ΑΠ 313 - 2011

ΘΕΜΑ: Μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης στα πλαίσια του Διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Μετακίνηση εργαζομένου σε άλλο υποκατάστημα. Ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.

ΑΠ 313/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία.............. και το διακριτικό τίτλο................προελθούσης εκ μετατροπής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ................ και στα ελληνικά .........................., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης:............................ η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .................................... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 712/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4852/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 7 εδ. α του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.
 

Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και δεν γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.
 

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.
 

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
 

Τούτο ιδίως επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
 

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ., προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:
 

α)Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, 
 

β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, 
 

γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. 
 

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί, αλλά για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβιώσεως αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, και η δυνατότητα μετακινήσεως νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχειρήσεως, διότι αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη.
 

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συντρέχουν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
 

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...................... και τον διακριτικό τίτλο ................, η οποία διατηρεί τουριστικό γραφείο με έδρα την Αθήνα και υποκατάστημα ευρισκόμενο εντός του αερολιμένος Αθηνών στα Σπάτα Αττικής, προσέλαβε την ενάγουσα, μόνιμο κάτοικο Καλυβίων Αττικής, την 11-7-2001 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου στο ως άνω υποκατάστημά της στον αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα Αττικής.
 

Η εναγομένη, βάσει σχετικής συμβάσεως με τη Διοίκηση του Αεροδρομίου Αθηνών, έχει αναλάβει την Υπηρεσία Φύλαξης Αποσκευών BAGGAGE STORAGE του Αεροδρομίου, αντικείμενο δε εργασίας της ενάγουσας ήταν η παραλαβή και ο έλεγχος των αποσκευών, η έκδοση δελτίων παραλαβής-αποδείξεων παράδοσης και η είσπραξη του αντιτίμου αυτών. Την 21-3-2006 η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Παλλήνης Αττικής με αίτημα την καταβολή του διαχειριστικού επιδόματος και την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της. Κατά τη συζήτηση της εργατικής αυτής διαφοράς ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Επιθεώρησης Εργασίας την 18-4- 2006 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης συμφώνησε στην εφαρμογή των όρων της σχετικής ΣΣΕ ως προς την καταβολή του διαχειριστικού επιδόματος, επιφυλάχτηκε όμως ως προς το έτερο αίτημα της ενάγουσας, ενόψει, όπως υποστήριξε, της αναμενόμενης απάντησης επί σχετικού ερωτήματος της εναγομένης προς το Υπουργείο Εργασίας. Ακολούθως, απεδείχθη ότι την 1-6-2006 η εναγομένη απομάκρυνε την ενάγουσα από το γραφείο φύλαξης των αποσκευών, όπου εργαζόταν έως τότε και την τοποθέτησε σε τμήμα εγκαταστάσεών της, το οποίο ήταν απομονωμένο σε σχέση με τις υπόλοιπες δραστηριότητες της εταιρείας, η ενάγουσα δε με την από 16-6-2006 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της διαμαρτυρήθηκε για την ως άνω υπηρεσιακή της μεταβολή.
 

Η εναγομένη με την από 21-6-2006 εξώδικη δήλωσή της κάλεσε την ενάγουσα να αναλάβει υπηρεσία στα κεντρικά γραφεία αυτής επί της οδού ............. στην περιοχή πλατείας Συντάγματος των Αθηνών, η ενάγουσα όμως με την από 23-6-2006 δεύτερη εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη απέκρουσε την άνω υπηρεσιακή της μετακίνηση και δήλωσε ότι θα συνεχίσει να προσφέρει προσηκόντως τις υπηρεσίες της στο τόπο που ορίζει η εργασιακή της σύμβαση, θέση άλλωστε στην οποία εργαζόταν έως τότε.
 

Η κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της ενάγουσας, κατά παράβαση των όρων της ατομικής της σύμβασης εργασίας, δεδομένου ότι ρητά κατά την πρόσληψή της είχε συμφωνηθεί με την εναγομένη ως τόπος εργασίας της ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών στα Σπάτα Αττικής (περιοχής ευρισκομένης πλησίον του ως άνω αερολιμένος), ότι επί 5 σχεδόν έτη προσέφερε τις υπηρεσίες της στην ως άνω θέση και ότι η μετάβασή της πλέον στη νέα της θέση και η επιστροφή στην οικία της θα απαιτούσε πολύ χρόνο ημερησίως και επί πλέον σημαντική οικονομική επιβάρυνση αυτής κρίνεται ότι συνιστά μονομερή εκ μέρους της εναγομένης βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως.
 

