Υπόθεση T-423/09 Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials Co. Ltd κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Ντάμπινγκ – Εισαγωγές ορισμένων τούβλων μαγνησίας προελεύσεως Κίνας – Κανονισμός που περατώνει ενδιάμεση επανεξέταση – Σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής – Συνεκτίμηση του φόρου προστιθεμένης αξίας της χώρας καταγωγής – Εφαρμογή μεθόδου διαφορετικής από τη χρησιμοποιηθείσα κατά την αρχική έρευνα – Μεταβολή συνθηκών – Άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, και άρθρο 11, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 [νυν άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, και άρθρο 11, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009]»

 

 

 

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ – Διαδικασία επανεξετάσεως – Σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής «συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθεμένης αξίας»

(Κανονισμοί του Συμβουλίου 384/96, άρθρα 2 § 10, στοιχείο β΄, και 11 § 3, 1659/2005, 826/2009 και 1225/2009, άρθρα 2 § 10, στοιχείο β΄, και 11 § 3)

  1. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ – Περιθώριο ντάμπινγκ – Σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής – Εξουσία εκτιμήσεως των οργάνων – Σύγκριση στο ίδιο στάδιο εμπορίας

(Κανονισμοί του Συμβουλίου 384/96, άρθρα 1 § 2 και 2 § 10, και 1225/2009, άρθρα 1 § 2 και 2 § 10)

  1. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ – Διαδικασία επανεξετάσεως – Αλλαγή της μεθόδου υπολογισμού

(Κανονισμοί του Συμβουλίου 384/96, άρθρα 2 § 10, 11 § 9 και 17, και 1225/2009, άρθρα 2 § 10, 11 § 9 και 17)

  1. Εφόσον, στον κανονισμό 826/2009, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού 1659/2005 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων τούβλων μαγνησίας καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, το Συμβούλιο θεωρεί ότι, κατά τη διαδικασία μερικής ενδιάμεσης επανεξετάσεως δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96 (νυν άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 1225/2009), σε αντίθεση με τα ισχύσαντα κατά την αρχική έρευνα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την προσαρμογή της κανονικής αξίας και/ή της τιμής εξαγωγής δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1225/2009), με αποτέλεσμα η εν λόγω διάταξη να μην έχει εφαρμογή, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη, στον προσβαλλόμενο κανονισμό, τον φόρο προστιθεμένης αξίας ύψους 17 %, το Συμβούλιο εφάρμοσε το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, προσαρμόζοντας, έτσι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής προκειμένου να αποκαταστήσει τη συμμετρία μεταξύ της αξίας και της τιμής αυτής. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι η μέθοδος συγκρίσεως που εφαρμόστηκε με τον κανονισμό 826/2009 συνίσταται στην προσαρμογή της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για σύγκριση της εν λόγω αξίας και τιμής συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθεμένης αξίας, βάσει της γενικής μόνο διατάξεως του άρθρου 2, παράγραφος 10, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρου 2, παράγραφος 10, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1225/2009).

(βλ. σκέψεις 37-38)

  1. Στον τομέα των μέτρων εμπορικής άμυνας, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν. Αυτή η εξουσία εκτιμήσεως αφορά και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν τον δίκαιο χαρακτήρα της εφαρμοσθείσας μεθόδου συγκρίσεως, καθώς η έννοια του «δικαίου» είναι αόριστη και πρέπει να συγκεκριμενοποιείται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται. Πράγματι, η επιλογή μεταξύ των διαφόρων μεθόδων υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ και ο καθορισμός της κανονικής αξίας ενός προϊόντος προϋποθέτουν την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων και ο δικαστικός έλεγχος της εκτιμήσεως αυτής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση του αν τηρήθηκαν οι διαδικαστικοί κανόνες, του αν είναι ακριβή τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε η αμφισβητούμενη επιλογή, του αν υπήρξε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ή κατάχρηση εξουσίας.

Εξάλλου, προσαρμογή της τιμής εξαγωγής ή της κανονικής αξίας μπορεί να πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνον προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές όσον αφορά παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές και, επομένως, τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών αυτών. Τούτο σημαίνει ότι η προσαρμογή αποσκοπεί στην αποκατάσταση της συμμετρίας μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής ενός προϊόντος, έτσι ώστε, αν πραγματοποιηθεί νομότυπη προσαρμογή, να συνάγεται ότι η συμμετρία μεταξύ της κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής έχει αποκατασταθεί. Αντιθέτως, αν η προσαρμογή δεν πραγματοποιηθεί νομοτύπως, προκαλείται ασυμμετρία μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής.

Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του κατά πόσον είναι δίκαιη η εφαρμοσθείσα μέθοδος συγκρίσεως, η έννοια της συμμετρίας μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής αποτελεί στοιχείο-κλειδί, το οποίο αντιστοιχεί στην ανάγκη αποδείξεως της συγκρισιμότητας των τιμών κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96 (νυν άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1225/2009). Πράγματι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, πρώτη έως τρίτη περίοδος, του ίδιου κανονισμού (νυν άρθρο 2, παράγραφος 10, πρώτη έως τρίτη περίοδος, του κανονισμού 1225/2009), η δίκαιη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας πρέπει να πραγματοποιείται, στο ίδιο στάδιο εμπορίας, για πωλήσεις πραγματοποιηθείσες σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες και λαμβανομένων δεόντως υπόψη άλλων διαφορών που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών, μόνον δε στις περιπτώσεις που η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής που έχουν καθορισθεί δεν είναι συγκρίσιμες μπορούν τα θεσμικά όργανα να προβούν σε προσαρμογές.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, κρίνοντας ότι η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθεμένης αξίας αποτελεί δίκαιη μέθοδο συγκρίσεως, καθόσον η εν λόγω σύγκριση πραγματοποιείται, τηρουμένης της προϋποθέσεως της συμμετρίας μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, στο ίδιο στάδιο εμπορίας, για ταυτόχρονες πωλήσεις τόσο εγχώριες όσο και προς εξαγωγή, οι οποίες υπόκεινται όλες στην εφαρμογή του ίδιου φόρου προστιθεμένης αξίας.

(βλ. σκέψεις 40-43, 45)

  1. Από το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96 (νυν άρθρο 11, παράγραφος 9, του κανονισμού 1225/2009) προκύπτει ότι, στο πλαίσιο επανεξετάσεως ενός μέτρου αντιντάμπινγκ, τα θεσμικά όργανα οφείλουν, κατά κανόνα, να εφαρμόζουν την ίδια μέθοδο με εκείνη της αρχικής έρευνας που κατέληξε στην επιβολή του δασμού αντιντάμπινγκ, συμπεριλαμβανομένης της μεθόδου συγκρίσεως της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, του ίδιου κανονισμού (νυν άρθρου 2, παράγραφος 10, του κανονισμού 1225/2009). Ωστόσο, η ίδια αυτή διάταξη προβλέπει μια εξαίρεση, η οποία επιτρέπει στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να εφαρμόζουν μεν μέθοδο διαφορετική από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε κατά την αρχική έρευνα, αλλά αποκλειστικά και μόνον κατά το μέτρο που οι περιστάσεις έχουν μεταβληθεί.

