αυτή. Η διάκριση αυτή θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό των οδηγιών αυτών, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή του κινδύνου να προτιμηθούν οι ημεδαποί υποψήφιοι σε κάθε περίπτωση συνάψεως συμβάσεως με τις αναθέτουσες αρχές (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-44/96, Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I-73, σκέψεις 32 και 33).

74      Υπενθυμίζεται, περαιτέρω, ότι η TV-EUmw/VKA, και ειδικότερα το άρθρο 6 αυτής, διαμορφώθηκαν κατόπιν διαπραγματεύσεων στις οποίες μετείχαν, μεταξύ άλλων, οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι εν λόγω εργοδότες επηρέασαν συνεπώς, έστω εμμέσως, το περιεχόμενο του άρθρου αυτού.

75      Τέλος, η προϋπόθεση ότι πρέπει να πρόκειται για συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας επιβάλλει να εξεταστεί αν οι επίμαχες συμβάσεις προσπορίζουν άμεσο οικονομικό όφελος στους εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης που τις συνάπτουν (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 25ης Μαρτίου 2010, C-451/08, Helmut Müller, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 48 και 49).

76      Σημειωτέον, συναφώς, ότι, στον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως προκύπτει από το άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA, ο εργοδότης υποχρεούται να προβαίνει στην υλοποίηση του μέτρου της μετατροπής των αποδοχών μέσω των δημοσίων οργανισμών που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού ή, εναλλακτικώς, να επιλέξει κάποιον από τους τρόπους υλοποιήσεως που προτείνονται από τις επιχειρήσεις που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου.

77      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του BetrAVG, ο εργοδότης «ευθύνεται για την εκπλήρωση των υπεσχημένων παροχών ακόμη και αν δεν έχει αναλάβει τη διαχείριση του συστήματος».

78      Επομένως, ο εργοδότης της τοπικής αυτοδιοίκησης διαπραγματεύεται τους όρους της συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως με ασφαλιστή ο οποίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις εποπτείας που διασφαλίζουν την οικονομική ευρωστία του. Με τις υπηρεσίες του αυτές, ο ασφαλιστής παρέχει στον εργοδότη τη δυνατότητα να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για ορθή εφαρμογή του συγκεκριμένου τρόπου ετεροχρονισμένης καταβολής αποδοχών, υποχρέωση την οποία έχει αναλάβει στο πλαίσιο του μέτρου της μετατροπής των αποδοχών. Επίσης, ο εργοδότης δεν επιβαρύνεται με τη διαχείριση του συγκεκριμένου μέτρου.

79      Στο πλαίσιο τέτοιας συμβάσεως, ο εργοδότης της τοπικής αυτοδιοίκησης καταβάλλει στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ή επιχείρηση τα ποσά των ασφαλίστρων, τα οποία έχει παρακρατήσει από τις αποδοχές που οφείλει στον εργαζόμενο, με αντάλλαγμα την παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο της υποχρεώσεως που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του BetrAVG να μεριμνά για τη χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών στους εργαζομένους που έχουν επιλέξει το μέτρο της μετατροπής των αποδοχών.

80      Το γεγονός ότι τελικοί δικαιούχοι των συνταξιοδοτικών παροχών είναι οι εργαζόμενοι που έχουν υπαχθεί στο συγκεκριμένο μέτρο δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως αυτής ως εξ επαχθούς αιτίας.

81      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υποστηριζόμενη στο σημείο αυτό από το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, προβάλλει, δεύτερον, ότι η εξαίρεση του άρθρου 1, στοιχείο α΄, περίπτωση viii, της οδηγίας 92/50, για τις συμβάσεις απασχόλησης, και του άρθρου 16, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 2004/18, για τις συμβάσεις εργασίας, καλύπτει κάθε παροχή υπηρεσίας η οποία στηρίζεται, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, σε τέτοια σύμβαση ή σε συλλογική σύμβαση της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο και η οποία εμπίπτει, λόγω αντικειμένου, στο εργατικό δίκαιο.

82      Βάσει, όμως, των στοιχείων που παρατίθενται στις σκέψεις 4 και 12 της παρούσας αποφάσεως, η εξαίρεση αυτή, η οποία συνιστά παρέκκλιση από την εφαρμογή των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών και, συνεπώς, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά, δεν καλύπτει υπηρεσίες οι οποίες, όπως εν προκειμένω, δεν στηρίζονται σε σύμβαση εργασίας, αλλά σε σύμβαση μεταξύ εργοδότη και ασφαλιστικής επιχειρήσεως, και, επιπλέον, δεν σχετίζονται με την ειδική μέριμνα που εκφράζει ο νομοθέτης της Ένωσης στην εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/18.

 Σχετικά με τον προσδιορισμό της αξίας της συμβάσεως και με την υπέρβαση των ορίων εφαρμογής των οδηγιών 92/50 και 2004/18

83      Σημειωτέον, καταρχάς, ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμφωνεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τα όρια των 236 000 ευρώ και των 211 000 ευρώ, τα οποία καθόρισε η Επιτροπή, αντιστοίχως, για τα έτη 2004 και 2005 και για τα έτη 2006 και 2007, προκειμένου να διαπιστωθεί, στην υπό κρίση υπόθεση, ποιες συμβάσεις εμπίπτουν, λόγω της αξίας τους, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50 ή της οδηγίας 2004/18.

84      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί, αντιθέτως, την ακρίβεια της μεθόδου που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για τον υπολογισμό του αριθμού των εργαζομένων πέραν του οποίου θεωρείται ότι οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν συνάψει ασφαλιστικές συμβάσεις των οποίων η αξία είναι ίση με ή υπερβαίνει τα όρια εφαρμογής της οδηγίας 92/50 ή της οδηγίας 2004/18.

85      Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει, πρώτον, ότι, εν προκειμένω, η αξία της συμβάσεως, κατά την έννοια των οδηγιών αυτών, πρέπει να υπολογιστεί αποκλειστικά με βάση το ποσό των εξόδων διαχειρίσεως που χρεώνει η επιχείρηση ως αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και όχι το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων που καταβάλλονται στο πλαίσιο της μετατροπής των αποδοχών σε ασφαλιστικές εισφορές, διότι το ποσό αυτό είναι, στην πράξη, αδύνατον να προσδιοριστεί με ακρίβεια κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως.

86      Συναφώς, επισημαίνεται, πάντως, ότι, όσον αφορά τις συμβάσεις παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών, κατά την έννοια της κατηγορίας 6, στοιχείο α΄, των παραρτημάτων I A της οδηγίας 92/50 ή II A της οδηγίας 2004/18, τόσο το άρθρο 7, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/50 όσο και το άρθρο 9, παράγραφος 8, στοιχείο α΄, περίπτωση i, της οδηγίας 2004/18 ορίζουν ότι το «καταβλητέο ασφάλιστρο» αποτελεί το στοιχείο βάσει του οποίου προϋπολογίζεται η αξία της οικείας συμβάσεως.

87      Κατά συνέπεια, όσον αφορά τις υπηρεσίες επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος, η «εκτιμώμενη αξία», κατά την έννοια των διατάξεων που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη, αντιστοιχεί, όπως ορθώς έκρινε η Επιτροπή, στην εκτιμώμενη αξία των ασφαλίστρων, ήτοι, εν προκειμένω, στο ποσό που έχει παρακρατηθεί, βάσει του μέτρου της μετατροπής, από τις αποδοχές των ενδιαφερόμενων εργαζομένων της οικείας δημοτικής αρχής ή επιχειρήσεως προς χρηματοδότηση μελλοντικών παροχών στο πλαίσιο της επαγγελματικής ασφαλίσεως γήρατος. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω ασφάλιστρα αποτελούν, εν προκειμένω, την κύρια αντιπαροχή για τις υπηρεσίες που παρέχει ο ασφαλιστικός οργανισμός ή επιχείρηση στον εργοδότη της τοπικής αυτοδιοίκησης.

