Υπόθεση C-546/09 Aurubis Balgaria AD κατά Nachalnik na Mitnitsa Stolichna, πρώην Nachalnik na Mitnitsa Sofia (αίτηση του Varhoven administrativen sad  για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως) «Τελωνειακός κώδικας – Δασμοί – Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή – Τόκοι υπερημερίας – Χρονικό διάστημα για το οποίο εισπράττονται τόκοι υπερημερίας – Αντισταθμιστικοί τόκοι»

 

 

 

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Τελωνειακή ένωση – Γένεση της τελωνειακής οφειλής και είσπραξη των δασμών σε περίπτωση τελωνειακής παράβασης – Είσπραξη τόκων υπερημερίας – Επιτρέπεται – Κριτήρια

(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρα 202 έως 205, 210, 211, 220 και 232 § 1, στοιχείο β΄· κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής)

  1. Τελωνειακή ένωση – Γένεση της τελωνειακής οφειλής και είσπραξη των δασμών σε περίπτωση τελωνειακής παράβασης – Είσπραξη αντισταθμιστικών τόκων – Δεν επιτρέπεται

(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 214 § 3· κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρο 519 § 1)

  1. Δίκαιο της Ένωσης – Γενικές αρχές του δικαίου – Αρχή της νομοθετικής πρόβλεψης των ποινών – Περιεχόμενο
  2. Το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1791/2006, έχει την έννοια ότι η είσπραξη τόκων υπερημερίας επί του ποσού των δασμών που απομένουν να εισπραχθούν είναι δυνατή, δυνάμει της εν λόγω διάταξης, μόνο για τον χρόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής του ποσού αυτού.

Το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα δεν αποσκοπεί ούτε στην πρόληψη των οικονομικών ζημιών των τελωνειακών αρχών ούτε στην αντιστάθμιση των οφελών που αποκομίζουν οι επιχειρηματίες από τις καθυστερήσεις αφενός κατά τη βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής, υπό την έννοια του εν λόγω κώδικα, και αφετέρου κατά τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλής ή του οφειλέτη, καθυστερήσεις οι οποίες οφείλονται στη συμπεριφορά των επιχειρηματιών αυτών.

Συγκεκριμένα, σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής κατά τα άρθρα 202 έως 205, 210, 211 ή 220 του τελωνειακού κώδικα, τα οποία ρυθμίζουν όλα καταστάσεις των οποίων το χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικείος επιχειρηματίας έχει παραβεί την τελωνειακή νομοθεσία της Ένωσης, ούτε ο τελωνειακός κώδικας ούτε ο κανονισμός 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, προβλέπουν ιδιαίτερα μέτρα, π.χ. την προσαύξηση των δασμών κατά ποσό ίσο με τους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν για το διάστημα μεταξύ της γένεσης της τελωνειακής οφειλής και της βεβαίωσής της ή μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη απαιτητή η αρχικώς βεβαιωθείσα τελωνειακή οφειλή και της ημερομηνίας της εκ των υστέρων βεβαίωσής της.

(βλ. σκέψεις 32-34, 1, διατακτ.1)

  1. Το άρθρο 214, παράγραφος 3, του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1791/2006, έχει την έννοια ότι, εφόσον δεν υπάρχουν σχετικές διατάξεις στον κανονισμό 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 214/2007, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να επιβάλλουν στον οφειλέτη των δασμών, με βάση τη διάταξη αυτή, αντισταθμιστικούς τόκους για το διάστημα μεταξύ του χρονικού σημείου της αρχικής τελωνειακής διασάφησης και του χρονικού σημείου της εκ των υστέρων βεβαίωσης της τελωνειακής οφειλής.

Η επιβολή αντισταθμιστικών τόκων προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 519, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, μόνο σε περίπτωση κατά την οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή σε σχέση με παράγωγα προϊόντα ή εμπορεύματα εισαγωγής στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή προσωρινής εισαγωγής.

Κατά συνέπεια, οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να επιβάλλουν αντισταθμιστικούς τόκους, με βάση το άρθρο 214, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, όταν πρόκειται για άλλα τελωνειακά καθεστώτα.

