ΠΟΛ. 1217 / 25.09.2013

Θέμα: «Κοινοποίηση της αριθ. 195/2013 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ.»

Σας γνωρίζουμε ότι ύστερα από ερώτημα της Υπηρεσίας μας που αφορούσε συγκεκριμένο φορολογούμενο, εκδόθηκε η γνωμοδότηση του Β’ Τμήματος του Ν.Σ.Κ. που έγινε αποδεκτή από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

Την ως άνω γνωμοδότηση σας αποστέλλουμε για ενημέρωσή σας και εφαρμογή στις σχετικές περιπτώσεις.

Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω γνωμοδότηση, το Β’ Τμήμα του Ν.Σ.Κ. λαμβάνοντας υπόψη και εκτιμώντας τις αριθ. 477/2006 και 284/2005 γνωμοδοτήσεις του Ν.Σ.Κ., για την υπαγωγή νομικού προσώπου στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α’ του καθώς και την πρόσφατη νομολογιακή θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι η υπαγωγή του οφείλοντος προς το Δημόσιο, νομικού προσώπου στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης του ως άνω άρθρου και νόμου και η εξ αυτού του λόγου αναστολή των κατά του προσώπου αυτού αναγκαστικών, συντηρητικών και άλλων μέτρων, ως ισχύει, δεν σημαίνει την αυτόθροη επέκταση της αναστολής αυτής και στα εκ του νόμου συνυπόχρεα πρόσωπα που το εκπροσώπησαν, έκανε ομόφωνα δεκτό, για τους λόγους που επικαλείται και υπό το πρίσμα του δεδομένου ιστορικού, ότι η Διοίκηση νομίμως λαμβάνει ή διατηρεί τα ως άνω διασφαλιστικά μέτρα κατά των εκπροσώπων επιχειρήσεων, έστω και αν οι τελευταίες έχουν τεθεί στην ειδική εκκαθάρισης του άρθρου 46α’ του Ν.1892/1990.

Η ως άνω άποψη δεν προσκρούει ούτε στις διατάξεις του , περί αναστολής της ποινικής δίωξης ή της εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν σε β’ βαθμό, των πάσης φύσεως διοικητικών και αστικών κυρώσεων, καθώς και της έναρξης ή συνέχισης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας των Προέδρων και λοιπών μελών διοικήσεως των ΑΣ, ΕΑΣ, ΚΑΣΟ, ΚΕΣΕ και ΣΕ που, μεταξύ άλλων, έχουν τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης ή πρόκειται να τεθούν με οποιονδήποτε τρόπο και μέχρι την ολοκλήρωση των εκκαθαρίσεων και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2013.

Και τούτο, διότι οι δεσμεύσεις του    δεν αποτελούν διοικητικές, αλλά ούτε αστικές κυρώσεις, ενώ ασφαλώς δεν αποτελούν ούτε ποινικές κυρώσεις ή μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.

Επίσης, σύμφωνα πάλι με τα όσα εκτίθενται στην παρούσα γνωμοδότηση, οι ενώσεις συνεταιρισμών εκτός από το γεγονός ότι αποτελούν, κατά νόμον, ίδια νομικά πρόσωπα, διακεκριμένα των συνεταιρισμών που τις απαρτίζουν, αποτελούν και αυτοτελή φορολογικά υποκείμενα, μνημονευόμενα ιδιαιτέρως ως τοιαύτα στο Παρά ταύτα, στο   δεν μνημονεύεται ρητώς η ποινική ευθύνη των Προέδρων, των γραμματέων, των ταμιών και των διαχειριστών των ενώσεων συνεταιρισμών.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αναμφισβήτητη παραδοχή ότι δεν επιτρέπεται η διασταλτική ερμηνεία ή η αναλογική εφαρμογή ειρημένων διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, ως προς τα υποκείμενα στις δεσμεύσεις του άρθρου 14 του Ν.2523/1997 πρόσωπα, καθιστά αδύνατη την εφαρμογή των εν λόγω δεσμεύσεων στα προαναφερόμενα πρόσωπα των ενώσεων αγροτικών συνεταιρισμών, εκτός αν αποδειχθεί ότι, εν τοις πράγμασι, είχαν ασκήσει διαχειριστικά καθήκοντα σε αγροτικό συνεταιρισμό.