88      Σε ένα πλαίσιο όπως αυτό της υπό κρίση υποθέσεως, όπου, κατά τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως, δεν υφίσταται συγκεκριμένη ένδειξη σχετικά με τη συνολική αξία των ασφαλίστρων αυτών, λόγω δυνατότητας που παρέχεται σε κάθε εργαζόμενο να επιλέξει αν θα υπαχθεί στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών και λόγω της μεγάλης, αλλά και απροσδιόριστης διάρκειας της εν λόγω συμβάσεως, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τόσο το άρθρο 7, παράγραφος 5, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 92/50 όσο και το άρθρο 9, παράγραφος 8, στοιχείο β΄, περίπτωση ii, της οδηγίας 2004/18 επιβάλλουν να λαμβάνεται υπόψη ως βάση υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας της συμβάσεως «η μηνιαία αξία πολλαπλασιαζόμενη επί 48».

89      Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 150 των προτάσεών της, η Επιτροπή, ενεργώντας εν προκειμένω ορθώς, στήριξε, καταρχάς, τους υπολογισμούς της, όπως άλλωστε όφειλαν να πράξουν και οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης, στη μέση μηνιαία αξία των μετατρεπόμενων αποδοχών, πολλαπλασιασμένη επί 48, εν συνεχεία, προσδιόρισε, βάσει του γινομένου αυτού, πόσοι εργαζόμενοι πρέπει να υπαχθούν στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών για να υπάρξει υπέρβαση των ορίων εφαρμογής των σχετικών με τις δημόσιες συμβάσεις κανόνων της Ένωσης και, τέλος, καθόρισε, βάσει εκτιμήσεως του ποσοστού συμμετοχής των δημοτικών υπαλλήλων στο επίμαχο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών, τον αριθμό των εργαζομένων πέραν του οποίου θεωρείται ότι οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν συνάψει συμβάσεις των οποίων η αξία είναι ίση προς ή υπερβαίνει τα προαναφερθέντα όρια εφαρμογής.

90      Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κακώς δεν έλαβε υπόψη της, κατά τους υπολογισμούς της, το γεγονός που επισημάνθηκε ήδη κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία ότι ορισμένοι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης, ενόψει της εφαρμογής του μέτρου της μετατροπής των αποδοχών στην αντίστοιχη δημοτική αρχή ή επιχείρηση, συνήψαν πολλές συμβάσεις με διαφορετικούς οργανισμούς ή επιχειρήσεις. Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η Επιτροπή έπρεπε, ως εκ τούτου, να υπολογίσει την εκτιμώμενη αξία της συμβάσεως με βάση την αξία εκάστης ασφαλιστικής συμβάσεως που έχει συνάψει ο εργοδότης της τοπικής αυτοδιοίκησης.

91      Πάντως, ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης κατέφυγαν στην πρακτική αυτή και ανεξαρτήτως του αν οι επίμαχες συμβάσεις αποτελούν –σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Επιτροπής, τον οποίο αντικρούει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας– συμφωνίες-πλαίσια, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 2004/18, από τη διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το οποίο θεσπίζει γενικό κανόνα υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας μιας δημοσίας συμβάσεως, προκύπτει ότι ο υπολογισμός αυτός στηρίζεται στην εκτιμηθείσα από την αναθέτουσα αρχή «συνολική αξία» της συμβάσεως.

92      Εν προκειμένω, ο σχετικός υπολογισμός πρέπει, κατά συνέπεια, να στηριχθεί στην εκτιμώμενη συνολική αξία της συμβάσεως με αντικείμενο την επαγγελματική ασφάλιση γήρατος στην οικεία δημοτική αρχή ή επιχείρηση, όπως η αξία αυτή προκύπτει από τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται κατόπιν μετατροπής των αποδοχών.

93      Όπως προβάλλει η Επιτροπή, στην περίπτωση των συμβάσεων αυτών, οι οποίες έχουν εκ φύσεως ένα μόνον αντικείμενο, ο προτεινόμενος από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπολογισμός βάσει του αριθμού των ασφαλιστικών συμβάσεων που έχει συνάψει ο οικείος εργοδότης της τοπικής αυτοδιοίκησης θα συνεπαγόταν τεχνητή κατάτμηση της συμβάσεως, με συνέπεια να καθίσταται ανεφάρμοστη η σχετική με τις δημόσιες συμβάσεις νομοθεσία της Ένωσης, παρά το γεγονός ότι η εκτιμώμενη συνολική αξία της ισούται με ή υπερβαίνει το όριο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας.

