ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ NIILO JÄÄSKINEN της 14ης Ιουλίου 2011 (1) Υπόθεση C‑93/10 Finanzamt Essen‑NordOst κατά GFKL Financial Services AG [αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] «Αγορά επισφαλών απαιτήσεων έναντι τιμήματος βάσει του εκτιμώμενου κινδύνου μη ικανοποιήσεώς τους – Έκτη οδηγία ΦΠΑ – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 2, παράγραφος 1 – Παροχή υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας – Άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄ – Απαλλαγή – Είσπραξη απαιτήσεων – Άρθρο 11, A, παράγραφος 1, στοιχείο α΄ – Βάση επιβολής του φόρου»

 

 

 

  1. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την εκχώρηση επισφαλών απαιτήσεων από τράπεζα (στο εξής: Τράπεζα) προς την GFKL Financial Services AG (στο εξής: GFKL), έναντι τιμήματος χαμηλότερου της ονομαστικής αξίας της απαιτήσεως. Το Bundesfinanzhof ζητεί να διευκρινιστεί αν αυτή η αγορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ, και εφόσον εμπίπτει αν ανάγεται σε «είσπραξη απαιτήσεων» και, στην περίπτωση αυτή, να προσδιορισθεί η βάση επιβολής του φόρου.
  2. Με την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται να διευκρινιστεί η έκταση των αποτελεσμάτων της αποφάσεως στην υπόθεση MKG‑Kraftfahrzeuge‑Factoring GmbH (στο εξής: MKG) (2). Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι οικονομική δραστηριότητα κατά την οποία επιχειρηματίας εξαγοράζει απαιτήσεις, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων αυτών εκ μέρους των οφειλετών, και ο οποίος, ως αντιπαροχή, εισπράττει προμήθεια από τους πελάτες του συνιστά παροχή υπηρεσιών υπό τη μορφή «εισπράξεως απαιτήσεων» (3). Κατά το Δικαστήριο, η παρεχόμενη υπηρεσία στην περίπτωση αυτή είναι η απαλλαγή του εκχωρητή από το βάρος της διενέργειας των πράξεων εισπράξεως των απαιτήσεων και από τον κίνδυνο μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων αυτών (4).
  3. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει στην έκταση των αποτελεσμάτων της αποφάσεως στην υπόθεση MKG, αν μπορεί να διακριθεί από αυτήν ή αν πρέπει η εν λόγω νομολογία να επανεξετασθεί.
  4. Ο Διογένης Λαέρτιος, συγγραφέας έργου για την ελληνική φιλοσοφία και τον πολιτισμό στις αρχές του 3ου αιώνα, έγραψε στο βιβλίο του Βίοι επιφανών φιλοσόφων σχετικά με τον ορισμό του Πλάτωνα για τον άνθρωπο (5). Αφηγείται πώς επικροτήθηκε ο Πλάτωνας όταν όρισε τον άνθρωπο ως «ζώον δίπουν άπτερον». Όταν ο Διογένης της Σινώπης, ή Κυνικός, μάδησε έναν πετεινό και τον παρουσίασε στην αγορά λέγοντας «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνος», συμπληρώθηκε ο ορισμός με τη φράση «και πλατώνυχον».
  5. Ο ορισμός της «εισπράξεως απαιτήσεων» που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην υπόθεση MKG είναι ευρύς, καλύπτοντας προφανώς όχι μόνο την πρακτορεία απαιτήσεων που αποτελούσε το αντικείμενο της υποθέσεως αυτής, αλλά και κάθε πράξη κατά την οποία εκχωρείται απαίτηση μαζί με τον συναφή κίνδυνο μη ικανοποιήσεώς της. Συνεπώς, όπως και ο ορισμός του Πλάτωνα για τον άνθρωπο, η υπό εξέταση διάταξη περί παραπομπής αποτελεί μία ευκαιρία για περαιτέρω αποσαφήνιση του ορισμού που δόθηκε στην υπόθεση MKG.

I –    Νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

– Η έκτη οδηγία ΦΠΑ (6)

  1. Το άρθρο 2, σημείο 1, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ αφορά το αντικείμενο της οδηγίας. Ορίζει ότι «οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας υπό υποκειμένου στον φόρο, που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτήν», υπόκεινται σε ΦΠΑ.
  2. Στο άρθρο 4 ορίζεται ότι ως «υποκείμενος στον φόρο» θεωρείται οποιοσδήποτε ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο μία από τις οικονομικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, ανεξαρτήτως του επιδιωκομένου σκοπού της δραστηριότητας αυτής. Οι οικονομικές δραστηριότητες εκτίθενται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου:

«Οικονομικές δραστηριότητες, κατά την έννοια της παραγράφου 1, είναι όλες οι δραστηριότητες του παραγωγού, του εμπόρου ή του παρέχοντος υπηρεσίες, περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων εξορύξεως, των γεωργικών δραστηριοτήτων, καθώς και των δραστηριοτήτων των ελευθέρων επαγγελμάτων ή των εξομοιουμένων προς αυτά. Ως οικονομική δραστηριότης θεωρείται επίσης η εκμετάλλευση ενσωμάτου ή αΰλου αγαθού, προς τον σκοπό αντλήσεως εσόδων διαρκούς χαρακτήρος».

  1. Το άρθρο 6 φέρει τον τίτλο «Παροχή υπηρεσιών» και ορίζει συναφώς:

«1. Ως “παροχή υπηρεσιών” θεωρείται κάθε πράξη, η οποία δεν αποτελεί παράδοση αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 5.

Η πράξη αυτή δύναται να συνίσταται, μεταξύ άλλων, σε:

–      εκχώρηση άυλου αγαθού, το οποίο αντιπροσωπεύεται ή όχι από τίτλο,

[…]».

  1. Το άρθρο 11, Α, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ορίζει ως βάση επιβολής του φόρου «οτιδήποτε αποτελεί την αντιπαροχή, την οποία έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο προμηθευτής ή ο παρέχων τις υπηρεσίες από τον αγοραστή, τον λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων που συνδέονται αμέσως με την τιμή των πράξεων αυτών».
  2. Στο άρθρο 13 προβλέπονται οι απαλλαγές από τον ΦΠΑ. Κατά το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημεία 1 έως 3 και 5, απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ:

«1.      [η] χορήγηση και [η] διαπραγμάτευση πιστώσεων, καθώς και [η] διαχείριση πιστώσεων ενεργουμένη από εκείνον ο οποίος τις εχορήγησε·

  1. [η] διαπραγμάτευση και [η] ανάληψη υποχρεώσεων, προσωπικών ή χρηματικών εγγυήσεων και λοιπών ασφαλειών, καθώς και [η] διαχείριση ενεγγύων πιστώσεων ενεργουμένη από εκείνον ο οποίος τις εχορήγησε·
  2. [οι] εργασίες, περιλαμβανομένων και των διαπραγματεύσεων, οι οποίες αφορούν καταθέσεις, τρεχούμενους λογαριασμούς, πληρωμές, μεταφορές και εμβάσματα, απαιτήσεις, επιταγές και λοιπά αξιόγραφα, εξαιρέσει της εισπράξεως απαιτήσεων·
[…]
  1. [οι] εργασίες, περιλαμβανόμενης και της διαπραγματεύσεως, αλλ’ εξαιρέσει της φυλάξεως και της διαχειρίσεως, οι οποίες αφορούν μετοχές και μερίδια εταιριών ή ενώσεων, ομολογίες και λοιπούς τίτλους, εξαιρέσει:

–        τίτλων αντιπροσωπευόντων εμπορεύματα,

–        δικαιωμάτων ή τίτλων αναφερομένων στο άρθρο 5, παράγραφος 3».

II – Η απόφαση στην υπόθεση MKG

  1. Η M‑GmbH εισήγαγε αυτοκίνητα και τα διένειμε μέσω του δικτύου εμπόρων της στη γερμανική αγορά. Η Factoring KG (ακολούθως MKG), η οποία μαζί με την M‑GmbH αποτελούσαν μέλη του ομίλου Trapp‑Dries/Mitsubishi, ανέλαβε τη χρηματοδότηση της M‑GmbH. Συναφώς και δυνάμει συμβάσεως πρακτορείας απαιτήσεων, η Factoring KG εισέπραττε ανά εβδομάδα απαιτήσεις οφειλόμενες από εμπόρους προς την M‑GmbH στην ονομαστική τιμή των απαιτήσεων αυτών, έναντι προμήθειας πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ύψους 2 % και αμοιβής del credere (αμοιβής ασφαλιστήριας ρήτρας για τη μη εξόφληση) ύψους 1 % της ονομαστικής αξίας των οφειλών, καθώς και τόκων υπολογιζόμενων βάσει του ημερήσιου οφειλόμενου πιστωτικού υπολοίπου των εμπόρων προς τη Factoring KG.
  2. Η Factoring KG δραστηριοποιούνταν τόσο στη γνήσια όσο και στη μη γνήσια πρακτορεία απαιτήσεων καθώς (i) αναλάμβανε τον κίνδυνο της μη εξοφλήσεως ορισμένων απαιτήσεων χωρίς δικαίωμα αναγωγής κατά της M‑GmbH σε περίπτωση μη εξοφλήσεώς τους (γνήσια πρακτορεία απαιτήσεων), όπως επίσης και (ii) συμφωνούσε να εισπράττει το υπόλοιπο των απαιτήσεων της M‑GmbH με δικαίωμα αναγωγής εναντίον της (μη γνήσια πρακτορεία απαιτήσεων). Κατά την πρακτική των γερμανικών φορολογικών αρχών, η γνήσια πρακτορεία απαιτήσεων δεν θεωρούνταν παροχή υπηρεσιών παρεχόμενη από τον πράκτορα απαιτήσεων, οπότε δεν επιτράπηκαν εκπτώσεις. Πάντως, η μη γνήσια πρακτορεία απαιτήσεων θεωρούνταν φορολογητέα παροχή υπηρεσιών από τον πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων (7).
  3. Το Bundesfinanzhof υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα ζητώντας, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί αν η γνήσια πρακτορεία απαιτήσεων αποτελούσε φορολογητέα πράξη ή αν απαλλάσσονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ.
  4. Το Δικαστήριο έκρινε ότι επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την οποία γίνεται αγορά απαιτήσεων, με παράλληλη ανάληψη του κινδύνου μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων αυτών εκ μέρους των οφειλετών, και η οποία, ως αντάλλαγμα, χρεώνει στους πελάτες προμήθεια συνιστά οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια της έκτης οδηγίας ΦΠΑ. Το Δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι τέτοιου είδους δραστηριότητα δεν απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ καθώς συνιστά «είσπραξη απαιτήσεων» και ως εκ τούτου εξαιρείται από το άρθρο 13, Β, στοιχείο δ΄, σημείο 3.

III – Ιστορικό και προδικαστικά ερωτήματα

  1. Στις 26 Οκτωβρίου 2004, η GFKL συνήψε σύμβαση αγοράς με την Τράπεζα, δυνάμει της οποίας αγόρασε εμπράγματες ασφάλειες επί ακίνητης περιουσίας και απαιτήσεις από 70 καταγγελθείσες και ληξιπρόθεσμες συμβάσεις δανείου (στο εξής: χαρτοφυλάκιο) (8) ονομαστικής αξίας 15 500 915,16 ευρώ, έναντι τιμήματος αγοράς 8 034 883 ευρώ.
  2. Τα πωληθέντα τελούσαν υπό «διαχείριση και φύλαξη» για λογαριασμό και με κίνδυνο της GFKL μετά την ημερομηνία αναφοράς που όριζε η σύμβαση αγοράς, ήτοι την 29η Απριλίου 2004. Οι οφειλέτες της Τράπεζας είχαν ενημερωθεί σχετικά με την πράξη και τη μεταβολή στο πρόσωπο του δανειστή με τα αποκαλούμενα «good‑bye letters» που απέστειλε η Τράπεζα. Περαιτέρω, η GFKL θα δικαιούτο πληρωμές για τα αντικείμενα που θα πωλούνταν μετά την ημερομηνία αναφοράς. Κατά τους όρους της συμβάσεως αγοράς, αποκλειόταν ρητώς η πωλήτρια των απαιτήσεων Τράπεζα από ευθύνη του πωλητή για την εισπραξιμότητα των απαιτήσεων και την οικονομική αξία των ασφαλειών.
  3. Η GFKL θεωρούσε ότι ο αγοραστής των απαιτήσεων δεν παρέχει υπηρεσία προς τον πωλητή υποκείμενη σε ΦΠΑ. Παρά ταύτα υπέβαλε περιοδική δήλωση [ΦΠΑ] κατόπιν εγγράφου της 3ης Ιουνίου 2004 του Bundesministerium der Finanzen (ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας, στο εξής: BMF), το οποίο επιδίωκε την εφαρμογή της αποφάσεως στην υπόθεση MKG.
  4. Κατά τον υπολογισμό του προς υποβολή ΦΠΑ, η GFKL θεώρησε ως αντιπαροχή τη διαφορά μεταξύ της «οικονομικής ονομαστικής αξίας» (wirtschaftlicher Nennwert) του χαρτοφυλακίου ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών (η απαίτηση που επρόκειτο να εισπραχθεί, χωρίς τους τόκους για την περίοδο μετά την οποία επρόκειτο να εισπραχθεί η απαίτηση, ύψους 5,97 %) και του τιμήματος αγοράς. Τα μέρη υπολόγισαν την οικονομική ονομαστική αξία της απαιτήσεως σε 8 399 808 ευρώ.
  5. Η GFKL ακολούθως υπέβαλε ένσταση κατά της περιοδικής δηλώσεως ΦΠΑ. Το Finanzamt Essen‑NordOst (Essen North‑East Tax Office), καθού, απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη. Η GFKL προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht κατά της αποφάσεως αυτής. Το Finanzgericht δέχθηκε την προσφυγή, κρίνοντας ότι, σε αντίθεση με τη γνήσια πρακτορεία απαιτήσεων, η μεταβίβαση επισφαλών απαιτήσεων δεν συνιστούσε παρεχόμενη από τον πωλητή υπηρεσία, υποκείμενη σε ΦΠΑ.
  6. Στη συνέχεια, η υπόθεση τέθηκε στην κρίση του Bundesfinanzhof, το οποίο έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:

«1. Ως προς την ερμηνεία των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 4 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών:

Υφίσταται, σε περίπτωση πωλήσεως (αγοράς) επισφαλών απαιτήσεων επί τη βάσει της αναλήψεως της δραστηριότητας εισπράξεως απαιτήσεων και του κινδύνου μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων αυτών εκ μέρους των οφειλετών, παροχή υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας και άσκηση οικονομικής δραστηριότητας του αγοραστή των απαιτήσεων ακόμη και όταν η τιμή πωλήσεως

–      δεν υπολογίζεται επί τη βάσει της ονομαστικής αξίας των απαιτήσεων κατόπιν συνομολογήσεως κατ’ αποκοπήν μειώσεως για την ανάληψη της διενέργειας των πράξεων εισπράξεως των απαιτήσεων και του κινδύνου μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων αυτών εκ μέρους των οφειλετών, αλλά

–      προσδιορίζεται επί τη βάσει του εκτιμώμενου για την εκάστοτε απαίτηση κινδύνου μη ικανοποιήσεώς της, ενώ στις πράξεις εισπράξεως των απαιτήσεων προσδίδεται δευτερεύουσα μόνο σημασία σε σχέση με τη μείωση που αναλογεί στον κίνδυνο μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων;

  1. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, σημεία 2 και 3, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών:

(α) Απαλλάσσεται του φόρου, ως χορήγηση άλλης ασφάλειας ή εγγυήσεως, η εκ μέρους του αγοραστή απαιτήσεων ανάληψη του κινδύνου μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων αυτών στο πλαίσιο εξαγοράς επισφαλών απαιτήσεων σε τιμή πωλήσεως που είναι σημαντικά κατώτερη της ονομαστικής αξίας των απαιτήσεων;

(β) Εάν η ανάληψη του κινδύνου μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων απαλλάσσεται του φόρου: απαλλάσσεται του φόρου η διενέργεια των πράξεων εισπράξεως των απαιτήσεων, ως τμήμα ενιαίας παροχής ή ως παρεπόμενη παροχή, ή υπόκειται στον φόρο ως αυτοτελής παροχή;

  1. Εφόσον στο ερώτημα 1 δοθεί καταφατική απάντηση και δεν υφίσταται απαλλασσόμενη του φόρου παροχή, ως προς την ερμηνεία άρθρου 11, Α, στοιχείο α΄, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών:

Το αντίτιμο για την υποκείμενη στον φόρο παροχή προσδιορίζεται επί τη βάσει της εκτιμήσεως των μερών όσον αφορά τις δαπάνες εισπράξεως ή επί τη βάσει των πραγματικών δαπανών εισπράξεως;»

  1. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η GFKL, η Γερμανική Κυβέρνηση, η Ιρλανδία και η Επιτροπή, που παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Μαΐου 2011.

IV – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

  1. Πρέπει, κατ’ αρχήν, να διευκρινισθεί η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση υπόθεση.
  2. Η GFKL και η Ιρλανδία επιχείρησαν να διακρίνουν την υπόθεση MKG υποστηρίζοντας ότι στην εν λόγω υπόθεση υπήρχε σύμβαση πρακτορείας απαιτήσεων η οποία υποχρέωνε τη Factoring KG να εισπράττει τις οφειλόμενες απαιτήσεις εβδομαδιαίως, ενώ στην υπό εξέταση υπόθεση πρόκειται για εφάπαξ αγορά απαιτήσεων.
  3. Καίτοι συμμερίζομαι την άποψη ότι ως πρακτορεία απαιτήσεων συνήθως νοείται η διαρκής επιχειρηματική σχέση μεταξύ του πράκτορα απαιτήσεων και του πελάτη, δεν απαιτείται να εξετασθεί εν προκειμένω εάν πρόκειται περί πρακτορείας απαιτήσεων. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει αυτοτελής έννοια της πρακτορείας απαιτήσεων στο δίκαιο της Ένωσης περί ΦΠΑ για δύο λόγους.
  4. Πρώτον, υπάρχει διαφοροποίηση στις γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 13, Β, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ: 9 γλωσσικές αποδόσεις εξαιρούν την «είσπραξη και πρακτορεία απαιτήσεων» («debt collection and factoring») από το πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (9), ενώ 11 γλωσσικές αποδόσεις απλώς αναφέρονται σε «είσπραξη απαιτήσεων» («debt collection») (10). Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 135, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας ΦΠΑ δεν μνημονεύει πλέον την πρακτορεία σε οποιαδήποτε από τις γλωσσικές αποδόσεις.
  5. Δεύτερον, η περίπτωση της υποθέσεως MKG εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ διότι αποτελούσε «είσπραξη απαιτήσεων». Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πρακτορεία απαιτήσεων πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί απλώς ένα είδος της γενικότερης έννοιας της «εισπράξεως απαιτήσεων», ανεξάρτητα από τον τρόπο κατά τον οποίο ασκείται η πρακτορεία αυτή (11).
  6. Επομένως, στην υπό εξέταση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν η σχέση μεταξύ της Τράπεζας και της GFKL αποτελεί παροχή υπηρεσίας εισπράξεως απαιτήσεων, έννοια ευρύτερη από την πρακτορεία απαιτήσεων, παρεχόμενη από τη δεύτερη προς την πρώτη.

V –    Εμπίπτει η υπό εξέταση περίπτωση στο πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας ΦΠΑ;

  1. Παροχή υπηρεσιών και οικονομική δραστηριότητα
  2. Κατά το άρθρο 2 της έκτης οδηγίας ΦΠΑ, η παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό κράτους μέλους υπόκειται σε ΦΠΑ. Το άρθρο αυτό πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας, κατά το οποίο μόνο οι οικονομικές δραστηριότητες φορολογούνται.
  3. Ως παροχή υπηρεσιών ορίζεται στο άρθρο 6 της έκτης οδηγίας ΦΠΑ κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί παράδοση αγαθών. Αποτελεί, επομένως, κατηγορία η οποία συγκεντρώνει όλες τις εναπομένουσες υπηρεσίες και έχει ερμηνευθεί κατά ευρύ τρόπο από το Δικαστήριο. Το άρθρο 6 διευκρινίζει περαιτέρω ότι στην παροχή υπηρεσιών μπορεί να συμπεριλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η εκχώρηση άυλου αγαθού το οποίο αντιπροσωπεύεται ή όχι από τίτλο.
  4. Δύο υποθέσεις είναι σχετικές με τις εκχωρήσεις άυλων αγαθών. Στην υπόθεση Swiss Re, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξ επαχθούς αιτίας εκχώρηση χαρτοφυλακίου συμβάσεων αντασφαλίσεως ζωής αποτελούσε παροχή υπηρεσιών, καθώς επρόκειτο για εκχώρηση άυλου αγαθού (12). Στην υπόθεση First National Bank of Chicago, το Δικαστήριο είχε κληθεί να εξετάσει πράξεις για την αγορά ορισμένου συμφωνηθέντος ποσού σε ένα νόμισμα έναντι πωλήσεως συμφωνηθέντος ποσού σε άλλο νόμισμα, οι λεπτομέρειες για τις οποίες (όπως το νόμισμα, το ποσό και η ημερομηνία αξίας) είχαν συμφωνηθεί από τα μέρη (13). Έκρινε ότι αυτού του είδους οι πράξεις συνιστούσαν παροχές υπηρεσιών διότι αποτελούσαν εκχωρήσεις άυλων αγαθών (14), καθώς η παροχή της Τράπεζας χαρακτηριζόταν από το γεγονός ότι ήταν διατεθειμένη να συνάπτει τέτοιες αγοραπωλησίες (15).
  5. Κατά την άποψή μου, η εκχώρηση άυλων αγαθών κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ αφορά την περίπτωση όπου ο εκχωρητής (η Τράπεζα στην υπό εξέταση υπόθεση) εκχωρεί την απαίτηση στον εκδοχέα (GFKL). Στην περίπτωση αυτή ο εκχωρητής παρέχει υπηρεσία προς τον εκδοχέα.
  6. Η υπό εξέταση υπόθεση, όμως, αφορά το ζήτημα αν ο εκδοχέας μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει υπηρεσία προς τον εκχωρητή. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ δεν συμβάλλει στην απάντηση στο εν λόγω ερώτημα.
  7. Ως προς την αγορά απαιτήσεων, το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση MKG ότι, στην περίπτωση της γνήσιας πρακτορείας απαιτήσεων, η αγορά απαιτήσεων συνιστά υπηρεσία, η οποία συνίσταται ειδικότερα στην απαλλαγή του αγοραστή από το βάρος της διενέργειας των πράξεων εισπράξεως των απαιτήσεων και από τον κίνδυνο μη ικανοποιήσεώς τους (16). Τούτο, κατά το Δικαστήριο, συνιστούσε είσπραξη απαιτήσεων, κι επομένως δεν απαλλασσόταν κατά το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ (17).
  8. Πάντως, κατά την άποψή μου, δεν είναι δυνατό κάθε αγορά απαιτήσεων να συνιστά παροχή υπηρεσίας εισπράξεως απαιτήσεων εκ μέρους του αγοραστή.
  9. Η GFKL, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Ιρλανδία υποστηρίζουν, αν και για διαφορετικούς λόγους, ότι η πράξη μεταξύ της Τράπεζας και της GFKL αποτελεί «γνήσια» εκχώρηση απαιτήσεως, δηλαδή, πώληση με αντικείμενο το χαρτοφυλάκιο. Κατά την άποψή τους, τέτοιου είδους πράξη δεν ενέχει υποκείμενη σε φόρο παροχή υπηρεσιών εκ μέρους της GFKL προς την Τράπεζα. Προκύπτει, επίσης, ότι και η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη ότι οι «γνήσιες» εκχωρήσεις απαιτήσεων δεν συνιστούν υπηρεσίες εισπράξεως απαιτήσεων παρεχόμενες από τον εκδοχέα προς τον εκχωρητή, αλλά συνάγουν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως παρατέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά κάποιου είδους υπηρεσία.
  10. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο υπαινίχθηκε το ενδεχόμενο αυτό στη απόφαση MKG, όπου έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο πράκτορας απαιτήσεων πρέπει να θεωρείται απλώςως αποδέκτης παροχών εκ μέρους του πελάτη υπό μορφή εκχωρήσεως απαιτήσεων οφειλόμενων προς αυτόν (18).
  11. Είναι δυνατό να υπάρχουν εκχωρήσεις απαιτήσεων οι οποίες δεν συνιστούν υπηρεσίες εισπράξεως απαιτήσεων. Για παράδειγμα, αγορές περιουσιακών στοιχείων επιχειρήσεων στο πλαίσιο μεταβιβάσεως επιχειρήσεων ενδέχεται να περιλαμβάνουν την ανάληψη απαιτήσεων ως μέρος των περιουσιακών στοιχείων. Θα ήταν αντίθετο προς τη φύση των πράξεων αυτών να θεωρηθούν οι εν λόγω αγορές ως υπηρεσίες εισπράξεως απαιτήσεων.
  12. Περαιτέρω, οι «εργασίες οι οποίες αφορούν απαιτήσεις» απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ κατά το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ. Εκ τούτου προκύπτει ότι υπάρχουν εκχωρήσεις απαιτήσεων οι οποίες δεν συνιστούν «είσπραξη απαιτήσεων», διότι, άλλως, η απαλλαγή αυτή θα στερούνταν περιεχομένου.
  13. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν αρκεί η απλή μεταβίβαση απαιτήσεως για να υφίσταται υπηρεσία εισπράξεως απαιτήσεων και για να γίνει, επομένως, επίκληση της εφαρμογής της αποφάσεως στην υπόθεση MKG.
  14. Από την οικονομική φύση της πράξεως στην υπό εξέταση υπόθεση προκύπτει ότι η Τράπεζα επιτυγχάνει πρόσθετο όφελος πέραν της απλής μεταβιβάσεως απαιτήσεως, γεγονός που καταδεικνύει ότι επιδιώκει και λαμβάνει υπηρεσία στην υπό εξέταση υπόθεση.
  15. Σκοπός των δανειοδοτικών εργασιών μίας τράπεζας είναι η άντληση εσόδων υπό τη μορφή τόκων, χωρίς διακινδύνευση του δανεισθέντος κεφαλαίου. Η τράπεζα δεν προβαίνει σε δανεισμό προς τον σκοπό της συναλλαγής των απαιτήσεών της στην αγορά, αλλά επιζητεί να ανακτήσει το δανεισθέν κεφάλαιο από τον αρχικό οφειλέτη ή από τον εγγυητή ή άλλο πρόσωπο που παρέσχε ασφάλεια για το δάνειο. Κατά τούτο διακρίνονται τα τραπεζικά δάνεια από τα λοιπά δανειακά μέσα που διαπραγματεύονται οι χρηματοοικονομικές αγορές παρά το γεγονός ότι τα ομόλογα και τα λοιπά παρόμοια μέσα αποτελούν χρεωστικούς τίτλους του εκδότη προς τους κατόχους τους.
  16. Σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως των απαιτήσεων εκ μέρους του οφειλέτη, η πιστώτρια τράπεζα θα επιδιώξει να εισπράξει το δανεισθέν κεφάλαιο πλέον τόκων και παρεπομένων εξόδων μέσω της εισπράξεως απαιτήσεων, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει τη ρευστοποίηση των εγγυήσεων για τη δανειοδότηση.
  17. Στην υπό εξέταση υπόθεση, η Τράπεζα φέρεται ότι προέβη σε ενέργειες για την είσπραξη απαιτήσεων αλλά διαπίστωσε ότι δεν ήταν εύλογο να τις συνεχίσει. Ως εκ τούτου, κατέφυγε στις υπηρεσίες της GFKL, η οποία διατείνεται ότι μπορεί να εισπράττει τις επισφαλείς απαιτήσεις αποτελεσματικότερα σε σχέση με την Τράπεζα λόγω των περιορισμών από απόψεως νομικής και δημόσιων σχέσεων που διέπουν συναφώς τους χειρισμούς της Τράπεζας. Ο ρόλος της GFKL στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας είναι η είσπραξη των απαιτήσεων, αν και όχι κατ’ ανάγκη του συνόλου αυτών. Το στοιχείο των τόκων που συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό της οικονομικής αξίας καταδεικνύει ότι η GFKL δεν αποκτά το χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων για εμπορικούς σκοπούς αλλά επιδιώκει να εισπράττει η ίδια τις απαιτήσεις κατά τη διάρκεια προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος.
  18. Η κατάσταση στην υπό εξέταση υπόθεση αφορά όχι μόνον την Τράπεζα και την GFKL, αλλά και τους οφειλέτες, δημιουργώντας μία τριγωνική σχέση. Συνεπώς, ο ρόλος της GFKL είναι πολύ περισσότερο περίπλοκος από εκείνον του αγοραστή ενός συνόλου αναλώσιμων αγαθών, όπως ειδών διατροφής μετά την ημερομηνία λήξεως.
  19. Στην υπό εξέταση υπόθεση η Τράπεζα δεν μεταβιβάζει μόνο μία απαίτηση στην GFKL αλλά χαρτοφυλάκιο πλήθους απαιτήσεων μαζί με τις σχετικές υποθήκες και λοιπές ασφάλειες, τίτλους και λοιπές αξιώσεις. Ο κίνδυνος και η ενδεχόμενη οικονομική αξία του εν λόγω χαρτοφυλακίου έχουν προφανώς αναλυθεί από την GFKL βάσει της εκτιμώμενης επιτυχίας στην είσπραξη των απαιτήσεων και της αξίας των προς ρευστοποίηση εγγυήσεων. Η δημιουργούμενη μέσω των πράξεων αυτών κατάσταση είναι προφανώς περισσότερο επωφελής για την Τράπεζα σε σχέση με εκείνη που θα δημιουργούνταν αν είχε συνεχίσει να εισπράττει η ίδια τις απαιτήσεις. Επιπροσθέτως, η GFKL προσφέρει στην Τράπεζα τη δυνατότητα να παύσει πλήθος σχέσεων με πελάτες οι οποίοι αποδείχθηκαν μη ικανοποιητικοί, και την απαλλάσσει από όλα τα νομικά και δημοσίων σχέσεων προβλήματα που συνδέονται με τις διαρκείς προσπάθειες για είσπραξη των απαιτήσεων. Εν ολίγοις, η GFKL προσφέρει στην Τράπεζα την οικονομικώς προσιτή δυνατότητα να κλείσει οριστικώς τους λογαριασμούς με 70 υπερήμερους πελάτες.
  20. Κατόπιν των ανωτέρω, έχω την άποψη ότι η Τράπεζα αποκτά οφέλη πέραν της καταβολής αντιτίμου αντίστοιχου προς την τρέχουσα αξία των απαιτήσεων. Υπό διαφορετική διατύπωση, αγοράζει υπηρεσία από την GFKL και η GFKL παρέχει την υπηρεσία αυτή στην Τράπεζα.
  21. Δεδομένου ότι υπάρχει παροχή υπηρεσιών, υπάρχει κατ’ ανάγκη και οικονομική δραστηριότητα στην υπό εξέταση υπόθεση. Επομένως, δεν είναι αναγκαία η λεπτομερέστερη εξέταση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ.
  22. Εκτίμηση
  23. Προκειμένου, όμως, υπηρεσία να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΦΠΑ πρέπει να παρέχεται εξ επαχθούς αιτίας. Η πλειονότητα των αμφιβολιών του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή της έκτης οδηγίας ΦΠΑ στην υπό εξέταση υπόθεση επικεντρώνονται στην ύπαρξη επαχθούς αιτίας.
  24. Προκειμένου να υπάρχει επαχθής αιτία κατά την έννοια της έκτης οδηγίας ΦΠΑ θα πρέπει να υπάρχει νομική σχέση μεταξύ των μερών η οποία συνεπάγεται αμοιβαία ανταλλαγή παροχών. Τούτο σημαίνει ότι η αμοιβή καταβάλλεται έναντι αντιπαροχήςυπηρεσίας (19). Η περίπτωση αυτή είναι επίσης γνωστή ως «απαίτηση για άμεση συνάρτηση» (20).
  25. Στην υπόθεση MKG το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε άμεση συνάρτηση μεταξύ της δραστηριότητας του πράκτορα απαιτήσεων και του ποσού που λάμβανε ως αντιπαροχή καθώς χρέωνε προμήθεια πρακτορείας απαιτήσεων και del credere αμοιβή για τις ενέργειές του (21).
  26. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει συμφωνηθεί ρητώς προμήθεια μεταξύ των μερών. Συνεπώς, το ζήτημα που ανακύπτει είναι ποια είναι η αντιπαροχή.
  27. Καίτοι η αντιπαροχή μπορεί να προέρχεται από τρίτον (22), δεν προκύπτει ότι οι οφειλέτες μπορούν να υποχρεωθούν να καταβάλουν στην GFKL μεγαλύτερο από το οφειλόμενο προς την Τράπεζα ποσό. Συνεπώς, η αντιπαροχή στην υπό εξέταση υπόθεση μπορεί να συναχθεί από δύο στοιχεία: τη μείωση της ονομαστικής αξίας της απαιτήσεως κατά τον υπολογισμό του τιμήματος αγοράς (όπως πρότεινε το αιτούν δικαστήριο), και τη δυνατότητα κέρδους από την αγορά της απαιτήσεως (όπως πρότεινε η GFKL) (23).
  28. Κατά την άποψή μου, η μείωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αντιπαροχή. Διότι η μείωση γίνεται προκειμένου να προκύψει ο πραγματικός κίνδυνος ο οποίος εκχωρείται, καθώς οι επίμαχες απαιτήσεις είναι επισφαλείς. Ως εκ τούτου, η GFKL απλώς καταβάλλει την αγοραία αξία του χαρτοφυλακίου και δεν λαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες της. Υπό οικονομικούς όρους, η Τράπεζα δεν προβαίνει πράγματι σε μείωση αλλά απλώς αποδέχεται το τίμημα το οποίο ο πωλητής προτίθεται να καταβάλει για το χαρτοφυλάκιο.
  29. Πάντως, ακόμη και αν το Δικαστήριο εκτιμά ότι τούτο συνιστά αντιπαροχή εκ μέρους της Τράπεζας, αμφισβητείται αν υπάρχει άμεση συνάρτηση μεταξύ της πραγματοποιούμενης μειώσεως και της παρεχόμενης υπηρεσίας.
  30. Στην υπόθεση Aardappelenbewaarplaats το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει άμεση συνάρτηση μεταξύ της παρεχόμενης υπηρεσίας και της αντιπαροχής που λαμβάνεται σε περίπτωση κατά την οποία ως αντιπαροχή θεωρείτο η μη καθοριζόμενη πτώση της τιμής των μεριδίων (24). Στην υπόθεση αυτή, συνεταιρισμός ο οποίος εκμεταλλευόταν αποθήκη γεώμηλων χρέωνε τα μέλη της για την αποθήκευση, ενώ παράλληλα τους έδινε μερίδια, ως αντάλλαγμα για την αποθήκευση των γεωμήλων τους. Σε συγκεκριμένο έτος, ο συνεταιρισμός αποφάσισε να μη χρεώνει για την αποθήκευση, αλλά αντ’ αυτού να μειώσει την αξία των μεριδίων των μελών του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε αμοιβαιότητα στην περίπτωση αυτή.
  31. Πάντως, προσφάτως, στην υπόθεση Astra Zeneca, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε άμεση συνάρτηση μεταξύ της παροχής εκπτωτικών κουπονιών από την Astra Zeneca στους υπαλλήλους της (η υπηρεσία) και της μειώσεως των αποδοχών των υπαλλήλων της (η αντιπαροχή) (25).
  32. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη αντίθετο προς την απόφαση στην υπόθεση Aardappelenbewaarplaats. Στην υπόθεση Aardappelenbewaarplaats η μείωση της αξίας των μεριδίων δεν ήταν καθορισμένη. Καίτοι το Δικαστήριο δεν επεκτάθηκε επί του σημείου αυτού, κατά την άποψή μου, το συμπέρασμα αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι θα ήταν δύσκολο να προσδιορισθεί η αξία που αντιστοιχούσε στη μείωση, και ως εκ τούτου να διαπιστωθεί ότι η αξία αυτή αντιστοιχούσε στην αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας. Η αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών και το αν η αντιπαροχή αντιστοιχεί στο πραγματικό αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες αποτελεί σημαντικό ζήτημα προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει άμεση συνάρτηση μεταξύ της αντιπαροχής και της παρεχόμενης υπηρεσίας (26).
  33. Στην υπό εξέταση υπόθεση η προφανής μείωση της ονομαστικής αξίας προέρχεται κατόπιν εκτιμήσεως συνόλου περιστάσεων περιορισμένης συνάφειας με την υπηρεσία που παρέχεται από την GFKL. Σε αυτές συγκαταλέγονται: το ενδεχόμενο διαφορετικής εκτιμήσεως της πιστοληπτικής ικανότητας του οφειλέτη, η διαρκής αξία των συσταθεισών για τις απαιτήσεις ασφαλειών, η πραγματική δυνατότητα να επιδιωχθεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων και τα συνδεόμενα με αυτήν έξοδα.
  34. Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η μείωση προκύπτει όχι από την υπηρεσία απαλλαγής της Τράπεζας από το βάρος και τους κινδύνους της διενέργειας των πράξεων εισπράξεως των απαιτήσεων αλλά από την εκτίμηση της τρέχουσας αξίας της απαιτήσεως εις χείρας της GFKL. Κατά την άποψή μου, η μείωση αυτή συνδέεται κυρίως με το γεγονός ότι οι εγγενείς στο χαρτοφυλάκιο κίνδυνοι έχουν ήδη καταστεί προφανείς καίτοι το χαρτοφυλάκιο συνεχίζει να εμφανίζει σημαντική αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη της αξίας του. Οι αβεβαιότητες αυτές συναρτώνται όχι μόνο με την επιτυχή είσπραξη των απαιτήσεων από την GFKL αλλά και με την οικονομική εξέλιξη εν γένει και τις εξελίξεις στις κτηματικές αγορές οι οποίες επηρεάζουν την αξία των υποθηκών ειδικότερα.
  35. Επομένως, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η μείωση παρέχεται ως αντάλλαγμα για την αξία της υπηρεσίας την οποία παρέχει η GFKL προς την Τράπεζα. Συνεπώς, δεν υπάρχει άμεση συνάρτηση μεταξύ της παρεχόμενης υπηρεσίας και της αντιπαροχής.
  36. Ακόμη και στην περίπτωση που ως αντιπαροχή θεωρηθεί η δυνατότητα της GFKL να αποκομίσει κέρδος ως αποτέλεσμα της αγοράς των απαιτήσεων, δεν θεωρώ ότι υπάρχει άμεση συνάρτηση.
  37. Πρώτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το προϊόν των τοποθετήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια δεν αποτελεί την άμεση αντιπαροχή παρεχομένων υπηρεσιών που συνίστανται στη διάθεση κεφαλαίων προς τρίτους (27). Κατ’ αναλογία, το κέρδος από την κερδοσκοπία επί επισφαλών απαιτήσεων δεν πρέπει να θεωρείται άμεση αντιπαροχή για την εγγενή υπηρεσία εισπράξεως απαιτήσεων.
  38. Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, οσάκις η αντιπαροχή εξαρτάται εν μέρει από αστάθμητους παράγοντες, δεν υπάρχει άμεση συνάρτηση (28). Τούτο ισχύει και ως προς την υπό εξέταση υπόθεση καθώς το ύψος του ενδεχόμενου κέρδους μπορεί να εκτιμηθεί μόνο βάσει αυθαίρετων κριτηρίων. Δεν αποκλείεται εν τέλει η GFKL να λάβει μεγαλύτερο ποσό από την οικονομική ονομαστική αξία των απαιτήσεων, ποσό κυμαινόμενο μεταξύ της εν λόγω αξίας και του τιμήματος που κατέβαλε στην Τράπεζα ή ακόμη χαμηλότερου αυτού ποσού.
  39. Συνεπώς, η υπό εξέταση υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας ΦΠΑ καθώς η απαίτηση για άμεση συνάρτηση μεταξύ της αντιπαροχής και της υπηρεσίας δεν πληρούται.
  40. Είναι ίσως χρήσιμο να προστεθεί ότι, εφόσον η προταθείσα ανωτέρω ερμηνεία είναι ορθή, αρκετές από τις λεγόμενες «κακές τράπεζες», οι οποίες είναι εγκατεστημένες στα κράτη μέλη, προκειμένου να απαλλάξουν τους ισολογισμούς χρηματοοικονομικών οργανισμών από επισφαλείς απαιτήσεις, ενδέχεται σε πολλές περιπτώσεις να θεωρηθεί, από απόψεως ΦΠΑ, ότι παρέχουν υπηρεσίες εισπράξεως απαιτήσεων. Ως προς δε την απαίτηση για αντιπαροχή, θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση αν υπάρχει άμεση συνάρτηση μεταξύ της παρεχόμενης υπηρεσίας και της αποζημιώσεως, εφόσον υπάρχει, την οποία λαμβάνει η «κακή τράπεζα».
  41. Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την άποψη αυτή θα προτείνω απάντηση και στο δεύτερο και στο τρίτο υποβληθέν ερώτημα.