Εξάλλου, οι έννοιες της «μεθόδου» και της «προσαρμογής» δεν ταυτίζονται. Αλλά, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η έννοια της «προσαρμογής» κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού θα μπορούσε να εξομοιωθεί με εκείνη της «μεθόδου» κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του ίδιου κανονισμού, σε περίπτωση που τα θεσμικά όργανα απλώς δεν προέβησαν σε προσαρμογή λόγω του ότι, σε αντίθεση με αυτό που ίσχυε κατά την αρχική έρευνα, δεν πληρούνταν κατά τον χρόνο της επανεξετάσεως οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1225/2009) που θα δικαιολογούσαν μια τέτοια προσαρμογή, μόνη η άρνηση των οργάνων να προβούν σε προσαρμογή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αλλαγή μεθόδου κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Πράγματι, η διάταξη αυτή απαιτεί να είναι η σχετική μέθοδος σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 2 και του άρθρου 17 (νυν άρθρου 17 του κανονισμού 1225/2009) του ίδιου κανονισμού, του οποίου οι επιταγές πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση. Έτσι, αν αποδειχθεί κατά το στάδιο της επανεξετάσεως ότι η εφαρμογή της μεθόδου που εφαρμόστηκε κατά την αρχική έρευνα δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να απέχουν πλέον από την εφαρμογή της μεθόδου αυτής, έστω και αν αυτό συνεπάγεται «αλλαγή μεθόδου» κατά τη στενή έννοια του όρου.

Έτσι, όταν τα θεσμικά όργανα δεν έχουν, κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως, τη δυνατότητα να προβούν σε προσαρμογή δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, δεν μπορούν να υποχρεωθούν, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 9, του ίδιου κανονισμού, να το πράξουν παρά ταύτα, εκ μόνου του λόγου ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια προσαρμογή κατά την αρχική έρευνα.

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως, το Συμβούλιο ακολούθησε διαφορετική μέθοδο συγκρίσεως της κανονικής αξίας με την τιμή εξαγωγής των εξεταζόμενων προϊόντων από εκείνη που είχε εφαρμοστεί κατά την αρχική έρευνα, δεν υποπίπτει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όταν αποδεικνύει, αφενός, ότι μεταξύ της αρχικής έρευνας και της διαδικασίας επανεξετάσεως μεσολάβησε μεταβολή των συνθηκών και, αφετέρου, ότι η μεταβολή αυτή μπορούσε να δικαιολογήσει την αποχή από μια τέτοια προσαρμογή.

(βλ. σκέψεις 54, 57-59, 62, 65)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 16ης Δεκεμβρίου 2011 (*)

«Ντάμπινγκ – Εισαγωγές ορισμένων τούβλων μαγνησίας προελεύσεως Κίνας – Κανονισμός που περατώνει ενδιάμεση επανεξέταση – Σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής – Συνεκτίμηση του φόρου προστιθεμένης αξίας της χώρας καταγωγής – Εφαρμογή μεθόδου διαφορετικής από την χρησιμοποιηθείσα κατά την αρχική έρευνα – Μεταβολή συνθηκών – Άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, και άρθρο 11, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 [νυν άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, και άρθρο 11, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009]»

Στην υπόθεση T‑423/09,

Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials Co. Ltd, με έδρα το Dashiqiao (Κίνα), εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Bellis και R. Luff, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου αρχικώς από τον J.-P. Hix, στη συνέχεια, από τους J.‑P. Hix και B. Driessen, επικουρούμενους αρχικώς από τους G. Berrisch και G. Wolf και, στη συνέχεια, από τον G. Berrisch, δικηγόρους,

καθού,

υποστηριζόμενου από την

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους É. Gippini Fournier και H. van Vliet,

παρεμβαίνουσα,

με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 826/2009 του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1659/2005 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τούβλων μαγνησίας, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 240, σ. 7), καθόσον ο δασμός αντιντάμπινγκ τον οποίο επιβάλλει στην προσφεύγουσα ο εν λόγω κανονισμός υπερβαίνει το ύψος που θα εφαρμοζόταν αν ο δασμός αυτός είχε προσδιοριστεί βάσει της μεθόδου υπολογισμού που εφαρμόστηκε κατά την αρχική έρευνα, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η μη επιστροφή του κινεζικού φόρου προστιθέμενης αξίας επί των εξαγωγών,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. Azizi (εισηγητή), πρόεδρο, V. Vadapalas και S. Frimodt Nielsen, δικαστές,

γραμματέας: V. Nagy, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Ιουνίου 2011,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Το νομικό πλαίσιο

1        Η βασική νομοθεσία αντιντάμπινγκ περιέχεται στον κανονισμό (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: βασικός κανονισμός) [αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 343, σ. 51, διορθωτικό ΕΕ 2010, L 7, σ. 22)].

2        Το άρθρο 2, παράγραφοι 1, 8 και 10, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρο 2, παράγραφοι 1, 8 και 10, του κανονισμού 1225/2009), όπως έχει εφαρμογή στην επίδικη υπόθεση, προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«1. Η κανονική αξία βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής.

[…]
  1. Ως τιμή εξαγωγής θεωρείται η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή του προϊόντος κατά την πώλησή του προς εξαγωγή από τη χώρα εξαγωγής στην Κοινότητα.
[…]
  1. Μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας διεξάγεται δίκαιη σύγκριση. Η σύγκριση αυτή αφορά το ίδιο στάδιο εμπορίας και πωλήσεις πραγματοποιηθείσες σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες, λαμβάνονται δε δεόντως υπόψη άλλες διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών. Όταν η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής που διαμορφώνεται δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις σύγκρισης, πραγματοποιούνται προσαρμογές για κάθε περίπτωση, με βάση τα ατομικά της στοιχεία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη διαφορές των παραγόντων για τους οποίους προβάλλεται ο ισχυρισμός και αποδεικνύεται ότι επηρεάζουν τις τιμές και, κατ’ επέκταση, τη συγκρισιμότητα των τιμών. Πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε επανάληψη προσαρμογής που έχει ήδη γίνει, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εκπτώσεις επί της τιμής και επιστροφές, για τις ποσότητες και για το στάδιο εμπορίας. Όταν πληρούνται οι προκαθορισμένες προϋποθέσεις, είναι δυνατό να πραγματοποιούνται προσαρμογές, όσον αφορά τους ακόλουθους παράγοντες:
[…]

β) Επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή και έμμεσοι φόροι

Η κανονική αξία προσαρμόζεται κατά ποσό που αντιστοιχεί στις τυχόν επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή ή στους έμμεσους φόρους στους οποίους υπόκειται το ομοειδές προϊόν, καθώς και τα φυσικώς ενσωματωμένα σε αυτό υλικά, όταν το προϊόν προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής και όταν οι εν λόγω επιβαρύνσεις και φόροι δεν εισπράττονται ή επιστρέφονται για το εξαγόμενο στην Κοινότητα προϊόν.

[…]

κ) Άλλοι παράγοντες

Επίσης παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής για διαφορές που προκύπτουν λόγω άλλων παραγόντων μη προβλεπομένων στα εδάφια α) έως ι), υπό τον όρο της κατάδειξης της επίδρασής τους επί της συγκρισιμότητας των τιμών, όπως απαιτεί η παρούσα παράγραφος, και ιδίως υπό τον όρο της κατάδειξης του γεγονότος ότι οι πελάτες συστηματικά πληρώνουν διαφορετικές τιμές στην εγχώρια αγορά επειδή υπάρχουν διαφορές στους παράγοντες αυτούς.»

3        Το άρθρο 11, παράγραφοι 3 και 9, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρο 11, παράγραφοι 3 και 9, του κανονισμού 1225/2009), όπως εφαρμόζεται στην επίδικη υπόθεση, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«3. Η ανάγκη διατήρησης σε ισχύ δεδομένου μέτρου είναι επίσης δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο επανεξέτασης, όταν κρίνεται δικαιολογημένη, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή, ακόμη, εφόσον έχει παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους από την επιβολή του οριστικού μέτρου, μετά από αίτηση οποιουδήποτε εξαγωγέα ή εισαγωγέα ή των κοινοτικών παραγωγών, η οποία περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας ενδιάμεσης επανεξέτασης.

[…]
  1. Για όλες τις επανεξετάσεις και τις έρευνες που διεξάγονται για το θέμα της επιστροφής δυνάμει του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εφαρμόζει, υπό τον όρο ότι δεν έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών, την ίδια μέθοδο που έχει εφαρμοσθεί και για την έρευνα που οδήγησε στην επιβολή του δασμού, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του άρθρου 2, και ιδιαίτερα των παραγράφων 11 και 12 του εν λόγω άρθρου, όπως επίσης των διατάξεων του άρθρου 17.»

 Ιστορικό της διαφοράς

 Κανονισμοί αντιντάμπινγκ που έχουν εφαρμογή στην υπόθεση

4        Στις 11 Απριλίου 2005 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 552/2005, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τούβλων μαγνησίας καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 93, σ. 6), ο οποίος, μεταξύ άλλων, θέσπισε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ 66,1 %, εφαρμοστέο στις εισαγωγές στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ορισμένων τούβλων μαγνησίας παραγωγής της προσφεύγουσας Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials Co. Ltd.

5        Με τον κανονισμό (ΕΚ) 1659/2005 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2005, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων τούβλων μαγνησίας, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 267, σ. 1), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέσπισε, μεταξύ άλλων, οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ 27,7 %, εφαρμοστέο στις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων τούβλων μαγνησίας παραγωγής της προσφεύγουσας.

6        Μετά από αίτηση της προσφεύγουσας, ο κανονισμός 1659/2005 αποτέλεσε αντικείμενο μερικής επανεξετάσεως, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 1225/2009). Κατόπιν της επανεξετάσεως αυτής, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 826/2009, της 7ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού [αριθ. 1659/2005] (ΕΕ L 240, σ. 7, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), ο οποίος μείωσε τον δασμό αντιντάμπινγκ που εφαρμοζόταν στις εισαγωγές ορισμένων τούβλων μαγνησίας παραγωγής της προσφεύγουσας σε ποσοστό 14,4 %.

 Κινεζική νομοθεσία περί ΦΠΑ

7        Η κινεζική νομοθεσία προέβλεπε ένα σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ), το οποίο συνίστατο στην είσπραξη ενός ΦΠΑ 17 % για όλες, κατ’ αρχήν, τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και προς εξαγωγή. Ο ΦΠΑ, ωστόσο, ενώ έπρεπε να καταβληθεί στο σύνολό του από τον πωλητή για τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά, μπορούσε να του επιστραφεί εξ ολοκλήρου στην περίπτωση των πωλήσεων προς εξαγωγή.

8        Κατά την αρχική έρευνα που πραγματοποιήθηκε για την περίοδο από 1ης Απριλίου 2003 έως 31 Μαρτίου 2004 και που κατέληξε στην έκδοση του κανονισμού 1659/2005, ο ΦΠΑ που εφαρμοζόταν στην εξαγωγή των τούβλων μαγνησίας επιστρεφόταν στον πωλητή/εξαγωγέα εν μέρει, δηλαδή κατά ποσοστό 15 % για το έτος 2003 και 13 % για το έτος 2004. Στη συνέχεια, κατά την περίοδο της έρευνας που συνέπεσε με τη διαδικασία επανεξετάσεως, η οποία οδήγησε στην έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού, δηλαδή από 1ης Ιανουαρίου 2007 έως 31 Μαρτίου 2008, το ποσοστό της επιστροφής του ΦΠΑ για τις πωλήσεις τούβλων μαγνησίας προς εξαγωγή μειώθηκε στο μηδέν.

 Διοικητικές διαδικασίες

9        Κατά τη διάρκεια της αρχικής έρευνας, η Επιτροπή προέβη σε σύγκριση της κανονικής τιμής και της τιμής εξαγωγής, η οποία συνοψίζεται ως ακολούθως στην εξηκοστή πρώτη και εξηκοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 552/2005, στις οποίες παραπέμπει η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 826/2009:

«(61) Πραγματοποιήθηκε η σύγκριση της κανονικής αξίας και των τιμών εξαγωγής εκ του εργοστασίου και στο ίδιο στάδιο εμπορίου. Για να διασφαλιστεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, ελήφθησαν υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, οι διαφορές των παραγόντων οι οποίοι, όπως υποστηρίχθηκε και αποδείχθηκε, επηρεάζουν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών.

(62) Βάσει αυτών, χορηγήθηκαν προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές σε ό,τι αφορά τα έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης, τα έξοδα φόρτωσης και τα παρεπόμενα έξοδα, το κόστος πίστωσης, τις προμήθειες, τις εισαγωγικές επιβαρύνσεις και τα έξοδα μετά την πώληση (εγγύηση κ.λπ.).»

10      Στο υπόμνημά του αντικρούσεως, το Συμβούλιο εξήγησε την ως άνω προσέγγιση των θεσμικών οργάνων της Ενώσεως κατά την αρχική έρευνα ως εξής. Αφού διαπίστωσαν ότι ο ΦΠΑ για τις πωλήσεις προς εξαγωγή τούβλων μαγνησίας επιστρεφόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου, τα θεσμικά όργανα της Ενώσεως αποφάσισαν «να χρησιμοποιήσουν για τη σύγκριση με την τιμή εξαγωγής μία κανονική αξία χωρίς ΦΠΑ, ωσάν η τιμή εξαγωγής να απαλλασσόταν εντελώς από τον ΦΠΑ, και να αφαιρέσουν από την τιμή αυτή το ποσό του ΦΠΑ που δεν επεστράφη». Το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι, μολονότι, «δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10[, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού], θα ήταν ευλογότερο να διατηρηθεί στην κανονική αξία ένα ποσοσό ΦΠΑ ανάλογο του ΦΠΑ που εφαρμόζεται στις πωλήσεις προς εξαγωγή μετά την επιστροφή και να μην αφαιρεθεί ο υπολειπόμενος ΦΠΑ από την τιμή των τελευταίων», κρίθηκε ότι, «δεδομένου του χαμηλού (σχεδόν μηδενικού) ποσοστού ΦΠΑ που εφαρμόζεται στις τιμές εξαγωγής μετά την επιστροφή από τις κινεζικές φορολογικές αρχές κατά την αρχική έρευνα, […] ήταν πρακτικότερο, από διαχειριστικής απόψεως, να απαλειφθεί απλώς ο εν λόγω ΦΠΑ από τις τιμές εξαγωγής».

11      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα προσκόμισε ένα αχρονολόγητο έγγραφο με τίτλο «Ειδική οριστική γνωστοποίηση» (Specific definitive disclosure), από το οποίο προκύπτει ότι η τιμή εξαγωγής ήταν πράγματι προσαρμοσμένη κατά τον τρόπο που περιγράφεται από το Συμβούλιο. Αφού ακούστηκαν οι διάδικοι, το έγγραφο αυτό κατατέθηκε στον φάκελλο της υποθέσεως, γεγονός που περιελήφθη στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Το Συμβούλιο επισήμανε επιπλέον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι τα θεσμικά όργανα της Ενώσεως θεωρούσαν πλέον ότι η προσέγγιση που είχε ακολουθηθεί κατά την αρχική έρευνα δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού [νυν άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1225/2009], κατά το μέτρο που η διάταξη αυτή αφορούσε απλώς μια προσαρμογή της κανονικής αξίας και όχι της τιμής εξαγωγής και που η προσαρμογή της τιμής αυτής έπρεπε να στηρίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο ια΄, του ίδιου κανονισμού [νυν άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο ια΄, του κανονισμού 1225/2009].

