ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα) της 21ης Ιουνίου 2012 (*) «Όγδοη οδηγία ΦΠΑ – Τρόπος επιστροφής του ΦΠΑ στους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας – Προθεσμία για την υποβολή της αιτήσεως επιστροφής – Αποκλειστική προθεσμία»

 

 

 

Στην υπόθεση C-294/11,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione (Ιταλία) με απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Ιουνίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης

Ministero dell’Economia e delle Finanze,

Agenzia delle Entrate

κατά

Elsacom NV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Safjan, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič και M. Berger (εισηγήτρια), δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Elsacom NV, εκπροσωπούμενη από τον S. Petrecca, avvocato,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την G. Galluzzo, avvocato dello Stato,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Κ. Παρασκευοπούλου και Ζ. Χατζηπαύλου,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Fehér και τις K. Szíjjártó και Z. Tóth,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις C. Soulay και D. Recchia,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της όγδοης οδηγίας 79/1072/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1979, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Τρόπος επιστροφής του φόρου προστιθεμένης αξίας στους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 111, στο εξής: όγδοη οδηγία ΦΠΑ).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Ministero dell’Economia e delle Finanze και της Agenzia delle Entrate (στο εξής, από κοινού: φορολογική αρχή) και, αφετέρου, της Elsacom NV, εταιρίας εδρεύουσας στις Κάτω Χώρες (στο εξής: Elsacom), με αντικείμενο την επιστροφή του φόρου προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) που είχε καταβάλει η Elsacom στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του 1999.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η οδηγία 2008/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την επιστροφή του φόρου προστιθέμενης αξίας, που προβλέπεται στην οδηγία 2006/112/ΕΚ, σε υποκείμενους στον φόρο μη εγκατεστημένους στο κράτος μέλος επιστροφής αλλά εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος (ΕΕ L 44, σ. 23), κατήργησε και αντικατέστησε την όγδοη οδηγία ΦΠΑ. Το άρθρο 28, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/9 διευκρινίζει πάντως ότι οι διατάξεις της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ συνεχίζουν να εφαρμόζονται όσον αφορά τις αιτήσεις επιστροφής που υποβάλλονται πριν την 1η Ιανουαρίου 2010, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης.

4        Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ είχε ως εξής:

«[...] πρέπει να τεθεί τέρμα στις διαφορές μεταξύ των διατάξεων που ισχύουν σήμερα στα κράτη μέλη και προκαλούν ενίοτε εκτροπές εμπορίου και στρεβλώσεις ανταγωνισμού.»

5        Το άρθρο 2 της ως άνω οδηγίας όριζε τα εξής:

«Κάθε κράτος μέλος επιστρέφει σε κάθε υποκείμενο στον φόρο ο οποίος δεν είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας αλλά εγκατεστημένος σε ένα άλλο κράτος μέλος, υπό τους όρους που καθορίζονται κατωτέρω, τον φόρο προστιθεμένης αξίας που επεβάρυνε υπηρεσίες οι οποίες του παρεσχέθησαν ή κινητά που του παρεδόθησαν στο ε[σ]ωτερικό της χώρας από άλλους υποκειμένους στον φόρο, ή που επεβάρυνε την εισαγωγή αγαθών στη χώρα, εφ’ όσον τα αγαθά αυτά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες [των πράξεων που προβλέπονται] στο άρθρο [17, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ ή για την παροχή υπηρεσιών του άρθρου] 1, [στοιχείο] βʹ.»

6        Το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας προέβλεπε τα εξής:

«Για να τύχει επιστροφής κάθε υποκείμενος στον φόρο, που αναφέρεται στο άρθρο 2, ο οποίος δεν επραγματοποίησε καμία παράδοση κινητών αγαθών ή παροχή υπηρεσιών θεωρούμενη ως διεξαγόμενη στο εσωτερικό της χώρας, οφείλει:

α)      να καταθέσει ενώπιον της αρμοδίας υπηρεσίας [...] μια αίτηση [...]».

7        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ είχε ως εξής:

«Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί στην αρμόδια υπηρεσία [...] το αργότερο εντός των έξι μηνών που έπονται της λήξεως του ημερολογιακού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου ο φόρος κατέστη απαιτητός.»

8        Το παράρτημα Γ, σημείο B, της ως άνω οδηγίας είχε ως εξής:

«Η αίτηση πρέπει [...] να υποβάλλεται το αργότερο την 30ή Ιουνίου του έτους που έπεται εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αίτηση [...]».

9        Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/9 προβλέπει τα εξής:

«Η αίτηση επιστροφής υποβάλλεται [...] έως τις 30 Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την περίοδο επιστροφής. [...]»

