Άρθρο 69
Προκαταβολή του φόρου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα που αποκτούν φυσικά πρόσωπα

1. Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει ο φορολογούμενος και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας βεβαιώνεται ποσό ίσο με το εκατό τοις εκατό (100%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους.Αν στη δήλωση περιλαμβάνονται και εισοδήματα για τα οποία ο φόρος παρακρατείται ή καταβάλλεται κατά τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων, ο φόρος που παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε για τα εισοδήματα αυτά εκπίπτει από το φόρο που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο. Αν το εισόδημα με βάση το οποίο ενεργείται η βεβαίωση του φόρου προσδιορίζεται κατά τρόπο τεκμαρτό, ο φόρος που αναλογεί στο τεκμαρτό αυτό εισόδημα λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το άρθρο αυτό.Όταν υποβάλλεται δήλωση για πρώτη φορά το προς βεβαίωση ποσό της παραγράφου αυτής περιορίζεται στο μισό.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 69 αντικαταστάθηκε με την περίπτωση 11δ της υποπαραγράφου Δ1 της παραγράφου Δ του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015.

Σύμφωνα με την παράγραφο 39 (38) του άρθρου 72, για την προκαταβολή των φυσικών προσώπων ισχύουν τα εξής : “Το ποσοστό της προκαταβολής του φόρου εισοδήματος της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ορίζεται σε πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) για τα κέρδη που προκύπτουν στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και σε εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) για τα κέρδη που προκύπτουν στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

2. Οι διατάξεις του πρώτου και του τέταρτου εδαφίου της προηγούµενης παραγράφου δεν εφαρµόζονται όταν:
Το ποσό που πρέπει να βεβαιωθεί δεν υπερβαίνει τα τριάντα (30) ευρώ.

Η λέξη «α’» και η περίπτωση β’ της παραγράφου 2, διαγράφτηκαν με την περίπτωση 20β της υποπαραγράφου Δ.1 της παραγράφου Δ. του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014.

3. Αν δεν υποβληθεί δήλωση, η Φορολογική Διοίκηση προβαίνει στη βεβαίωση του προκαταβλητέου ποσού φόρου, µε βάση την υπάρχουσα εγγραφή για το εγγύτερο, πριν από την παράλειψη υποβολής της δήλωσης οικονοµικό έτος, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο υπόχρεος εξακολουθεί να αποκτά το εισόδηµα.

4. Ειδικά, για τους αρχιτέκτονες και τους µηχανικούς ο προκαταβλητέος φόρος υπολογίζεται ως εξής:
α) Σε τέσσερα τοις εκατό (4%) της συµβατικής αµοιβής για εκπόνηση µελετών και σχεδίων.
β) Σε δέκα τοις εκατό (10%) της συµβατικής αµοιβής για εκπόνηση µελετών και σχεδίων που αφορούν οποιασδήποτε άλλης φύσης έργα και για την επίβλεψη της εκτέλεσης αυτών, καθώς και των έργων της προηγούµενης περίπτωσης και της ενέργειας πραγµατογνωµοσύνης κ.λπ. για τα έργα αυτά.
Κατ’ εξαίρεση, για αµοιβές αρχιτεκτόνων και µηχανικών για την επίβλεψη της εκτέλεσης κάθε είδους τεχνικών έργων που ορίζονται στις προηγούµενες περιπτώσεις, ο προκαταβλητέος φόρος επιβάλλεται πριν από τη θεώρηση των οικείων εργασιών από την αρµόδια αρχή στο ποσό της αµοιβής επίβλεψης του δικαιούχου, και προκειµένου για εκπόνηση µελετών ή σχεδίων και επίβλεψη έργων του Δηµοσίου, νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου και των κοινωφελών ή θρησκευτικών ιδρυµάτων, ο προκαταβλητέος φόρος κατά τα ποσοστά της παραγράφου αυτής υπολογίζεται στο ποσό της συµβατικής αµοιβής.

Οι λέξεις «που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’ και δ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 49» της περίπτωσης α’ της παραγράφου 4 διαγράφτηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 25 του ν. 4223/2013.

5. α) Στις αµοιβές που λαµβάνουν δικηγόροι οφείλεται προκαταβολή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%) .
Δεν υπολογίζεται προκαταβλητέος φόρος επί των αµοιβών για παραστάσεις, καθώς και για κάθε άλλη νοµική υπηρεσία που παρέχουν δικηγόροι οι οποίοι συνδέονται µε τον εντολέα τους µε σύµβαση έµµισθης εντολής και αµείβονται µε πάγια αντιµισθία.
β) Οµοίως, δεν υπολογίζεται και δεν αποδίδεται προκαταβλητέος φόρος στις περιπτώσεις που ενεργείται παρακράτηση φόρου, σύµφωνα µε τις διατάξεις της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 64
γ) Κάθε δικηγορικός σύλλογος ή ταµείο συνεργασίας ή διανεµητικός λογαριασµός οποιασδήποτε νοµικής µορφής υποχρεούται να παρακρατεί φόρο εισοδήµατος µε συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί οποιουδήποτε ποσού καταβάλλει ως µέρισµα σε δικηγόρο.
δ) Αν µε την έγγραφη συµφωνία περί αµοιβής για την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών η αµοιβή ή το ύψος της συναρτάται µε το αποτέλεσµα των δικηγορικών υπηρεσιών ή της δίκης, κατά την απόδοση του προκαταβλητέου φόρου υποβάλλονται και τα στοιχεία που αποδεικνύουν το ύψος της αµοιβής, όπως ειδικότερα καθορίζεται µε την απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών.
ε) Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, καθορίζεται ο τύπος, το περιεχόµενο, ο τρόπος υποβολής της δήλωσης και καταβολής του φόρου και ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής των καταστάσεων και το περιεχόµενο αυτών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

Οι λέξεις «με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 64» της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5 διαγράφτηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 25 του ν. 4223/2013.

6. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών µπορεί να ορίζεται ότι η προκαταβολή υπολογίζεται µε άλλο τρόπο, καθώς και κάθε άλλη λεπτοµέρεια αναγκαία για την εφαρµογή του άρθρου αυτού.

 

[sws_grey_box box_size="100"][/sws_grey_box]