(βλ. σκέψεις 37-39, διατακτ. 2)

  1. H επιβολή από τις εθνικές αρχές, σε περίπτωση τελωνειακής παράβασης, κύρωσης που δεν προβλέπεται ρητά από την εθνική νομοθεσία αντιβαίνει στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, και συγκεκριμένα στην αρχή της νομοθετικής πρόβλεψης εγκλήματος και ποινής (nullum crimen nulla poena sine lege).

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο νόμος πρέπει να ορίζει σαφώς τις αξιόποινες πράξεις και τις ποινές με τις οποίες τιμωρούνται οι πράξεις αυτές. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται, όταν ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει, με βάση το γράμμα της σχετικής διάταξης και, εν ανάγκη, χάρη στην ερμηνεία που της έχει δοθεί από τα δικαστήρια, ποιες πράξεις ή παραλείψεις στοιχειοθετούν την ποινική ευθύνη του.

(βλ. σκέψεις 42-43, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 31ης Μαρτίου 2011 (*)

«Τελωνειακός κώδικας – Δασμοί – Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή – Τόκοι υπερημερίας – Χρονικό διάστημα για το οποίο εισπράττονται τόκοι υπερημερίας – Αντισταθμιστικοί τόκοι»

Στην υπόθεση C‑546/09,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Varhoven administrativen sad (Βουλγαρία) με απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Δεκεμβρίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης

Aurubis Balgaria AD

κατά

Nachalnik na Mitnitsa Stolichna, πρώην Nachalnik na Mitnitsa Sofia,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J.-J. Kasel, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič και E. Levits (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón

γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Ιανουαρίου 2011,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Aurubis Balgaria AD, εκπροσωπούμενη από τον L. Ruessmann, avocat, και την S. Yordanova, advokat,

–        ο Nachalnik na Mitnitsa Stolichna, πρώην Nachalnik na Mitnitsa Sofia, εκπροσωπούμενος από τις T. Popgeorgieva και S. Valkova, advokati,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον B.-R. Killmann και την S. Petrova,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 201, παράγραφοι 1, στοιχείο α΄, και 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 214, 222, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ L 363, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Aurubis Balgaria AD (στο εξής: Aurubis) και του Nachalnik na Mitnitsa Stolichna, πρώην Nachalnik na Mitnitsa Sofia (διευθυντή του Τελωνείου Σόφιας, στο εξής: Nachalnik), αντικείμενο της οποίας είναι αφενός το ύψος των τόκων επί της πρόσθετης οφειλής φόρου προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ), η οποία διαπιστώθηκε ότι βαρύνει την εν λόγω εταιρία, και αφετέρου η ημερομηνία από την οποία τρέχουν οι τόκοι αυτοί.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 201, παράγραφοι 1, στοιχείο α΄, και 2, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1.      Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:

α)      από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς

ή

[…]
  1. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της αποδοχής της σχετικής τελωνειακής διασάφησης.»

4        Το άρθρο 214, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:

«Επιβάλλονται αντισταθμιστικοί τόκοι, στις περιπτώσεις και υπό τους όρους που καθορίζουν οι διατάξεις που θεσπίζονται με τη διαδικασία της επιτροπής, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε ενδεχόμενο πορισμού οικονομικού οφέλους από τον ετεροχρονισμό της ημερομηνίας γέννησης ή βεβαίωσης της τελωνειακής οφειλής.»

5        Το άρθρο 222, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Κάθε ποσό δασμών που αποτέλεσε αντικείμενο της γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 221 πρέπει να εξοφλείται από τον οφειλέτη μέσα στις ακόλουθες προθεσμίες:

α)      αν το εν λόγω πρόσωπο δεν έτυχε καμιάς από τις διευκολύνσεις πληρωμής που προβλέπονται στα άρθρα 224 ως 229, η καταβολή πρέπει να πραγματοποιείται μέσα στην προθεσμία που του έχει ταχθεί γι’ αυτόν τον σκοπό.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 244, δεύτερο εδάφιο, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τις δέκα ημέρες από τη γνωστοποίηση στον οφειλέτη του ποσού των οφειλόμενων δασμών και, σε περίπτωση συγκεντρωτικών βεβαιώσεων υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 218, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρέπει να καθορίζεται με τρόπο που να μην επιτρέπει στον οφειλέτη να επιτύχει προθεσμία πληρωμής μεγαλύτερη από εκείνη που ήταν δυνατόν να επιτύχει σε περίπτωση αναβολής της πληρωμής.»