Κατ’ επέκταση του ως άνω συμπεράσματος, με την παρούσα γνωμοδότηση κρίθηκε ότι η ύπαρξη ατομικής αστικής συνευθύνης προς καταβολή των προς το Δημόσιο χρεών, όσων φυσικών προσώπων άσκησαν διοίκηση ή διαχείριση στα υπόχρεα νομικά πρόσωπα, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση, δεν αρκεί και από μόνη της για τη νόμιμη επιβολή των εν λόγω μέτρων του άρθρου 14 του Ν.2523/1997, αν δεν υφίσταται και η ρητή αναφορά τους στις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 20 του ως άνω νόμου, κατά τη σχετική πρόβλεψη του άρθρου 14.

Ενόψει των ανωτέρω, το Β’ Τμήμα του Ν.Σ.Κ. έκανε δεκτό ότι είναι, εν γένει, επιτρεπτή η λήψη και διατήρηση των διασφαλιστικών μέτρων του άρθρου 14 του Ν.2523/1997 εις βάρος προσώπου, που κατείχε κάποια από τις ιδιότητες του άρθου 20, παρ.1 έως 4 σε νομικό πρόσωπο που αναφέρεται ρητά στις εν λόγω διατάξεις, ανεξάρτητα αν το τελευταίο τελεί σε διαδικασία εκκαθάρισης, κατά το άρθρο 46α του Ν. 1892/1990.

Επίσης, με την συγκεκριμένη γνωμοδότηση έγινε δεκτό ότι ο πρόεδρος, οι διαχειριστές ως και κάθε άλλο πρόσωπο που άσκησε διοίκηση και διαχείριση σε Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (Ε.Α.Σ.) δεν υπόκεινται στα μέτρα του άρθρου 14 του Ν.2523/1997.

Την παραπάνω γνωμοδότηση σας αποστέλλουμε για ενημέρωσή σας και παρακαλούμε για την εφαρμογή της στις σχετικές περιπτώσεις.

 

Σχετική νομοθεσία :

Κοινοποίηση της αριθ. 195/2013 : Αν είναι δυνατή η άρση των διασφαλιστικών μέτρων του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 που έχουν ληφθεί εις βάρος του προέδρου Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, μετά την άρση των ίδιων μέτρων που είχαν επιβληθεί στην εν λόγω Ένωση, λόγω υπαγωγής της στη διαδικασία εκκαθάρισης του άρθρου 46α' του ν. 1892/1990. 2. Αν επιβλήθηκαν νόμιμα τα παραπάνω μέτρα εις βάρος του αναφερθέντος προέδρου της ως άνω Ένωσης ως εκ της ιδιότητάς του και μόνο στο συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο, δεδομένης και της εκχώρησης, με το από 4.8.1999 πρακτικό του Δ.Σ., της διοίκησης και διαχείρισης του νομικού προσώπου σε άλλο όργανο, ήτοι στο Συμβούλιο Γενικής Διεύθυνσης (Σ.Γ.Δ.) και 3. Αν συντρέχει λόγος εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 και εις βάρος των μελών του Συμβουλίου Γενικής Διεύθυνσης, ενόψει της υπ' αριθ. 254/2012 γνωμοδότησης του ΝΣΚ, κατά την οποία, για την καταβολή χρεών της Ένωσης (παρακρατούμενοι φόροι), θεμελιώνεται προσωπική και εις ολόκληρον ευθύνη των μελών του εν λόγω οργάνου (Σ.Γ.Δ.), λόγω της εκχώρησης σε αυτό της διοίκησης και διαχείρισης της Ένωσης