VI – Απαλλάσσεται η υπό εξέταση περίπτωση κατά το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ;

  1. Απαλλαγές
  2. Οι διάδικοι στην υπό εξέταση υπόθεση προέβαλαν επιχειρήματα σχετικά με τις απαλλαγές των άρθρων 13, B, στοιχείο δ΄, σημεία 1, 2, 3 και 5, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ.

α)     Άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 1, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ

  1. Η GFKL υποστηρίζει ότι η πράξη πρέπει να θεωρηθεί ως χορήγηση πιστώσεως κατά την έννοια του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 1, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ, καθώς η πληρωμή γίνεται άμεσα ενώ η απαίτηση αποκτάται από την GFKL σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
  2. Είναι αληθές ότι ο ορισμός στο άρθρο αυτό είναι αρκούντως ευρύς ώστε να περικλείει και την πίστωση που χορηγείται από τον προμηθευτή αγαθών υπό τη μορφή αναβολής καταβολής του τιμήματος (29). Περαιτέρω, το άρθρο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στα δάνεια ή στις πιστώσεις που χορηγούνται από τραπεζικούς και χρηματοδοτικούς οργανισμούς (30). Πάντως, κατά την άποψή μου, η χορήγηση πιστώσεως προϋποθέτει διαρκή σχέση οφειλής μεταξύ των μερών για συγκεκριμένη χρονική περίοδο έως την εξόφληση της πιστώσεως. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν υπάρχει τέτοια διαρκής σχέση οφειλής μετά την αγορά του χαρτοφυλακίου (31).
  3. Επίσης, η GFKL δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι χορηγεί πίστωση στην Τράπεζα καθώς οι απαιτήσεις είναι ήδη υπερήμερες και σκοπός της GFKL είναι η είσπραξή τους (32). Ως προς τη σχέση μεταξύ της Τράπεζας και της GFKL, εν προκειμένω, αντίθετα προς τη μη γνήσια πρακτορεία απαιτήσεων, η GFKL δεν χρηματοδοτεί την Τράπεζα έναντι των μεταγενέστερων εισπράξεων από τους οφειλέτες.
  4. Επομένως, η υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να απαλλαγεί κατά το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 1, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ.

β)     Άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 2, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ

  1. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η υπό εξέταση περίπτωση συνιστά ανάληψη προσωπικών ή χρηματικών εγγυήσεων καθώς προσομοιάζει με την περίπτωση στην υπόθεση Bally (33). Η υπόθεση αυτή αφορούσε την πληρωμή με πιστωτική κάρτα ορισμένων αγορασθέντων αγαθών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η περίπτωση αυτή αντιστοιχούσε σε εγγύηση και ως εκ τούτου απαλλασσόταν. Κατά το αιτούν δικαστήριο η υπόθεση αυτή αφορούσε επίσης μεταβίβαση απαιτήσεως από την Bally προς την εταιρία πιστωτικών καρτών, έναντι χρηματικού ποσού.
  2. Δεν θεωρώ ότι εμφανίζουν ομοιότητα οι δύο περιπτώσεις. Στην περίπτωση της συναλλαγής με πιστωτική κάρτα ο πωλητής αποδέχεται ότι ο αγοραστής δεν θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα με νόμιμο μέσο πληρωμής αλλά αντ’ αυτού αποδέχεται ότι η πληρωμή λαμβάνει τη μορφή νέας σχέσεως οφειλής μεταξύ της εταιρίας πιστωτικών καρτών και του πωλητή (η οποία αντιστοιχεί στην οφειλή εκ μέρους του αγοραστή προς την εταιρία πιστωτικών καρτών). Η πραγματική καταβολή από την εταιρία πιστωτικών καρτών προς τον πωλητή πάντοτε μετατίθεται χρονικά, δηλαδή, λαμβάνει χώρα αφότου ο αγοραστής καλείται να πληρώσει εφόσον είχε επιλέξει να πληρώσει το τίμημα μετρητοίς. Συνεπώς, ως προς τα αρχικώς συμβαλλόμενα στην πώληση μέρη, λειτουργία της εταιρίας πιστωτικών καρτών είναι να εγγυηθεί ότι ο πωλητής θα λάβει το συμφωνηθέν τίμημα, μείον την προμήθεια της εταιρίας πιστωτικών καρτών, η οποία αποτελεί την αντιπαροχή που λαμβάνει η τελευταία για την παροχή της υπηρεσίας εγγυήσεως προς τον πωλητή.
  3. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν υπάρχει νομική σχέση μεταξύ των οφειλετών και της GFKL η οποία θα υφίστατο ανεξαρτήτως της αγοράς του χαρτοφυλακίου. Η GFKL δεν έχει υποσχεθεί στους οφειλέτες ή στην Τράπεζα ότι θα πληρώσει για τις αρχικές απαιτήσεις στην ονομαστική τους αξία. Απλώς καταβάλλει τίμημα για το χαρτοφυλάκιο το οποίο αποτελεί μέρος της ονομαστικής του αξίας. Συνεπώς, καίτοι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά τη μεταβίβαση απαιτήσεως έναντι χρηματικού ποσού, η μεταβίβαση αυτή δεν λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο προκαθορισμένης συμβατικής σχέσεως μεταξύ του εγγυητή και του πιστωτή που είναι συνήθης για τις υπηρεσίες εγγυήσεως, περιλαμβανομένων εκείνων όπου ο πωλητής συμφωνεί με εταιρία πιστωτικών καρτών σχετικά με την αποδοχή της πιστώσεώς του.
  4. Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η υπό εξέταση υπόθεση αποτελεί «ανάληψη χρηματικών εγγυήσεων», επίσης μνημονευόμενη στο άρθρο 13, Β, στοιχείο δ΄, σημείο 2, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ, καθώς για ορισμένες από τις απαιτήσεις συστήνονται εμπράγματες ασφάλειες επί ακινήτων.
  5. Ούτε αυτό το επιχείρημα είναι, κατά τη γνώμη μου, πειστικό. Όπως αναγνώρισε και η ίδια η Ιρλανδία, η διάταξη αυτή δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε τμήμα του επίμαχου χαρτοφυλακίου και δη στα μη ενέγγυα δάνεια αυτού. Κατά την άποψή μου, το χαρτοφυλάκιο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του και να μη διαιρείται τεχνητώς με αποτέλεσμα ορισμένες μόνο από τις απαιτήσεις του να απαλλάσσονται δυνάμει συγκεκριμένης διατάξεως, ενώ άλλες όχι. Επιπλέον, κατά την πραγματοποίηση πληρωμής, η GFKL δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει χρηματικές εγγυήσεις στην Τράπεζα.

γ)     Άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 5, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ

  1. Τέλος, η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η πράξη μπορεί να χαρακτηρισθεί, κατά το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 5, της ίδιας οδηγίας, ως πράξη αφορώσα ομολογίες και λοιπούς τίτλους, καθώς οι δανειακοί τίτλοι ήταν σαφώς διαπραγματεύσιμοι.
  2. Καίτοι είναι αληθές ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά διαπραγματεύσιμους δανειακούς τίτλους, το γεγονός αυτό δεν είναι κρίσιμο για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 13, B, στοιχείο δ΄, σημεία 3 και 5, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ, καθώς αμφότερες οι διατάξεις καλύπτουν αξιόγραφα. Κρίσιμο είναι το ότι οι δανειακές συμβάσεις με τους επιμέρους πελάτες της τράπεζας, ακόμη και οσάκις συνάπτονται ή ασφαλίζονται με αξιόγραφα, δεν προορίζονται να αποτελέσουν αντικείμενο ανταλλαγής στις αγορές κινητών αξιών κατά τον ίδιο τρόπο με τις ομολογίες και τις λοιπές ασφάλειες.
  3. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 5, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ δεν εφαρμόζεται στην υπό εξέταση υπόθεση. Οι απαλλαγές του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, της ίδιας οδηγίας δεν αποτελούν σαφές συστηματικό σύνολο. Πάντως, από το γράμμα της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι οι διάφορες απαλλαγές αφορούν διαφορετικές ομάδες πράξεων οι οποίες συνήθως παρέχονται από οικονομικούς παράγοντες δραστηριοποιούμενους σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (34).
  4. Η απαλλαγή στο άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 5, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ αφορά συναλλαγές επί τίτλων που αντιστοιχούν είτε στο ίδιο κεφάλαιο της εταιρίας είτε στα ξένα κεφάλαια αυτής, συνήθως στις πρωτογενείς ή δευτερογενείς αγορές κινητών αξιών και στην εταιρική χρηματοδότηση. Οι συναλλαγές αυτές εκτελούνται κατά βάση από τράπεζες επενδύσεων, παρέχοντες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και επενδυτές.
  5. Από την άλλη πλευρά, η απαλλαγή του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 3, αφορά πράξεις που συνήθως εκτελούνται από χρηματοοικονομικούς οργανισμούς δραστηριοποιούμενους σε λιανικές τραπεζικές εργασίες αλλά δεν απαλλάσσονται δυνάμει των άρθρων 13, B, στοιχείο δ΄, σημεία 1 και 2, της οδηγίας αυτής. Η απαλλαγή αυτή εφαρμόζεται για διάφορες πράξεις σχετικές με λογαριασμούς, απαιτήσεις και λοιπά συναφή αξιόγραφα.
  6. Για αυτόν τον λόγο η υπό εξέταση υπόθεση δεν μπορεί να εξετασθεί στο πλαίσιο του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 5, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ, αλλά του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της ίδιας οδηγίας.

δ)     Άρθρο 13, σημείο Β, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ

  1. Κατά το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ απαλλάσσονται οι πράξεις οι οποίες αφορούν απαιτήσεις αλλά εξαιρείται από την απαλλαγή η «είσπραξη απαιτήσεων». Το ζήτημα είναι, επομένως, αν η υπό εξέταση υπόθεση εμπίπτει στην έννοια «είσπραξη απαιτήσεων» που μνημονεύει η εν λόγω διάταξη.
  2. Είναι πασίδηλο ότι οι απαλλαγές πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς, ενώ οι εξαιρέσεις από τις απαλλαγές πρέπει να τυγχάνουν ευρείας ερμηνείας (35).
  3. Η «είσπραξη απαιτήσεων» δεν ορίζεται στην έκτη οδηγία ΦΠΑ αλλά έχει εξετασθεί σε δύο αποφάσεις έως σήμερα (36). Κατά την εν λόγω νομολογία, η «είσπραξη απαιτήσεων» αφορά χρηματοοικονομικές πράξεις με τις οποίες σκοπείται η εξόφληση χρηματικής οφειλής (37). Ισχύει επίσης και για υπερήμερες και λοιπές απαιτήσεις (38). Συνεπώς, το γεγονός ότι πρόκειται περί καθυστερημένων οφειλών δεν επηρεάζει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού της πράξεως ως «είσπραξη απαιτήσεων» (39).
  4. Για τους εκτιθέμενους στα σημεία 39 έως 46 των προτάσεων, φρονώ ότι η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει στην έννοια «είσπραξη απαιτήσεων» του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ και ότι η GFKL παρέχει υπηρεσίες εισπράξεως απαιτήσεων προς την Τράπεζα.
  5. Ενιαία παροχή;
  6. Απομένει το τελικό ζήτημα του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, αν η παροχή υπηρεσιών εν προκειμένω μπορεί να νοηθεί ως ενιαία παροχή ή αν παρέχονται δύο χωριστές υπηρεσίες: μία με την οποία απαλλάσσεται η Τράπεζα από το βάρος της διενέργειας των πράξεων εισπράξεως (την οποία χαρακτήρισα ανωτέρω ως υπηρεσία εισπράξεως απαιτήσεων) και δεύτερη χαρακτηριζόμενη ως χορήγηση πιστώσεως κατά το άρθρο 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 1, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ.
  7. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν μια πράξη αποτελείται από σύνολο στοιχείων και πράξεων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη αυτή, προκειμένου να καθοριστεί αν πρόκειται για δύο ή περισσότερες χωριστές παροχές ή για ενιαία παροχή (40).
  8. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, πρώτον, από το άρθρο 2 της έκτης οδηγίας ΦΠΑ προκύπτει ότι κάθε πράξη πρέπει κατά κανόνα να λογίζεται ως χωριστή και αυτοτελής και ότι, δεύτερον, πράξη η οποία, από οικονομικής απόψεως, συνίσταται σε μία μόνον παροχή δεν πρέπει να διαιρείται τεχνητά ώστε να μην περιορίζεται η λειτουργία του συστήματος του ΦΠΑ.
  9. Πρόκειται για ενιαία παροχή όταν δύο ή περισσότερες πράξεις στις οποίες προέβη ή στοιχεία που ο υποκείμενος στον φόρο παρέσχε στον πελάτη συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε αντικειμενικά να αποτελούν μόνο μία αδιάσπαστη οικονομική παροχή, της οποίας η διαίρεση θα ήταν τεχνητή (41). Περαιτέρω, ενιαία παροχή υφίσταται όταν ένα ή πολλά στοιχεία πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν την κύρια παροχή ενώ, αντιστρόφως, τυχόν λοιπά στοιχεία πρέπει να λογισθούν ως μία ή πολλές παρεπόμενες παροχές υπαγόμενες στην ίδια φορολογική μεταχείριση με την κύρια παροχή. Ειδικότερα, μια παροχή πρέπει να θεωρηθεί ως παρεπόμενη κύριας παροχής οσάκις δεν συνιστά αφ’ εαυτής σκοπό για τους πελάτες, αλλά το μέσο για να απολαύσουν υπό τις καλύτερες συνθήκες την κύρια υπηρεσία του παρέχοντος υπηρεσίες (42).
  10. Στην υπό εξέταση υπόθεση, οικονομικός σκοπός της πράξεως είναι η απαλλαγή της Τράπεζας από το βάρος της διενέργειας των πράξεων εισπράξεως απαιτήσεων. Είναι σαφώς αληθές ότι η GFKL καταβάλλει τίμημα προκειμένου να αποκτήσει τις επίμαχες απαιτήσεις αλλά η καταβολή γίνεται έναντι των απαιτήσεων που η GFKL αποκτά. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίστανται δύο αυτοτελείς παρεχόμενες από την GFKL υπηρεσίες, αλλά ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους.
  11. Για τους λόγους αυτούς, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά «είσπραξη απαιτήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 13, Β, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ και ως εκ τούτου δεν απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ.