6        Το άρθρο 232 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1.      Όταν το ποσό των δασμών δεν καταβλήθηκε μέσα σε καθορισμένη προθεσμία:

[…]

β)      εισπράττεται τόκος υπερημερίας επιπλέον του ποσού των δασμών. Το επιτόκιο του τόκου υπερημερίας μπορεί να είναι ανώτερο από το επιτόκιο του πιστωτικού τόκου, δεν μπορεί δε να είναι κατώτερο από αυτό.

  1. Η τελωνειακή αρχή μπορεί να παραιτηθεί από την απαίτηση του τόκου υπερημερίας όταν:
[…]

γ)      η καταβολή των δασμών γίνει μέσα σε διάστημα πέντε ημερών μετά την προθεσμία που προβλέπεται για την καταβολή τους.

[…]»

7        Το άρθρο 519, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 214/2007 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 2007 (ΕΕ L 62, σ. 6, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), έχει ως εξής:

«Σε περίπτωση κατά την οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή σε σχέση με παράγωγα προϊόντα ή εμπορεύματα εισαγωγής στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή προσωρινής εισαγωγής, καταβάλλεται εξισωτικός [αντισταθμιστικός] τόκος επί του ποσού των εισαγωγικών δασμών για την υπό εξέταση περίοδο.»

8        Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 347, σ. 1), οι εισαγωγές αγαθών υπόκεινται σε ΦΠΑ.

9        Όσον αφορά την καταβολή του ΦΠΑ που οφείλεται κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων, το άρθρο 211, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2006/112 ορίζει ότι οι τρόποι της καταβολής σχετικά με τις εισαγωγές αγαθών καθορίζονται από τα ίδια τα κράτη μέλη.

 Το εθνικό δίκαιο

10      Ο βουλγαρικός νόμος για τον φόρο προστιθέμενης αξίας (Zakon za danak varhu dobavenata stoynost, DV [Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Βουλγαρίας] αριθ. φύλλου 63, της 4ης Αυγούστου 2006), όπως έχει τροποποιηθεί (DV αριθ. φύλλου 52, της 29ης Ιουνίου 2007, στο εξής: νόμος για τον ΦΠΑ), προβλέπει στο άρθρο 59, παράγραφος 2, τα εξής:

«Όταν, κατά τις τελωνειακές διατάξεις, έχει γεννηθεί υποχρέωση καταβολής τόκων επί των δασμών που αφορά η τελωνειακή οφειλή, γεννάται επίσης υποχρέωση καταβολής τόκων επί του μη καταβληθέντος φόρου.»

11      Το άρθρο 60 του νόμου για τον ΦΠΑ, που επιγράφεται «Καταβολή του φόρου κατά την εισαγωγή», ορίζει τα εξής:

«(1)      Ο φόρος που εισπράττεται από τις τελωνειακές αρχές εγγράφεται στον κρατικό προϋπολογισμό κατά τον τρόπο και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται για την καταβολή των δασμών.

(2)      Οι αρμόδιες φορολογικές και τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να συμψηφίζουν με άλλες απαιτήσεις τον φόρο που επιβάλλεται από τις τελωνειακές αρχές κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων στην ημεδαπή.»

 Το ιστορικό της διαφοράς και τα προδικαστικά ερωτήματα

12      Κατά το διάστημα από 6 έως 30 Νοεμβρίου 2007 η Aurubis εισήγαγε συμπύκνωμα χαλκού προέλευσης Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το εμπόρευμα αυτό «τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία».

13      Οι τελωνειακές διασαφήσεις συμπληρώθηκαν με βάση μια προσωρινή τιμή, η οποία αναγραφόταν στο τιμολόγιο του πωλητή, σύμφωνα με τη μέθοδο καθορισμού της τιμής που προβλεπόταν στην εμπορική σύμβαση μεταξύ του πωλητή αυτού και της Aurubis.

14      Η τελική τιμή των εμπορευμάτων καθορίστηκε με το οριστικό τιμολόγιο της 18ης Φεβρουαρίου 2008.

