Το παρόν αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο της ASTbooks “Πρακτικό Βοήθημα ΕΠΕ & ΙΚΕ”.

 

3.1.8 Κεφαλαιοποίηση αφορολογήτων αποθεματικών ειδικών νόμων

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 54 του ν.2238/1994, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με την παρ.1 του άρθρου 18 του ν. 3697/2008, στα κέρδη που διανέμουν οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες με τη μορφή, αμοιβών και ποσοστών των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των διευθυντών, αμοιβών εργατοϋπαλληλικού προσωπικού, εκτός μισθού, καθώς και μερισμάτων ή προμερισμάτων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ημεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, ανεξάρτητα αν η καταβολή τους γίνεται σε μετρητά ή μετοχές, ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 10%. Οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή για διανεμόμενα κέρδη που εγκρίνονται από γενικές συνελεύσεις από την 01.01.2009 και μετά.

2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 106 του ν.2238 /1994 ορίζεται, ότι τα αφορολόγητα αποθεματικά, καθώς και τα αποθεματικά που προέρχονται από εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί κατ' ειδικό τρόπο των ανώνυμων εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης ή συνεταιρισμών, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους, διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα οποτεδήποτε, φορολογούνται κατά το χρόνο της διανομής ή κεφαλαιοποίησης με βάση τις διατάξεις του ιδίου νόμου στο  όνομα του νομικού προσώπου, μετά την αναγωγή αυτών σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος φόρου.

Τα ως άνω διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά φορολογούνται αυτοτελώς, μη συναθροιζομένων των ποσών αυτών με το προκύπτον αποτέλεσμα του ισολογισμού, κατά το χρόνο που γίνεται η διανομή ή κεφαλαιοποίηση.

Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή σε αφορολόγητα αποθεματικά, για την κεφαλαιοποίηση των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν.1473 /1984 και του άρθρου 101 του ν.1892/1990.

Πέραν του φόρου εισοδήματος που οφείλεται με βάση τα πιο πάνω, στο καθαρό ποσό μερισμάτων που λαμβάνουν οι μέτοχοι ενεργείται και παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 54 του παρόντος.

Το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 18 του ν.3697 /2008 και έχει εφαρμογή για διανεμόμενα κέρδη που εγκρίνονται από γενικές συνελεύσεις από την 1η Ιανουαρίου 2009 και μετά.

3. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 101 του ν.1892/1990 ορίζεται, ότι ανώνυμες εταιρείες, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν, ολικώς ή μερικώς, τα αφορολόγητα αποθεματικά διαφόρων αναπτυξιακών νόμων, με εξαίρεση τα αποθεματικά του άρθρου 18 του α.ν. 942/1949 και το αποθεματικό της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του α.ν.148/1967 (παρ.1).

Τα αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται φορολογούνται με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), χωρίς καμιά άλλη επιβάρυνση (παρ.2).

Με την καταβολή του φόρου που οφείλεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου (παρ.2), εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος της εταιρείας και των μετόχων της για τα αποθεματικά που κεφαλαιοποιήθηκαν (παρ.3).

4. Με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν.1473/1984 ορίζεται, ότι οι ανώνυμες εταιρείες, των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν ολικά ή μερικά, τα αφορολόγητα αποθεματικά διαφόρων αναπτυξιακών νόμων, με εξαίρεση το αποθεματικό του άρθρου 18 του Α.Ν.942/1949 (ΦΕΚ 96 ΑΆ) και το αποθεματικό της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του Α.Ν.148/1967 και με την προϋπόθεση ότι κατά τη διαχειριστική χρήση στην οποία συντελείται η κεφαλαιοποίηση θα αυξηθεί το μετοχικό κεφάλαιο κατά το ίδιο ποσό σε μετρητά από τους παλαιούς ή νέους  μετόχους (παρ.1).

Τα αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται φορολογούνται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), χωρίς καμιά άλλη επιβάρυνση (παρ.2).

Με την καταβολή του φόρου που οφείλεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου (παρ.2), εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος της εταιρείας, των μετόχων της για τα αποθεματικά που κεφαλαιοποιήθηκαν (παρ.3).

5. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2579/1998 επιβλήθηκε αυτοτελής φορολογία εισοδήματος με συντελεστή 17,5% στο 40% επί των αποθεματικών που είχαν σχηματισθεί λόγω απαλλαγής, σύμφωνα με τις διατάξεις  του άρθρου 38 του ν.2238/1994, από το φόρο εισοδήματος της υπεραξίας που είχε προκύψει από αγοραπωλησία χρεογράφων και εμφανίζοντο στον τελευταίο ισολογισμό που έκλεισαν πριν από την 1.1.1997 τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 101 και της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2238/1994. Με τη καταβολή του φόρου αυτού για τα φορολογηθέντα αποθεματικά, εξαντλήθηκε κάθε φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπου και των μετόχων ή εταίρων αυτών. Τα φορολογηθέντα αποθεματικά, μετά την αφαίρεση του φόρου που καταβάλλεται, εμφανίζονται σε ειδικούς λογαριασμούς στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης και δύνανται οποτεδήποτε να διανεμηθούν ή να κεφαλαιοποιηθούν ή να εξαχθούν στο εξωτερικό, προ-κειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις, χωρίς περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση (παρ.1).

Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όλα εν γένει τα σχηματισθέντα αποθεματικά από τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 101 του ν.2238 /1994, που προέρχονται από κέρδη που δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο πρόκυψής τους, λόγω απαλλαγής αυτών κατ' εφαρμογή διατάξεων νόμων ή εγκυκλίων διαταγών και τα οποία δεν έχουν διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί μέχρι το χρόνο δημοσίευσης του ανωτέρου νόμου (παρ.2).

6. Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν.3513/2006 επιβλήθηκε αυτοτελής φορολογία εισοδήματος στα πιο κάτω αποθεματικά που είχαν σχηματίσει ημεδαπές τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες, καθώς και τα εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών και τα οποία εμφανίζοντο στον τελευταίο ισολογισμό που έκλεισαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2006 και δεν είχαν διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί:

  • α) στα αποθεματικά, τα οποία είχαν προέλθει από κέρδη που δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο που προέκυψαν, λόγω απαλλαγής αυτών κατ` εφαρμογή διατάξεων νόμων εγκυκλίων διαταγών,
  • β) στα αποθεματικά που προήλθαν από εισοδήματα φορολογηθέντα κατ' ειδι-κό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης και για τα οποία ο παρακρατηθείς φόρος έχει εκπέσει εξολοκλήρου από τον αναλογούντα φόρο με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, και
  • γ) στα αποθεματικά που προήλθαν από εισοδήματα φορολογηθέντα κατ' ει-δικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης και  για τα οποία ο παρακρατηθείς φόρος δεν έχει εκπέσει εξολοκλήρου από τον αναλογούντα φόρο με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (παρ.1).

Ο συντελεστής φορολογίας των αποθεματικών, τα οποία αναφέρονται στις περιπτώσεις α` και β` της παραγράφου 1 οριζόταν σε δεκαπέντε τοις εκατό (15%) και των αποθεματικών που αναφέρονται στην περίπτωση γ` της ίδιας παραγράφου, σε δέκα τοις εκατό (10%) (παρ.2).

Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλήθηκε κατά ρητή διατύπωση του νόμου κάθε φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπου, καθώς και των μετόχων του. Το ποσό των αποθεματικών που φορολογήθηκε με αυτόν τον τρόπο, μετά την αφαίρεση του φόρου που καταβάλλεται, εμφανίζεται σε ειδικούς λογαριασμούς στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης και δύναται, μετά την καταβολή του συνολικά οφειλόμενου φόρου, να διανεμηθεί ή να κεφαλαιοποιηθεί ή να εξαχθεί στο εξωτερικό, όταν πρόκειται για αλλοδαπές επιχειρήσεις, χωρίς καμία άλλη φορολογική επιβάρυνση (παρ.3).

7. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 26 του ν.2065/1992 ορίζεται, ότι με την καταβολή του φόρου στο ποσό της προκύπτουσας από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων υπεραξίας, εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος της επιχείρησης, των εταίρων, των μετόχων και των μελών του συνεταιρισμού.