VII – Ποια είναι η αξία της αντιπαροχής στην υπό εξέταση υπόθεση;

  1. Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο κατ’ ουσία ζητεί να διευκρινιστεί ποια είναι η αντιπαροχή στην υπό εξέταση υπόθεση προκειμένου να προσδιορισθεί η βάση επιβολής του φόρου: η εκτίμηση των μερών όσον αφορά τις δαπάνες εισπράξεως ή οι πραγματικές δαπάνες εισπράξεως.
  2. Κατά το άρθρο 11, Α, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ, ως βάση επιβολής του φόρου λογίζεται «οτιδήποτε αποτελεί την αντιπαροχή, την οποία έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο προμηθευτής ή ο παρέχων τις υπηρεσίες από τον αγοραστή, τον λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων που συνδέονται αμέσως με την τιμή των πράξεων αυτών».
  3. Κατά πάγια νομολογία, ως αντιπαροχή πρέπει να νοείται η υποκειμενική αξία και όχι η εκτιμώμενη σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια αξία (43). Συνεπώς, η βάση επιβολής του φόρου επί παροχής υπηρεσιών είναι το ποσό της αντιπαροχής που πράγματι λαμβάνεται και όχι η ονομαστική αξία.
  4. Για αυτόν τον λόγο η αντιπαροχή στην υπό εξέταση υπόθεση δεν μπορεί να υπολογισθεί βάσει της διαφοράς μεταξύ της λεγόμενης οικονομικής ονομαστικής αξίας και του καταβληθέντος τιμήματος. Όπως εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο, είναι ιδιαίτερα πιθανό τα μέρη να συμφώνησαν την οικονομική ονομαστική αξία μόνο για τους σκοπούς του ΦΠΑ. Επομένως, η οικονομική ονομαστική αξία πιθανώς αναλογεί είτε στο αναμενόμενο από την GFKL περιθώριο κέρδους όσον αφορά την πράξη είτε στο ποσό βάσει του οποίου τα μέρη είναι διατεθειμένα να αποδώσουν ΦΠΑ. Κατά την άποψή μου, όταν η βάση επιβολής του φόρου στηρίζεται στο περιθώριο κέρδους, το εν λόγω περιθώριο πρέπει να τεκμηριώνεται σε πραγματικές εξελίξεις, και όχι σε προεκτιμήσεις, άλλως τα υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα ενδέχεται να υποχρεωθούν να αποδώσουν ΦΠΑ για ουδέποτε ληφθείσα αντιπαροχή.
  5. Το ποσό της αντιπαροχής δεν μπορεί να στηριχθεί στη διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας της περιλαμβανόμενης στο χαρτοφυλάκιο απαιτήσεως και του τιμήματος που κατέβαλε η GFKL, διότι απλώς ισούται με τη μείωση της αξίας της απαιτήσεως.
  6. Κατά την άποψή μου, η αντιπαροχή στην υπό εξέταση υπόθεση πρέπει να υπολογισθεί βάσει του ποσού που πράγματι εισπράττει η GFKL από την Τράπεζα. Τούτο σημαίνει βάσει της διαφοράς μεταξύ του ποσού που εν τέλει εισπράττει από τους οφειλέτες του χαρτοφυλακίου και του τιμήματος που κατέβαλε για την αγορά του χαρτοφυλακίου.
  7. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε δύο αποφάσεις όπου το Δικαστήριο εξέτασε παρόμοια ζητήματα σε σχέση με τον υπολογισμό του ποσού της αντιπαροχής.
  8. Στην απόφαση First National Bank Chicago, το Δικαστήριο έκρινε ότι στις αγοραπωλησίες συναλλάγματος στις οποίες δεν υπολογίζονται έξοδα ή προμήθεια όσον αφορά ορισμένες ειδικές πράξεις, βάση επιβολής του φόρου είναι το ακαθάριστο αποτέλεσμα των πράξεων του παρέχοντος την υπηρεσία κατά τη διάρκεια δεδομένου χρονικού διαστήματος (44). Περαιτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε την άποψη ότι το άνοιγμα που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της προσφερόμενης τιμής αγοράς και της τιμής προσφοράς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση επιβολής φόρου (45).
  9. Η απόφαση στην υπόθεση Argos είναι επίσης χρήσιμη για την υπό εξέταση υπόθεση κατ’ αναλογία. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την πώληση κουπονιών από κατάστημα, το οποίο ορισμένες φορές χρέωνε την ονομαστική τους αξία και άλλες την αξία κατόπιν εκπτώσεως. Το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί του ποσού της αντιπαροχής σε περίπτωση κατά την οποία το επίμαχο κουπόνι είχε αγορασθεί κατόπιν εκπτώσεως –η ονομαστική αξία ή η αξία του κουπονιού όταν αγοράσθηκε. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν η ονομαστική αξία κρίσιμη αλλά η πράγματι εισπραχθείσα από το κατάστημα αξία (46).
  10. Είναι αληθές ότι το συμπέρασμα αυτό θα προκαλέσει καθυστερήσεις κατά τον προσδιορισμό της βάσεως επιβολής του φόρου και κατά την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Το Δικαστήριο, όμως, έχει ήδη κρίνει ότι η αντιπαροχή μπορεί να αυξάνεται κατά τη διάρκεια δεδομένου χρονικού διαστήματος (47).
  11. Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι στην υπό εξέταση υπόθεση η αντιπαροχή πρέπει να στηριχθεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού της απαιτήσεως που πράγματι εισπράττεται από την GFKL και του τιμήματος που κατέβαλε για την αγορά της απαιτήσεως από την Τράπεζα.

VIII – Συμπέρασμα

  1. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στο αιτούν δικαστήριο:

(1) Η αγορά χαρτοφυλακίου επισφαλών απαιτήσεων συνιστά υπηρεσία και οικονομική δραστηριότητα εκ μέρους του αγοραστή των απαιτήσεων κατά την έννοια των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 4 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση.

Καθόσον, όμως, δεν υπάρχει άμεση συνάρτηση στην υπό εξέταση υπόθεση μεταξύ της παρεχόμενης υπηρεσίας και της εισπραττόμενης αντιπαροχής, η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της έκτης οδηγίας ΦΠΑ.

  1. Παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα. Πάντως, σε αντίθετη περίπτωση, προτείνω τα εξής:

(2) Η υπό εξέταση περίπτωση συνιστά «είσπραξη απαιτήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 13, B, στοιχείο δ΄, σημείο 3, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ, και ως εκ τούτου δεν απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ.

(3) Η αντιπαροχή στην υπό εξέταση υπόθεση πρέπει να στηριχθεί στη διαφορά μεταξύ του πράγματι εισπραττόμενου από την GFKL ποσού της απαιτήσεως και του τιμήματος που κατέβαλε προς την Τράπεζα για την αγορά της απαιτήσεως.

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

2 – Απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, C‑305/01, MKG (Συλλογή 2003, σ. I‑6729).

3 – MKG, προπαρατεθείσα (σκέψη 80).

4 – MKG, προπαρατεθείσα (σκέψη 49).

5 – Λαέρτιος, Δ. (μετάφραση στην αγγλική από Hicks, R. D.), Livesofeminentphilosophers, Τόμοι VI‑X, Loeb Classical Library, σ 43.

6 –      Έκτη οδηγία 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (στο εξής: έκτη οδηγία ΦΠΑ) (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49). Η οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006 L 347, σ. 1) (στο εξής: οδηγία ΦΠΑ) αντικατέστησε την έκτη οδηγία ΦΠΑ από 1ης Ιανουαρίου 2007. Σκοπός της οδηγίας ΦΠΑ είναι να παρουσιάζονται οι εφαρμοστέες διατάξεις κατά σαφή και ορθολογικό τρόπο, συνεπή προς την αρχή της καλύτερης νομοθεσίας (τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου).