12      Στις 15 Ιουλίου 2009, η Επιτροπή κοινοποίησε στην προσφεύγουσα έγγραφο με τίτλο «Έγγραφο γενικών πληροφοριών R453» (General Disclosure Document R453), στο οποίο επεσήμαινε, σε σχέση με τη μέθοδο συγκρίσεως μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής που είχε εφαρμοστεί κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως, στο σημείο B.4 του εν λόγω εγγράφου, με τίτλο «Σύγκριση», τα εξής:

«Η σύγκριση της μέσης κανονικής αξίας και της μέσης τιμής εξαγωγής, για κάθε τύπο του υπό εξέταση προϊόντος, πραγματοποιήθηκε σε βάση εκ του εργοστασίου και στο ίδιο στάδιο εμπορίου. Για να διασφαλιστεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, ελήφθησαν υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, οι διαφορές των παραγόντων οι οποίοι, όπως υποστηρίχθηκε και αποδείχθηκε, επηρεάζουν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών. Για τον σκοπό αυτό, οσάκις ήταν σκόπιμο και αιτιολογημένο, έγιναν αναπροσαρμογές, για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές του κόστους μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης και φόρτωσης, κόστους πίστωσης, καθώς και των δασμών αντιντάμπινγκ.

Από την έρευνα αποδείχθηκε ότι ο ΦΠΑ που είχε καταβληθεί επί των πωλήσεων προς εξαγωγή δεν είχε επιστραφεί. Στην αρχική έρευνα, ο ΦΠΑ αφαιρέθηκε τόσο από την κανονική αξία όσο και από την τιμή εξαγωγής, προκειμένου η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο έμμεσης φορολογήσεως. Εντούτοις, εκτιμάται, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, ότι η εφαρμοστέα μεθοδολογία, σε περίπτωση μη επιστροφής των έμμεσων φόρων επί των εξαγωγών, συνίσταται στην προσαρμογή της κανονικής αξίας του ποσού των εθνικών φόρων που έχουν εφαρμογή όταν το παρόμοιο προϊόν πωλείται προς κατανάλωση εντός της χώρας εξαγωγής. Κατά συνέπεια, η κανονική αξία καθορίστηκε βάσει του καταβληθέντος ή καταβλητέου ΦΠΑ.»

13      Σε άλλο έγγραφο με τίτλο «Παράρτημα II στο έγγραφο ειδικών πληροφοριών» (Annex II Specific Disclosure Document), το οποίο διαβιβάστηκε στην προσφεύγουσα την ίδια ημέρα, η Επιτροπή διευκρίνισε, στο σημείο 3.2 του εγγράφου αυτού, υπό τον τίτλο «Προσαρμογές-Κανονική αξία», τα εξής:

«Πραγματοποιήθηκαν προσαρμογές της κανονικής αξίας όσον αφορά τα έξοδα μεταφοράς, ασφαλίσεως, συντηρήσεως, φορτώσεως και πιστώσεως.

Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, η εφαρμοστέα μεθοδολογία σε περίπτωση μη επιστροφής των έμμεσων φόρων επί των εξαγωγών συνίσταται στην προσαρμογή της κανονικής αξίας του ποσού των εθνικών φόρων που έχουν εφαρμογή όταν το παρόμοιο προϊόν πωλείται προς κατανάλωση εντός της χώρας εξαγωγής. Κατά συνέπεια, η κανονική αξία καθορίστηκε βάσει του καταβληθέντος ή καταβλητέου ΦΠΑ. Το ύψος του ΦΠΑ που χρησιμοποιήθηκε προς τον σκοπό αυτόν ανέρχεται σε 17 %.»

14      Με επιστολή της 24ης Ιουλίου 2009, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των εγγράφων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, στις σκέψεις 12 και 13, και αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, τη «νέα» μέθοδο συγκρίσεως της τιμής εξαγωγής με την κανονική αξία επί της βάσεως ότι στα σχετικά ποσά πρέπει να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ.

15      Στις 31 Ιουλίου 2009, η Επιτροπή κοινοποίησε στην προσφεύγουσα έγγραφο με τίτλο «Θέσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής κατόπιν των αντιδράσεών σας στην τελική κοινοποίηση πληροφοριών» (Orientations of the Commission’s services after your reactions to final disclosure), στο σημείο 3 της οποίας αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Στις κοινοποιηθείσες πληροφορίες [...] αναφερόταν ότι, όπως αποδείχθηκε από την έρευνα, ο ΦΠΑ που είχε καταβληθεί επί των πωλήσεων προς εξαγωγή δεν επεστράφη και ότι τόσο η τιμή εξαγωγής όσο και η κανονική αξία θα καθορίζονταν λαμβανομένου υπόψη του καταβληθέντος ή καταβλητέου ΦΠΑ. Με τις παρατηρήσεις σας της 24ης Ιουλίου 2009, υποστηρίζετε ότι η προσέγγιση αυτή ήταν παράνομη. Εντούτοις, σε σχέση με τα επιχειρήματά σας πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:

Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι στην αρχική έρευνα χρησιμοποιήθηκε διαφορετική μεθοδολογία (δηλαδή η αφαίρεση του ΦΠΑ τόσο από την κανονική αξία όσο και από την τιμή εξαγωγής), πρέπει να τονιστεί ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της έρευνας επανεξετάσεως δεν ήταν οι ίδιες με εκείνες της περιόδου της αρχικής έρευνας. Ενώ κατά την περίοδο της αρχικής έρευνας, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ο ΦΠΑ επεστράφη εν μέρει, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία την προσαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, κατά την περίοδο της έρευνας επανεξετάσεως δεν επεστράφη ΦΠΑ επί των πωλήσεων προς εξαγωγή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον δεν χρειάστηκε προσαρμογή, όσον αφορά τον ΦΠΑ, ούτε της τιμής εξαγωγής ούτε της κανονικής αξίας. Ακόμη και αν η προσέγγιση αυτή [...] μπορούσε να χαρακτηριστεί μεταβολή της μεθοδολογίας, [θα ήταν] δικαιολογημένη σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού [νυν άρθρο 11, παράγραφος 9, του κανονισμού 1225/2009], λόγω μεταβολής των συνθηκών.»

16      Τέλος, στην εικοστή ένατη έως τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, που περιλαμβάνονται στο σημείο 4 υπό τον τίτλο «Σύγκριση», αναφέρονται τα εξής:

«(29) Η σύγκριση μεταξύ της μέσης κανονικής αξίας και της μέσης τιμής εξαγωγής για κάθε τύπο του υπό εξέταση προϊόντος πραγματοποιήθηκε σε βάση εκ του εργοστασίου και στο ίδιο στάδιο εμπορίου, καθώς και στο ίδιο επίπεδο έμμεσης φορολόγησης. Για να εξασφαλισθεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής, ελήφθησαν υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, οι διαφορές παραγόντων για τους οποίους αποδείχθηκε ότι επηρεάζουν τις τιμές και τη δυνατότητα σύγκρισης των τιμών. Για τον σκοπό αυτό, οσάκις ήταν σκόπιμο και αιτιολογημένο, έγιναν αναπροσαρμογές, για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές του κόστους μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης και φόρτωσης, κόστους πίστωσης, καθώς και των δασμών αντιντάμπινγκ.