Ειδικά, για την ανώνυμη εταιρία και εταιρία περιορισμένης ευθύνης η εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης παρέχεται με την προϋπόθεση ότι, η εταιρία δεν θα διαλυθεί ή το κεφάλαιο τους δεν θα μειωθεί με σκοπό διανομής στους μετόχους ή εταίρους του ποσού της προκύψασας υπεραξίας των ακινήτων, πριν από την πάροδο πέντε (5) ετών από το χρόνο της αναπροσαρμογής της αξίας των ακινήτων.

8. Εξάλλου, με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν.1828/1989 ορίζεται, ότι το συνολικό ποσό του αφορολόγητου αποθεματικού που χρησιμοποιήθηκε  σε παραγωγικές επενδύσεις στο διάστημα των τριών (3) ετών από το χρόνο σχηματισμού του αφορολόγητου αποθεματικού μεταφέρεται σε αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης και απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος.
9. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ.6 του άρθρου 2 του ν.3220/2004 ορίζεται, ότι το συνολικό ποσό του αφορολόγητου αποθεματικού που χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση επενδύσεων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του νόμου αυτού μεταφέρεται, μετά την παρέλευση τριετίας από το χρόνο σχηματισμού του αποθεματικού, σε αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης και απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος.

10. Όπως διευκρινίσθηκε με την αριθ.1108608/11459/Β0012/18-12-2008 δια-ταγή μας, τα ποσά των ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών επενδύσεων του ν.3220/2004 που εξαιρέθηκαν της ανάκτησης του άρθρου 47 του ν.3614/ 2007, θα πρέπει να κεφαλαιοποιηθούν υποχρεωτικά, σύμφωνα με τα οριζόμενα  στην παρ.6 του άρθρου 2 του ν.3220/2004, χωρίς να υπαχθούν σε αυτοτελή φορολογία με συντελεστή 10%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 54 του ν.2238/1994.

Επίσης, με την αριθ. 1004540/10052/Β0012/3-2-2009 διαταγή μας, διευκρινίσθηκε, ότι κατά την διανομή αφορολόγητου αποθεματικού, που είχε σχηματισθεί με βάση τις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου ν.1892/1990, αυτό φορολογείται, προστιθέμενο στα κέρδη της επιχείρησης με τη δήλωση του οικείου οικονομικού έτους και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε., καθόσον οι διατάξεις του πιο πάνω νόμου  ως ειδικότερες κατισχύουν των διατάξεων του Κ.Φ.Ε.

11. Από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω προκύπτει, ότι οι ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες δεν έχουν ενσωματωθεί στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, είναι ειδικότερες  και επομένως κατισχύουν των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε.

Κατά συνέπεια, δεν έχουν εφαρμογή οι  διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε., σχετικά με την παρακράτηση φόρου 10%, κατά την κεφαλαιοποίηση:

  • α) αφορολόγητων αποθεματικών αναπτυξιακών νόμων, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 101 του ν.1892/1990 και του άρθρου 13 του ν.1473/1984,
  • β) του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού του άρθρου 22 του ν. 1828/1989 και του άρθρου 2 του ν.3220/2004,
  • γ) της προκύπτουσας υπεραξίας λόγω αναπροσαρμογής των ακινήτων με βάση τις διατάξεις του ν. 2065/1992 και
  • δ) των φορολογηθέντων αποθεματικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2579 /1998 και του ν.3513/2006, λόγω της ειδικής φορολογικής αντιμετώπισης των εν λόγω αποθεματικών από τις διατάξεις με βάση τις οποίες σχηματίζονται. (ΠΟΛ.1061/6-5-2009)

 

3.1.9 Φορολογία του μέρος του εταιρικού κεφαλαίου Ε.Π.Ε. που επιστρέφεται στους εταίρους και αφορά σε κεφαλαιοποιηθέντα αφορολόγητα αποθεματικά που είχαν σχηματισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.2065/1992

1. Με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 106 του Ν.2238/1994 ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι αφορολόγητα αποθεματικά ανώνυμων εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης ή συνεταιρισμών, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους, διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα οποτεδήποτε, φορολογούνται κατά το χρόνο της διανομής ή κεφαλαιοποίησης με βάση τις διατάξεις του παρόντος στο όνομα του νομικού προσώπου, μετά την αναγωγή αυτών σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος φόρου.

