Άρθρο 38

1. Για τη διακίνηση υποκειμένων εμπορευμάτων, με αναστολή είσπραξης των αναλογουσών επ' αυτών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων μεταξύ δύο Τελωνείων, που βρίσκονται εντός του ελληνικού τελωνειακού εδάφους, κατατίθεται διασάφηση (δήλωση) διαμετακόμισης υπό τους όρους, που προβλέπονται για την εφαρμογή του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης.

2. Για την κατά τα ανωτέρω διακίνηση υποκειμένων εμπορευμάτων κατατίθεται εγγύηση.
Ο κύριος υπόχρεος και ο εγγυητής ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο για οποιαδήποτε απώλεια του εμπορεύματος ή διαφορά που προκύπτει στον τόπο της παραλαβής αυτού.
Οι Τελωνειακές Αρχές είναι δυνατόν να εγκρίνουν τη μη σύσταση εγγύησης, υπό τους όρους και προϋποθέσεις, που προβλέπονται για την εφαρμογή του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης.

3. Η Τελωνειακή Αρχή επιτρέπει τη διακίνηση των εμπορευμάτων μετά από την εξέταση και επαλήθευσή τους. Στη συνέχεια τα εμπορεύματα σφραγίζονται και παραδίδονται με τα συνοδευτικά έγγραφα και παραστατικά προς μεταφορά στο Τελωνείο Προορισμού.
Η Τελωνειακή Αρχή δύναται να επιτρέψει τη διακίνηση των εμπορευμάτων χωρίς σφράγιση, όταν το είδος αυτών και τυχόν άλλα μέτρα που έχουν ληφθεί εξασφαλίζουν τη διαπίστωση της ταυτότητάς τους.

4. Οι διατάξεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και κατά τις διατυπώσεις της διακίνησης εμπορευμάτων για τα οποία αναγράφεται σε δηλωτικό πλοίου ότι προορίζονται να μεταφερθούν σε άλλο προορισμό, που πραγματοποιούνται από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα του πλοίου, ο οποίος και έχει κατ' αναλογία τις ευθύνες και υποχρεώσεις του κύριου υπόχρεου.
Σε περίπτωση που δηλώνεται από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα προορισμός διαφορετικός από αυτόν που αναγράφεται στο δηλωτικό του πλοίου, κατατίθεται σχετική αίτηση από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα, η οποία εγκρίνεται και θεωρείται από το Τελωνείο και προσαρτάται επί της φορτωτικής που επισυνάπτεται στη διασάφηση διαμετακόμισης, αντίγραφο δε αυτής προσαρτάται στο δηλωτικό.
Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου η εξέταση και επαλήθευση των εμπορευμάτων δεν πραγματοποιείται παρά μόνο αν τούτο κριθεί αναγκαίο από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή.

5. Για τη διαδικασία της παραγράφου 4 προσαρτάται η φορτωτική του πλοίου υπογεγραμμένη από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα της ναυτιλιακής εταιρίας, που πραγματοποίησε τη μεταφορά.

6. Το καθεστώς της εθνικής διαμετακόμισης θεωρείται ότι έληξε κανονικά, όταν τόσο τα εμπορεύματα όσο και τα παραστατικά που τα συνοδεύουν προσκομισθούν στο Τελωνείο Προορισμού.

7. Το επιστρεπτέο αντίτυπο της διασάφησης (δήλωσης) διαμετακόμισης, δεόντως συμπληρωμένο και θεωρημένο από το Τελωνείο Προορισμού, επιστρέφεται το αργότερο εντός μηνός στο Τελωνείο Αναχώρησης.
Εάν μετά την παρέλευση μηνός δεν επιστραφεί το εν λόγω αντίτυπο, το Τελωνείο Αναχώρησης διεξάγει έρευνα σύμφωνα με τα οριζόμενα για το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακόμισης, με σκοπό τη διαπίστωση της λήξης του καθεστώτος.