Ν.1892/1990 :Εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη και άλλες διατάξεις

Ν.4138/2013 : Επείγουσες ρυθμίσεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και άλλες διατάξεις

Ν.4138/2013.,άρθ.8. : Το άρθρο 19α του ν.4015/2011, όπως αυτό προστέθηκε με την περίπτωση β' της παρ. 1 του άρθρου 168 του ν. 4099/2012 (Α' 250), τροποποιείται ως ακολούθως:

α) Ο τίτλος του άρθρου 19α συμπληρώνεται και τροποποιείται ως εξής:
«Άρθρο 19α Ευθύνη εκκαθαριστών Ευθύνη νομικών προσώπων και Διοικήσεων».

β) Στην αρχή της υπάρχουσας παραγράφου του άρθρου 19α τίθεται ο αριθμός 1 και στο τέλος αυτής, προστίθεται παράγραφος 2, ως εξής:
«2. Από τη λήψη της απόφασης της γενικής συνέλευσης των ΑΣ, ΕΑΣ, ΚΑΣΟ, ΚΕΣΕ και ΣΕ για συγχώνευση ή μετατροπή και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής ή από την υποβολή του σχεδίου εξυγίανσης της υποπερίπτωσης εε' της περίπτωσης γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 19, στην πιστώτρια τράπεζα με το μεγαλύτερο ύψος απαιτήσεων και μέχρι την αποδοχή του ή μη από τους πιστωτές της παραπάνω υποπερίπτωσης, ως και σε όσους ΑΣ και σε όσες ΕΑΣ, ΚΑΣΟ, ΚΕΣΕ, ΣΕ έχουν ήδη τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης ή πρόκειται να τεθούν σε καθεστώς εκκαθάρισης με οποιονδήποτε τρόπο και μέχρι την ολοκλήρωση των εκκαθαρίσεων και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2013, αναστέλλονται η ποινική δίωξη ή η εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν σε β' βαθμό, οι πάσης φύσεως διοικητικές και αστικές κυρώσεις, καθώς και η έναρξη ή συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας των Προέδρων και λοιπών μελών της διοίκησής τους ή εντεταλμένων υπαλλήλων τους, όπως είναι ιδίως οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι γενικοί διευθυντές, οι διευθυντές, οι γραμματείς και οι ταμίες, για ληξιπρόθεσμες οφειλές των ανωτέρω νομικών προσώπων προς το Δημόσιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης. Για ανάλογες οφειλές που πρόκειται να δημιουργηθούν από τη δημοσίευση της παρούσας διάταξης ή πρόκειται να προκύψουν από μελλοντικούς διαχειριστικούς ελέγχους, επιτρέπεται μεν η λήψη πάσης φύσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά των ως άνω φυσικών προσώπων για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των ασφαλιστικών οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης, όχι όμως η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η διάταξη καταλαμβάνει όλα τα ως άνω φυσικά πρόσωπα, τα οποία υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης όσο και εκείνα, η θητεία των οποίων έχει λήξει καθ' οιονδήποτε τρόπο μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης.
Η ανωτέρω προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2013 μπορεί να παραταθεί για ένα χρόνο με κοινή απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ο χρόνος της ανωτέρω αναστολής δεν συνυπολογίζεται στο χρόνο κάθε είδους αστικής ή ποινικής παραγραφής τυχόν αδικημάτων, παραβάσεων και απαιτήσεων του Δημοσίου.

Η αναστολή εκτέλεσης ισχύει και για κατασχέσεις απαιτήσεων των ως άνω φυσικών προσώπων, που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων.»

Ν. 2523/1997 : Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις

Ν. 2523/1997.,άρθ.14. :  Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής

Άρθ.14.παρ.1 : Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Οι δεσμεύσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων.

Επίσης δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται από δημόσια έγγραφα ότι ο φορολογούμενος έχει κατά του Δημοσίου βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση ποσού ίσου ή μεγαλύτερου του ποσού των φόρων, τελών και εισφορών που δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν έχει εκχωρηθεί. Για την απόδειξη της μη εκχώρησης της απαίτησης υποβάλλεται από τον φορολογούμενο και σχετική υπεύθυνη δήλωση. Αν ο φορολογούμενος έχει απαίτηση μικρότερη από το ποσό αυτό, το ποσό της δέσμευσης των καταθέσεων περιορίζεται κατά το ποσό της οφειλής του Δημοσίου προς τον φορολογούμενο. Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων ενημερώνονται άμεσα οι υπηρεσίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' έως δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του ν. 2362/1995, ώστε να μην καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό σε αυτόν ή να μην γίνει δεκτή τυχόν εκχώρηση της απαίτησης από αυτόν σε τρίτο πρόσωπο.

Οι κυρώσεις της παραγράφου αυτής επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ. Κατ' εξαίρεση οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων στην περίπτωση που η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη. Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους φορολογούμενους στους οποίους έχουν επιβληθεί τα πρόστιμα των τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4.

άρθ.14.παρ.2. : Οι κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και σε όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20 του Ν. 2523/1997 από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών, ανεξάρτητα εάν μεταγενέστερα και μέχρι την ενεργοποίηση των μέτρων απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία. Στις περιπτώσεις λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και για τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20  κατά την τέλεση της παράβασης.

Άρθ.14.παρ.3. : Η αρµόδια για την έκδοση των οικείων καταλογιστικών πράξεων των φόρων, τελών και εισφορών ή των αποφάσεων επιβολής προστίµου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων φορολογική αρχή, υποχρεούται να ενηµερώσει άµεσα µε οποιονδήποτε τρόπο όλες τις ?ηµόσιες Οικονοµικές Υπηρεσίες, το Ταµείο Παρακαταθηκών και δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος προκειµένου να ενηµερωθούν εκ µέρους της τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύµατα Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεως τους υποχρεούνται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση ενημερώνοντας την αρμόδια για την επιχείρηση Δ.Ο.Υ.

Άρθ.14.παρ.4. :  Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησης του, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.Για την εκδίκαση της προσφυγής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 9 του προηγούμενου άρθρου, όπως ισχύουν.
Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

Άρθ.14.παρ.5. : Στις περιπτώσεις που επιτυγχάνεται διοικητική επίλυση ή δικαστικός συμβιβασμός ή κατ' άλλο τρόπο διοικητική περαίωση της φορολογικής διαφοράς και αφορά το συνολικό ποσό των οικείων φόρων, τελών και εισφορών, μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, αίρεται περιοριστικά και μόνον η δέσμευση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1. Η άρση της δέσμευσης του προηγούμενου εδαφίου παύει να ισχύει σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής δύο (2) συνεχόμενων εκ των προβλεπόμενων δόσεων του ως άνω οφειλόμενου ποσού. Για την εφαρμογή της διάταξης του πρώτου εδαφίου ο υπόχρεος φορολογούμενος υποβάλλει σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ο οποίος υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες να εκδώσει τις οικείες καταλογιστικές πράξεις. Η άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων αυτών δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί οι οικείες καταλογιστικές πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο αίρονται αυτοδικαίως.

Άρθ.14.παρ.6. : Τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολο τους εφόσον ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλει ποσό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) του συνόλου των οφειλόμενων οικείων ποσών φόρων, τελών και εισφορών μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Σε κάθε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

Άρθ.14.παρ.7. : Τα ποσά και τα ποσοστά που ορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 6 μπορούν να αυξομειώνονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους.

Ν. 2523/1997.,άρθ.20..: Αυτουργοί και συνεργοί

Άρθ.20.παρ.1. : Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται:

  • Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.
  • Στις εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών και στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος.
  • Στους συνεταιρισμούς, οι πρόεδροι ή οι γραμματείς ή οι ταμίες ή οι διαχειριστές αυτών.

