Print Friendly

.

Άρθρο 11
Εκκαθάριση και Διακανονισμός Συναλλαγών

1. Πέραν των αρμοδιοτήτων οι οποίες προβλέπονται στους Κανονισμούς (ΕΚ) 714/2009 και (ΕΕ) 2015/1222, οι Διαχειριστές των Αγορών είναι αρμόδιοι για την Κάλυψη, την Εκκαθάριση και το Διακανονισμό των Συναλλαγών, βάσει των κανόνων λειτουργίας των Αγορών του άρθρου 8, όπως καθορίζονται στους επιμέρους Κώδικες.

Οι αρμοδιότητες αυτές αφορούν ιδίως:

α) Την Κάλυψη των Συναλλαγών που διενεργούνται στις Αγορές, σε περίπτωση αδυναμίας των Συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Ειδικότερα, για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου των συναλλαγών, οι Διαχειριστές δύνανται ενδεικτικά να ζητούν την παροχή εγγυήσεων ή άλλης ασφάλειας, ενώ επιπλέον δύνανται να συστήσουν συνεγγυητικό ταμείο χρηματοδοτούμενο από εισφορές των Συμμετεχόντων στις Αγορές, ανάλογα με το ύψος των Συναλλαγών τους σε αυτές, και γενικότερα να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο, μέσω ειδικών ρυθμίσεων που θα προβλεφθούν στους επιμέρους Κώδικες των Αγορών και θα περιγράφουν το είδος, το ύψος και τον τρόπο παροχής και καταβολής των ανωτέρω.
β) Την παρακολούθηση της συναλλακτικής συμπεριφοράς των Συμμετεχόντων στις Αγορές.
γ) Την έγκαιρη και διαφανή εκκαθάριση και διακανονισμό των Συναλλαγών που αφορούν τις επιμέρους Αγορές.
δ) Τη σύνταξη εκθέσεων για τις συναλλαγές, οι οποίες υποβάλλονται κατά τα προβλεπόμενα στους επιμέρους Κώδικες.

Οι Διαχειριστές των Αγορών οφείλουν επίσης, να εγείρουν αξιώσεις κατά των Συμμετεχόντων με κάθε δυνατό, νόμιμο και πρόσφορο μέσο και λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ειδικότερες ρυθμίσεις στους επιμέρους Κώδικες, με σκοπό την ανάκτηση των ποσών που καταβλήθηκαν για την Κάλυψη των Συναλλαγών.

2. Για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων οι Διαχειριστές οφείλουν, το αργότερο εντός δώδεκα (12) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, να έχουν εξαντλήσει κάθε δυνατό, νόμιμο και πρόσφορο μέσο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εύρεσης νομικού προσώπου το οποίο καλύπτει τις προϋποθέσεις της παραγράφου 5 και αναλαμβάνει τις αρμοδιότητες της παραγράφου 1.

Οι Διαχειριστές των Αγορών δύνανται είτε να συστήσουν ή να συμμετέχουν στο ανωτέρω νομικό πρόσωπο, με απευθείας πρόταση στη ΡΑΕ είτε να επιλέξουν το εν λόγω νομικό πρόσωπο μέσω διαγωνιστικής διαδικασίας. Στην πρώτη περίπτωση, οι Διαχειριστές οφείλουν, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, να έχουν υποβάλει σχετική εισήγηση στη ΡΑΕ, η οποία θα συνυπογράφεται από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς του υφιστάμενου ή υπό σύσταση νομικού προσώπου και θα αποτυπώνει ιδίως το επιχειρησιακό και επιχειρηματικό σχέδιο που θα εφαρμόσει. Ακολούθως η ΡΑΕ, εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της σχετικής εισήγησης, διάστημα κατά το οποίο δύναται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία και τη συνεργασία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αποφασίζει επί του ανωτέρω επιχειρησιακού σχεδίου κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης. Στην περίπτωση διενέργειας διαγωνισμού για την εύρεση του εν λόγω νομικού προσώπου, οι προδιαγραφές της διαγωνιστικής διαδικασίας καταρτίζονται από τους Διαχειριστές και υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ. Οι Διαχειριστές οφείλουν να ενημερώνουν σε μηνιαία βάση τη ΡΑΕ για την πρόοδο των σχετικών ενεργειών τους. Οι προθεσμίες της παραγράφου αυτής δύναται να παραταθούν με απόφαση της ΡΑΕ, μετά από αιτιολογημένη εισήγηση των Διαχειριστών.

3. Το νομικό πρόσωπο της παραγράφου 2 υπόκειται σε πιστοποίηση από τη ΡΑΕ. Για το σκοπό αυτόν, μετά την εύρεσή του, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 2, ο Διαχειριστής της αντίστοιχης Αγοράς υποβάλλει στη ΡΑΕ σχετική εισήγηση για την πιστοποίηση και ορισμό του νομικού προσώπου ως Φορέα Εκκαθάρισης, Διακανονισμού και Κάλυψης Συναλλαγών, η οποία συνοδεύεται από σχετική αίτηση και του νομικού προσώπου. Η ΡΑΕ, εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της ως άνω εισήγησης, αξιολογεί τα κριτήρια της παραγράφου 5 και αποφασίζει σχετικά με την πιστοποίησή του. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, η ΡΑΕ δύναται, κατά την κρίση της, να ζητήσει εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για επιμέρους ζητήματα που αφορούν τα κριτήρια αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, οι όροι των σχετικών συμβάσεων ή άλλων πράξεων υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ. Κατά την αξιολόγηση των ανωτέρω, η ΡΑΕ εξετάζει ιδίως το εύλογο των χρεώσεων που προκύπτουν από την εκτέλεση των σχετικών συμβάσεων.

4. Σε περίπτωση που αποβούν άκαρπες οι ενέργειες της παραγράφου 2, για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά τους, οι Διαχειριστές ενημερώνουν με σχετική επιστολή τον αρμόδιο Υπουργό και τη ΡΑΕ, στην οποία τεκμηριώνονται επαρκώς οι λόγοι της αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2.

Η ΡΑΕ αξιολογεί τους λόγους αδυναμίας και δύναται να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. Εφόσον διαπιστωθεί πλήρης αδυναμία των Διαχειριστών για εξεύρεση λύσης, μπορεί να ορίζεται με σχετική απόφασή της ΡΑΕ, νομικό πρόσωπο που πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 5 για την εκτέλεση των υπηρεσιών της παραγράφου 1.

5. Τα κριτήρια που οφείλουν να πληρούν τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 είναι ιδίως τα ακόλουθα:

α) Η παροχή των υπηρεσιών εκ μέρους τους και οι διαδικασίες που ακολουθούνται για το σκοπό αυτόν να είναι ασφαλείς, διαφανείς και να μην εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των Συμμετεχόντων.
β) Να διαθέτουν τους κατάλληλους οικονομικούς, τεχνικούς και λοιπούς πόρους για την αδιάλειπτη και απρόσκοπτη παροχή των υπηρεσιών τους.
γ) Να επιφέρουν το μικρότερο δυνατό κόστος στους Συμμετέχοντες.
δ) Να εφαρμόζουν τα κατάλληλα συστήματα και διαδικασίες επικοινωνίας για το συντονισμό με τους Διαχειριστές των Αγορών.
ε) Να εφαρμόζουν κατάλληλες συμφωνίες διαφάνειας και εμπιστευτικότητας με τους Συμμετέχοντες στις Αγορές.

Τα παραπάνω κριτήρια, και τυχόν πρόσθετα, δύνανται να εξειδικευθούν με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνώμη της ΡΑΕ.

6. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 4 και 5, καθώς και η δυνατότητα σύστασης του συνεγγυητικού ταμείου της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1, ισχύουν από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου. Μέχρι τη θέση σε ισχύ των αντίστοιχων Κωδίκων των Αγορών, οι ρυθμίσεις σχετικά με την Κάλυψη των Συναλλαγών καθορίζονται με απόφαση της ΡΑΕ μετά από σχετική εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή.