Αρειος Πάγος 295 - 2012

ΘΕΜΑ: Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι δεν καθορίζεται μ' αυτές το περιεχόμενο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ούτε επιβάλλεται στον καταγγέλλοντα εργοδότη η υποχρέωση να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν σ' αυτήν, ως στοιχείο του κύρους της.

Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση, να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672 ΑΚ, θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών.
Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.

Αν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συµφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρµόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου.

ΑΠ 295/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βάγια.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ................. που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ............................. (δυνάμει του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν. 3943/2011), η οποία είχε υποκαταστήσει την εκκαθαρισθείσα ανώνυμη εταιρεία (αρχική διάδικο)  και το διακριτικό τίτλο .................... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καρανικήτα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο τις ως άνω μεταβολές της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3092/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3907/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-1-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση, να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672 ΑΚ, θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών.
Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.
 

Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή, καθώς και εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συµφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρµόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου.
 

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευομένη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν. Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται μεν κατά την κρίση του αυτή σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αν παραλείψει, παρά τη διαπίστωση αυτή, να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ. Τέτοια παραβίαση μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, δηλαδή αν οι ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο, που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι με το άρθρο 2 του ν. 2598/1998, συνεστήθη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ "ΑΘΗΝΑ 2004", με σκοπό την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, στην Αθήνα, μετά την διεξαγωγή των οποίων λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση, με την 14/16-5-2005 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, στη θέση της δε υπεισήλθε η εκκαλούσα, ως διάδοχος της, σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 2 του Ν. 3606/2007. Στα πλαίσια της ασκήσεως των δραστηριοτήτων της και προς επίτευξη του σκοπού της η ως άνω εταιρεία προέβαινε στην πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού µε συµβάσεις αορίστου χρόνου µέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2833/2000 (30-6-2000), που επέβαλε τη σύναψη συµβάσεων αποκλειστικά ορισµένου χρόνου. Με την από 1-6-2000 έγγραφη σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ο εκκαλών προσλήφθηκε από την, ως άνω, ανώνυµη εταιρεία, προκειμένου να εργασθεί στα πλαίσια του σκοπού αυτής και συγκεκριμένα για την οργάνωση της τέλεσης των Ολυμπιακών και Παραολυµπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, απασχολήθηκε, δε, από 24-7-2000, µε την ειδικότητα του Διευθυντή Διαπίστευσης, αντί συμφωνημένων µηνιαίων αποδοχών 1.950.000 δρχ., ή 27.300.000 δρχ. ετησίως (όρος 3 της σύµβασης). Σύµφωνα µε τον όρο 7 της εν λόγω σύµβασης, σε περίπτωση καταγγελίας της σύµβασης από τον εργοδότη, για λόγο µη οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του µισθωτού και εφόσον ο τελευταίος έχει συμπληρώσει στην υπηρεσία του εργοδότη τουλάχιστον 6 µήνες, θα δικαιούται αποζημίωσης ίσης προς τις αποδοχές ενός έτους, ενώ σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου "... (ενδεικτικώς, υπαίτια αθέτηση από το μισθωτό των συμβατικών του υποχρεώσεων), το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως δεν δύναται να είναι ανώτερο του εκάστοτε νοµίµου για άτακτη καταγγελία συµβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ...". Ο εκκαλών προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στην εφεσίβλητη, απασχοληθείς µε την ως άνω ειδικότητα του από 24-7-2000, συνεχώς, µέχρι και το τέλος των Ολυμπιακών και Παραολυµπιακών αγώνων (30-9-2004), στη συνέχεια, δε, απασχολήθηκε µε τη σύνταξη έκθεσης πεπραγμένων της Διεύθυνσής του προς τη Δ.Ο.Ε. µέχρι τις 31-12-2004, οπότε έληξε η εργασιακή του σύµβαση, µετά από τακτική καταγγελία της, εκ µέρους της εφεσίβλητης. Ειδικότερα η τελευταία, µε την από 29-9-2004 έγγραφη καταγγελία της, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τού εκκαλούντος, προκειμένου να ισχύσει µετά τρίµηνο, δηλαδή την 31-12-2004. Κατά την ημερομηνία αυτή ο εκκαλών αποχώρησε από την εταιρεία και εισέπραξε, επιφυλασσόμενος των δικαιωµάτων του, αποζημίωση απολύσεως σύµφωνα µε το νόµιµο ύψος αποζημίωσης από άτακτη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ποσού 14.560 €. Η καταγγελία αυτή από την εφεσίβλητη έγινε ενόψει της λήξης των Ολυμπιακών και Παραολυµπιακών Αγώνων (30-9-2004), των οποίων η διενέργεια αποτελούσε τον αποκλειστικό σκοπό για τον οποίο είχε συσταθεί αυτή και εξαιτίας του γεγονότος, ότι εξέλιπε πλήρως και ολοσχερώς το αντικείμενο εργασίας του εκκαλούντος, που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το σκοπό της εταιρίας. Ο λόγος αυτός αποτελεί, κατά την έννοια του ως άνω όρου 7 εδ. β' της σύμβασης εργασίας, σπουδαίο λόγο, δεδομένου ότι, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και τις ιδιαίτερες περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αξιωθεί η συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, ως επαχθής για την εφεσίβλητη και συνεπώς η καταβληθείσα από την εφεσίβλητη αποζημίωση έπρεπε να καθορισθεί στο ύψος της νόμιμης για άτακτη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως όριζε ο συμβατικός αυτός όρος. Το γεγονός ότι ο σπουδαίος αυτός λόγος δεν αναγράφηκε στην έγγραφη καταγγελία, που επέδωσε η εφεσίβλητη στον εκκαλούντα, δεν προσβάλλει το κύρος αυτής, αφού, δεν ήταν απαραίτητη από το νόμο η γνωστοποίηση σ' αυτόν του σπουδαίου λόγου, που την προκάλεσε, αλλά ούτε και από τη σύμβαση επιβαλλόταν τέτοια αναγραφή. Επίσης, η μη αναγραφή του σπουδαίου λόγου λύσεως της ένδικης εργασιακής συμβάσεως στο πρακτικό της 315ης (222ης) συνεδρίασης στις 10-9-2004 του Δ.