.

Άρθρο 103
Θέματα πειθαρχικής διαδικασίας

1. Η παρ. 1 του άρθρου 13Α του ν.3959/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου απολαύουν πλήρους ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες και υπέχουν υποχρέωση εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει νομίμως με την παρουσία όλων των μελών του και αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.»

2. Η παρ. 2 του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Ως πειθαρχικά παραπτώματα θεωρούνται: α) η ουσιώδης παράβαση διατάξεων του παρόντος και εν γένει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του μέλους, β) η απόκτηση ή η επιδίωξη απόκτησης αθέμιτου οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος του ιδίου του μέλους ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών και γ) η υπαίτια πρόκληση ζημίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Τα παραπάνω παραπτώματα τιμωρούνται πειθαρχικά, αν έχουν τελεστεί με δόλο ή αμέλεια, μη αρκούσης της ιδιαίτερα ελαφράς αμέλειας.»

3. Η παρ. 3 του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι επιβαλλόμενες από το Πειθαρχικό Συμβούλιο ποινές είναι:
α) πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών και β) οριστική παύση.»

4. Από την παρ. 4 του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011 απαλείφεται η φράση «επίπληξης ή/και».

5. Στην περίπτωση β΄ της παρ. 5 του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011, μετά τη φράση «επιδίωξε να αποκτήσει» προστίθεται η λέξη «αθέμιτο».

6. Στην περίπτωση γ΄ της παρ.5 του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011, η φράση «της παράβασης» αντικαθίσταται με τη φράση «της εκ προθέσεως παράβασης».

7. Η περίπτωση ε΄ της παρ. 5 του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«ε) της πρόκλησης ζημίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Επιτροπής Ανταγωνισμού με πρόθεση ή από βαριά αμέλεια»

8. Η παρ. 6 του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Μετά την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 13, ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου υποχρεούται να καλέσει το μέλος σε προηγούμενη ακρόαση και παροχή έγγραφων εξηγήσεων με κλήση, η οποία αναφέρει με ακρίβεια το αποδιδόμενο παράπτωμα και τα πραγματικά περιστατικά που το στοιχειοθετούν και επιδίδεται στο μέλος με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο. Στην κλήση αναφέρεται η ημερομηνία ακρόασης του μέλους ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία δεν μπορεί να απέχει λιγότερο των δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της κλήσης. Προ της ακροάσεως και της παροχής έγγραφων εξηγήσεων, το μέλος έχει πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης και δικαιούται να λάβει αντίγραφο αυτού. Το πειθαρχικά διωκόμενο μέλος δικαιούται να παρίσταται με δικηγόρο της επιλογής του.»

9. Μετά την παρ. 8 του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011 προστίθεται παράγραφος 8α ως εξής:
«8α. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο ενημερώνει εγγράφως την Επιτροπή Ανταγωνισμού για την πρόοδο της υπόθεσης, όποτε ερωτάται προς τούτο από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, διαφυλασσόμενης σε κάθε περίπτωση της εμπιστευτικότητας της διαδικασίας. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού παρέχει εγγράφως τις απόψεις της προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο, συνοδευόμενες με όσα έγγραφα σχετίζονται με την υπόθεση.»

10. Στο τέλος του άρθρου 13Α του ν. 3959/2011 προστίθεται η εξής παράγραφος 13:
«13. Οι αποφάσεις τον Πειθαρχικού Συμβουλίου, καθώς και οι πράξεις του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, που εκδίδονται σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13, υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αν με την απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβάλλεται η ποινή της οριστικής παύσης ή η απόφαση αυτή έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη έκπτωση του μέλους κατά την παράγραφο 4, τότε η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τα άρθρα 41 έως 44 το π.δ. 18/1989 (Α΄ 8). Από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έκπτωση και έως τη λήξη της προθεσμίας προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, έως τη με οποιονδήποτε τρόπο περάτωση της δίκης, το μέλος της Επιτροπής Ανταγωνισμού τίθεται αυτοδίκαια σε αργία. Η παράγραφος 3 του άρθρου 103 και οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου 105 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. εφαρμόζονται και σε αυτήν την περίπτωση. Κατά τη διάρκεια της αργίας τα μέλη εξακολουθούν να βαρύνονται με τους περιορισμούς, τις υποχρεώσεις και τα ασυμβίβαστα του άρθρου 12. Σε περίπτωση θέσης μέλους σε αργία διορίζεται αναπληρωματικό μέλος, η θητεία του οποίου διαρκεί όσο διαρκεί η αργία.»