15      Στις 20 Ιουνίου 2008 η Aurubis απέστειλε στις τελωνειακές αρχές, εξ ιδίας πρωτοβουλίας και με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, έγγραφο με το οποίο τις πληροφόρησε ότι ο προμηθευτής είχε εκδώσει το οριστικό τιμολόγιο για τα εισαχθέντα εμπορεύματα και τους ζήτησε να ενεργήσουν σύμφωνα με τις εξουσίες που τους παρέχει ο νόμος, αν έκριναν αναγκαία την εκ των υστέρων μεταβολή της δασμολογητέας αξίας του εμπορεύματος.

16      Στις 15 Ιουλίου 2008 ο Nachalnik εξέδωσε απόφαση με την οποία προσδιόρισε μια πρόσθετη απαίτηση του Δημοσίου για καταβολή ΦΠΑ, ύψους 113 822,82 βουλγαρικών λέβα (BGN), η οποία είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, μαζί με τους νόμιμους τόκους, από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής (στο εξής: απόφαση του 2008). Η απόφαση αυτή, η οποία έτασσε στην Aurubis επταήμερη προθεσμία για την καταβολή του παραπάνω ποσού, επιδόθηκε στην εν λόγω εταιρία στις 16 Ιουλίου 2008.

17      Η Aurubis εξόφλησε, με έμβασμα της 23ης Ιουλίου 2008, την οφειλή ΦΠΑ που είχε προσδιοριστεί με την απόφαση του 2008. Η οφειλή αυτή βεβαιώθηκε στις 24 Ιουλίου 2008.

18      Η Aurubis αμφισβήτησε ότι ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που της είχαν επιβληθεί με την απόφαση του 2008, οπότε προσέφυγε στο Administrativen sad Sofia-Grad, το οποίο, με απόφαση της 19ης Μαρτίου 2009, επικύρωσε την απόφαση του 2008.

19      Στις 3 Απριλίου 2009 η Aurubis άσκησε αναίρεση ενώπιον του Varhoven administrativen sad λόγω έλλειψης νομιμότητας της παραπάνω δικαστικής απόφασης.

20      Ο Nachalnik, στηριζόμενος στα άρθρα 201 και 214 του τελωνειακού κώδικα, υποστηρίζει ότι οι τόκοι υπερημερίας επί των ποσών που βεβαιώνονται εκ των υστέρων ως τελωνειακές οφειλές ή ως οφειλές ΦΠΑ οφείλονται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο τα εμπορεύματα «τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία». Αντίθετα, η Aurubis θεωρεί ότι τόκοι υπερημερίας οφείλονται από μεταγενέστερο χρονικό σημείο, και συγκεκριμένα από το –μεταγενέστερο της βεβαίωσης της τελωνειακής οφειλής και της κοινοποίησής της στον οφειλέτη– χρονικό σημείο κατά το οποίο λήγει η προθεσμία εξόφλησης της τελωνειακής οφειλής που βεβαιώθηκε εκ των υστέρων.

21      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Varhoven administrativen sad αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του [κανονισμού 2913/92] να ερμηνεύεται από τα εθνικά δικαστήρια υπό την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να εισπράττουν τόκους υπερημερίας επί του ποσού των πρόσθετων τελωνειακών οφειλών μόνο για το χρονικό διάστημα που ακολουθεί τη βεβαίωση των δασμών, τη γνωστοποίησή τους στον οφειλέτη και τη λήξη της προθεσμίας που έχουν τάξει οι αρχές αυτές –σύμφωνα με το άρθρο 222, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού– για την εξόφληση των πρόσθετων τελωνειακών οφειλών;

2)      Έχει το άρθρο 214, παράγραφος 3, του [κανονισμού 2913/92], παρά τη μη ύπαρξη ανάλογων διατάξεων στον [κανονισμό 2454/93], την έννοια ότι οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να εισπράττουν αντισταθμιστικούς τόκους για το διάστημα μεταξύ του χρονικού σημείου της αρχικής τελωνειακής διασάφησης και του χρονικού σημείου της εκ των υστέρων βεβαίωσης των δασμών;

3)      Έχουν οι διατάξεις του [κανονισμού 2913/92] και του [κανονισμού 2454/93] την έννοια ότι το κοινοτικό δίκαιο, όταν στην εθνική νομοθεσία δεν απαντούν διατάξεις που να προβλέπουν ρητά, σε περίπτωση εκ των υστέρων βεβαίωσης των δασμών, την αύξηση του δασμού ή κάποια άλλη κύρωση που να ισοδυναμεί με τον τόκο υπερημερίας που θα εισπραττόταν για το διάστημα μεταξύ του χρονικού σημείου της γένεσης της τελωνειακής οφειλής και του χρονικού σημείου της εκ των υστέρων βεβαίωσης των δασμών, δεν επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να προβούν στην αύξηση αυτή ή στην επιβολή τέτοιας κύρωσης;»

 Επί του παραδεκτού της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης

22      Αφού η διαφορά της κύριας δίκης αφορά το απαιτητό των τόκων υπερημερίας για πρόσθετες οφειλές ΦΠΑ, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης, η οποία αφορά την ερμηνεία κανόνων της τελωνειακής νομοθεσίας της Ένωσης, είναι παραδεκτή.

23      Οι εν λόγω κανόνες έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης δυνάμει των διατάξεων της βουλγαρικής νομοθεσίας και μόνο, και συγκεκριμένα των άρθρων 59, παράγραφος 2, και 60, παράγραφος 1, του νόμου για τον ΦΠΑ, τα οποία παραπέμπουν στο τελωνειακό δίκαιο, προβλέποντας αφενός ότι η κατά τις τελωνειακές διατάξεις γένεση υποχρέωσης καταβολής τόκων επί των δασμών που αφορά η τελωνειακή οφειλή γεννά επίσης υποχρέωση καταβολής τόκων επί του μη καταβληθέντος ΦΠΑ και αφετέρου ότι ο φόρος αυτός βεβαιώνεται σύμφωνα με τον τρόπο και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται για την καταβολή των δασμών.

24      Στο σημείο αυτό αρκεί η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να απαντά στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, στις περιπτώσεις στις οποίες η εθνική νομοθεσία εναρμονίζει τις λύσεις που προβλέπονται για καταστάσεις μη ρυθμιζόμενες από το δίκαιο της Ένωσης προς τις λύσεις που έχουν γίνει δεκτές στο δίκαιο αυτό. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννομη τάξη της Ένωσης έχει προδήλως συμφέρον για την ομοιόμορφη ερμηνεία κάθε διάταξης του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ενδέχεται να εφαρμόζεται, ώστε να αποφεύγονται στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C‑130/95, Giloy, Συλλογή 1997, σ. I‑4291, σκέψεις 19 έως 28· της 11ης Οκτωβρίου 2001, C‑267/99, Adam, Συλλογή 2001, σ. I‑7467, σκέψεις 23 έως 29· της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑43/00, Andersen og Jensen, Συλλογή 2002, σ. I‑379, σκέψεις 15 έως 19· της 16ης Μαρτίου 2006, C‑3/04, Poseidon Chartering, Συλλογή 2006, σ. I‑2505, σκέψεις 14 έως 19, και της 21ης Οκτωβρίου 2010, C‑205/09, Eredics και Sápi, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33).

25      Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

26      Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι η είσπραξη τόκων υπερημερίας επί του ποσού των δασμών που απομένουν να εισπραχθούν είναι δυνατή, δυνάμει της εν λόγω διάταξης, μόνο για τον χρόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής του ποσού αυτού.

27      Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα, τόκος υπερημερίας επιπλέον του ποσού των δασμών εισπράττεται «όταν το ποσό των δασμών δεν καταβλήθηκε μέσα σε καθορισμένη προθεσμία».

28      Επομένως, προϋπόθεση για την είσπραξη τόκων υπερημερίας είναι η μη καταβολή των δασμών εντός της καθορισμένης προθεσμίας και δεν επιτρέπεται η είσπραξη τέτοιων τόκων όταν ο οφειλέτης των δασμών τούς έχει εξοφλήσει εντός της προθεσμίας που του είχε ταχθεί.

29      Σκοπός των τόκων υπερημερίας είναι επομένως η άρση των συνεπειών που έχει η υπέρβαση της προθεσμίας καταβολής, και κυρίως η αποφυγή του ενδεχομένου να αποκομίσει ο οφειλέτης των δασμών αδικαιολόγητο όφελος από το γεγονός ότι τα ποσά που αφορά η τελωνειακή αυτή οφειλή παραμένουν στη διάθεσή του ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας εξόφλησης της οφειλής του. Για τον λόγο ακριβώς αυτό το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι το επιτόκιο του τόκου υπερημερίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το επιτόκιο του πιστωτικού τόκου.

30      Η ορθότητα αυτής της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας επιβεβαιώνεται από την όλη οικονομία του άρθρου 232 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο προβλέπει στην παράγραφο 2, στοιχείο γ΄, ότι η τελωνειακή αρχή μπορεί να παραιτηθεί από την απαίτηση του τόκου υπερημερίας, αν η καταβολή των δασμών γίνει μέσα σε διάστημα πέντε ημερών από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την καταβολή τους.

31      Αφού η εξόφληση της τελωνειακής οφειλής εντός πέντε ημερών από τη λήξη της προθεσμίας παρέχει στις τελωνειακές αρχές την ευχέρεια να παραιτηθούν από την είσπραξη τόκων υπερημερίας, ως χρονική αφετηρία για τον υπολογισμό των τόκων αυτών πρέπει κατ’ ανάγκη να θεωρηθεί επίσης η λήξη της προθεσμίας αυτής.

32      Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα, η είσπραξη τόκων υπερημερίας είναι δυνατή μόνο για τον χρόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας εξόφλησης της τελωνειακής οφειλής, καθόσον το άρθρο αυτό δεν αποσκοπεί ούτε στην πρόληψη των οικονομικών ζημιών των τελωνειακών αρχών ούτε στην αντιστάθμιση των οφελών που αποκομίζουν οι επιχειρηματίες από τις καθυστερήσεις αφενός κατά τη βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής, υπό την έννοια του εν λόγω κώδικα, και αφετέρου κατά τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλής ή του οφειλέτη, καθυστερήσεις οι οποίες οφείλονται στη συμπεριφορά των επιχειρηματιών αυτών.

33      Συγκεκριμένα, σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής κατά τα άρθρα 202 έως 205, 210, 211 ή 220 του τελωνειακού κώδικα, τα οποία ρυθμίζουν όλα καταστάσεις των οποίων το χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικείος επιχειρηματίας έχει παραβεί την τελωνειακή νομοθεσία της Ένωσης, ούτε ο τελωνειακός κώδικας ούτε ο κανονισμός εφαρμογής προβλέπουν ιδιαίτερα μέτρα, π.χ. την προσαύξηση των δασμών κατά ποσό ίσο με τους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν για το διάστημα μεταξύ της γένεσης της τελωνειακής οφειλής και της βεβαίωσής της ή μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη απαιτητή η αρχικώς βεβαιωθείσα τελωνειακή οφειλή και της ημερομηνίας της εκ των υστέρων βεβαίωσής της (βλ. συναφώς απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C‑91/02, Hannl-Hofstetter, Συλλογή 2003, σ. I‑12077, σκέψεις 19 και 23).

34      Κατά συνέπεια, κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι η είσπραξη τόκων υπερημερίας επί του ποσού των δασμών που απομένουν να εισπραχθούν είναι δυνατή, δυνάμει της εν λόγω διάταξης, μόνο για τον χρόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής του ποσού αυτού.

 Επί του δεύτερου ερωτήματος

35      Το αιτούν δικαστήριο, με το δεύτερο ερώτημα, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν το άρθρο 214, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι, εφόσον δεν υπάρχουν σχετικές διατάξεις στον κανονισμό εφαρμογής, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να επιβάλλουν στον οφειλέτη των δασμών, με βάση τη διάταξη αυτή, αντισταθμιστικούς τόκους για το διάστημα μεταξύ του χρονικού σημείου της αρχικής τελωνειακής διασάφησης και του χρονικού σημείου της εκ των υστέρων βεβαίωσης της τελωνειακής οφειλής.

36      Στο σημείο αυτό αρκεί να τονιστεί ότι το άρθρο 214, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ρητά ότι τις περιπτώσεις και τους όρους επιβολής αντισταθμιστικών τόκων «καθορίζουν οι διατάξεις που θεσπίζονται με τη διαδικασία της επιτροπής».

37      Η επιβολή αντισταθμιστικών τόκων προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 519, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, μόνο σε περίπτωση κατά την οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή σε σχέση με παράγωγα προϊόντα ή εμπορεύματα εισαγωγής στο πλαίσιο καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή προσωρινής εισαγωγής.

