Print Friendly

.

Άρθρο 41
Ρυθμίσεις λατομικής νομοθεσίας

1. Παρατείνεται για πέντε (5) επιπλέον έτη, πέραν της ορισθείσας με την παρ. 1 του άρθρου 182 του Ν.4001/2011 (Α'179) λήξης ισχύος της, η προθεσμία καθορισμού των λατομικών περιοχών της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν.1428/1984 (Α'43), καθώς και η προθεσμία καθορισμού των θέσεων συγκέντρωσης λατομικών επιχειρήσεων αδρανών υλικών στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν.2702/1999 (Α'70).

2. Στην παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 1428/1984 (Α'43) όπως ισχύει, προστίθεται τέταρτο και πέμπτο εδάφιο, ως εξής:
«Ομοίως, το όριο των χιλίων (1.000) μέτρων δεν ισχύει για την ανέγερση κτιρίων που προορίζονται για γεωργοκτηνοτροφικές, υδατοκαλλιεργητικές εγκαταστάσεις, στέγαστρα σφαγής, γεωργικές αποθήκες, δεξαμενές και θερμοκήπια, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 163 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Δ'580/1999), τα οποία χωροθετούνται σε αποστάσεις μεγαλύτερες των πεντακοσίων (500) μέτρων από τα όρια της λατομικής περιοχής, εξαιρουμένων των πτηνοτροφικών και κτηνοτροφικών μονάδων για τις οποίες απαιτείται και προηγούμενη θετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Σταυλισμού του άρθρου 4 του Ν. 4056/2012 (A’52), όπως ισχύει».

3. Η παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 1428/1984 (Α’43), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Πριν από τη μίσθωση ή τη χορήγηση άδειας εκμετάλλευσης σε λατομεία των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της προηγούμενης παραγράφου, απαιτείται η κατάθεση από τον ενδιαφερόμενο, εγγυητικής επιστολής, αορίστου χρονικής ισχύος, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που απορρέουν από τις εγκεκριμένες ή θεωρημένες από τις αρμόδιες κατά την κείμενη νομοθεσία υπηρεσίες μελέτες αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Η εγγυητική αυτή επιστολή κατατίθεται: α) σε περίπτωση μίσθωσης δημοσίων εκτάσεων και πριν από τη σύναψη της σχετικής μισθωτικής σύμβασης, στην αρμόδια Υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και β) στις λοιπές περιπτώσεις, στην αδειοδοτούσα αρχή. Το ύψος του ποσού της εγγυητικής επιστολής καθορίζεται με βάση το ποσό που αναφέρεται ως δαπάνη αποκατάστασης περιβάλλοντος στις ανωτέρω εγκεκριμένες ή θεωρημένες μελέτες.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εκμεταλλευτή προς τις ως άνω υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει αναλόγως, μερικώς ή ολικώς υπέρ του Πράσινου Ταμείου, το δε ποσό διατίθεται για την περιβαλλοντολογική αποκατάσταση των αντίστοιχων οικείων λατομικών χώρων.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της παραγράφου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας».

4. Αιτήσεις για την παράταση της ισχύος των συμβάσεων μίσθωσης και των αδειών εκμετάλλευσης οποιασδήποτε κατηγορίας λατομικών ορυκτών, που υποβάλλονται μετά τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 7 του Ν. 669/1977 (Α’241) και στην παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 2115/1993 (Α’15), εξετάζονται ως εμπρόθεσμες, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει παρέλθει διάστημα που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης ή της άδειας εκμετάλλευσης και κατόπιν υποβολής παραβόλου, ανερχόμενου στο δεκαπλάσιο του παραβόλου που προβλέπεται για την έκδοση άδειας λατομικού ορυκτού, σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση Δ7/19488/22.8.2011 (Α’1986). Οι σχετικές αιτήσεις συνοδεύονται, επί ποινή απαραδέκτου, από επικαιροποιημένο τοπογραφικό διάγραμμα του λατομικού χώρου σε έξι (6) τουλάχιστον αντίγραφα κλίμακας 1:5.000 και αποδεικτικό κατάθεσης προς έγκριση στην αρμόδια αρχή επικαιροποιημένης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και Τεχνικής Μελέτης Εκμετάλλευσης.
Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για λατομεία των οποίων η άδεια εκμετάλλευσης ή σύμβαση μίσθωσης έχει λήξει σε χρόνο που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

5. Ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις που εγκαθίστανται και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών λατομείων, των οποίων τμήμα βρίσκεται εντός του λατομικού χώρου και το υπόλοιπο εκτός αυτού, αδειοδοτούνται συνολικά από την αρχή που είναι αρμόδια για την αδειοδότηση του τμήματος αυτών όπου είναι εγκατεστημένο το μεγαλύτερο ποσοστό της ισχύος τους, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις.

6. Στο άρθρο 14 του Ν. 669/1977 (Α’241) προστίθεται παράγραφος 1Α ως εξής:
«Τα δελτία δραστηριότητας που υποβάλλονται από τους εκμεταλλευτές λατομείων μαρμάρων, βιομηχανικών ορυκτών και αδρανών υλικών περιλαμβάνουν υποχρεωτικά πίνακες με τις ποσότητες προϊόντων που εξορύχθηκαν κατ’ έτος, τις ποσότητες που διατέθηκαν στο εσωτερικό και το εξωτερικό, καθώς και τις τιμές πώλησης αυτών.

7. Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 45 του Ν. 998/1979 (Α’289), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο, ως εξής:
«Εκμεταλλευτές λατομείων, μαρμάρων βιομηχανικών ορυκτών ή αδρανών υλικών, οι οποίοι έχουν καταβάλει εγγυητική επιστολή για την αποκατάσταση της έκτασής τους, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, όπως ισχύει, απαλλάσσονται της υποχρέωσης αναδάσωσης ή δάσωσης έκτασης ίδιου εμβαδού με εκείνης στην οποία εγκρίθηκε η επέμβαση και υποχρεούνται στην καταβολή ανταλλάγματος χρήσης, ίσου με το 100% της καθοριζόμενης, κατά το άρθρο 6 του Ν. 998/1979 (Α’289), όπως ισχύει, αξίας της έκτασής τους. Αποφάσεις αναδάσωσης ή δάσωσης έκτασης ίδιου εμβαδού που έχουν ήδη εκδοθεί και αφορούν εκμεταλλευτές λατομείων που εμπίπτουν στο προηγούμενο εδάφιο ανακαλούνται μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου, εφόσον έχει καταβληθεί ως αντάλλαγμα χρήσης το 100% της καθοριζόμενης, κατά το άρθρο 6 του Ν. 998/1979 (Α’ 289), όπως ισχύει, αξίας της έκτασης επέμβασης.»

8. Στην παρ. 2 του άρθρου 22 του Ν. 4351/2015 (Α’164) η φράση «έχει κατατεθεί εμπροθέσμως αίτημα για την ανανέωση της ισχύος αυτών» αντικαθίσταται ως εξής: «έχει κατατεθεί εμπροθέσμως, ή σε κάθε περίπτωση εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, πλήρης φάκελος με σχετική αίτηση για την ανανέωση της ισχύος αυτών».