94      Εξάλλου, ο τρόπος αυτός υπολογισμού δεν είναι συμβατός με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι, κατά τη σύναψη των επιμέρους συμβάσεων, η αξία εκάστης δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί ούτε κατ’ εκτίμηση, διότι μόνον κατά προσέγγιση μπορεί να προβλεφθούν οι συνέπειες που θα έχει στις οικείες επιχειρήσεις η επιλογή στην οποία θα προβεί στο μέλλον ο εργαζόμενος που επιθυμεί να υπαχθεί στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών. Συνεπώς, ο υπολογισμός αυτός, ο οποίος στηρίζεται σε απλή μαθηματική διαίρεση της συνολικής εκτιμώμενης αξίας της συμβάσεως με τον αριθμό των μελλοντικών ασφαλιστικών συμβάσεων ενδέχεται να έχει ως συνέπεια την εξαίρεση όλων των συμβάσεων από την εφαρμογή των σχετικών με τις δημόσιες συμβάσεις κανόνων της Ένωσης, παρά το γεγονός ότι, στη συνέχεια, η αξία ορισμένων από αυτές ενδέχεται να είναι ίση προς ή να υπερβαίνει τα όρια εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων, λόγω του αριθμού των εργαζομένων που έχουν υπαχθεί στο επίμαχο μέτρο και του ύψους των ασφαλίστρων που έχουν καταβληθεί στην οικεία επιχείρηση.

95      Τρίτον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβήτησε σε όλα τα στάδια της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου, την ακρίβεια των αριθμητικών στοιχείων βάσει των οποίων η Επιτροπή υπολόγισε το ποσοστό των δημοτικών υπαλλήλων που έχουν υπαχθεί στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών.

96      Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, σε όλα τα στάδια της δίκης, η Επιτροπή στήριξε τον υπολογισμό της στα πλέον αξιόπιστα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σχετικά με το ποσοστό συμμετοχής των δημοτικών υπαλλήλων στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών και, για τον λόγο αυτόν, τροποποίησε το αντικείμενο της προσφυγής της, όπως περιγράφεται στη σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά τα έτη 2004 έως 2007.

97      Συναφώς, τονίζεται, καταρχάς, ότι αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς είναι οι επίμαχες συμβάσεις που έχουν συναφθεί μετά την προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, δηλαδή μετά τις 4 Σεπτεμβρίου 2006, δεδομένου ότι η ανάθεση των συμβάσεων αυτών είναι απόρροια ενεργειών όμοιων με αυτές στις οποίες αναφέρεται η αιτιολογημένη γνώμη (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1983, 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1983, σ. 1013, σκέψη 20, της 4ης Φεβρουαρίου 1988, C-113/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1988, σ. 607, σκέψη 11, και της 9ης Νοεμβρίου 2006, C‑236/05, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2006, σ. I‑10819, σκέψη 12).

98      Αντιθέτως, η Επιτροπή, αποφασίζοντας, κατά τους υπολογισμούς στους οποίους προέβη στο πλαίσιο της δίκης, να επεκτείνει σε όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα τα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν το 2006, εντός του οποίου έληξε η προαναφερθείσα προθεσμία, δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι οι εργοδότες της τοπικής αυτοδιοίκησης μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία των επίμαχων συμβάσεων του 2004 ή του 2005 μόνο βάσει στοιχείων για τα έτη αυτά. Κατά συνέπεια, για τους σχετικούς με τα έτη 2004 και 2005 υπολογισμούς, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της μόνον τα αντίστοιχα για το κάθε έτος αριθμητικά στοιχεία.

99      Από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με το υπόμνημα ανταπαντήσεως προκύπτει ότι τα στοιχεία αυτά έχουν ως εξής, όσον αφορά, αντιστοίχως, το μέσο μηνιαίο μετατρεπόμενο ποσό αποδοχών ανά εργαζόμενο και το ποσοστό συμμετοχής των δημοτικών υπαλλήλων στο μέτρο της μετατροπής των αποδοχών:

–        για το 2004: 77,95 ευρώ και 1,40 %, και

–        για το 2005: 89,14 ευρώ και 1,76 %.

100    Βάσει των στοιχείων αυτών και της εφαρμοστέας μεθόδου υπολογισμού, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 89 της παρούσας αποφάσεως, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως διαπιστώνεται παράβαση λόγω της συνάψεως ασφαλιστικών συμβάσεων, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ένωσης, μεταξύ των οργανισμών ή των επιχειρήσεων που ορίζονται στο άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA και:

–        δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 4 505 εργαζομένων για το 2004,

–        δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 3 133 εργαζομένων για το 2005, καθώς και

–        δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 2 402 εργαζομένων για το 2006.

101    Τέταρτον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι οι Δήμοι του Βερολίνου, της Βρέμης και του Αμβούργου κακώς θεωρήθηκαν μέλη της περιφερειακής ενώσεως VKA και, συνεπώς, περιλήφθηκαν στο πεδίο εφαρμογής της TV-EUmw/VKA.

102    Σημειωτέον, συναφώς, ότι, κατόπιν διευκρινίσεων που παρέσχε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά τη δίκη, η Επιτροπή δεν συμπεριέλαβε τον Δήμο του Βερολίνου στο αντικείμενο της προσφυγής.

103    Αντιθέτως, όσον αφορά τους Δήμους της Βρέμης και του Αμβούργου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως, οι δήμοι αυτοί είναι μέλη, αντιστοίχως, της Kommunaler Arbeitgeberverband Bremen eV (ένωση εργοδοτών τοπικής αυτοδιοίκησης Βρέμης) και της Arbeitsrechtliche Vereinigung Hamburg eV (ένωση εργατικού δικαίου Αμβούργου), οι οποίες είναι μέλη της VKA.

104    Εξάλλου, το εν λόγω κράτος μέλος δεν στοιχειοθέτησε τον ισχυρισμό που διατυπώνει με το υπόμνημα ανταπαντήσεως ότι οι υπάλληλοι των δύο αυτών δήμων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της TV-EUmw/VKA, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος που ισχύει για τα μέλη των δύο περιφερειακών ενώσεων για τις οποίες έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.

105    Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι, λόγω της συνάψεως, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ένωσης, συμβάσεων ασφαλίσεως γήρατος μεταξύ των οργανισμών ή των επιχειρήσεων που ορίζονται στο άρθρο 6 της TV-EUmw/VKA και δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 4 505 εργαζομένων για το 2004, δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 3 133 εργαζομένων για το 2005, δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 2 402 εργαζομένων για το 2006 και το 2007, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε έως τις 31 Ιανουαρίου 2006 από τις διατάξεις του άρθρου 8 και τις διατάξεις των τίτλων III έως VI της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ και τις υποχρεώσεις που υπέχει μετά την 1η Φεβρουαρίου 2006 από τις διατάξεις των άρθρων 20 και 23 έως 55 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.

106    Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά.

 Επί των δικαστικών εξόδων

107    Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκαν μερικώς, φέρει έκαστη τα δικαστικά της έξοδα.

108    Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, που παρενέβησαν στη δίκη, φέρουν έκαστο τα δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

1)      Λόγω της συνάψεως, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάσεων ασφαλίσεως γήρατος μεταξύ, αφενός, των οργανισμών ή των επιχειρήσεων που ορίζονται στο άρθρο 6 της συλλογικής συμβάσεως σχετικά με τη μετατροπή μέρους των αποδοχών των δημοτικών υπαλλήλων σε εισφορές σε επαγγελματικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος (Tarifvertrag zur Entgeltungwandlung für Arbeitnehmer im Kommunalen öffentlichen Dienst), και, αφετέρου, δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 4 505 εργαζομένων για το 2004, δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 3 133 εργαζομένων για το 2005 καθώς και δημοτικών αρχών ή επιχειρήσεων που αριθμούσαν πλέον των 2 402 εργαζομένων για το 2006 και το 2007, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε έως τις 31 Ιανουαρίου 2006 από τις διατάξεις του άρθρου 8 και τις διατάξεις των τίτλων III έως VI της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, και τις υποχρεώσεις που υπέχει μετά την 1η Φεβρουαρίου 2006 από τις διατάξεις των άρθρων 20 και 23 έως 55 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών.

2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

3)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

(υπογραφές)

* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.