38      Κατά συνέπεια, οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να επιβάλλουν αντισταθμιστικούς τόκους, με βάση το άρθρο 214, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, όταν πρόκειται για άλλα τελωνειακά καθεστώτα.

39      Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 214, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι, εφόσον δεν υπάρχουν σχετικές διατάξεις στον κανονισμό εφαρμογής, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να επιβάλλουν στον οφειλέτη των δασμών, με βάση τη διάταξη αυτή, αντισταθμιστικούς τόκους για το διάστημα μεταξύ του χρονικού σημείου της αρχικής τελωνειακής διασάφησης και του χρονικού σημείου της εκ των υστέρων βεβαίωσης της τελωνειακής οφειλής.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

40      Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν η επιβολή από τις εθνικές αρχές, σε περίπτωση τελωνειακής παράβασης, κύρωσης που δεν προβλέπεται ρητά από την εθνική νομοθεσία αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης.

41      Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά τις τελωνειακές παραβάσεις, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, εφόσον δεν υπάρχει εναρμόνιση της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα αυτό, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να επιλέγουν τις κυρώσεις που κρίνουν κατάλληλες. Οφείλουν πάντως να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και τις γενικές αρχές του (βλ. αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑213/99, de Andrade, Συλλογή 2000, σ. I‑11083, σκέψη 20, καθώς και Hannl-Hofstetter, προαναφερθείσα, σκέψη 18).

42      Μεταξύ των αρχών αυτών καταλέγεται επίσης η αρχή της νομοθετικής πρόβλεψης εγκλήματος και ποινής (nullum crimen nulla poena sine lege) (βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 2007, C‑303/05, Advocaten voor de Wereld, Συλλογή 2007, σ. I‑3633, σκέψη 46). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο νόμος πρέπει να ορίζει σαφώς τις αξιόποινες πράξεις και τις ποινές με τις οποίες τιμωρούνται οι πράξεις αυτές. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται όταν ο πολίτης μπορεί να γνωρίζει, με βάση το γράμμα της σχετικής διάταξης και, εν ανάγκη, χάρη στην ερμηνεία που της έχει δοθεί από τα δικαστήρια, ποιες πράξεις ή παραλείψεις στοιχειοθετούν την ποινική ευθύνη του (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Advocaten voor de Wereld, σκέψη 50, και της 22ας Μαΐου 2008, C‑266/06 P, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, σκέψη 39).

43      Κατόπιν όσων εκτέθηκαν παραπάνω, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιβολή από τις εθνικές αρχές, σε περίπτωση τελωνειακής παράβασης, κύρωσης που δεν προβλέπεται ρητά από την εθνική νομοθεσία αντιβαίνει στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, και συγκεκριμένα στην αρχή της νομοθετικής πρόβλεψης εγκλήματος και ποινής (nullum crimen nulla poena sine lege).

 Επί των δικαστικών εξόδων

44      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, έχει την έννοια ότι η είσπραξη τόκων υπερημερίας επί του ποσού των δασμών που απομένουν να εισπραχθούν είναι δυνατή, δυνάμει της εν λόγω διάταξης, μόνο για τον χρόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής του ποσού αυτού.

2)      Το άρθρο 214, παράγραφος 3, του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1791/2006, έχει την έννοια ότι, εφόσον δεν υπάρχουν σχετικές διατάξεις στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 214/2007 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 2007, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να επιβάλλουν στον οφειλέτη των δασμών, με βάση τη διάταξη αυτή, αντισταθμιστικούς τόκους για το διάστημα μεταξύ του χρονικού σημείου της αρχικής τελωνειακής διασάφησης και του χρονικού σημείου της εκ των υστέρων βεβαίωσης της τελωνειακής οφειλής.

3)      H επιβολή από τις εθνικές αρχές, σε περίπτωση τελωνειακής παράβασης, κύρωσης που δεν προβλέπεται ρητά από την εθνική νομοθεσία αντιβαίνει στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, και συγκεκριμένα στην αρχή της νομοθετικής πρόβλεψης εγκλήματος και ποινής (nullum crimen nulla poena sine lege).

(υπογραφές)

* Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.