(30) Σύμφωνα με την έρευνα, η εταιρεία κατέβαλε ΦΠΑ επί των εξαγωγικών πωλήσεών της, ο οποίος δεν επιστράφηκε (ούτε εν μέρει, όπως είχε συμβεί στην αρχική έρευνα). Στην αποκάλυψη στοιχείων, η οποία απεστάλη στον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 20 του βασικού κανονισμού [νυν άρθρο 20 του 1225/2009], επισημάνθηκε συνεπώς ότι τόσο η τιμή εξαγωγής όσο και η κανονική αξία θα καθορίζονταν βάσει καταβληθέντος ΦΠΑ ή πληρωτέου ποσού. Ο αιτών έφερε το επιχείρημα ότι η προσέγγιση αυτή ήταν παράνομη. Σχετικά με τα επιχειρήματά του μπορεί να σημειωθεί το εξής.

(31) Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι στην αρχική έρευνα χρησιμοποιήθηκε μια άλλη μεθοδολογία (π.χ. η μείωση του ΦΠΑ τόσο από την κανονική αξία όσο και από την τιμή εξαγωγής), πρέπει να τονίσουμε ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο έρευνας της επανεξέτασης (ΠΕΕ) δεν ήταν οι ίδιες με αυτές που επικρατούσαν κατά την περίοδο της αρχικής έρευνας. Ενώ κατά την περίοδο της αρχικής έρευνας, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ο ΦΠΑ επιστράφηκε εν μέρει, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία την προσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, [του βασικού κανονισμού,] κατά την ΠΕΕ δεν επιστράφηκε ΦΠΑ επί των πωλήσεων εξαγωγών. Συνεπώς, δεν χρειάστηκε προσαρμογή όσον αφορά τον ΦΠΑ, ούτε στην τιμή εξαγωγών ούτε στην κανονική τιμή. Ακόμη και αν η προσέγγιση αυτή [...] μπορούσε να χαρακτηριστεί μεταβολή της μεθοδολογίας, [θα ήταν] δικαιολογημένη σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, εφόσον οι συνθήκες είχαν αλλάξει.

(32) Το δεύτερο επιχείρημα του αιτούντος είναι ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα επανεξέταση θα διόγκωνε τεχνητά το περιθώριο ντάμπινγκ. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε είναι ουδέτερη. Έχει την ίδια επίδραση, επίσης αν, π.χ. για ορισμένα προϊόντα ή συναλλαγές, η εταιρεία πραγματοποιεί πωλήσεις στην Κοινότητα σε τιμή εξαγωγής η οποία δεν έχει ως συνέπεια την εφαρμογή πρακτικής ντάμπινγκ. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η πρόσθεση του ΦΠΑ στις δύο πλευρές της εξίσωσης θα συνέβαλε στην αύξηση της διαφοράς μεταξύ των δύο στοιχείων, αυτό θα συνέβαινε επίσης και για εκείνα τα μοντέλα για τα οποία δεν υπάρχει ντάμπινγκ.»

 Η ένδικη διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων

17      Η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 22 Οκτωβρίου 2009.

18      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν, οι προσφεύγουσες ζήτησαν από το Πρωτοδικείο, δυνάμει του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας, να διεξαγάγει τη δίκη με την ταχεία διαδικασία. Με έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 2009, το Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί του αιτήματος αυτού. Με έγγραφο της 23ης Νοεμβρίου 2009, το Πρωτοδικείο ενημέρωσε τις προσφεύγουσες σχετικά με την απόφασή του να απορρίψει το αίτημα για ταχεία διαδικασία.

19      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει τον δασμό αντιντάμπινγκ που της επιβλήθηκε με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, καθόσον ο δασμός αυτός υπερβαίνει αυτόν που θα εφαρμοζόταν αν είχε προσδιοριστεί βάσει της μεθόδου υπολογισμού που εφαρμόστηκε κατά την αρχική έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η μη επιστροφή του κινεζικού ΦΠΑ επί των εξαγωγών·

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

20      Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

21      Με έγγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Ιανουαρίου 2010, η Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου. Με διάταξη της 5ης Μαρτίου 2010, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου δέχθηκε την παρέμβαση αυτή. Η Επιτροπή δεν υπέβαλε υπόμνημα παρεμβάσεως εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας.

22      Λόγω κωλύματος ενός από τα μέλη του τμήματος, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου όρισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, άλλον δικαστή για να συμπληρωθεί η σύνθεση του τμήματος.

23      Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.

24      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Ιουνίου 2011.

 Σκεπτικό

 Περίληψη των λόγων ακυρώσεως

25      Η προσφεύγουσα προβάλλει προς στήριξη της προσφυγής της δύο λόγους ακυρώσεως.

26      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, καθόσον η εν λόγω αλλαγή μεθοδολογίας συνιστά παραβίαση της αρχής της δίκαιης συγκρίσεως της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής.

27      Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, καθόσον, στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεξετάσεως που κατέληξε στην έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή δεν εφάρμοσε την ίδια μέθοδο με εκείνη που είχε χρησιμοποιήσει κατά την αρχική έρευνα.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, στηριζόμενου στην παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού

28      Προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι, κατά την αρχική έρευνα, η Επιτροπή αντιμετώπισε τη (μερική) μη επιστροφή του ΦΠΑ επί των εξαγωγών ως δαπάνη σχετική με την εξαγωγή, διότι είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των εσόδων που αποκομίζει ο εξαγωγέας από τις πωλήσεις προς εξαγωγή. Αφαίρεσε, επομένως, από την τιμή εξαγωγής το μη επιστραφέν ποσό του ΦΠΑ, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Αντιθέτως, κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τελείως διαφορετική μέθοδο.

29      Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στην επίδικη υπόθεση. Η διάταξη αυτή αφορά μόνο τις φορολογικές απαλλαγές που χορηγούν ορισμένα κράτη, τα οποία επιστρέφουν τους δασμούς και τους φόρους που προκαταβλήθηκαν επί των συντελεστών παραγωγής κατά τα διάφορα στάδια παραγωγής ενός προϊόντος, όταν το προϊόν αυτό εξάγεται. Στην περίπτωση αυτή, η κανονική αξία αναπροσαρμόζεται υπό τη μορφή αφαιρέσεως ενός ποσού, το οποίο αντιστοιχεί στην επιστροφή των εν λόγω δασμών και φόρων. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, η οποία αφορά φόρο που εισπράχθηκε ακριβώς λόγω της εξαγωγής του υπό εξέταση προϊόντος. Επομένως, εσφαλμένως η Επιτροπή θεώρησε ότι όφειλε, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, να συγκρίνει την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές τον ΦΠΑ, να χρησιμοποιήσει, δηλαδή, μια μέθοδο την οποία τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ουδέποτε είχαν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι μόνη η διαφορά στο ύψος επιστροφής του ΦΠΑ επί της εξαγωγής δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτή τη χρησιμοποίηση εντελώς διαφορετικής μεθόδου, καθόσον η (μερική) μη επιστροφή αποτελεί δαπάνη σχετική με την εξαγωγή, η οποία θα έπρεπε να αφαιρείται από την τιμή εξαγωγής.

30      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη συλλογιστική που εκτίθεται στην τριακοστή πρώτη και τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, σύμφωνα με την οποία η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής είναι δίκαιη, και, πάντως, ουδέτερη, διότι τα δύο αυτά στοιχεία συγκρίνονται επί της ίδιας βάσεως, δηλαδή συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, γεγονός που παράγει τα ίδια αποτελέσματα. Ακόμη και αν το ύψος του ΦΠΑ που εφαρμόζεται στις εγχώριες πωλήσεις ήταν το ίδιο με εκείνο των εξαγωγών, δεν παύει να είναι διαφορετικό το ποσό βάσει του οποίου υπολογίζεται ο εν λόγω ΦΠΑ. Πράγματι, στις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν οι διαδικασίες του ντάμπινγκ, όπως είναι η επίδικη, η τιμή εξαγωγής είναι συνήθως μικρότερη από την κανονική αξία, με αποτέλεσμα το ποσό του ΦΠΑ που προστίθεται στην κανονική αξία να είναι μεγαλύτερο από εκείνο που καταβάλλει ο εξαγωγέας επί των προς εξαγωγή πωλήσεών του. Η μέθοδος συγκρίσεως μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, έχει, επομένως, ως αποτέλεσμα την τεχνητή διόγκωση του περιθωρίου ντάμπινγκ. Το Συμβούλιο παραβίασε, επομένως, την αρχή της δίκαιης συγκρίσεως της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού.

31      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η μέθοδος συγκρίσεως που εφαρμόστηκε στην επίδικη υπόθεση δεν συμβιβάζεται με την πρακτική που ακολουθούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στις υποθέσεις ντάμπινγκ. Έτσι, στην τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 1193/2008 του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές κιτρικού οξέος καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 323, σ. 1), το Συμβούλιο αναγνώρισε ρητώς ότι το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού δεν είχε εφαρμογή και ότι η μη επιστροφή του ΦΠΑ κατά την εξαγωγή έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο προσαρμογής βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο ια΄, του εν λόγω κανονισμού.

32      Η προσφεύγουσα συνάγει από τα ανωτέρω το συμπέρασμα ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι αντίθετος προς το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Κατά την άποψή της, ο δασμός αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε στις εισαγωγές της θα ήταν αισθητά μικρότερος, κατά 4 έως 5 % περίπου, αν η Επιτροπή είχε εφαρμόσει τη μέθοδο συγκρίσεως που είχε εφαρμόσει κατά την αρχική έρευνα, η οποία ήταν σύμφωνη με την εν λόγω διάταξη.

33      Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη αυτού του λόγου ακυρώσεως.

34      Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται να εξεταστεί το επιχείρημα με το οποίο το Συμβούλιο αρνείται ότι εφάρμοσε το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού κατά την επανεξέταση, προκειμένου να «αναπροσαρμόσει» την κανονική αξία ή/και την τιμή εξαγωγής.

35      Βεβαίως, στο έγγραφο με τίτλο «Έγγραφο γενικών πληροφοριών R453», η Επιτροπή αναφέρθηκε στο άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, προκειμένου να δικαιολογήσει το συμπέρασμά της ότι «η εφαρμοστέα μεθοδολογία, σε περίπτωση μη επιστροφής των έμμεσων φόρων επί των εξαγωγών, συνίσταται στην προσαρμογή της κανονικής αξίας του ποσού των εθνικών φόρων που έχουν εφαρμογή όταν το παρόμοιο προϊόν πωλείται προς κατανάλωση εντός της χώρας εξαγωγής» και ότι «[κ]ατά συνέπεια, η κανονική αξία καθορίστηκε βάσει του καταβληθέντος ή καταβλητέου ΦΠΑ» (βλ., ανωτέρω, σκέψη 12). Ομοίως, η Επιτροπή επανέλαβε τη συλλογιστική αυτή στο έγγραφο με τίτλο «Παράρτημα II στο έγγραφο ειδικών πληροφοριών» (βλ., ανωτέρω, σκέψη 13).

36      Εντούτοις, όπως προκύπτει από το έγγραφο με τίτλο «Θέσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής κατόπιν των αντιδράσεών σας στην τελική κοινοποίηση πληροφοριών», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή τροποποίησε στη συνέχεια την προσέγγισή της. Θεώρησε, κατ’ ουσίαν, ότι, κατά την επανεξέταση, δεν ήταν αναγκαία οποιαδήποτε προσαρμογή ούτε της τιμής εξαγωγής ούτε της κανονικής αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού (βλ., ανωτέρω, σκέψη 15). Την ίδια αυτή συλλογιστική υιοθέτησε τελικώς και το Συμβούλιο στην τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού (βλ., ανωτέρω, σκέψη 16).

37      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στον προσβαλλόμενο κανονισμό, το Συμβούλιο θεώρησε ότι, κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως, σε αντίθεση με όσα ίσχυαν κατά την αρχική έρευνα, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την προσαρμογή της κανονικής αξίας ή/και της τιμής εξαγωγής δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, με αποτέλεσμα η εν λόγω διάταξη να μην έχει εφαρμογή. Ως εκ τούτου, παρά τα όσα προκύπτουν και πάλι από τα προκαταρκτικά έγγραφα που εξέδωσε η Επιτροπή με τίτλο «Έγγραφο γενικών πληροφοριών R453» (βλ., ανωτέρω, σκέψη 12) και «Παράρτημα II στο έγγραφο ειδικών πληροφοριών» (βλ., ανωτέρω, σκέψη 13), δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη, στον προσβαλλόμενο κανονισμό, τον ΦΠΑ ύψους 17 %, το Συμβούλιο εφάρμοσε το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, προσαρμόζοντας, έτσι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής, προκειμένου να αποκαταστήσει τη συμμετρία μεταξύ της αξίας και της τιμής αυτής.

38      Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η μέθοδος συγκρίσεως που εφαρμόστηκε με τον προσβαλλόμενο κανονισμό συνίστατο στην προσαρμογή της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για σύγκριση της εν λόγω αξίας και τιμής συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, βάσει της γενικής μόνο διατάξεως του άρθρου 2, παράγραφος 10, πρώτη και δεύτερη περίοδος (νυν άρθρο 2, παράγραφος 10, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1225/2009), του ίδιου κανονισμού.

39      Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω μέθοδος συγκρίσεως ήταν δίκαιη, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 10, πρώτη περίοδος, του βασικού κανονισμού, πράγμα το οποίο αμφισβητείται από την προσφεύγουσα, ιδίως για τον λόγο ότι η ως άνω μέθοδος είχε ως αποτέλεσμα την τεχνητή διόγκωση του περιθωρίου ντάμπινγκ.

40      Επιβάλλεται, συναφώς, η υπενθύμιση ότι, στον τομέα των μέτρων εμπορικής άμυνας, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑351/04, Ikea Wholesale, Συλλογή 2007, σ. I‑7723, σκέψη 40, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2008, T‑221/05, Huvis κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38, και της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, T‑296/06, Dongguan Nanzha Leco Stationery κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 40).

41      Αυτή η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως αφορά, κατ’ αρχήν, και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν τον δίκαιο χαρακτήρα της εφαρμοσθείσας μεθόδου συγκρίσεως, καθώς η έννοια του «δικαίου» είναι αόριστη και πρέπει να συγκεκριμενοποιείται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται. Πράγματι, έχει αναγνωριστεί από πάγια νομολογία ότι η επιλογή μεταξύ των διαφόρων μεθόδων υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ και ο καθορισμός της κανονικής αξίας ενός προϊόντος προϋποθέτουν την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων και ότι, ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της εκτιμήσεως αυτής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση του αν τηρήθηκαν οι διαδικαστικοί κανόνες, του αν είναι ακριβή τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε η αμφισβητούμενη επιλογή, του αν υπήρξε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ή κατάχρηση εξουσίας (αποφάσεις Ikea Wholesale, ανωτέρω σκέψη 40, σκέψη 41, και Huvis κατά Συμβουλίου, ανωτέρω σκέψη 40, σκέψη 39· βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση Dongguan Nanzha Leco Stationery κατά Συμβουλίου, ανωτέρω σκέψη 40, σκέψη 41).

42      Επίσης, έχει διευκρινιστεί από τη νομολογία ότι, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, προκύπτει ότι προσαρμογή της τιμής εξαγωγής ή της κανονικής αξίας μπορεί να πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνον προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές όσον αφορά παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές και, επομένως, τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών αυτών. Τούτο σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι η προσαρμογή αποσκοπεί στην αποκατάσταση της συμμετρίας μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής ενός προϊόντος, έτσι ώστε, αν πραγματοποιηθεί νομότυπη προσαρμογή, να συνάγεται ότι η συμμετρία μεταξύ της κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής έχει αποκατασταθεί. Αντιθέτως, αν η προσαρμογή δεν πραγματοποιηθεί νομοτύπως, προκαλείται ασυμμετρία μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής (βλ. απόφαση Dongguan Nanzha Leco Stationery κατά Συμβουλίου, ανωτέρω σκέψη 40, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43      Έτσι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του κατά πόσον είναι δίκαιη η εφαρμοσθείσα μέθοδος συγκρίσεως, η έννοια της συμμετρίας μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής αποτελεί στοιχείο-κλειδί, το οποίο αντιστοιχεί στην ανάγκη αποδείξεως της συγκρισιμότητας των τιμών κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1225/2009). Πράγματι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, πρώτη έως τρίτη περίοδος, του ίδιου κανονισμού (νυν άρθρο 2, παράγραφος 10, πρώτη έως τρίτη περίοδος, του κανονισμού 1225/2009), η δίκαιη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας πρέπει να πραγματοποιείται, στο ίδιο στάδιο εμπορίας, για πωλήσεις πραγματοποιηθείσες σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες και λαμβανομένων δεόντως υπόψη άλλων διαφορών που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών, και μόνον στις περιπτώσεις που η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής που έχουν καθορισθεί δεν είναι συγκρίσιμες μπορούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να προβούν σε προσαρμογές.

44      Εξάλλου, όπως επεσήμανε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, από τους ορισμούς του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού (νυν άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 8, του κανονισμού 1225/2009) προκύπτει, αφενός, ότι η κανονική αξία είναι αυτή που «βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις» και, αφετέρου, ότι η τιμή εξαγωγής είναι «η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή», πράγμα που προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, ότι ο ΦΠΑ συμπεριλαμβάνεται στην αξία και στην τιμή αυτή.

45      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, κρίνοντας ότι, στην επίδικη υπόθεση, η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εισαγωγής, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, αποτελούσε δίκαιη μέθοδο συγκρίσεως, καθόσον η εν λόγω σύγκριση πραγματοποιήθηκε τηρουμένης της προϋποθέσεως της συμμετρίας μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, στο ίδιο στάδιο εμπορίας, για ταυτόχρονες πωλήσεις τόσο εγχώριες όσο και προς εξαγωγή, οι οποίες υπέκειντο όλες στην εφαρμογή ΦΠΑ 17 %.

46      Η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ή πραγματικό περιστατικό που να αποδεικνύει τον προδήλως ακατάλληλο χαρακτήρα της εν λόγω μεθόδου συγκρίσεως σε σχέση με εκείνη που είχε εφαρμοστεί κατά την αρχική έρευνα, ο οποίος θα μπορούσε να διογκώσει τεχνητώς το περιθώριο ντάμπινγκ. Λαμβανομένης, όμως, υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα, η επιχειρηματολογία αυτή δεν προσφέρεται για να αποδείξει ότι η εν λόγω μέθοδος, η οποία στηρίζεται στις ίδιες παραμέτρους συγκρίσεως, ήταν άδικη, ούτε ότι κατά την εφαρμογή της συνέτρεχε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

47      Διευκρινίζεται ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι, στον προσβαλλόμενο κανονισμό, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ακολούθησαν επιμελώς την εν λόγω μέθοδο συγκρίσεως, ούτε ότι η σύγκριση αυτή αφορούσε τόσο εγχώριες όσο και προς εξαγωγή πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες, ούτε ότι η υπαγωγή των πωλήσεων αυτών σε ΦΠΑ πραγματοποιήθηκε στο ίδιο στάδιο εμπορίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 10, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού.

48      Ομοίως, η προσφεύγουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι υπήρχε πάγια πρακτική των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά την αφαίρεση του ΦΠΑ τόσο από την κανονική αξία όσο και από την τιμή εξαγωγής για τους σκοπούς της δίκαιης συγκρίσεώς τους κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Πράγματι, τα παραδείγματα που αναφέρονται στην προσφυγή δεν αφορούν τέτοιου είδους καταστάσεις, αλλά περιπτώσεις προσαρμογής μόνο της τιμής εξαγωγής λόγω μερικής επιστροφής του ΦΠΑ από τις κινεζικές αρχές, όπως η προσαρμογή που πραγματοποιήθηκε στην επίδικη υπόθεση κατά την αρχική έρευνα, της οποίας η νομιμότητα δεν αποτελεί το αντικείμενο της κρινόμενης διαφοράς.

49      Ως εκ τούτου, συγκρίνοντας την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ούτε παρέβη την υποχρέωση δίκαιης συγκρίσεως που υπέχει δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, πρώτη περίοδος, του βασικού κανονισμού.

50      Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, στηριζόμενου στην παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού

51      Προς στήριξη του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός συνιστά παράβαση και του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, καθόσον στηρίζεται στην εφαρμογή μιας μεθόδου συγκρίσεως της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, η οποία διαφέρει ριζικά από εκείνη που είχε εφαρμοστεί στην αρχική έρευνα. Κατά την άποψή της, η προσέγγιση αυτή δεν είναι σύμφωνη με τη νομολογία που πρέπει να ακολουθηθεί συναφώς (απόφαση Huvis κατά Συμβουλίου, ανωτέρω σκέψη 40, σκέψη 41).

52      Κατά την προσφεύγουσα, τα θεσμικά όργανα παρέλειψαν να δικαιολογήσουν σε ικανοποιητικό βαθμό αυτή την αλλαγή της μεθόδου συγκρίσεως. Το γεγονός ότι, μεταξύ των περιόδων που καλύπτονται, αντίστοιχα, από την αρχική έρευνα και από την έρευνα στο πλαίσιο της επανεξετάσεως, το μη επιστρεφόμενο ποσοστό ΦΠΑ ανήλθε από το 4 στο 17 % δεν συνιστά μεταβολή των συνθηκών, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη της μεθόδου που εφαρμόστηκε κατά την αρχική έρευνα. Τέλος, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν απέδειξαν ότι η μέθοδος που εφαρμόστηκε κατά την άρχική έρευνα δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 2, παράγραφος 10, του ίδιου κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι απέδειξε ότι η νέα μέθοδος ήταν αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης συγκρίσεως που καθιερώνει η εν λόγω διάταξη και στηρίζεται σε αιτιολογία που στερείται συνοχής.

53      Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη του εξεταζόμενου λόγου ακυρώσεως.

54      Από το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης οφείλουν, κατά κανόνα, να εφαρμόζουν κατά την επανεξέταση την ίδια μέθοδο με εκείνη της αρχικής έρευνας που κατέληξε στην επιβολή του δασμού αντιντάμπινγκ, συμπεριλαμβανομένης της μεθόδου συγκρίσεως της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Η ίδια αυτή διάταξη, όμως, προβλέπει μια εξαίρεση, η οποία επιτρέπει στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να εφαρμόζουν μεν μέθοδο διαφορετική από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε κατά την αρχική έρευνα, αλλά αποκλειστικά και μόνον κατά το μέτρο που οι περιστάσεις έχουν μεταβληθεί. Επιβάλλεται, συναφώς, η υπενθύμιση ότι κάθε απόκλιση ή εξαίρεση από γενικό κανόνα πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Στα θεσμικά όργανα της Ένωσης απόκειται, επομένως, να αποδείξουν ότι οι περιστάσεις έχουν αλλάξει, αν προτίθενται να εφαρμόσουν μέθοδο διαφορετική από εκείνη που εφαρμόστηκε κατά την αρχική έρευνα (βλ. απόφαση Huvis κατά Συμβουλίου, ανωτέρω σκέψη 40, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

55      Όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, στις σκέψεις 10 και 11, το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι προέβη σε προσαρμογή της τιμής εξαγωγής κατά την αρχική έρευνα, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, και ότι δεν προέβη σε τέτοια προσαρμογή στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεξετάσεως, επειδή δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως.