Τα ως άνω διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά φορολογούνται αυτοτελώς, μη συναθροιζομένων των ποσών αυτών με το προκύπτον αποτέ-λεσμα του ισολογισμού, κατά το χρόνο που γίνεται η διανομή ή κεφαλαιοποίηση.

Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή:

  • α) ...
  • β) σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης αφορολόγητων αποθεματικών που έχουν σχηματίσει μέχρι του χρόνου έναρξης ισχύος του Ν.2065/1992 οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, με εξαίρεση τα σχηματισθέντα βάσει αναπτυξιακών νόμων αποθεματικά.

2. Όπως διευκρινίστηκε με την υπ’ αριθ. 1112918/10736/Δ0012/ΠΟΛ.1248/ 12.11.1992 ερμηνευτική εγκύκλιο του Ν.2065/1992, η προβλεπόμενη από την περ. β’ της προηγούμενης παραγράφου απαλλαγή χορηγήθηκε στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης καθόσον με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ.3323/1955, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους με τον Ν.2065/1992, οι εταίροι της Ε.Π.Ε. δεν είχαν καμία φορολογική υποχρέωση σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης αφορολογήτων αποθεματικών αυτής (πλην αυτών που σχηματίζονται με βάση τους αναπτυξιακούς νόμους), σε αντίθεση με τα κεφαλαιοποιούμενα ή διανεμόμενα αφορολόγητα αποθεματικά ανωνύμων εταιριών, που εθεωρούντο ως μέρισμα των μετόχων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 26 του Ν.Δ.3323/1955.

3. Από τη σχετική αίτησή σας προκύπτει, ότι εταιρία περιορισμένης ευθύνης λόγω της συμμετοχής της σε ανώνυμη εταιρία, πήρε δωρεάν μετοχές της τελευταίας από την κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας, που προέκυψε από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων της Α.Ε. βάσει των διατάξεων του Α.Ν.148/1967, του Ν.542/1977, του Ν.1249/1982 και της υπ’ αριθ. Ε.2665/ 1988 αποφάσεώς του. Περαιτέρω, προέβη στην κεφαλαιοποίηση των αφορολόγητων αποθεματικών που είχε σχηματίσει από τη δωρεάν λήψη των πιο πάνω μετοχών, χωρίς την καταβολή φόρου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 106 του ΚΦΕ, δεδομένου ότι τα υπόψη αποθεματικά είχαν σχηματισθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των διατάξεων του Ν.2065/1992.

Η εν λόγω Ε.Π.Ε. προτίθεται να προβεί σε μείωση του εταιρικού της κεφαλαίου και διανομή στους εταίρους ποσών, μέρος των οποίων θα προέρχεται από τα κεφαλαιοποιηθέντα ως άνω αποθεματικά.

4. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι τα υπόψη αποθεματικά θα μπορούσαν να διανεμηθούν αυτούσια στους εταίρους χωρίς την καταβολή φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 4 του άρθρου 106 του Ν.2238/1994, όπως συνέβη και κατά την κεφαλαιοποίηση τους. Επομένως, η εκ των υστέρων μείωση του κεφαλαίου, κατά το ποσό των πιο πάνω κεφαλαιοποιηθέντων αποθεματικών γίνεται χωρίς την καταβολή φόρου. Όμως, για την εφαρμογή των ανωτέρω, η σχετική απόφαση της Γ.Σ. για τη μείωση του κεφαλαίου, θα πρέπει να αναφέρει ρητά από ποια ποσά θα γίνει η μείωση.

Τέλος, σας πληροφορούμε ότι η κεφαλαιοποίηση των διαλαμβανομένων αποθεματικών δεν μπορούσε να γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1473/ 1984 ή του Ν.1892/1990, αλλά μόνο με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 106 του ΚΦΕ, καθόσον οι διατάξεις του Ν.1473/1984 και του Ν.1892/1990 αφορούσαν στην κεφαλαιοποίηση αφορολόγητων αποθεματικών που έχουν σχηματισθεί με αναπτυξιακούς νόμους λόγω πραγματοποίησης επενδύσεων και ειδικά, οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 101 του Ν.1892/1990 αφορούν μόνο στις ανώνυμες εταιρίες. (1039472/10499/Β0012/24.5.2007)

 

3.1.10 Συμψηφισμός φόρου εισοδήματος που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή

(...) 3. Εξάλλου, με τις διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 109 του ν.2238/1994 ορίζεται, ότι από το συνολικό ποσό του φόρου που αναλογεί στο φορολογούμενο εισόδημα και του συμπληρωματικού φόρου εκ-πίπτει ο φόρος που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για το εισόδημα που προέκυψε σε αυτήν και υπόκειται σε φορολογία. Το ποσό του φόρου που εκπίπτει σύμφωνα με την περίπτωση αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το ποσό του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα αυτό στην Ελλάδα.

4. Το εισόδημα το οποίο αποκτά ελληνική επιχείρηση από πωλήσεις στο εξωτερικό (εξαγωγές) κτάται στην Ελλάδα και όχι στην αλλοδαπή και φορολογεί-ται με τις γενικές διατάξεις. Αντίθετα, σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών στην αλλοδαπή το εισόδημα προκύπτει σε αυτή (τόπος παροχής υπηρεσιών) και περαιτέρω, αν με την εσωτερική νομοθεσία της συγκεκριμένης χώρας ή τη διμερή σύμβαση περί αποφυγής της διπλής φορολογίας (αν υπάρχει) η ελληνική επιχείρηση αποκτά μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα αυτή, φορολογείται καταρχήν στην αλλοδαπή και στη συνέχεια το κέρδος από τη δραστηριότητα αυ-τή φορολογείται στην Ελλάδα, συμψηφιζομένου του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 109 του ν.2238/1994. Αν όμως από τη νομοθεσία του αλλοδαπού κράτους δεν υπάρχει υποχρέωση για υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από την ελληνική επιχείρηση, τότε η τελευταία θα φέρει στα έσοδά της το ποσό της αμοιβής που απέκτησε από την παροχή υπηρεσιών στην αλλοδαπή (και όχι το καθαρό κέρδος από μόνιμη εγκατάσταση) και περαιτέρω από τον αναλογούντα φόρο θα εκπέσει το ποσό φόρου που ενδεχόμενα παρακρατήθηκε επί της αμοιβής στην αλλοδαπή, σύμφωνα πάλι με τα οριζόμενα στην περίπτωση γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 109 του ν.2238 /1994.

(...)
6. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι σε περίπτωση που η εταιρεία σας αποκτά:

  • α) εισόδημα από πωλήσεις εμπορευμάτων ή προϊόντων στην αλλοδαπή, δεν εκπίπτει ο φόρος που παρακρατήθηκε στην αλλοδαπή από τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του νομικού προσώπου. Ο φόρος αυτός θα πρέπει να αναζητηθεί από την αλλοδαπή φορολογική αρχή, καθόσον το εισόδημα για το οποίο έχει παρακρατηθεί φόρος έχει προκύψει στην Ελλάδα, όπου και φορολογείται αποκλειστικά,
  • β) εισόδημα από παροχή υπηρεσιών (από πηγή εκτός Ελλάδος), από τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος εκπίπτει το ποσό του φόρου που έχει καταβληθεί στην αλλοδαπή, όπως συμβαίνει και με το φόρο εισοδήματος που έχει παρακρατηθεί στην Ελλάδα επί των αμοιβών λόγω παροχής υπηρεσιών (άρθρο 55 παρ.1 περ. στ'). Όμως, το εκπιπτόμενο ποσό φόρου δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό εκείνο που προκύπτει από την εφαρμογή του ημεδαπού φορολογικού συντελεστή επί των ακαθαρίστων εσόδων της αλλοδαπής. Σε περίπτωση που προκύπτει πιστωτική διαφορά, αυτή δεν επιστρέφεται, καθόσον η απόδοση του φόρου αυτού έγινε στην αλλοδαπή και όχι στο Ελληνικό Δημόσιο και δεν νοείται η επιστροφή φόρου που δεν καταβλήθηκε σε αυτό. (1087693/11216π.ε./Β0012/23.5.2007)

 

3.1.11 Συμπληρωματικός φόρος ακινήτων

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 109 του Ν.2238/1994, προβλέπονται τα εξής:

“Επιπλέον του οριζόμενου στις προηγούμενες παραγράφους φόρου, επιβάλλεται και συμπληρωματικός φόρος στο εισόδημα από ακίνητα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα. Ο φόρος αυτός υπολογίζεται με συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) στο συνολικό ακαθάριστο εισόδημα που προέρχεται από ακίνητα, μη δυνάμενος να υπερβεί το ποσό του φόρου εισοδήματος των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου 109 του Ν.2238/1994 (σ.σ. 26% επί του συνολικού φορολητέου εισοδήματος). Ο φόρος της παραγράφου αυτής δεν επιβάλλεται στα εισοδήματα από ακίνητα των νομικών προσώπων, τα οποία απαλλάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 του παρόντος, του φό-ρου εισοδήματος για τα εισοδήματα αυτά.”

Από 01/01/2014 και μετά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4172/2013, δεν προβλέπεται τέτοιος φόρος.

 

3.1.12  Προκαταβολή φόρου ΕΠΕ

Α)Μέχρι 31/12/2013. Σύμφωνα με το άρθρο 111 του Ν.2238/1994, προβλέπονται τα εξής: 1. Με βάση την οριστική δήλωση της ΕΠΕ ή τον οριστικό τιτλο, ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας βεβαιώνει ποσό ίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματα της διαχειριστικής περιόδου ή του ημερολογιακού έτους, κατά περίπτωση, που έληξε.

Το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) για τα νέα νομικά πρόσωπα κατά τα τρία (3) πρώτα οικονομικά έτη από τη δήλωση έναρξης εργασιών τους, που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του Ν.2859/2000. Η μείωση αυτή δεν εφαρμόζεται για τα νομικά πρόσωπα που προέρχονται από μετατροπή ή συγχώνευση άλλων επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου.

Η βεβαίωση αυτή γίνεται έναντι του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα της διανυόμενης διαχειριστικής περιόδου ή του ημερολογιακού έτους κατά περίπτωση. Όταν δεν υπάρχει δήλωση ή οριστικός τίτλος, ο καταβλητέος φόρος υπολογίζεται με βάση το φόρο που προκύπτει από στοιχεία του εγγύτερου οικονομικού έτους.

2. Τα προηγούμενα εφαρμόζονται και επί των προσωρινών δηλώσεων που υποβάλλουν τα νομικά πρόσωπα που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση.

3. Από το ποσό που βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού εκπίπτει ο φόρος που παρακρατείται από πηγή Ελλάδος, εφόσον συντρέχει περίπτωση, καθώς και ο φόρος που καταβάλλεται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 13 του Ν.2238/1994.

4. Αν μειωθεί το φορολογητέο εισόδημα, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 53 του Ν.2238/1994. Η εννεάμηνη προθεσμία για την υποβολή της αίτησης μείωσης του προκαταβλητέου ποσού φόρου αρχίζει από την ημέρα έναρξης της νέας διαχειριστικής περιόδου ή του ημερολογιακού έτους κατά περίπτωση.

5. Οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 52 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα που φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 101. Αν το προκαταβλητέο ποσό φόρου εισοδήματος που υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι μικρότερο της προκαταβολής φόρου που οφείλεται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, η διαφορά που προκύπτει βεβαιώνεται στο όνομα του νομικού προσώπου ως προκαταβολή φόρου.