9. Το αίτημα χορήγησης άδειας εκμετάλλευσης του άρθρου 4 του Ν. 669/1977 (Α’241) και του άρθρου 9 του Ν. 1428/1984 (Α’ 43) στις περιοχές του δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 του Ν. 998/1979 (Α’289), όπως ισχύει, για τις οποίες το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει επιλυθεί οριστικά στο πλαίσιο του άρθρου 10 του Ν. 3208/2003 (Α’ 303), κατατίθεται στην αρμόδια Υπηρεσία της οικείας Περιφέρειας, εφόσον έχει προηγηθεί κατάθεση αγωγής αναγνώρισης κυριότητας ή αίτημα διοικητικής αναγνώρισης κυριότητας του φερόμενου ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων του ενός αιτημάτων χορήγησης άδειας εκμετάλλευσης, εξετάζεται κατά προτεραιότητα αυτό που συνοδεύεται από την πρώτη χρονικά αρμοδίως κατατεθείσα αίτηση αναγνώρισης ιδιοκτησίας.
Μέχρι την επίλυση της αμφισβήτησης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς με την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, η άδεια εκμετάλλευσης χορηγείται, χωρίς να καταρτιστεί σύμβαση μίσθωσης, εφόσον κατατεθεί εκ μέρους του ενδιαφερόμενου εγγυητική επιστολή νομίμως λειτουργούντος στην Ελλάδα πιστωτικού ιδρύματος και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις χορήγησής της. Η εγγυητική επιστολή είναι αόριστης διάρκειας. Το ύψος της εγγυητικής επιστολής καθορίζεται από την οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση και αντιστοιχεί στο ποσό των μέγιστων, προβλεπομένων από την εκάστοτε ισχύουσα σχετική νομοθεσία, παγίων μισθωμάτων μίας τριετίας. Αν το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει επιλυθεί αμετάκλητα εντός της πρώτης τριετίας, ο εκμεταλλευτής υποβάλλει αίτηση για την έκδοση νέας απόφασης καθορισμού του ύψους της εγγυητικής επιστολής τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της τριετίας. Το ύψος της νέας εγγυητικής επιστολής αντιστοιχεί σε ποσό που περιλαμβάνει, πέραν των παγίων και το σύνολο των αναμενόμενων αναλογικών μισθωμάτων, όπως αυτά καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις, με βάση τα αποτελέσματα της δραστηριότητας της προηγούμενης τριετίας. Η νέα εγγυητική επιστολή κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία, προς αντικατάσταση της αρχικής, έναν (1) τουλάχιστον μήνα πριν από τη λήξη της τριετίας. Με ανάλογο τρόπο και διαδικασία καθορίζεται το ύψος της εγγυητικής επιστολής για το πέραν της κάθε τριετίας χρονικό διάστημα, μέχρι την αμετάκλητη επίλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Αν ο εκμεταλλευτής δεν εκπληρώσει τις κατά τα ανωτέρω υποχρεώσεις του, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου και η άδεια εκμετάλλευσης ανακαλείται. Αν τα συνολικά οφειλόμενα μισθώματα υπερβαίνουν το ποσό της εγγυητικής επιστολής, η οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση καταλογίζει σε βάρος του εκμεταλλευτή τα ποσά που δεν καλύπτονται από την εγγυητική επιστολή.

Μετά την επίλυση της αμφισβήτησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος:
α) Εάν η έκταση χαρακτηρισθεί ως ιδιωτική, η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται, χωρίς καμία άλλη υποχρέωση ή βάρος του Δημοσίου.
β) Εάν η έκταση χαρακτηρισθεί ως δημόσια, καλείται ο εκμεταλλευτής να συνάψει σύμβαση μίσθωσης με το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία καλύπτει το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα μίσθωσης μέχρι τη συμπλήρωση του μέγιστου χρόνου που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία. Η αρμόδια υπηρεσία βεβαιώνει ατόκως το συνολικό ποσό των οφειλόμενων μισθωμάτων, το οποίο καταβάλλεται από τον εκμεταλλευτή εφάπαξ, εντός δύο (2) μηνών από τη βεβαίωσή του και κατόπιν επιστρέφεται στον εκμεταλλευτή η σχετική εγγυητική επιστολή. Εφόσον ο εκμεταλλευτής δεν εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων, η αρμόδια υπηρεσία ανακαλεί την άδεια εκμετάλλευσης, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει και, αν το ποσό που αντιστοιχεί στα οφειλόμενα μισθώματα είναι μεγαλύτερο από το ποσό της εγγυητικής επιστολής, βεβαιώνεται ατόκως το επιπλέον αυτό ποσό. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν χωρεί επιστροφή ποσού για τη χρονική περίπτωση που προηγείται της επίλυσης της αμφισβήτησης.
Το Δημόσιο δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν εκνίκηση εκ μέρους τρίτων των εκτάσεων της παραγράφου 1 για τις οποίες εκδόθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 του Ν. 669/1979 (Α'241) και στο άρθρο 9 του Ν. 1428/1984 (Α'43) άδεια εκμετάλλευσης και οι εκτάσεις κρίθηκαν τελεσιδίκως ως μη δημόσιες.