Σ. της εκκαλούσας, κατά την οποία αποφασίσθηκε να προειδοποιηθούν "... (τακτική καταγγελία) άμεσα οι παρακάτω εργαζόμενοι µε συµβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (µεταξύ των οποίων και ο εφεσίβλητος), ώστε να λυθούν οι συµβάσεις τους, µε το μικρότερο δυνατό οικονοµικό κόστος (αποζηµιώσεις) για την Εταιρεία...", δεν ανταποδεικνύει ότι η λήξη των Ολυµπιακών Αγώνων δεν συνιστούσε σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της ένδικης συµβάσεως εργασίας. Πάντως ο εκκαλών γνώριζε προφορικά από την εφεσίβλητη το λόγο της απόλυσής του, ο οποίος, άλλωστε, ήταν εκ των πραγμάτων αυτονόητος, αφού, κατά το χρόνο που καταγγέλθηκε η σύµβαση εργασίας του, είχαν λήξει οι Ολυµπιακοί και Παραολυµπιακοί Αγώνες και δεν είχε αντικείµενο εργασίας, πέραν της συντάξεως της προαναφερόμενης εκθέσεως πεπραγμένων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τους συναφείς λόγους εφέσεως και την τελευταία στο σύνολο της. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), καθ' όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, με πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες σαφώς δέχεται ότι 1) με το άρθρο 2 του ν. 2598/1998, συνεστήθη η αναιρεσίβλητη με σκοπό την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, δηλαδή ότι είχε περιορισμένη χρονική διάρκεια, 2) με την, από 1-6-2000, έγγραφη σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την ως άνω ανώνυµη εταιρεία, μόνο για την οργάνωση της τέλεσης των Ολυµπιακών και Παραολυµπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, και ότι η λύση της συμβάσεως του θα επερχόταν με την λήξη των αγώνων αυτών 3) ο αναιρεσείων γνώριζε προφορικά από την αναιρεσίβλητη το λόγο της απόλυσής του, ο οποίος, άλλωστε, ήταν εκ των πραγμάτων αυτονόητος, αφού, κατά το χρόνο που καταγγέλθηκε η σύµβαση εργασίας του, είχαν λήξει οι Ολυµπιακοί και Παραολυµπιακοί Αγώνες και δεν είχε αντικείµενο εργασίας, πέραν της συντάξεως της προαναφερόμενης εκθέσεως πεπραγμένων 4) σε περίπτωση καταγγελίας της σύµβασης από τον εργοδότη για λόγο, µη οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και εφόσον ο τελευταίος έχει συμπληρώσει στην υπηρεσία του εργοδότη τουλάχιστον 6 µήνες, θα δικαιούται αποζημίωσης ίσης προς τις αποδοχές ενός έτους, ενώ σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου " ... (ενδεικτικώς, υπαίτια αθέτηση από το μισθωτό των συµβατικών του υποχρεώσεων), το ύψος της καταβλητέας αποζηµιώσεως δεν δύναται να είναι ανώτερο του εκάστοτε νοµίµου για άτακτη καταγγελία συµβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ...", 5) δεν μπορούσε να αξιωθεί η συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, ως επαχθής για την αναιρεσίβλητη και συνεπώς η καταβληθείσα από την εφεσίβλητη αποζημίωση έπρεπε να καθορισθεί στο ύψος της νόμιμης για άτακτη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως όριζε ο συμβατικός αυτός όρος και 6) αν και ο παραπάνω λόγος της λήξης των αγώνων δεν αναγράφηκε στην έγγραφη καταγγελία, όμως, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η λήξη των αγώνων, (30-9-2004), θεμελιώνει τον σπουδαίο λόγο, που αναφέρεται στη σύμβαση και ο οποίος, κατά τις παραδοχές της, δικαιολογεί την μη καταβολή της αιτουμένης αποζημίωσης, ενόψει του ότι κρίσιμο θέμα για την επιδίκαση της ή μη, είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου. Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, σαφώς, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς το σημείο αυτό (δηλαδή την ύπαρξη σπουδαίου λόγου) κρίση του, αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών στην από 1-6-2000 σύμβαση εργασίας και ειδικότερα, ως προς την έννοια του σπουδαίου λόγου, και συνεπώς δεν ήταν αναγκαίο να εφαρμόσει, προς εύρεση της, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, ο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε έμμεσα, αλλά με σαφήνεια, την ύπαρξη κενού και ασάφειας, ως προς την έννοια του σπουδαίου λόγου που προαναφέρθηκε και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προς άρση του κενού και της ασάφειας, είναι αβάσιμος. Ύστερα από την εκτεθείσα κρίση του Εφετείου, για τη μη ύπαρξη κενού ή ασάφειας στο ανωτέρω έγγραφο, καθίσταται αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η εφετειακή απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, συνισταμένης α) στην έλλειψη κάποιας παραδοχής ως προς την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στο παραπάνω έγγραφο, ή αναφοράς πραγματικών περιστατικών, με τα οποία να εξειδικεύονται οι αόριστες νομικές έννοιες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ως προς την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλόμενων στο ίδιο έγγραφο και β) στην ύπαρξη αντιφάσεων. Δεδομένου δε ότι το Εφετείο, κρίναν ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στη παραπάνω σύμβαση, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, εκ του ότι, με βάση τα κριτήρια που επιτάσσονται από τις διατάξεις αυτές, για αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων, την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και τις εκτεθείσες παραδοχές του, έπρεπε να καταλήξει στην κρίση, ότι στην επίδικη σύμβαση δεν περιλαμβανόταν ως σπουδαίος λόγος η λήξη των αγώνων που προαναφέρθηκαν.

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι δεν καθορίζεται μ' αυτές το περιεχόμενο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ούτε επιβάλλεται στον καταγγέλλοντα εργοδότη η υποχρέωση να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν σ' αυτήν, ως στοιχείο του κύρους της.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης, ότι στο έγγραφο καταγγελίας της, μεταξύ των, σύμβασης εργασίας, το οποίο του επέδωσε η αναιρεσίβλητη, δεν αναφέρεται ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο έγινε η καταγγελία. Το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι "το γεγονός ότι ο σπουδαίος αυτός λόγος δεν αναγράφηκε στην έγγραφη καταγγελία που επέδωσε η εφεσίβλητη στον εκκαλούντα, δεν προσβάλλει το κύρος αυτής, αφού, δεν ήταν απαραίτητη από το νόμο η γνωστοποίηση σ' αυτόν του σπουδαίου λόγου που την προκάλεσε, αλλά ούτε και από τη σύμβαση επιβαλλόταν τέτοια αναγραφή". Κρίνοντας έτσι δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκείνη το άρθρου 288 ΑΚ. Επομένως ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, με την επίκληση ότι στο έγγραφο καταγγελίας της μεταξύ των σύμβασης εργασίας δεν αναφέρεται ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 19-1-2011, αίτηση του Ε. Τ., για αναίρεση της 3907/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