8. Η ποινή ανακριβούς δήλωσης, που προβλέπεται στο , επιβάλλεται, επιφυλασσόμενων των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, και στην περίπτωση που το τελωνείο αναχώρησης ενημερωθεί από το τελωνείο προορισμού, ότι κατά την άφιξη των εμπορευμάτων προέκυψε επιπλέον ποσότητα του ίδιου ή διαφορετικού είδους, μεταξύ της αναγραφόμενης στη διασάφηση διαμετακόμισης και της ευρεθείσας.
Σε περίπτωση που τα εμπορεύματα δεν προσκομισθούν ή στο τελωνείο προορισμού ευρεθούν εμπορεύματα επί έλαττον ή διαφορετικά από τα αναφερόμενα στη διασάφηση διαμετακόμισης, το τελωνείο αναχώρησης, με βάση την ενημέρωση που δέχεται από το τελωνείο προορισμού, προβαίνει στις ενέργειες για την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τις τελωνειακές παραβάσεις και τη λαθρεμπορία.
Στις ως άνω ενέργειες προβαίνει το ελληνικό τελωνείο προορισμού, όταν το τελωνείο αναχώρησης βρίσκεται σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαπιστώνεται ότι η τελωνειακή οφειλή γεννάται στην Ελλάδα

9. Η εγγύηση που έχει συσταθεί επιστρέφεται, μετά τη διαπίστωση από το Τελωνείο Αναχώρησης ότι τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες για το καθεστώς διατυπώσεις και ότι δεν προέκυψε παρατυπία ή διαφορά στα εμπορεύματα που διακινήθηκαν, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που σημειώνονται στο επιστρεπτέο αντίτυπο της διασάφησης (δήλωσης) διαμετακόμισης.

10. Επιτρέπεται στις Τελωνειακές Αρχές, που έχει εγκατασταθεί το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Τελωνείων (Ο.Π.Σ.Τ.), η ανταλλαγή δεδομένων, που αφορούν την αναχώρηση, άφιξη και τα αποτελέσματα ελέγχων, μέσω του συστήματος αυτού.

11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο του εντύπου εθνικής διαμετακόμισης, για αποστολή από ένα Τελωνείο σε άλλο, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε ειδικά μέτρα επιτήρησης.

[sws_grey_box box_size="100"]

[/sws_grey_box]

Η παράγραφος 8 του άρθρου 38 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 38 του νόμου 3583/2007
1. Σε κάθε περίπτωση που υπολογιστούν δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις κατώτερες ή ανώτερες των πράγματι αναλογουσών και διαπιστωθεί ότι αυτό οφείλεται στην ανακρίβεια εγγραφών και δηλωθέντων στοιχείων επί των τελωνειακών παραστατικών, επιβάλλεται, αντίστοιχα, ποινή ανακριβούς δήλωσης υπολογιζόμενη σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της επιπλέον διαφοράς και σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί της επί έλαττον διαφοράς του ποσού από δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που οφείλονται για τα εμπορεύματα που τίθενται σε ανάλωση, ελεύθερη κυκλοφορία ή οποιοδήποτε άλλο ανασταλτικό καθεστώς.
Το ύψος της ποινής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το οριζόμενο στην επόμενη παράγραφο.
2. Σε κάθε άλλη περίπτωση ανακριβών στοιχείων και εγγραφών επί τελωνειακών παραστατικών, ανεξαρτήτως καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένης και της εξαγωγής, που δεν επηρεάζουν τον προσδιορισμό των πράγματι οφειλόμενων επιβαρύνσεων, επιβάλλεται ποινή ανακριβούς δήλωσης ποσού εκατό (100) ευρώ ανά παραστατικό.
3. Οι ανωτέρω ποινές επιβάλλονται και κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο των τελωνειακών παραστατικών
4. Οι ποινές ανακριβούς δήλωσης που προβλέπονται από τις προηγούμενες παραγράφους εισπράττονται έστω και αν τα εμπορεύματα εγκαταλειφθούν ή καταστραφούν.
5. Η επιβολή των παραπάνω ποινών δεν αποκλείει την εφαρμογή των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, όταν συντρέχει περίπτωση.
6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών επιτρέπεται η αύξηση ή μείωση κατά πενήντα τοις εκατό (50%) των ποινών του παρόντος άρθρου.