Η μεταβολή δε αυτή δεν δικαιολογείται από κάποιο υπηρεσιακό λόγο ή ιδιαίτερη ανάγκη της επιχείρησης της εναγομένης, αλλά έγινε εκ λόγων εκδικήσεως των αρμοδίων οργάνων αυτής προς το πρόσωπο της ενάγουσας, λόγω της προβολής κατά τα προαναφερθέντα των ως άνω αιτημάτων της. Και ισχυρίζεται η εναγομένη πρωτοδίκως, αλλά και με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, ότι αναγκάστηκε να προβεί στην κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της ενάγουσας λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της και της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων της.
 

Οι ισχυρισμοί δεν προέκυψαν σαφώς από κανένα αποδεικτικό μέσο. Κατόπιν αυτών, η άσκηση εν προκειμένω του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης έγινε κατά προφανή παράβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. και κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 288 Α.Κ, λόγω της συμπεριφοράς δε των αρμοδίων οργάνων της κατά τα άνω επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, αφού επήλθε σ` αυτήν ουσιώδης βλάβη κατ` αντικειμενική κρίση, απορριπτόμενων ως αβασίμων των σχετικών περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης της εναγομένης.
 

Μετά δε την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη ότι δεν δέχεται την άνω μεταβολή, η τελευταία περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 1-7-2006 έως 31-12-2006, συνυπολογιζομένου του επιδόματος αδείας και Χριστουγέννων 2006, το συνολικό ποσό των 7.152,52 ευρώ.
 

Με τις σκέψεις αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων που εφάρμοσε, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει στην απόφαση του και ειδικότερη αιτιολογία για τη συμπεριφορά της ενάγουσας, την ασυνέπεια της στην παροχή της εργασίας της, τη βλάβη της από τη μετακίνηση της, την για πρώτη φορά άρνηση της να αποδεχθεί την αλλαγή του τόπου παροχής της εργασίας της, διότι από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι, με αυτές αιτιολογούνται και τα ζητήματα αυτά, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η πλημμέλεια, η αναφερομένη στην "για πρώτη φορά άρνηση της να αποδεχθεί την αλλαγή του τόπου παροχής της εργασίας της", αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν αναφέρεται και στην αλλαγή αυτή. Εξάλλου, μεταξύ των παραδοχών της απόφασης που αναφέρονται στην καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και τη μείωση της προσωπικότητας της ενάγουσας, δεν υπάρχει αντίφαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
 

Συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον από το αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη, διότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του, τα προταθέντα, ότι "Η ενάγουσα το πρώτο τον μήνα Μάρτιο του 2006 έθεσε θέμα προϋπηρεσίας της και είπαμε ότι εφόσον το δικαιούται θα το λάβει. Η ενάγουσα, όμως, παρ` ότι μέχρι τότε η συνεργασία μας ήταν απολύτως αρμονική και δεν είχε κανένα παράπονο από εμάς, προφανώς επειδή δεν την ενδιέφερε να παραμείνει πλέον στην επιχείρηση, απαιτούσε να της καταβάλουμε αναδρομικά υπέρογκα ποσά ενώ δεν τα δικαιούταν. Στην άρνησή μας να αποδεχθούμε την παράλογη και παράνομη απαίτησή της, μας πίεζε συνεχώς απειλώντας μας ότι "θα τα πάρει οπωσδήποτε γιατί ο νόμος είναι με το μέρος του εργαζομένου".
 

Επειδή και πάλι δεν ενδώσαμε στις πιέσεις και απειλές της διότι πιστεύαμε ότι δεν ήταν νόμιμη η αξίωσή της, η ενάγουσα στις 21-3- 2006, προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Κατά τη συζήτηση της διαφοράς ενώπιον της άνω Αρχής στις 18-4-2006, η ενάγουσα εν γνώσει της κατέθεσε ψευδώς ότι δήθεν κατά την πρόσληψή της κατέθεσε αίτηση μαζί με τα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας στον τότε προϊστάμενο προσωπικού της εταιρείας Γ. ενώ ουδέποτε συνέβη τούτο. Κατά την άνω ημερομηνία ο εκπρόσωπός μας δήλωσε ότι "επιθυμεί να εφαρμοσθεί ότι ισχύει νόμιμα" και ότι θα σας καταβάλουμε το επίδομα αυτό εφόσον προσκομίσετε τα πιστοποιητικά σας. Η αντίδικος, επειδή μετά την καταγγελία της δεν ενδώσαμε στην παράνομη απαίτησή της, άρχισε εσκεμμένα να δημιουργεί διάφορα προβλήματα στο χώρο της εργασίας της, προφανώς για να μας εξαναγκάσει να της καταβάλουμε ποσά που δεν οφείλαμε ή να την απολύσουμε για να λάβει τη σχετική αποζημίωση, προσερχόταν στην εργασία της όχι κατά την έναρξη του ωραρίου της αλλά όποια ώρα ήθελε χωρίς καμία δικαιολογία.
 

Επεδείκνυε ανάρμοστη συμπεριφορά προς τον προϊστάμενο-εκπρόσωπό μας αρνούμενη να υπακούσει στις υπηρεσιακές οδηγίες του, κατηγορούσε σε έντονους τόνους την εταιρεία μας ως αναξιόπιστη και τους εκπροσώπους της ως σκληρή και ανάλγητη εργοδοσία και μάλιστα ενώπιον τρίτων, πελατών συνεργατών και εργαζομένων, παρά το γεγονός ότι συνεργαζόμαστε επί 5 έτη αρμονικά σχεδόν χωρίς ποτέ να της δημιουργήσουμε πρόβλημα, εκθέτοντας έτσι την εταιρεία μας στο υπόλοιπο προσωπικό και στους τρίτους, πελάτες, Διοίκηση του Αεροδρομίου με την οποία έχουμε εκτός της σύμβασης για την λειτουργία του υποκαταστήματος του τουριστικού γραφείου μας και σύμβαση φύλαξης αποσκευών και πρέπει να είμαστε απολύτως τυπικοί, συνεπείς και αξιόπιστοι προς την αντισυμβαλλόμενη μας και τις συμβατικές υποχρεώσεις μας.
 

Επειδή η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τα τέλη Μαΐου 2006 προς τον σκοπό ν` αποφευχθεί η περαιτέρω διατάραξη της λειτουργίας της επιχείρησης μας εξ αιτίας της συμπεριφοράς της αυτής, καλέσαμε την αντίδικο να προσφέρει την εργασία της με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, στο σε απόσταση λίγων μέτρων υποκατάστημα του τουριστικού γραφείου μας στον ίδιο δηλαδή χώρο. Πλην όμως η αντίδικος και στο γραφείο αυτό συνέχισε με τον ίδιο ακριβώς αντισυμβατικό και καταχρηστικό τρόπο να οξύνει το εργασιακό περιβάλλον, με άμεσο κίνδυνο να μη μπορούν πλέον να συνεχιστούν ομαλά οι εργασίες μας και να εκτεθούμε ανεπανόρθωτα στη Διοίκηση του Αεροδρομίου. Για τον λόγο αυτόν και προς υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων και συμφερόντων της επιχείρησης, με την από 21-6-2006 εξώδικη δήλωσή μας, καλέσαμε την αντίδικο όπως από την επομένη της επιδόσεως της εξώδικής μας να αναλάβει υπηρεσία με την ίδια ειδικότητα και μισθολογικές αποδοχές στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας μου στην Αθήνα και στην οδό ........... ώρα 9 πμ. καλώντας την και πάλι να είναι συνεπής με τις εργασιακές υποχρεώσεις της και ακολούθως ότι από όλα τα παραπάνω ευχερώς συνάγεται ότι η αντίδικος όλως καταχρηστικώς αρνείται να προσφέρει την εργασία της στο κεντρικό γραφείο μου στο Σύνταγμα και η καταχρηστική αυτή συμπεριφορά της επιτείνεται από το γεγονός ότι επιδιώκει και με νέα από 24/4/2008 αγωγή της να της καταβάλω μισθούς υπερημερίας για επόμενο χρονικό διάστημα ήτοι για διάστημα 2 περίπου ετών, με την τεράστια ζημία που αυτό συνεπάγεται για εμένα, χωρίς να εργάζεται.
 

Ενώ μπορούσε χωρίς κανένα πρόβλημα να προσφέρει η αντίδικος την εργασία της όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα στο κεντρικό γραφείο στο Σύνταγμα, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που θεωρεί ότι έχει απέναντί μου και όχι να εφαρμόζει την καταχρηστική αυτή τακτική και συμπεριφορά να εισπράττει μισθούς χωρίς να προσφέρει καμιά εργασία". Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, αφού, ενόψει του ότι η αγωγή στηρίζεται στην καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, έναντι του οποίου προβάλλεται κατάχρηση του δικαιώματος της ενάγουσας, τα πράγματα που προτάθηκαν συνιστούν, αρνητικό της αγωγής και όχι αυτοτελή ισχυρισμό.
 

Οι διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι παραβιάσεις αυτών δημιουργούν λόγους αναιρέσεως, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ 1 και 19 του ΚΠολΔ. Εξάλλου με το άρθρο 3 παρ.5 της από 7/5/2001 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα Γραφεία Ταξειδίων και Τουρισμού όλης της Χώρας", όπως επαναλαμβάνεται ομοιόμορφα σε όλες τις επόμενες, ορίζονται τα εξής: "Διαχειριστικό επίδομα. Στους ταμίες χορηγείται διαχειριστικό επίδομα 5%".
 

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής προϋπόθεση για την χορήγηση του επιδόματος αυτού είναι η απασχόληση του μισθωτού κατά κύριο λόγο ως ταμία στην επιχείρηση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εν συνεχεία των πιο πάνω παραδοχών, δέχεται και τα ακόλουθα:
 

Η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ διαχειριστικό επίδομα ύψους 5% επί του βασικού της μισθού. Βάσει δε της από 7-5-2001 ΣΣΕ "δια τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα Γραφεία Ταξιδιών και Τουρισμού όλης της χώρας", της από 18-6-2003 όμοιας ΣΣΕ και της από 7-10-2004 όμοιας ΣΣΕ δικαιούται αυτή τα ακόλουθα ποσά: 1)Από 11-7-2001 έως 31-12-2001 το ποσό των 142,75 ευρώ (1 76.891 Χ5% = 8.844,6 δρχ. Χ 5,5 μήνες = 48.645 δρχ. ή 142,75 ευρώ), 2) Από 1-1-2002 έως 31-12-2002 το ποσό των 364 ευρώ (519Χ5%=26 ευρώ Χ14 μήνες= 364), 3) Από 1-1-2003 έως 31-12-2003 το ποσό των 378 ευρώ (540,92 Χ 5% = 27 ευρώ Χ14 μήνες=378 ευρώ), 4)Από 1-1-2004 έως 31-12- 2004 το ποσό των 419,86 ευρώ (599,80Χ55=29,99 ευρώ Χ14 μήνες= 419,86 ευρώ), 5) Από 1-1- 2005 έως 31-12-2005 το ποσό των 419,86 ευρώ (599,80Χ5%= 29, 99Χ14 μήνες=419,86), 6) Από 1-1-2006 έως 30-6-2006 το ποσό των 180 ευρώ (599,80Χ5%=29,99 ευρώΧ6 μήνες=180 ευρώ). Δικαιούται δηλαδή αυτή συνολικά το ποσό των 2.324,33 ευρώ. Έλαβε όμως για την αιτία αυτή από την εναγομένη, όπως συνομολογείται ρητά, το ποσό των 1.928,48 ευρώ και συνεπώς δικαιούται τη διαφορά ποσού 395,85 ευρώ (2.324,33-1.928,48), το οποίο και της επιδίκασε.
 

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την παραπάνω διάταξη της ΕΚΣΣΕ, διέλαβε δε στην απόφαση του, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την ορθή εφαρμογή της, καθόσον με την παραδοχή της απόφασης "αντικείμενο δε εργασίας της ενάγουσας ήταν η παραλαβή και ο έλεγχος των αποσκευών, η έκδοση δελτίων παραλαβής-αποδείξεων παράδοσης και η είσπραξη του αντιτίμου αυτών", σαφώς, δέχεται, ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε κατά κύριο λόγο την εργασία του ταμία, κρίση στην οποία κατέληξε και από την ομολογία της αναιρεσείουσας, ότι κατέβαλε μέρος του ποσού για την αιτία αυτή.
 

Επομένως, είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, τρίτος, λόγος της αναιρέσεως. 

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 16-3-2010, αίτηση αναιρέσεως της 4852/2009 αποφάσεως, του Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.