6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή:

  • α) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμες εταιρείες που μετατρέπονται ή συγχωνεύονται, σε ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972,
  • β) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμες εταιρείες, καθώς και τα εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών, που μετασχηματίζονται σε άλλες εταιρείες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του ν. 2166/1993,
  • γ) για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες που συγχωνεύονται σε ανώνυμη εταιρεία ή διασπώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 80 και 81, κατά περίπτωση, του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α'),
  • δ) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που συγχωνεύονται σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με το άρθρο 54 του ν. 3190/1955 (ΦΕΚ 91 Α'),
  • ε) για τα πιστωτικά ιδρύματα που μετασχηματίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2515/ 1997 (ΦΕΚ 154 Α'),
  • στ) για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που συγχωνεύονται σε νέα ή υφιστάμενη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, καθώς και τις δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που μετατρέπονται σε ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις δια-τάξεις του άρθρου 21 του ν. 2810/2000 (ΦΕΚ 61 Α'),
  • ζ) για τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 που μετασχηματίζονται, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμου, σε άλλο νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στις διατάξεις της ίδιας παραγράφου,
  • η) για τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα κέρδη ανωνύμων εταιρειών, που απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, βάσει ειδικών διατάξεων νόμων, καθώς και επί των εισοδημάτων που ορίζονται από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 106 του παρόντος.

 

Β) Από 01/01/2014

Σύμφωνα με το άρθρο 71 του Ν.4172/2013, προβλέπονται τα εξής:

1. Με βάση την οριστική δήλωση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας ή τον οριστικό τίτλο, η Φορολογική Διοίκηση βεβαιώνει ποσό ίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματα του φορολογικού έτους που έληξε.

2. (... Παραλείπεται για λόγους οικονομίας χώρου)

3. Τα ποσοστά των προηγούμενων παραγράφων μειώνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) για τα νέα νομικά πρόσωπα κατά τα τρία (3) πρώτα οικονομικά έτη από τη δήλωση έναρξης εργασιών τους. Η μείωση αυτή δεν εφαρμόζεται για τα νομικά πρόσωπα που προέρχονται από μετατροπή ή συγχώνευση άλλων επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου.

4. Η βεβαίωση αυτή γίνεται έναντι του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει δήλωση ή οριστικός τίτλος, ο καταβλητέος φόρος υπολογίζεται με βάση το φόρο που προκύπτει από στοιχεία του εγγύτερου φορολογικού έτους.

5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των προσωρινών δηλώσεων που υποβάλλουν τα νομικά πρόσωπα ή οι νομικές οντότητες που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση.

6. Από το ποσό που βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού εκπίπτει ο φόρος που παρακρατείται από πηγή Ελλάδος, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

7. Αν μειωθεί το φορολογητέο εισόδημα, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 70 του Ν.4172/2013. Η εννεάμηνη προθεσμία για την υποβολή της αίτησης μείωσης του προκαταβλητέου ποσού φόρου αρχίζει από την ημέρα έναρξης του νέου φορολογικού έτους.

8. Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 69 του Ν.4172/2013 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες. Αν το προκαταβλητέο ποσό φόρου εισοδήματος που υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι μικρότερο της προκαταβολής φόρου που οφείλεται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, η διαφορά που προκύπτει βεβαιώνεται στο όνομα του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας ως προκαταβολή φόρου.

9. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή:

  • α) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμες εταιρείες που μετατρέπονται ή συγχωνεύονται, σε ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972,
  • β) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμες εταιρείες, καθώς και τα εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών, που μετασχηματίζονται σε άλλες εταιρείες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του ν. 2166/1993,
  • γ) για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες που συγχωνεύονται σε ανώνυμη εταιρεία ή διασπώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 80 και 81, κατά περίπτωση, του κ.ν. 2190/1920 (Α' 37),
  • δ) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που συγχωνεύονται σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με το άρθρο 54 του ν. 3190/1955 (Α' 91),
  • ε) για τα πιστωτικά ιδρύματα που μετασχηματίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2515/1997 (Α'154),
  • στ) για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που συγχωνεύονται σε νέα ή υφιστάμενη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, καθώς και τις δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που μετατρέπονται σε ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2810/2000 (Α' 61).
  • ζ) για τα νομικά πρόσωπα που μετασχηματίζονται, σύμφωνα με ειδικές δια-τάξεις νόμου, σε άλλο νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στις διατάξεις της ίδιας παραγράφου,
  • η) για τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα κέρδη ανωνύμων εταιρειών, που απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, βάσει ειδικών διατάξεων νόμων.”

 

Η ομάδα της ASTbooks