.

Αρθρον 8

Κυρούνται και έχουν ισχύν νόμου αι διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 10 παρ. 2 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας «περί αυξήσεως των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων και ρυθμίσεως θεμάτων αναφερομένων εις την άδειαν μετ' αποδοχών των μισθωτών» δημοσιευθείσης εις το υπ' αριθ. 60, τεύχος Β' της 1.2.1977 ΦΕΚ, έχουσαι ως ακολούθως:

Άδεια ανηλίκων

«Άρθρον 3
Μισθωτοί, μη συμπληρώσαντες το 18ον έτος της ηλικίας των, δικαιούνται κατά πάσαν περίπτωσιν αδείας μετ' αποδοχών διαρκείας κατ' ελάχιστον όριον 18 αλλεπαλλήλων εργασίμων ημερών, εκτός εάν δικαιούνται μεγαλυτέρας διαρκείας τοιαύτης, κατ’ άλλας διατάξεις.

Άδεια επί τη λύσει της εργασιακής σχέσεως και επί διαλειπούσης εργασίας

Άρθρον 4
1. Επιφυλασσομένης της εφαρμογής της επομένης παραγράφου, αι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 5 του Α.Ν. 539/45 εφαρμόζονται επί λύσεως της σχέσεως εργασίας καθ' οιονδήποτε τρόπον.

2. Εις περίπτωσιν λίσεως της σχέσεως εργασίας, συνεπεία λήξεως του χρόνου δι' ον συνωμολογήθη ή της εποχιακής απασχολήσεως, πριν ή ο μισθωτός συμπληρώωση τον βασικόν, δια την χορήγησιν αδείας χρόνον, ανεξαρτήτως άλλης εξ άλλου λόγου τυχόν οφειλομένης εις αυτόν αποζημιώσεως καταβάλλονται εις αυτόν τόσοι ημερήσιοι μισθοί του, όσοι οι μήνες απασχολήσεως του, παρά τω παρ' ω ειργάσθη εργοδότη.

3. Εις περίπτωσιν διαλειπούσης ή εκ περιτροπής απασχολήσεως, δυνάμει της συμβάσεως εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται μετά την συμπλήρωσιν δωδεκαμήνου εν τη σχέσει εργασίας παρά τη υποκειμένη επιχειρήσει, καθ’ έκαστον ημερολογιακόν έτος, αδείας μετ' αποδοχών ίσης προς το εν δωδέκατον (1/12) της κατά τον Α.Ν. 539/45 ή ετέραν ειδικωτέραν διάταξιν τοιαύτης, δι' έκαστον μήνα απασχολήσεως του, πραγματοποιηθείσης εντός του χρονικού διαστήματος, το οποίον διέρρευσεν από της προσλήψεως του ή από της λήψεως της αδείας του προηγουμένου έτους, μέχρι της ημέρας ενάρξεως της αδείας.

4. Δια την εφαρμογήν των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ως μην θεωρείται συνεχής ή διακεκομμένη απασχόλησις είκοσι πέντε (25) ημερών.
Το, κατά τον ανωτέρω υπολογισμόν, κλάσμα χρόνου αδείας το υπερβαίνον την ημίσειαν ημέραν, στρογγυλοποιείται εις ολόκληρον ημέραν.

Αποδοχαί αδείας κατ' αποκοπήν αμειβομένων

Άρθρον 5
Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του Α. Νόμου 539/1945 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«2. Δια τον κατ' αποκοπήν ή κατ' άλλο σύστημα κυμαινομένων αποδοχών αμοιβόμενον μισθωτόν, αι αποδοχαί, ων δικαιούται κατά την διάρκειαν της αδείας του, εξευρίσκονται, πολλαπλασιαζομένων των κατά μέσον όρον από της λήξεως της αδείας του προηγουμένου έτους ή προκειμένου περί αδείας χορηγουμένης το πρώτον, από της προσλήψεως, μέχρι της ενάρξεως της αδείας, ημερησίων αποδοχών του, επί τον αριθμόν των εργασίμων ημερών αι οποίαι περιλαμβάνονται εις την χορηγηθείσαν αυτώ άδειαν».

Επίδομα αδείας

Άρθρον 6

Εις περίπτωσιν λύσεως της σχέσεως εργασίας καθ' οιονδήποτε τρόπον πριν ή ο μισθωτός συμπληρώση παρά τω αυτώ εργοδότη δωδεκάμηνον συνεχή απασχόλησιν ή πριν ούτος λάβη την οφειλομένην εις αυτόν άδειαν ή τας αποδοχάς της αδείας χορηγείται υπό του εργοδότου και επίδομα αδείας ίσον προς τας αποδοχάς της αδείας. Το επίδομα τούτο πάντως δεν δύναται να υπερβή το ποσόν του ημίσεος μηνιαίου μισθού ή των 13 ημερομισθίων αναλόγως του τρόπου αμοιβής.

Άρθρο 7
Κατάτμηση αδείας
i) Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των έξι (6) εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή προκειμένου περί ανηλίκων των δώδεκα (12) εργασίμων ημερών.

ii) Η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδων, από τις οποίες η μία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες, μετά από έγγραφη αίτηση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη.

Ειδικά, σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που απασχολούν τακτικό και εποχικό προσωπικό και παρουσιάζουν ιδιαίτερη σώρευση εργασίας που οφείλεται στο είδος ή στο αντικείμενο εργασιών τους, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, για το τακτικό προσωπικό, ο εργοδότης δύναται να χορηγεί το τμήμα της αδείας των 10 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή 12 επί εξαημέρου, οποτεδήποτε εντός του ημερολογιακού έτους.

Η αίτηση αυτή του εργαζόμενου, καθώς και η απόφαση του εργοδότη δεν απαιτούν έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ, διατηρούνται στην επιχείρηση επί πέντε (5) έτη και είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.

Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής διέπονται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις της νομοθεσίας για την άδεια.»

Έκτασις εφαρμογής διατάξεων περί αδειών

Άρθρον 8
1. Αι διατάξεις των άρθρων 3 έως και 7 της παρούσης έχουν εφαρμογήν επί προσώπων περί ων το άρθρον 8 παρ. 4 της από 26.2.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας «περί εφαρμογής των αρχών της ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας των εργατών κ.λ.π.» (ΦΕΚ 276 /τεύχος Β' της 4.3.1975) και υπό τους εν αυτώ όρους και προϋποθέσεις.

2. Αι διατάξεις των κατά τ' ανωτέρω άρθρων δεν εφαρμόζονται επί προσώπων, περί ων:
α. Ο Νόμος 4469/1965 «περί χορηγήσεως αποδοχών και επιδόματος αδείας εις τους εργατοτεχνίτας οικοδόμους».
β. Η παράγραφος 5 του άρθρου 3 του Νόμου 4504/1966 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινων της εργατικής νομοθεσίας και περί ετέρων τινών διατάξεων».

Ισχύς
Άρθρον 10
2. Μισθωτοί, εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις των άρθρων 3 έως και 7 της παρούσης, τυχόντες δια το τρέχον έτος και μέχρι της ενάρξεως ισχύος της παρούσης, αδείας μετ' αποδοχών διαρκείας μικροτέρας της δια της παρούσης οριζομένης, δικαιούνται της προκυπτούσης διαφοράς συμπληρωματικώς, εις χρόνον ορισθησόμενον κατά την κρίσιν του εργοδότου, εντός του τρέχοντος έτους».

Το άρθρο 7 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο ΙΑ14(3) του άρθρου 1ο του νόμου 4093/2012, ΦΕΚ Α'222. Είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 6 του νόμου 3846/2010, ΦΕΚ Α'66/11.5.2010