56      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διαφορά αυτή στην προσέγγιση του Συμβουλίου δεν οφείλεται σε «αλλαγή μεθόδου», κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.

57      Επισημαίνεται, συναφώς, ότι οι έννοιες της «μεθόδου» και της «προσαρμογής» δεν ταυτίζονται. Αλλά, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η έννοια της «προσαρμογής» κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού θα μπορούσε να εξομοιωθεί με εκείνη της «μεθόδου», κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του ίδιου κανονισμού, προκύπτει από τους λόγους που αναφέρονται στην τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθώς και από τη συλλογιστική που εκτίθεται ανωτέρω, στις σκέψεις 34 έως 38, ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν «μετέβαλαν» κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως τη «μέθοδο προσαρμογής» που είχαν εφαρμόσει στην αρχική έρευνα, κατά την έννοια της νομολογίας (βλ. απόφαση Huvis κατά Συμβουλίου, ανωτέρω σκέψη 40, σκέψεις 27, 28 και 43, σχετικά με τη μεταβολή της «μεθόδου του οφέλους» ή «input» σε μέθοδο «ανάγκης»), αλλά απλώς δεν προέβησαν σε προσαρμογή λόγω του ότι, σε αντίθεση με αυτό που ίσχυε κατά την αρχική έρευνα, δεν πληρούνταν κατά τον χρόνο της επανεξετάσεως οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού που θα δικαιολογούσαν μια τέτοια προσαρμογή. Ωστόσο, μόνη η άρνηση των οργάνων να προβούν σε μη δικαιολογούμενη από τις περιστάσεις της υποθέσεως προσαρμογή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αλλαγή μεθόδου, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.

58      Πράγματι, το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού απαιτεί η σχετική μέθοδος να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 17 (νυν άρθρο 17 του κανονισμού 1225/2009) του ίδιου κανονισμού, του οποίου οι επιταγές πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση. Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη ότι, αν αποδειχθεί κατά το στάδιο της επανεξετάσεως ότι η εφαρμογή της μεθόδου που εφαρμόστηκε κατά την αρχική έρευνα δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υποχρεούνται να απέχουν πλέον από την εφαρμογή της μεθόδου αυτής (βλ. συναφώς απόφαση Huvis κατά Συμβουλίου, ανωτέρω σκέψη 40, σκέψεις 42 και 50), έστω και αν αυτό συνεπάγεται «αλλαγή μεθόδου» κατά τη στενή έννοια του όρου.

59      Έτσι, όταν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν έχουν, κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως, τη δυνατότητα να προβούν σε προσαρμογή δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, δεν μπορούν να υποχρεωθούν, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 9, του ίδιου κανονισμού, να το πράξουν παρά ταύτα, εκ μόνου του λόγου ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια προσαρμογή κατά την αρχική έρευνα. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι, κατά ρητή απαίτηση της τελευταίας αυτής διατάξεως, η μέθοδος που εφαρμόζεται κατά την επανεξέταση πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού, η επανεξέταση αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια προσαρμογή, η οποία δεν δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού.

60      Όπως, όμως, αναγνωρίζει και η ίδια η προσφεύγουσα (βλ. ανωτέρω, σκέψεις 29 και 31), το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού, το οποίο εφαρμόστηκε από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά την αρχική έρευνα, δεν αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για την πραγματοποίηση, κατά την επανεξέταση, ενδεχόμενης προσαρμογής, ιδίως της τιμής εξαγωγής, η οποία δεν προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη. Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απάντηση στο ζήτημα αν, εν προκειμένω, η μέθοδος που εφαρμόστηκε κατά την αρχική έρευνα ήταν σύμφωνη με το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού, γεγονός που και το ίδιο το Συμβούλιο αμφισβήτησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (βλ., ανωτέρω, σκέψη 11).

61      Συνεπώς, το Συμβούλιο δεν παρέβη το άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού με το να συγκρίνει την κανονική αξία και τις τιμές εξαγωγής των εξεταζόμενων προϊόντων, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές τον ΦΠΑ.

62      Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως το Συμβούλιο ακολούθησε διαφορετική μέθοδο συγκρίσεως της κανονικής αξίας με την τιμή εξαγωγής των εξεταζόμενων προϊόντων από εκείνη που είχε εφαρμοστεί κατά την αρχική έρευνα, αποδείχθηκε, αφενός, ότι μεταξύ της αρχικής έρευνας και της διαδικασίας επανεξετάσεως μεσολάβησε μεταβολή των συνθηκών και, αφετέρου, ότι η μεταβολή αυτή μπορούσε να δικαιολογήσει την αποχή από μια τέτοια προσαρμογή.

63      Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την αρχική έρευνα, ο κινεζικός ΦΠΑ επί των πωλήσεων προς εξαγωγή των εξεταζόμενων προϊόντων επεστράφη μερικώς, ενώ, στην περίπτωση των εγχώριων πωλήσεων, ο ίδιος ΦΠΑ εισπράχθηκε στο σύνολό του. Αντιθέτως, κατά την περίοδο που καλύπτεται από τη διαδικασία επανεξετάσεως, τόσο οι εγχώριες πωλήσεις όσο και οι πωλήσεις προς εξαγωγή υπέκειντο πλήρως στον εν λόγω ΦΠΑ. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, η διαφορά αυτή μεταξύ των αντίστοιχων καταστάσεων συνιστά μεταβολή των συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.

64      Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη αυτής της μεταβολής των συνθηκών, το Συμβούλιο ορθώς αποφάσισε να μην προβεί σε προσαρμογή της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως, καθόσον ήταν δυνατή η δίκαιη σύγκριση μεταξύ της αξίας και της τιμής αυτής συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, παρότι, κατά την αρχική έρευνα, είχε κρίνει αναγκαίο να προβεί σε προσαρμογή προκειμένου να αποκαταστήσει τη συμμετρία μεταξύ των παραμέτρων που ασκούσαν επιρροή στη σύγκριση, καθώς τα εξαγόμενα προϊόντα απολάμβαναν μερικής επιστροφής του ΦΠΑ.

65      Κατά συνέπεια, η μέθοδος συγκρίσεως που ακολούθησε το Συμβούλιο κατά τη διαδικασία επανεξετάσεως δεν προσκρούει στο άρθρο 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.

66      Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

67      Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

68      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Συμβουλίου, στα δικαστικά της έξοδα, καθώς και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο.

69      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Dashiqiao Sanqiang Refractory Materials Co. Ltd φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

Azizi Vadapalas Frimodt Nielsen

(υπογραφές)

 

Περιεχόμενα

Το νομικό πλαίσιο

Ιστορικό της διαφοράς

Κανονισμοί αντιντάμπινγκ που έχουν εφαρμογή στην υπόθεση

Κινεζική νομοθεσία περί ΦΠΑ

Διοικητικές διαδικασίες

Η ένδικη διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων

Σκεπτικό

Περίληψη των λόγων ακυρώσεως

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, στηριζόμενου στην παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού

Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, στηριζόμενου στην παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού

Επί των δικαστικών εξόδων

* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.