Άρθ.20.παρ.2 : .Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι εκπρόσωποι τους και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, εφαρμόζονται ανάλογα και οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3.

Άρθ.20.παρ.3. :Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και στους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι ή πράκτορες, που έχουν στην Ελλάδα.

Άρθ.20.παρ.4.:  Επίσης, αυτουργοί θεωρούνται και:

  • όσοι δυνάμει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας και
  • ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλότριων κατά τις διατάξεις του Α.Κ..

Άρθ.20.παρ.5.: .Ως άμεσοι συνεργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται ο προϊστάμενος του λογιστηρίου κάθε μορφής ή τύπου επιχείρησης ή όποιος συμπράττει με οποιονδήποτε τρόπο γενικά στη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος, ως τοιούτου νοουμένου και του υπογράφοντος τη δήλωση ως πληρεξούσιος.

Άρθ.20.παρ.6.:Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητα τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος.

Ν.2238/1994.,άρθ.101.:  Υποκείμενο του φόρου

Ν.2238/1994.,άρθ.101.,παρ.1γ'.: Οι συνεταιρισμοί και οι ενώσεις τους που έχουν συσταθεί νόμιμα,υπόκεινται στον φόρο

(Σ.Σ. 1. Αν είναι δυνατή η άρση των διασφαλιστικών μέτρων του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 που έχουν ληφθεί εις βάρος του προέδρου Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, μετά την άρση των ίδιων μέτρων που είχαν επιβληθεί στην εν λόγω Ένωση, λόγω υπαγωγής της στη διαδικασία εκκαθάρισης του άρθρου 46α' του Ν. 1892/1990.

2. Αν επιβλήθηκαν νόμιμα τα παραπάνω μέτρα εις βάρος του αναφερθέντος προέδρου της ως άνω Ένωσης ως εκ της ιδιότητάς του και μόνο στο συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο, δεδομένης και της εκχώρησης, με το από 4.8.1999 πρακτικό του Δ.Σ., της διοίκησης και διαχείρισης του νομικού προσώπου σε άλλο όργανο, ήτοι στο Συμβούλιο Γενικής Διεύθυνσης (Σ.Γ.Δ.) και

3. Αν συντρέχει λόγος εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 και εις βάρος των μελών του Συμβουλίου Γενικής Διεύθυνσης, ενόψει της υπ' αριθ. 254/2012 γνωμοδότησης του ΝΣΚ, κατά την οποία, για την καταβολή χρεών της Ένωσης (παρακρατούμενοι φόροι), θεμελιώνεται προσωπική και εις ολόκληρον ευθύνη των μελών του εν λόγω οργάνου (Σ.Γ.Δ.), λόγω της εκχώρησης σε αυτό της διοίκησης και διαχείρισης της Ένωσης )

(Σ.Σ. Ο οποίος αναφέρεται στον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις όπως στην μερική απασχόληση - Διευθέτηση του χρόνου εργασίας.. ) ,
(Σ.Σ. Το άρθρο 19α του Ν.4015/2011, όπως αυτό προστέθηκε με την περίπτωση β' της παρ. 1 του άρθρου 168 του ν. 4099/2012 (Α' 250), τροποποιείται ως ακολούθως:
α) Ο τίτλος του άρθρου 19α συμπληρώνεται και τροποποιείται ως εξής:
«Άρθρο 19α Ευθύνη εκκαθαριστών Ευθύνη νομικών προσώπων και Διοικήσεων».

β) Στην αρχή της υπάρχουσας παραγράφου του άρθρου 19α τίθεται ο αριθμός 1 και στο τέλος αυτής, προστίθεται παράγραφος 2, ως εξής:
«2. Από τη λήψη της απόφασης της γενικής συνέλευσης των ΑΣ, ΕΑΣ, ΚΑΣΟ, ΚΕΣΕ και ΣΕ για συγχώνευση ή μετατροπή και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής ή από την υποβολή του σχεδίου εξυγίανσης της υποπερίπτωσης εε' της περίπτωσης γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 19, στην πιστώτρια τράπεζα με το μεγαλύτερο ύψος απαιτήσεων και μέχρι την αποδοχή του ή μη από τους πιστωτές της παραπάνω υποπερίπτωσης, ως και σε όσους ΑΣ και σε όσες ΕΑΣ, ΚΑΣΟ, ΚΕΣΕ, ΣΕ έχουν ήδη τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης ή πρόκειται να τεθούν σε καθεστώς εκκαθάρισης με οποιονδήποτε τρόπο και μέχρι την ολοκλήρωση των εκκαθαρίσεων και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2013, αναστέλλονται η ποινική δίωξη ή η εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν σε β' βαθμό, οι πάσης φύσεως διοικητικές και αστικές κυρώσεις, καθώς και η έναρξη ή συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας των Προέδρων και λοιπών μελών της διοίκησής τους ή εντεταλμένων υπαλλήλων τους, όπως είναι ιδίως οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι γενικοί διευθυντές, οι διευθυντές, οι γραμματείς και οι ταμίες, για ληξιπρόθεσμες οφειλές των ανωτέρω νομικών προσώπων προς το Δημόσιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης. Για ανάλογες οφειλές που πρόκειται να δημιουργηθούν από τη δημοσίευση της παρούσας διάταξης ή πρόκειται να προκύψουν από μελλοντικούς διαχειριστικούς ελέγχους, επιτρέπεται μεν η λήψη πάσης φύσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά των ως άνω φυσικών προσώπων για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των ασφαλιστικών οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης, όχι όμως η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η διάταξη καταλαμβάνει όλα τα ως άνω φυσικά πρόσωπα, τα οποία υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης όσο και εκείνα, η θητεία των οποίων έχει λήξει καθ' οιονδήποτε τρόπο μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης.
Η ανωτέρω προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2013 μπορεί να παραταθεί για ένα χρόνο με κοινή απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ο χρόνος της ανωτέρω αναστολής δεν συνυπολογίζεται στο χρόνο κάθε είδους αστικής ή ποινικής παραγραφής τυχόν αδικημάτων, παραβάσεων και απαιτήσεων του Δημοσίου.

Η αναστολή εκτέλεσης ισχύει και για κατασχέσεις απαιτήσεων των ως άνω φυσικών προσώπων, που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων.»)

(Σ.Σ. Περί της Διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής )

Άρθ.14.παρ.1 : Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Οι δεσμεύσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων.

Επίσης δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται από δημόσια έγγραφα ότι ο φορολογούμενος έχει κατά του Δημοσίου βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση ποσού ίσου ή μεγαλύτερου του ποσού των φόρων, τελών και εισφορών που δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν έχει εκχωρηθεί. Για την απόδειξη της μη εκχώρησης της απαίτησης υποβάλλεται από τον φορολογούμενο και σχετική υπεύθυνη δήλωση. Αν ο φορολογούμενος έχει απαίτηση μικρότερη από το ποσό αυτό, το ποσό της δέσμευσης των καταθέσεων περιορίζεται κατά το ποσό της οφειλής του Δημοσίου προς τον φορολογούμενο. Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων ενημερώνονται άμεσα οι υπηρεσίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' έως δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Ν 2362/1995, ώστε να μην καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό σε αυτόν ή να μην γίνει δεκτή τυχόν εκχώρηση της απαίτησης από αυτόν σε τρίτο πρόσωπο.

Οι κυρώσεις της παραγράφου αυτής επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ. Κατ' εξαίρεση οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων στην περίπτωση που η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη. Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους φορολογούμενους στους οποίους έχουν επιβληθεί τα πρόστιμα των τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4. άρθ.14.παρ.2. : Οι κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και σε όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20 του Ν. 2523/1997 από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών, ανεξάρτητα εάν μεταγενέστερα και μέχρι την ενεργοποίηση των μέτρων απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία. Στις περιπτώσεις λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και για τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20 κατά την τέλεση της παράβασης.