7 – Κατά την άποψη των γερμανικών αρχών, την οποία επίσης υποστήριξε η Γερμανική Κυβέρνηση στο πλαίσιο της υπό εξέταση υποθέσεως, η κρίσιμη διαφορά μεταξύ των φορολογητέων υπηρεσιών εισπράξεως απαιτήσεων (όπως της μη γνήσιας πρακτορείας απαιτήσεων) και των εκχωρήσεων απαιτήσεων που δεν υπόκεινται σε ΦΠΑ είναι η μεταφορά του κινδύνου. Εφόσον ο κίνδυνος παραμένει στον πιστωτή, η πράξη είναι φορολογητέα: εφόσον ο κίνδυνος μεταφέρεται, πρόκειται για πώληση υποχρεώσεων, η οποία δεν συνεπάγεται παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του αγοραστή προς τον πωλητή.

8 – Αντικείμενο της συμβάσεως ήταν, μεταξύ άλλων, εμπράγματες ασφάλειες καθώς και όλα τα λοιπά δικαιώματα και απαιτήσεις από τις παρατιθέμενες στο συνημμένο παράρτημα του χαρτοφυλακίου, περιλαμβανομένων και των απαιτήσεων εκ δανείων, όλων των υφισταμένων και/ή μελλοντικών απαιτήσεων, όπως τόκοι, έξοδα, αμοιβές και προμήθειες, όλων των πρόσθετων ασφαλειών και των ασφαλειών που παρέχονται από τρίτους, όλων των τίτλων και όλων των λοιπών συνδεομένων με τις εκάστοτε συμβάσεις δανείου εγγράφων, όπως πιστοποιητικά, φάκελοι πελατών, αλληλογραφία και κάθε είδους επιχειρηματικά έγγραφα.

9 – Αγγλική, σουηδική, εσθονική, λετονική, λιθουανική, ουγγρική, μαλτέζικη, πολωνική και σλοβενική απόδοση.

10 – Ισπανική, τσεχική, δανική, γερμανική, ελληνική, γαλλική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική, σλοβακική και φινλανδική απόδοση. Δεν υπάρχουν αποδόσεις στη βουλγαρική και στη ρουμανική γλώσσα.

11 – Απόφαση MKG, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 (σκέψη 77).

12 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 2009, C‑242/08, Swiss Re Germany Holding (Συλλογή 2009, σ. I‑10099, σκέψεις 27 και 28).

13 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1998, C‑172/96, First National Bank of Chicago (Συλλογή 1998, σ. I‑4387, σκέψεις 21 και 22).

14 – Απόφαση First National Bank of Chicago, προπαρατεθείσα (σκέψη 25).

15 – Απόφαση First National Bank of Chicago, προπαρατεθείσα (σκέψη 29).

16 – Απόφαση MKG, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 (σκέψη 49).

17 – Απόφαση MKG, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 (σκέψη 77).

18 – Απόφαση MKG, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 (σκέψη 50).

19 – Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994, C‑16/93, Tolsma (Συλλογή 1994, σ. I‑743, σκέψη 14).

20 – Αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑215/94, Mohr (Συλλογή 1996, σ. I‑959, σκέψη 17)· της 5ης Φεβρουαρίου 1981, 154/80, Coöperatieve Aardappelenbewaarplaats (Συλλογή 1981, σ. 445)· της 8ης Μαρτίου 1988, 102/86, Apple and Pear Development Council (Συλλογή 1988, σ. 1443).

21 – Απόφαση MKG, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 (σκέψεις 48 και 49).

22 – Άρθρο 11, A, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της έκτης οδηγίας ΦΠΑ. Συνήθως ο υπερήμερος οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει τα έξοδα εισπράξεως, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών όσων αναλαμβάνουν την είσπραξη των απαιτήσεων. Υποθέτω ότι η GFKL δικαιούται τέτοιας αποζημιώσεως, όπως θα εδικαιούτο και η Τράπεζα εφόσον συνέχιζε να εισπράττει η ίδια τις απαιτήσεις.

23 – Επισημαίνω ότι η διαφορά, είτε μεταξύ της οικονομικής ονομαστικής αξίας είτε του ποσού που πράγματι εισπράττεται και του τιμήματος που η GFKL κατέβαλε στην Τράπεζα, δεν αποτελεί απλώς αντιπαροχή για την είσπραξη απαιτήσεων αλλά συνεπάγεται και υπεραξία ή κεφαλαιουχική ζημία προερχόμενη από την κατοχή εκ μέρους της GFKL του χαρτοφυλακίου για δεδομένη χρονική περίοδο.

24 – Απόφαση Coöperatieve Aardappelenbewaarplaats, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 (σκέψη 12).

25 – Απόφαση της 29ης Ιουλίου 2010, C‑40/09, Astra Zeneca UK (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή , σκέψη 29).

26 – Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2009, C‑246/08, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2009, σ. I‑10605). Στην υπόθεση αυτή, όπου ανέκυψε το ζήτημα αν η λαμβανόμενη αντιπαροχή για την παροχή υπηρεσιών νομικής αρωγής ήταν φορολογητέα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν διότι η αντιπαροχή ήταν εξαρτώμενη μόνο μερικώς από τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Λοιποί παράγοντες ήταν τα περιουσιακά στοιχεία και οι πόροι του λήπτη της υπηρεσίας, και δεν συνδεόταν άμεσα με τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

27 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑77/01, EDM (Συλλογή 2004, σ. I‑4295, σκέψη 63).

28 – Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000, C‑142/99, Floridienne και Berginvest (Συλλογή 2000, σ. I‑9567, σκέψεις 22 και 23), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι καθόσον τα μερίσματα διανεμήθηκαν κατόπιν αποφάσεως μονομερώς ληφθείσας από τρίτον, στηρίζονταν σε εν μέρει αστάθμητους παράγοντες και ως εκ τούτου δεν υπήρχε άμεση συνάρτηση.

29–       Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C‑2/95, SDC (Συλλογή 1997, σ. I‑3017, σκέψη 34).

30–       SDCπροπαρατεθείσα (σκέψη 34).

31 – Είναι συναφώς σημαντικό να τονισθεί ότι ο τόκος στην υπό εξέταση υπόθεση χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της οικονομικής ονομαστικής αξίας της απαιτήσεως. Η Τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει τόκους στην GFKL μετά την ολοκλήρωση της πράξεως.

32–       Είναι διαφορετικό το ζήτημα αν η GFKL μπορεί σε επιμέρους περιπτώσεις να επαναδιαπραγματεύεται τους δανειακούς όρους παρέχοντας παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής, χορηγώντας κατά τον τρόπο αυτό πίστωση στους πρώην πελάτες της τράπεζας (οφειλέτες). Πρόκειται για διαφορετική πράξη μεταξύ της GFKL και του οικείου οφειλέτη.

33 – Απόφαση της 25ης Μαΐου 1993, C‑18/92, Bally (Συλλογή 1993, σ. I‑2871).

34 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, C‑455/05, Velvet & Steel Immobilien (Συλλογή 2007, σ. I‑3225, σκέψεις 21 και 22).

35 – Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2010, C‑175/09, AXA UK (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

36 – Αποφάσεις MKG, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, και AXA, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35.

37 – Αποφάσεις MKG, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 (σκέψη 78) και AXA, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35 (σκέψη 31).

38 – Απόφαση AXA, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35 (σκέψη 34).

39 – Αντιθέτως, η πρακτορεία απαιτήσεων αφορά τη διαχείριση από τον πράκτορα υφιστάμενων πελατειακών απαιτήσεων του πελάτη. Για αυτόν τον λόγο, κατά την άποψή μου, οι πράξεις που αφορούν υπερήμερες απαιτήσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν πρακτορεία απαιτήσεων ακόμη και αν η πρακτορεία ως εμπορική έννοια ενδεχομένως περιλαμβάνει και την αγορά υπερήμερων απαιτήσεων.

40 – Αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2005, C‑41/04, Levob Verzekeringen και OV Bank (Συλλογή 2005, σ. I‑9433, σκέψη 19), και της 29ης Μαρτίου 2007, C‑111/05, Aktiebolaget NN (Συλλογή 2007, σ. I‑2697, σκέψη 21).

41 – Αποφάσεις Levob Verzekeringen και OV, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40 (σκέψεις 20 και 22), και Aktiebolaget NN, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40 (σκέψεις 22 και 23).

42 – Αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C‑349/96, CPP (Συλλογή 1999, σ. I‑973, σκέψη 30)· Levob Verzekeringen και OV Bank, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40 (σκέψη 21)· της 11ης Ιουνίου 2009, C‑572/07, RLRE Tellmer Property (Συλλογή 2009, σ. I‑4983, σκέψη 18), και της 2ας Δεκεμβρίου 2010, C‑276/09, Everything Everywhere (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 24 και 25).

43 – Αποφάσεις Coöperatieve Aardappelenbewaarplaats, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 (σκέψη 13)· της 15ης Μαΐου 2001, C‑34/99, Primback (Συλλογή 2001, σ. I‑3833, σκέψη 24), και της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑288/94, Argos Distributors (Συλλογή 1996, σ. I‑5311, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44 – Απόφαση First National Bank of Chicago, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 (σκέψη 47).

45 – Απόφαση First National Bank of Chicago, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 (σκέψη 45).

46 – Απόφαση Argos Distributors, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43 (σκέψεις 16, 18, 20, 23).

47 – Απόφαση First National Bank of Chicago, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 (σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).