ΠΟΛ.1161/8.12.2008

Άρση κατάσχεσης επικαρπίας μετά τον θάνατο του επικαρπωτή

Σας κοινοποιούμε τις υπ΄ αριθ. 560/2006 και 163/2008 γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ, οι οποίες έγιναν δεκτές από τον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, προκειμένου να λάβετε γνώση και να ενεργείτε σύμφωνα με αυτές.
Με τις γνωμοδοτήσεις αυτές έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1167 του Α.Κ. και 36 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 88 παρ 1, 2 και 4 του Ν.2362/1995 (περί δημοσίου λογιστικού) και 263, 265, 1273 και 1280 του Α.Κ, προκύπτει ότι:
Η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποσβήνεται αυτοδικαίως με τον θάνατο του επικαρπωτή.
Σε περίπτωση που έχει επιβληθεί κατάσχεση από το Δημόσιο σε επικαρπία ακινήτου οφειλέτη, μετά τον θάνατο αυτού και εφόσον κατά τα ανωτέρω επέρχεται αυτοδικαίως απόσβεση αυτής, εκλείπει πλέον το αντικείμενο της επιβληθείσας κατάσχεσης.
Το Δημόσιο, στην προκειμένη περίπτωση, οφείλει, μετά τον θάνατο του επικαρπωτή και κατόπιν αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον πρώην ψιλού κυρίου και νυν πλήρους κυρίου, να προβεί στην άρση της κατάσχεσης της αποσβεσθείσας επικαρπίας, με επιμέλεια του οργάνου που την επέβαλε, δηλαδή του προϊστάμενου της αρμόδιας ΔΟΥ. Η κατά τα ανωτέρω άρση της κατάσχεσης της επικαρπίας δεν αναιρεί τη διακοπή της παραγραφής των χρεών για τα οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση.

Γνωμοδότηση 560/12.12.2006 ΝΣΚ (Τμήμα Β΄)

Περίληψη ερωτήματος: Ερωτάται: Εάν, μετά την επιβολή κατάσχεσης του Δημοσίου επί του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας αποβιώσει ο επικαρπωτής, το Δημόσιο οφείλει να προβεί σε άρση της επιβληθείσης κατάσχεσης (και σε καταφατική περίπτωση, ποιο είναι το αρμόδιο όργανο ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ή το ΝΣΚ) ή εάν τούτο δεν είναι αναγκαίο, καθόσον με τον θάνατο του επικαρπωτή επέρχεται αυτοδικαίως απόσβεση της επικαρπίας και ως εκ τούτου εκλείπει το αντικείμενο της κατάσχεσης.

Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Β΄ Τμήμα του ΝΣΚ γνωμοδότησε ως εξής:

1. Στο άρθρο 1167 του Α.Κ. ορίζονται τα εξής:
«Η επικαρπία, ενόσω δεν ωρίσθη άλλως, αποσβέννυται δια του θανάτου του επικαρπωτού».
Επίσης στο άρθρο 36 παρ. 1 του ΚΕΔΕ ορίζονται τα εξής:
«Η κατάσχεσις ακινήτων ενεργείται εγγράφω παραγγελία του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου υπό δικαστικού κλητήρος ή υπαλλήλου του Δημοσίου Ταμείου, επί παρουσία ενός ενηλίκου μάρτυρος».
2. α) Εν προκειμένω -όπως προκύπτει από το τεθέν πραγματικό του ερωτήματος από την ερωτώσα Διεύθυνση- στη ΔΟΥ [...] βεβαιώθηκε σε βάρος του οφειλέτη [...] χρέος, το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 139.959,69 ευρώ. Με το υπ΄ αριθ. 6979/30.12.1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών [...], ο οφειλέτης μετεβίβασε την ψιλή κυριότητα ακινήτου του στην εγγονή του [...], παρακρατώντας την επικαρπία αυτού υπέρ του ίδιου και της συζύγου του. Για τη διασφάλιση της απαίτησης αυτής η ανωτέρω ΔΟΥ επέβαλε την υπ΄ αριθ. 7375/3.3.1994 κατάσχεση επί του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας του ανωτέρω ακινήτου και στη συνέχεια εξέδωσε τα υπ΄ αριθ. 2132/3.2.1999 και 18530/16.3.2003 προγράμματα πλειστηριασμού. Στις 15.8.1996 ο οφειλέτης απεβίωσε και οι κληρονόμοι αυτού (σύζυγος και τέκνα) απεδέχθησαν την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής, ενώ ακολούθως συνέταξαν την υπ΄ αριθ. 9090/20.3.1997 έκθεση απογραφής κληρονομιαίας περιουσίας. Στις 5.11.2002 απεβίωσε και η σύζυγος του οφειλέτη. Με την υπ΄ αριθ. 706/13.1.2006 αίτησή της η εγγονή του θανόντος οφειλέτη και ψιλή κυρία του ακινήτου ζήτησε την άρση της κατάσχεσης της επικαρπίας αυτού.
β) Κατά το άρθρο 1167 του Α.Κ., μετά τον θάνατο του επικαρπωτή επέρχεται αυτοδικαίως απόσβεση του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας, επί της οποίας επεβλήθη η κατάσχεση -εφόσον δεν ωρίσθη άλλως κατά την σύσταση της επικαρπίας- με αποτέλεσμα να εκλείπει πλέον το αντικείμενο της επιβληθείσης κατάσχεσης. Ανεξαρτήτως όμως της ανωτέρω αυτοδικαίας απόσβεσης της επικαρπίας επιβάλλεται η άρση της επιβληθείσης κατάσχεσης όταν το εμπράγματο δικαίωμα επί του οποίου επεβλήθη έχει αποσβεσθεί. Και τούτο, διότι -ενόψει της ανάγκης ασφάλειας των συναλλαγών στο πεδίο των εμπραγμάτων δικαιωμάτων- απαιτείται αυξημένη τυπικότητα στην διαμόρφωση των νομικών σχέσεων. Η ανάγκη της βεβαιότητας σχετικά με τις υπάρχουσες εμπράγματες σχέσεις επιβάλλει -τόσο για την εγγραφή κατάσχεσης επί του εμπράγματου δικαιώματος, όσο και για την άρση της κατάσχεσης- τυπική αλλά και ουσιαστική δημοσιότητα, προκειμένου οι τρίτοι να δύνανται να διαπιστώσουν με ασφάλεια, κατά τον χρόνο της συναλλαγής, τα εμπράγματα δικαιώματα, αφετέρου δε να γνωρίζουν σε ποια από τα εμπράγματα δικαιώματα αυτά επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση. Οι προεκτεθείσες αρχές (δημοσιότητας και ειδικότητας) επιβάλλουν την άρση της επιβληθείσης κατάσχεσης εκ μέρους του δανειστού, όταν το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας έχει αποσβεσθεί, δεδομένου ότι τυχόν διατήρηση της εγγραφής -έστω και κενής περιεχομένου- δύναται να δημιουργήσει εσφαλμένη εντύπωση σε τρίτους για την ύπαρξη ανύπαρκτου εμπράγματου δικαιώματος (επικαρπίας), καθώς επίσης και για την ύπαρξη κατάσχεσης επί άλλου εμπράγματου δικαιώματος (κυριότητας).
Υπό τα δεδομένα αυτά το Δημόσιο οφείλει να προβεί εν προκειμένω σε άρση της επιβληθείσης κατάσχεσης επί του εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας, λόγω θανάτου του επικαρπωτή [...]. Η άρση της ανωτέρω κατάσχεσης θα γίνει με επιμέλεια του οργάνου του επιβαλόντος την κατάσχεση, ήτοι του προϊσταμένου της ΔΟΥ [...], σύμφωνα με την προβλεπομένη -στις διατάξεις κανονισμού λειτουργίας των ΔΟΥ (Π.Δ.16/1989)- διαδικασία.
3. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω επί των τεθέντων ερωτημάτων το ΝΣΚ (Τμήμα Β΄) γνωμοδότησε ομοφώνως ότι: α) Η ΔΟΥ [...] οφείλει να προβεί σε άρση της επιβληθείσης κατάσχεσης επί του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας, λόγω θανάτου του επικαρπωτή και β) η άρση της κατάσχεσης θα γίνει με επιμέλεια του επιβαλόντος την κατάσχεση προϊσταμένου της ΔΟΥ [...].

Γνωμοδότηση 163/1.4.2008 ΝΣΚ (Τμήμα Β΄)

Περίληψη ερωτήματος: Ερωτάται: Εάν η εκ μέρους του Δημοσίου άρση της επιβληθείσης κατάσχεσης επικαρπίας, αποσβεσθείσης δια του θανάτου του επικαρπωτού (οφειλέτου) -κατόπιν αιτήσεως του πρώην ψιλού και ήδη πλήρους κυρίου- συνιστά λόγο αναδρομικής εξάλειψης της επελθούσης, δια της επιβολής κατάσχεσης, διακοπής της παραγραφής κατ΄ άρθρο 88 παρ. 2 του Ν.2362/1995.

Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Β΄ Τμήμα του ΝΣΚ γνωμοδότησε ως εξής:

Ι. 1. Στο άρθρο 1167 του Α.Κ. ορίζονται τα εξής: «Η επικαρπία, ενόσω δεν ωρίσθη άλλως, αποσβέννυται δια του θανάτου του επικαρπωτού».
2. Επίσης στο άρθρο 88 παρ. 1α του Ν.2362/1995 (περί Δημοσίου Λογιστικού – ΦΕΚ 247/Α΄) ορίζονται τα εξής: «Την παραγραφή χρηματικής απαιτήσεως του Δημοσίου διακόπτει: α) Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών και ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτου».
Εξάλλου στο αυτό άρθρο 88 παρ. 2 του ίδιου Ν.2362/1995 (περί Δημοσίου Λογιστικού) ορίζονται τα εξής: «Η άρση της κατασχέσεως ή εξάλειψη υποθήκης ή ανάκληση άλλης πράξεως διοικητικής ή αναγκαστικής εκτελέσεως από τις ανωτέρω, υπό της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή άλλης αρμόδιας προς τούτο διοικητικής αρχής, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη ή άλλου εκ των αναφερόμενων προσώπων στην παράγραφο 1 περίπτωση γ΄ του παρόντος άρθρου, δεν εξαλείφει αναδρομικά τη διακοπή της παραγραφής».

II. Από τις διατάξεις του άρθρου 1167 του Α.Κ. προκύπτει ότι μετά τον θάνατο του επικαρπωτή, εφόσον δεν ωρίσθη άλλως κατά τη σύσταση της επικαρπίας, επέρχεται αυτοδικαίως απόσβεση του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας, επί της οποίας επεβλήθη η κατάσχεση, με αποτέλεσμα να εκλείπει πλέον το αντικείμενο της επιβληθείσης κατάσχεσης.
Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 88 παρ. 1α και 2 του Ν.2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού» συνάγεται κατ΄ αρχήν με επιχείρημα εξ αντιδιαστολής ότι αν αρθεί η κατάσχεση χωρίς αίτηση του οφειλέτου -οίκοθεν οπό την επιβαλούσα αυτήν αρμόδια αρχή- η διακοπείσα δια της κατασχέσεως παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, θεωρείται ότι δεν έλαβε χώρα, κατά πλάσμα δικαίου, συναγόμενο ερμηνευτικώς και από τις αναλόγου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 263, 265, 1273 και 1280 του Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου κατά την πρόβλεψη της παρ. 4 του άρθρου 88 του Ν.2362/1995, υπό την επιφύλαξη των ειδικότερων ρυθμίσεων του ίδιου άρθρου.
Το ανωτέρω συμπέρασμα ωστόσο και η αντίστοιχη ερμηνευτική θέση, προϋποθέτουν ότι αίρεται κατάσχεση ενεργός επί εμπράγματου δικαιώματος του οφειλέτου (ή του συνοφειλέτου ή τρίτου εγγυητή αυτών) υπάρχοντος κατά το χρόνο της άρσης της κατάσχεσης. Μόνον υπό την εκδοχή αυτή βρίσκει νόημα η αναδρομική αναίρεση των έννομων συνεπειών της άρσης της κατάσχεσης επί του πεδίου της παραγραφής, συνισταμένη στην παραδοχή ότι δια της οίκοθεν άρσης της κατάσχεσης ο δανειστής ανακαλεί αναδρομικά και την δι΄ αυτής απευθυνθείσα προς τον οφειλέτη έντονη όχληση για την καταβολή του χρέους.
Κατά συνέπεια των ανωτέρω, η άρση της κατάσχεσης επικαρπίας, αποσβεσθείσης δια του θανάτου του επικαρπωτού -οφειλέτου, κατόπιν αιτήσεως του έχοντος έννομο συμφέρον πρώην ψιλού και νυν πλήρους κυρίου- ο οποίος άλλωστε δύναται να ζητήσει την ακύρωση και διαγραφή της κατάσχεσης και από το δικαστήριο κατ΄ άρθρο 74 του ΚΕΔΕ (βλ. Μπρίνιας: «Κατάσχεσις επικαρπίας και ψιλής κυριότητος» σε τιμητικό τόμο για τον Γ. Ράμμο σελ. 743) – δεν συνιστά λόγο αναδρομικής εξάλειψεης της επελθούσης, δια της επιβολής της κατάσχεσης, διακοπής της παραγραφής κατ΄ άρθρο 88 παρ. 2 του Ν. 2362/1995 (σχετ. Γνωμ. ΝΣΚ 61/1958, Βασιλείου Παπαχρήστου, «Παραγραφές υπέρ και κατά του Δημοσίου», έκδοση 1996, σελ. 118, Βασιλείου Μαρκόσογλου, «Διοικητική Εκτέλεσις», έκδοση 1978, σελ. 673).
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, αντιμετωπίζουσα τυπολατρικώς το ζήτημα, αφενός μεν δεν αξιολογεί τον στενό δεσμό μεταξύ κατασχεθείσης επικαρπίας και ψιλής κυριότητας, αφετέρου δε, έχει ως ουσιαστικό αποτέλεσμα να αναγκάζει το Δημόσιο να αρνείται να προβεί συναινετικώς σε άρση επιβληθείσης κατάσχεσης επί επικαρπίας μετά τον θάνατο του επικαρπωτή κατά την απόσβεση του δικαιώματος επί του οποίου επεβλήθη η κατάσχεση, και να υποχρεώνει τον τρίτο, πρώην ψιλό κύριο, σε άσκηση ανακοπής -κατ΄ άρθρο 74 του ΚΕΔΕ- προς αντίκρουση της οποίας κανένα ουσιώδη και βάσιμο ισχυρισμό δεν φαίνεται να δύναται να αντιτάξει το Δημόσιο. Μια τέτοια συμπεριφορά, όμως, ουδόλως συνάδει προς τις αρχές της καλής πίστεως και της χρηστής διοίκησης, οι οποίες πρέπει να διέπουν τη δράση του Δημοσίου, υπό οποιανδήποτε ιδιότητα και αν ενεργεί αυτό, ουδέ δύναται να επιβάλλεται από το νόμο.

III. Εν προκειμένω -όπως προκύπτει από το τεθέν πραγματικό του ερωτήματος από την ερωτώσα Διεύθυνση- στη ΔΟΥ [...] βεβαιώθηκε εις βάρος του οφειλέτου [...] χρέος, το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 139.959,69 ευρώ. Με το υπ΄ αριθ. 6979/30.12.1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών [...], ο οφειλέτης μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα ακινήτου του στην εγγονή του [...], παρακρατώντας την επικαρπία αυτού υπέρ του ίδιου και της συζύγου του. Για τη διασφάλιση της απαίτησης αυτής η ανωτέρω ΔΟΥ, επέβαλε την υπ΄ αριθ. 7375/3.3.1994 κατάσχεση επί του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας του ανωτέρω ακινήτου και εν συνεχεία εξέδωσε τα υπ΄ αριθ. 2132/3.2.1999 και 18530/16.3.2003 προγράμματα πλειστηριασμού. Στις 15.8.1996 ο ανωτέρω οφειλέτης απεβίωσε και οι κληρονόμοι αυτού (σύζυγος και τέκνα) απεδέχθησαν την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής, ενώ ακολούθως συνέταξαν την υπ΄ αριθ. 9090/20.3.1997 έκθεση απογραφής κληρονομιαίας περιουσίας. Στις 5.11.2002 απεβίωσε και η σύζυγος του οφειλέτου. Με την υπ΄ αριθ. 706/13.1.2006 αίτησή της η εγγονή του θανόντος οφειλέτου -πρώην ψιλή και ήδη πλήρης κυρία του ακινήτου- ζήτησε την άρση της επιβληθείσης κατάσχεσης της επικαρπίας αυτού.

IV. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω, επί του τεθέντος ερωτήματος το ΝΣΙ (Τμήμα Β΄) γνωμοδότησε ομοφώνως ότι η κατόπιν αιτήσεως του πρώην ψιλού και ήδη πλήρους κυρίου, άρση, εκ μέρους του Δημοσίου της επιβληθείσης κατάσχεσης επικαρπίας, αποσβεσθείσης ήδη δια του θανάτου του επικαρπωτού (οφειλέτου), δεν συνιστά λόγο αναδρομικής εξάλειψης της επελθούσης, δια της επιβολής κατάσχεσης, διακοπής της παραγραφής, κατ΄ άρθρο 88 παρ. 2 του Ν.2362/1995.

 

Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ

Π. Βόλη