10      Το άρθρο 1 της οδηγίας 2010/66/ΕΕ του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 2010, για την τροποποίηση της οδηγίας 2008/9 (ΕΕ L 275, σ. 1), ορίζει τα εξής:

«Στο άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/9/ΕΚ προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

“Οι αιτήσεις επιστροφής που αφορούν περιόδους επιστροφής του έτους 2009 υποβάλλονται [...], το αργότερο, στις 31 Μαρτίου 2011.”»

 Το ιταλικό δίκαιο

11      Το άρθρο 16 του προεδρικού διατάγματος 793 της 30ής Δεκεμβρίου 1981 (GURI αριθ. 358, της 31ης Δεκεμβρίου 1981), που εκδόθηκε μεταξύ άλλων για να προσαρμόσει το καθεστώς του ΦΠΑ στο δίκαιο της Ένωσης, εισήγαγε στο προεδρικό διάταγμα 633, με το οποίο καθιερώνεται και ρυθμίζεται ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Decreto del presidente della Repubblica n. 633, istituzione e disciplina dell’imposta sul valore aggiunto), της 26ης Οκτωβρίου 1972 (τακτικό συμπλήρωμα GURI αριθ. 292, της 11ης Νοεμβρίου 1972, στο εξής: προεδρικό διάταγμα 633/72), το άρθρο 38 ter, το οποίο ορίζει ότι η διαδικασία και οι προθεσμίες για την υποβολή των αιτήσεων επιστροφής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τον Υπουργό Δημόσιου Θησαυρού.

12      Η απόφαση 2672 του Υπουργού Οικονομικών περί κανόνων εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 38 ter του προεδρικού διατάγματος 633/72, όπως έχει τροποποιηθεί, όσον αφορά τις διαδικαστικές λεπτομέρειες για την επιστροφή του ΦΠΑ στους υποκείμενους στον φόρο που δεν είναι κάτοικοι ημεδαπής (Decreto del Ministero delle Finanze n. 2672, norme di attuazione delle disposizioni di cui all’art. 38 ter del [decreto del presidente della repubblica 633/72], e successive modificazioni, concernente le modalità di esecuzione dei rimborsi dell’imposta sul valore aggiunto a soggetti non residenti), της 20ής Μαΐου 1982 (GURI αριθ. 146, της 29ης Μαΐου 1982), προβλέπει, στο άρθρο της 1, δεύτερο εδάφιο, ότι η επιστροφή λαμβάνει χώρα «κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, που υποβάλλεται έως τις 30 Ιουνίου του ημερολογιακού έτους» που έπεται του έτους εκείνου το οποίο αφορά η αίτηση.

 Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

13      Η φορολογική αρχή αρνήθηκε να επιστρέψει τον ΦΠΑ που η Elsacom είχε καταβάλει επί τιμολογίων τα οποία είχε λάβει από αντισυμβαλλομένους της στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του 1999. Η σχετική αίτηση επιστροφής είχε υποβληθεί στις 27 Ιουλίου 2000. Προς αιτιολόγηση της αρνήσεώς της, η φορολογική αρχή επικαλέσθηκε το εκπρόθεσμο της αιτήσεως, η οποία έπρεπε να έχει υποβληθεί, δυνάμει του άρθρου 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως 267 του Υπουργού Οικονομικών, της 20ής Μαΐου 1982, έως τις 30 Ιουνίου 2000.

14      Η Commissione tributaria provinciale di Roma δέχθηκε την προσφυγή της Elsacom κατά της ως άνω αποφάσεως της φορολογικής αρχής, εκτιμώντας ότι η προθεσμία των έξι μηνών μετά το τέλος του έτους στο οποίο αναφέρεται ο φόρος, την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ, είχε απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα και δεν αποτελούσε, ως εκ τούτου, αποκλειστική προθεσμία.

15      Η φορολογική αρχή άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον της Commissione tributaria del Lazio, η οποία επιβεβαίωσε την απόφαση της Commissione tributaria provinciale di Roma.

16      Η φορολογική αρχή άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω προθεσμία ήταν οπωσδήποτε αποκλειστική.

17      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Corte suprema di cassazione αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Αποτελεί η προθεσμία των έξι μηνών μετά τη λήξη του ημερολογιακού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου ο φόρος κατέστη απαιτητός, την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της όγδοης οδηγίας [ΦΠΑ] για την υποβολή, από τους υποκείμενους στον φόρο οι οποίοι δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας, των αιτήσεων επιστροφής του φόρου προστιθέμενης αξίας, αποκλειστική προθεσμία, ήτοι προθεσμία η οποία επισύρει την έκπτωση από το δικαίωμα επιστροφής του φόρου;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του παραδεκτού

18      Καταρχάς, πρέπει να εξετασθεί η ένσταση της Elsacom περί απαραδέκτου του προδικαστικού ερωτήματος εφόσον οι διατάξεις των οποίων η ερμηνεία και η εφαρμογή είναι αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης δεν εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, αλλά στο εσωτερικό δίκαιο.

19      Συναφώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι το Δικαστήριο, έστω και αν δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει ένα εθνικό μέτρο, πάντως, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα αναγόμενα στο δίκαιο της Ένωσης ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να του δώσουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη συμβατότητα αυτού του εθνικού μέτρου με το δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να εκδώσει απόφαση επί της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2010, C-172/08, Pontina Ambiente, Συλλογή 2010, σ. I-1175, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

20      Αφετέρου, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να αποφανθεί (βλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, C-118/11, Eon Aset Menidjmunt, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Τα ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο είναι επομένως κατά τεκμήριο λυσιτελή (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2010, C-45/09, Rosenbladt, Συλλογή 2010, σ. Ι-9391, σκέψη 33).

21      Το τεκμήριο ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια είναι λυσιτελή δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δηλαδή είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που ζητείται με τα ερωτήματα αυτά δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς (βλ. απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2011, C-283/09, Weryński, Συλλογή 2011, σ. Ι-601, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

22      Εν προκειμένω όμως, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, δηλαδή το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ, και δεν είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία της ως άνω διατάξεως την οποία ζητεί δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς. Συνεπώς, το ερώτημα αυτό είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

23      Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, το αιτούν δικαστήριο, με το ερώτημά του, ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπεται για την υποβολή αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ στο άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ αποτελεί αποκλειστική προθεσμία.

24      Συναφώς, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι ήδη από το γράμμα της ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι η προθεσμία του προαναφερθέντος άρθρου αποτελεί αποκλειστική προθεσμία.

25      Καίτοι αληθεύει ότι ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως –όπως, μεταξύ άλλων, η απόδοση στην ισπανική («dentro»), στην ιταλική («entro») και στην αγγλική («within»)– θα μπορούσαν να δώσουν λαβή σε αμφιβολίες ως προς τη φύση της εν λόγω προθεσμίας, εντούτοις προκύπτει σαφώς από το παράρτημα Γ, σημείο B, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ, όπως έχει αποδοθεί στις ως άνω γλώσσες, ότι η επίμαχη προθεσμία δεν αποτελεί απλή προθεσμία διαδικαστικού χαρακτήρα.

26      Η ως άνω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από άλλες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ. Έτσι, παραδείγματος χάριν, στην απόδοσή του στη γαλλική, το ως άνω άρθρο προβλέπει ρητώς ότι η αίτηση επιστροφής πρέπει να υποβληθεί «το αργότερο» εντός των έξι μηνών που έπονται της λήξεως του ημερολογιακού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου ο φόρος κατέστη απαιτητός. Η διευκρίνιση αυτή δείχνει σαφέστατα ότι η αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί εγκύρως μετά την ημερομηνία αυτή (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 29ης Ιουλίου 2010, C-54/09 P, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. I-7537, σκέψη 46). Το ίδιο ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις αποδόσεις στη γερμανική («spätestens») και στην ολλανδική («uiterlijk»). Ομοίως, το παράρτημα Γ, σημείο B, της ως άνω οδηγίας περιέχει, τουλάχιστον στις αποδόσεις του στη γερμανική, στη γαλλική και στην ολλανδική, αντίστοιχη μνεία που επιβεβαιώνει την ως άνω ερμηνεία.

27      Υπογραμμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις ενός νομοθετήματος της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται ενιαία και, κατά συνέπεια, σε περίπτωση που υπάρχουν διαφορές μεταξύ των αποδόσεων αυτών, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, C-340/08, M κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I-3913, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28      Κατόπιν, σε ό,τι αφορά τον σκοπό της επίμαχης ρυθμίσεως, υπενθυμίζεται ότι η όγδοη οδηγία ΦΠΑ, κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της, αποβλέπει στο να «[θέσει] τέρμα στις διαφορές μεταξύ των διατάξεων που ισχύουν σήμερα στα κράτη μέλη και προκαλούν ενίοτε εκτροπές εμπορίου και στρεβλώσεις ανταγωνισμού».

29      Εξάλλου, η δυνατότητα να υποβάλλεται αίτηση για επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό θα αντέβαινε στην αρχή της ασφάλειας δικαίου που επιτάσσει να μην υπόκειται επ’ αόριστον σε αμφισβήτηση η φορολογική κατάσταση του υποκειμένου στον φόρο σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του έναντι της φορολογικής αρχής (βλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, C-472/08, Alstom Power Hydro, Συλλογή 2010, σ. I-623, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30      Το να προβλέπεται όμως, για την υποβολή αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ δυνάμει του άρθρου 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ, προθεσμία διαδικαστικού χαρακτήρα, δηλαδή προθεσμία που δεν επισύρει την έκπτωση από το δικαίωμα, αντιβαίνει είτε στον σκοπό της εναρμονίσεως τον οποίον επιδιώκει η όγδοη οδηγία ΦΠΑ είτε πιθανώς στη νομολογία που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη.

31      Ειδικότερα, αφενός, αν η προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποτελεί προθεσμία διαδικαστικού χαρακτήρα, τούτο θα σήμαινε ότι θα επιτρεπόταν στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τη δική τους νομοθεσία περί παραγραφής των δικαιωμάτων, η οποία θα ήταν ενδεχομένως αυστηρότερη, οπότε, στην τελευταία περίπτωση, οι προθεσμίες αυτής της εθνικής νομοθεσίας θα καθόριζαν εν τέλει το χρονικό διάστημα που έχουν στη διάθεσή τους οι υποκείμενοι στον φόρο για να υποβάλουν αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ. Οι προθεσμίες όμως για την παραγραφή των δικαιωμάτων δεν είναι εναρμονισμένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μπορούν κατά συνέπεια να ποικίλλουν ανάλογα με το κράτος μέλος. Μια τέτοια ερμηνεία θα αντέβαινε έτσι στον σκοπό που επιδιώκει η όγδοη οδηγία ΦΠΑ να «τεθεί τέρμα στις διαφορές μεταξύ των διατάξεων που ισχύουν σήμερα στα κράτη μέλη».

32      Αφετέρου, αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ προέβλεπε μόνο μια προθεσμία διαδικαστικού χαρακτήρα και τα κράτη μέλη, αντί να εφαρμόσουν την αυστηρότερη εθνική νομοθεσία τους περί παραγραφής, παρέπεμπαν απλώς στην προθεσμία του ως άνω άρθρου, η δυνατότητα να υποβληθεί εγκύρως αίτηση επιστροφής του ΦΠΑ δεν θα υπέκειτο σε κανένα χρονικό περιορισμό. Το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με τη νομολογία που αναφέρθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως, η οποία ισχύει και για τις περιπτώσεις επιστροφών που προβλέπονται από την όγδοη οδηγία ΦΠΑ.

33      Τέλος, επαλλήλως, επισημαίνεται ότι τα κράτη μέλη, θεσπίζοντας το άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2008/9, παρέτειναν την επίμαχη προθεσμία κατά τρεις μήνες. Όπως υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξ αυτού συνάγεται ότι τα κράτη μέλη δέχθηκαν ότι η επίμαχη προθεσμία ήταν αποκλειστική, δεδομένου ότι γενικώς η παράταση μιας προθεσμίας είναι αναγκαία μόνον στην περίπτωση που η παρέλευσή της επιφέρει την έκπτωση από το δικαίωμα που έπρεπε να είχε ασκηθεί πριν τη λήξη της. Το ίδιο συμπέρασμα αντλείται, κατά μείζονα λόγο, από το γεγονός ότι το άρθρο 1 της οδηγίας 2010/66 παρέτεινε εκ νέου, κατ’ εξαίρεση και μόνον για τις αιτήσεις επιστροφής που αφορούσαν περιόδους επιστροφής του 2009, την προθεσμία υποβολής τους μέχρι τις 31 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα τεχνικά ζητήματα που προέκυψαν το 2010 κατά τη συγκέντρωση, από τις αρμόδιες αρχές, των αιτήσεων επιστροφής για το οικονομικό έτος 2009.

34      Κατόπιν όλων των ανωτέρω, στο υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η προθεσμία των έξι μηνών την οποία προβλέπει για την υποβολή αιτήσεως επιστροφής του ΦΠΑ το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της όγδοης οδηγίας ΦΠΑ αποτελεί αποκλειστική προθεσμία.

 Επί των δικαστικών εξόδων

35      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

Η προθεσμία των έξι μηνών την οποία προβλέπει για την υποβολή αιτήσεως επιστροφής του φόρου προστιθέμενης αξίας το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της όγδοης οδηγίας 79/1072/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1979, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Τρόπος επιστροφής του φόρου προστιθεμένης αξίας στους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας, αποτελεί αποκλειστική προθεσμία.

(υπογραφές)

* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.