Άρθ.14.παρ.3. : Η αρµόδια για την έκδοση των οικείων καταλογιστικών πράξεων των φόρων, τελών και εισφορών ή των αποφάσεων επιβολής προστίµου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων φορολογική αρχή, υποχρεούται να ενηµερώσει άµεσα µε οποιονδήποτε τρόπο όλες τις ?ηµόσιες Οικονοµικές Υπηρεσίες, το Ταµείο Παρακαταθηκών και δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος προκειµένου να ενηµερωθούν εκ µέρους της τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύµατα Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεως τους υποχρεούνται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση ενημερώνοντας την αρμόδια για την επιχείρηση Δ.Ο.Υ.

Άρθ.14.παρ.4. :  Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησης του, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.Για την εκδίκαση της προσφυγής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 9 του προηγούμενου άρθρου, όπως ισχύουν.

Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

Άρθ.14.παρ.5. : Στις περιπτώσεις που επιτυγχάνεται διοικητική επίλυση ή δικαστικός συμβιβασμός ή κατ' άλλο τρόπο διοικητική περαίωση της φορολογικής διαφοράς και αφορά το συνολικό ποσό των οικείων φόρων, τελών και εισφορών, μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, αίρεται περιοριστικά και μόνον η δέσμευση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1. Η άρση της δέσμευσης του προηγούμενου εδαφίου παύει να ισχύει σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής δύο (2) συνεχόμενων εκ των προβλεπόμενων δόσεων του ως άνω οφειλόμενου ποσού. Για την εφαρμογή της διάταξης του πρώτου εδαφίου ο υπόχρεος φορολογούμενος υποβάλλει σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ο οποίος υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες να εκδώσει τις οικείες καταλογιστικές πράξεις. Η άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων αυτών δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί οι οικείες καταλογιστικές πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο αίρονται αυτοδικαίως.

Άρθ.14.παρ.6. : Τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολο τους εφόσον ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλει ποσό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) του συνόλου των οφειλόμενων οικείων ποσών φόρων, τελών και εισφορών μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Σε κάθε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

Άρθ.14.παρ.7. : Τα ποσά και τα ποσοστά που ορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 6 μπορούν να αυξομειώνονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους.

 (Σ.Σ. Οι συνεταιρισμοί και οι ενώσεις τους που έχουν συσταθεί νόμιμα,υπόκεινται στον φόρο)  </span>

(Σ.Σ. Περί Αυτουργών και συνεργών )

Άρθ.20.παρ.1. : Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται:

  • Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.
  • Στις εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών και στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος.
  • Στους συνεταιρισμούς, οι πρόεδροι ή οι γραμματείς ή οι ταμίες ή οι διαχειριστές αυτών.

Άρθ.20.παρ.2 : .Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι εκπρόσωποι τους και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, εφαρμόζονται ανάλογα και οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3.

Άρθ.20.παρ.3. :Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και στους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι ή πράκτορες, που έχουν στην Ελλάδα.

Άρθ.20.παρ.4.:  Επίσης, αυτουργοί θεωρούνται και:

  • όσοι δυνάμει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας και
  • ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλότριων κατά τις διατάξεις του Α.Κ..

Άρθ.20.παρ.5.: Ως άμεσοι συνεργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται ο προϊστάμενος του λογιστηρίου κάθε μορφής ή τύπου επιχείρησης ή όποιος συμπράττει με οποιονδήποτε τρόπο γενικά στη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος, ως τοιούτου νοουμένου και του υπογράφοντος τη δήλωση ως πληρεξούσιος.

Άρθ.20.παρ.6.:Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητα τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος.