Print Friendly

.

Δ.Ε.Δ. Αθήνας Απόφαση Αίτησης Αναστολής 481/21.11.2016

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:

α. Του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α' 170).

β. Του Π.Δ. 111/14 (ΦΕΚ Α' 178) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών».

γ. Του άρθρου 6 της αριθ. Δ6Α 1058824 ΕΞ 2014 (ΦΕΚ Β' 865, 1079 και 1846) Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών «Ανακαθορισμός της εσωτερικής διάρθρωσης και των αρμοδιοτήτων οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και μετονομασία ορισμένων από αυτές», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

δ. Της ΠΟΛ.1002/31.12.2013 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ Β' 55/16.1.2014).

2. Την ΠΟΛ.1069/4.3.2014 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

3. Την Δ.Ε.Δ. 1126366 ΕΞ 30.8.2016 (ΦΕΚ Β'2759/9.1.2016) Απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών «Παροχή εξουσιοδότηση υπογραφής».

4. Την από «..............» και με αριθμό πρωτοκόλλου «............», κατατεθείσα στο Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. ενδικοφανή προσφυγή και αίτηση αναστολής, των «.............» με Α.Φ.Μ. «.........» και «............» με Α.Φ.Μ. «.............», για αναστολή καταβολής του ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικά αμφισβητούμενου ποσού, των ακόλουθων πράξεων:

α)της αριθ. «................» Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος οικ. έτους 2011,

β)της αριθ. «.............» Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης οικ. έτους 2011, και

γ) της αριθ. «............» Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης οικ. έτους 2012, του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π και τα προσκομιζόμενα με αυτήν σχετικά έγγραφα.

5. Τ ις απόψεις της ανωτέρω Φορολογικής Αρχής.

6. Την εισήγηση του ορισθέντος υπαλλήλου του Τμήματος Β1 Νομικής Υποστήριξης, όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της απόφασης. Με τη με αριθμό πρωτοκόλλου «...........» αίτησή τους, ο «..........» με Α.Φ.Μ. «..........» και η «.............» με Α.Φ.Μ. «...............», κάτοικοι Σιδηροκάστρου Σερρών, στην οδό «...............», ζητούν την αναστολή καταβολής του ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικά αμφισβητούμενου ποσού των ως άνω πράξεων του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π, ήτοι ποσού 268.269,48 ευρώ (536.538,97Χ 50%). Επί της κρινόμενης αίτησης, και μετά την μελέτη και την αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων στο σχετικό φάκελο εγγράφων και των προβαλλόμενων λόγων του αιτήματος αναστολής, επαγόμαστε τα ακόλουθα:

Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013; «Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής, αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%)».

Επειδή, όπως προβλέπεται στην παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου και νόμου: «Ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής της καταβολής που προβλέπεται στην παράγραφο 3.

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης δύναται να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, μέχρι την έκδοση της απόφασής της, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της αίτησης στη Φορολογική Διοίκηση, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου».

Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 της ΠΟΛ. 1002/31.12.2013 (ΦΕΚ 55/16.1.2014, Τεύχος Β’) Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων: «Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι έχει ήδη καταβληθεί το υπόλοιπο ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εκτός αν υποβληθεί γι' αυτό και γίνει αποδεκτό αίτημα αναστολής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εφόσον δηλαδή υποβληθεί από τον υπόχρεο, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής του καταβλητέου ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δύναται να αναστείλει την πληρωμή του εν λόγω ποσοστού μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι αυτό θα είχε ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο.

Η αναστολή αυτή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής, άλλως μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της.

Το αίτημα αναστολής υποβάλλεται με το έγγραφο της ενδικοφανούς προσφυγής ή αυτοτελώς με ιδιαίτερο έγγραφο που κατατίθεται την ίδια ημέρα με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής.

Με την υποβολή της αιτήσεως αναστολής και μέχρι την έκδοση απόφασης επ’ αυτής άλλως μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της, η υποχρέωση καταβολής του αμφισβητούμενου ποσού αναστέλλεται. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου».

Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου ανωτέρω άρθρου 2 της ιδίας ΠΟΛ: «Με την αίτηση αναστολής υποβάλλονται στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και τα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος και απαραιτήτως υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 στην οποία ο αιτών δηλώνει :

α) τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματά του από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος και

β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής.

Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνονται επιπλέον και τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματα από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων αυτού κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής....Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του Κ.Φ.Δ. (Ν. 4174/2013) και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Για τα ακίνητα δηλώνεται και η αντικειμενική αξία αυτών».

Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του ιδίου ανωτέρω άρθρου 2 της ιδίας ΠΟΛ: «Αίτηση αναστολής για την οποία δεν προσκομίζονται τα προαναφερθέντα στοιχεία απορρίπτεται».

Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του κεφαλαίου Γ με τίτλο « Διαδικασία εξέτασης αιτήματος αναστολής» της ΠΟΛ. 1069/04.03.2014 Εγκυκλίου: «Εφόσον υποβληθεί από τον υπόχρεο, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής του καταβλητέου ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δύναται να αναστείλει την πληρωμή του εν λόγω ποσού μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι αυτό θα είχε ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. ...», ενώ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του ιδίου ως άνω κεφαλαίου της εν λόγω Εγκυκλίου: «Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών προκειμένου να εκτιμήσει την ανεπανόρθωτη βλάβη του υπόχρεου, λαμβάνει υπόψη της τους ισχυρισμούς αυτού, τα συνυποβαλλόμενα στοιχεία και ιδίως την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, σύμφωνα και με την ΠΟΛ.1002/31.12.2013, καθώς και κάθε άλλο πρόσφορο για την περίπτωση αυτή στοιχείο. Διευκρινίζεται ότι η περ. α' της παρ. 2 του αρθ.2 της ως άνω ΠΟΛ, αναφέρεται στην έννοια του οικονομικού έτους, οπότε κατά την αληθή έννοια αυτής θα πρέπει να δηλώνονται τα έσοδα ή εισοδήματα των δύο προηγούμενων χρήσεων από το τρέχον φορολογικό έτος».

Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η Υπηρεσία μας δύναται να αναστείλει την καταβολή του ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικά αμφισβητούμενου ποσού, στην περίπτωση που ο αιτών επικαλεστεί κι αποδείξει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την καταβολή αυτή.

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες ζητούν την αναστολή καταβολής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού των επίμαχων πράξεων, διότι η αδυναμία καταβολής αυτού θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, καθόσον θα κατασχεθεί και θα εκπλειστηριαστεί η πρώτη και μοναδική τους κατοικία.

Επειδή, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι αιτούντες υποβάλλουν τα κάτωθι:

1) Δήλωση περιουσιακής κατάστασης με τα παγκόσμια εισοδήματά τους από κάθε πηγή του προηγούμενου έτους και την περιουσιακή τους κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής.

2) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος φορολογικού έτους 2015 (Ε1).

3) Αναλυτική Κατάσταση Μισθωμάτων Ακίνητης Περιουσίας φορολογικού Έτους 2015 (Ε2)

4) Πράξεις Διοικητικού Προσδιορισμού του Φόρου Ν.4223/2013 (ΕΝ.Φ.Ι.Α.).

Ωστόσο, η ως άνω δήλωση περιουσιακής κατάστασης υπογράφεται από την εξουσιοδοτημένη δικηγόρο των αιτούντων και όχι από τους ίδιους τους υπευθύνως δηλούντες, περιέχει δε περαιτέρω ουσιώδεις ελλείψεις, καθώς σε αυτή δεν αναγράφονται οι αντικειμενικές και εκτιμώμενες αγοραίες αξίες των ακινήτων των αιτούντων. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, το υπό κρίση αίτημα αναστολής είναι κατ’ αρχήν απορριπτέο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 2 της ΠΟΛ.1002/31.12.2013 απόφασης του Γεν.Γραμ.Δημ.Εσόδων.

Επειδή, σε κάθε περίπτωση, εκ των ανωτέρω στοιχείων που έχουν τεθεί υπ' όψιν της Υπηρεσία μας, συνάγεται ότι, τα εισοδήματα των αιτούντων για το έτος 2015 ανέρχονται στα 24.971,96 Ευρώ, είναι ιδιοκτήτες δέκα (10) ακινήτων συνολικής αντικειμενικής αξίας 120.825,84 Ευρώ και ενός αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας «...........», έτος 1ης άδειας 2008 και κινητήρα 1798 cc.

Επιπλέον, όπως αναφέρεται στις σελ. 2 και 56 της από «..........» σχετικής Έκθεσης Μερικού Ελέγχου Φορολογίας Εισοδήματος, υπάρχει αναιτιολόγητη προσαύξηση περιουσίας κατά 520.743,45 Ευρώ (198.579,90 για τον υπόχρεο και 322.163,55 για τη σύζυγο), που προέκυψε από μεταφορά στο εξωτερικό, από λογαριασμό της τράπεζας Πειραιώς, το έτος 2010, ποσού που ο έλεγχος επιμέρισε σύμφωνα με την ΠΟΛ.1228/2014 ισομερώς ανά δικαιούχο.

Επειδή η χρηματική ζημία, ως κατ’ αρχήν επανορθώσιμη, δε δικαιολογεί τη χορήγηση αναστολής καταβολής, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων η οικονομική επιβάρυνση από την καταβολή συνεπάγεται ανεπανόρθωτο κλονισμό της επιχείρησης του υπόχρεου ή στέρηση των μέσων βιοπορισμού του (Επ. Αν. ΣτΕ 45/2010, 1041/2009, 732/2007, 463, 698, 707/2006, 181, 661/2001, 208/2000). Ως «ανεπανόρθωτη» δε βλάβη νοείται όχι μόνον η κατά κυριολεξία μη αναστρέψιμη, αλλά και εκείνη, της οποίας η αποκατάσταση, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές και λοιπές συνθήκες, είναι για τον διάδικο δυσχερής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί πράγματι να την επιτύχει (Επ.Αν. ΣτΕ 496/2011).

Επειδή, εκ της ανωτέρω περιουσιακής κατάστασης των αιτούντων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ουδόλως προκύπτει ότι έχει δαπανηθεί το σύνολο ή έστω μέρος του ανωτέρω ποσού το οποίο προέκυψε από τον φορολογικό έλεγχο ως αναιτιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, κρίνουμε ότι η καταβολή του 50% των βεβαιωθεισών οφειλών τους, ήτοι ποσού 268.269,48 Ευρώ δεν είναι ικανή να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη τέτοιας έκτασης, ώστε να προκαλείται η στέρηση των μέσων βιοπορισμού τους.

Κατόπιν των ανωτέρω,

Αποφασίζουμε την απόρριψη του αιτήματος αναστολής καταβολής του ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικά αμφισβητούμενου ποσού

α) της αριθ. «..... » Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος οικ. έτους 2011,

β) της αριθ. «.... » Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης οικ. έτους 2011 και

γ) της αριθ. «............» Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης οικ. έτους 2012, του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π, των «............» με Α.Φ.Μ. «.........» και «.... » με Α.Φ.Μ. «.....».

Με εντολή του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών

Ακριβές Αντίγραφο
Ο Υπάλληλος του τμήματος
Διοικητικής Υποστήριξης

Ο ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΛΙΑΣ