Ι.Κ.Α. αριθμ. πρωτ.: Ε33/482 - 13/06/2012

ΘΕΜΑ: Επίδοση καταλογιστικών πράξεων & διαχείριση παραγραφόμενων εισφορών.

(Σχετ. το με αριθμ. πρωτ. Γ99/1/217/17-9-08 έγγραφο)

 

Με το παρόν έγγραφο υπενθυμίζεται η αναγκαιότητα πιστής τήρησης των περιεχομένων στο ανωτέρω σχετικό έγγραφο και παρέχονται οι παρακάτω οδηγίες:

 

Κατά τη διάρκεια κάθε έτους, απαιτείται να ελέγχονται οι εργοδότες/οφειλέτες, οι οποίοι πιθανόν δεν έχουν ελεγχθεί από το αντίστοιχο έτος της δεκαετίας που λήγει και να καταλογίζονται, εφόσον υπάρχουν, κατά προτεραιότητα, οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με τις οριζόμενες στο ανωτέρω σχετικό έγγραφο προθεσμίες.

 

Επισημαίνεται ότι, μία από τις βασικότερες αιτίες άσκησης ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης των οφειλών είναι η μη κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων στον υπόχρεο οφειλέτη του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

 

Οι εκδοθείσες Καταλογιστικές Πράξεις, πρέπει να επιδίδονται άμεσα από τους αρμόδιους υπαλλήλους στους υπόχρεους για την καταβολή των οφειλομένων, κατά τις ισχύουσες διατάξεις (άρθρ. 27- Κ.Α. Ι.Κ.Α.) και να καταχωρείται στο σύστημα, στο αντίστοιχο πεδίο «Διαχείριση Επίδοσης Παραστατικών» η ημερομηνία επίδοσης αυτών, προκειμένου να ακολουθήσει η διαδικασία βεβαίωσης των οφειλών, στα Ταμεία Εσόδων/Ταμειακές Υπηρεσίες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρ. 2 του Ν.Δ. 356/1974-Κ.Ε.Δ.Ε.

 

Συγκεκριμένα, όπως έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 2281,2282/2000, Ολομ.) κατ’ ερμηνεία των διατάξεων του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. (απόφαση Υπουργού Εργασίας 55575/1479/18-11-1965, Β' 816), σε συνδυασμό με το άρθρο 73 παρ. 1, 2, 3 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύει και σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, εφόσον κατά των καταλογιστικών πράξεων δύναται να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του οικείου διοικητικού πρωτοδικείου, μετά την εξάντληση της κατά νόμο διοικητικής διαδικασίας, δηλαδή μετά την άσκηση ενστάσεως ενώπιον της αρμοδίας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής, δεν άρχεται η προθεσμία για την άσκηση της εν λόγω ενστάσεως, ούτε επιτρέπεται η έκδοση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής, μη υφισταμένου, συνεπώς, σταδίου έναρξης αναγκαστικής εκτέλεσης, στην περίπτωση που δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί στον υπόχρεο οφειλέτη του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. η πράξη επιβολής εισφορών, με την οποία, μάλιστα, πρέπει να γίνεται ενημέρωση για την δυνατότητα άσκησης της προαναφερθείσας ενδικοφανούς προσφυγής και για τις συνέπειες από την τυχόν παράλειψη ασκήσεώς της.

 

Η καταλογιστική Πράξη επέχει θέση ατομικής διοικητικής πράξεως από την οποία παράγονται έννομες συνέπειες. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο, να είναι αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στον υπόχρεο εργοδότη νομοτύπως.

 

Σημειώνεται ότι, η επίδοση αυτή καθ’ εαυτή δεν αποτελεί στοιχείο της πράξεως αλλά μέσο γνωστοποίησης. Συνεπώς, η μη νομότυπος κατά τα ανωτέρω επίδοση δεν επιφέρει ακύρωση, δηλαδή εξαφάνιση της πράξεως και διαγραφή του καταλογιζόμενου ποσού, απλώς καθιστά την επίδοση άκυρη ως προς την έναρξη των προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων μέσων.

 

Η παραγραφή κάθε είδους χρηματικών απαιτήσεων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., καθώς και των Οργανισμών, Ταμείων και Λογαριασμών των οποίων οι εισφορές συνεισπράττονται από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που προέρχονται από ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και αναλογούντα οίκοθεν πρόσθετα τέλη, προσαυξήσεις, αυτοτελή πρόσθετα τέλη, παραγράφονται μετά δεκαετία, η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία.

 

Η βεβαίωση στενής εννοίας (ταμειακή βεβαίωση) επακολουθεί της βεβαίωσης ευρείας εννοίας (γέννηση νόμιμου εκτελεστού τίτλου) και είναι το στάδιο κατά το οποίο η απαίτηση που ενσωματώνεται στο νόμιμο τίτλο, εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται πλέον από τις ταμειακές υπηρεσίες του Ιδρύματος.

 

Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για είσπραξη των πάσης φύσεως απαιτήσεών του, παραγράφεται μετά από δεκαετία από τη λήξη εκείνου του οικονομικού έτους, εντός του οποίου η καταλογισθείσα απαίτηση βεβαιώθηκε με την στενή έννοια στην αρμόδια Ταμειακή Υπηρεσία.

 

Συνεπώς, μετά τη Ταμειακή Βεβαίωση με την οποία η απαίτηση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εμφανίζεται πλέον ως ληξιπρόθεσμη οφειλή απαιτητή (βεβαία & οριστική), η είσπραξή της μπορεί να επιδιωχθεί υπό την προϋπόθεση ότι, δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα του Ι.Κ.Α. να αναζητήσει την απαίτησή του (διακοπή παραγραφής των οφειλών).

 

Μετά τα παραπάνω, επισημαίνεται ότι, η παραγραφή διακόπτεται ή αναστέλλεται εφαρμοζομένων των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα ή άλλων νόμων, με τους τρόπους που περιγράφονται στο με αριθμ. πρωτ. Γ99/1/217/17-9-08 έγγραφό μας, εντός των οριζομένων προθεσμιών και όπως αυτές αναφέρονται μόνο για οφειλές βεβαιωμένες, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται και δεν ισχύει διακοπή / αναστολή παραγραφής, για οφειλές που δεν έχουν βεβαιωθεί ταμειακά.

 

 

 

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ 

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ & ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

 

Η ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΓΔΟΝΤΑΚΗ ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