Β.7.5.2 Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας
Με το άρθρο 13 καθορίζονται τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας που οφείλουν να εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς τον πελάτη και ρυθμίζονται λοιπά συναφή θέματα. Ειδικότερα:
Στην παρ. 1 καταγράφονται επακριβώς τα ανωτέρω μέτρα, τα οποία συνοπτικά συνίστανται σε:
(α) Πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές.
(β) Πιστοποίηση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων (δηλαδή του φυσικού προσώπου ή των φυσικών προσώπων στα οποία τελικά ανήκει το νομικό πρόσωπο-πελάτης ή το νομικό σχήμα ή το φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου διεξάγεται η συναλλαγή ή η δραστηριότητα κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στην παράγραφο 16 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου), συνεχή επικαιροποίηση των στοιχείων, καθώς και λήψη εύλογων μέτρων για την επαλήθευση των στοιχείων αυτών, αναλόγως του βαθμού κινδύνου (δηλαδή της πιθανότητας εμπλοκής του πελάτη σε διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης αδικήματος), ώστε να διασφαλίζεται ότι το υπόχρεο πρόσωπο έχει σαφή εικόνα του πραγματικού ή των πραγματικών δικαιούχων. Τα ανωτέρω ισχύουν και για άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης. Όσον αφορά άλλα νομικά πρόσωπα, εμπιστεύματα (trusts) και ανάλογα νομικά σχήματα, τα υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν εύλογα μέτρα, αναλόγως του βαθμού κινδύνου, για να κατανοήσουν τη διάρθρωση της κυριότητας και του ελέγχου του πελάτη. Ως κίνδυνος νοείται η σοβαρή πιθανότητα εμπλοκής του πελάτη σε διάπραξη ή απόπειρα διαπράξεως αδικήματος των άρθρων 2 και 3.
Σημειώνεται ότι με την υπ’ αριθ. 1051027/20340/ΔΕ-Ε/20-4-2010 (Φ.Ε.Κ. Β΄ 605) Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζονται τα έγγραφα και τα στοιχεία για την πιστοποίηση και επαλήθευση από τα υπόχρεα πρόσωπα της ταυτότητας των πελατών τους και των τυχόν πραγματικών δικαιούχων.
(Το ανωτέρω έγγραφο μπορείτε να δείτε στο cd που συνοδεύει το βιβλίο μας)
(γ) Συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τη σκοπούμενη φύση της επιχειρηματικής σχέσης ή σημαντικών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου και η επαλήθευση των εισοδημάτων των ανωτέρω από τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς με βάση προσκομιζόμενο πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος, πλην των περιπτώσεων που ο πελάτης δεν υποχρεούται να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος.
(δ) Εξέταση με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγής (ιδίως πολύπλοκων ή ασυνήθιστα μεγάλων ή ασυνήθιστων γενικά) ή δραστηριότητας, η οποία από τη φύση της ή από τα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο ή την ιδιότητα του συναλλασσομένου μπορεί να συνδεθεί με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Στις συναλλαγές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως οι πολύπλοκες ή ασυνήθιστα μεγάλες συναλλαγές και όλα τα ασυνήθιστα είδη συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο.\
(ε) Λήψη κάθε άλλου πρόσφορου μέτρου, συμπεριλαμβανομένης της μη κατάρτισης της συναλλαγής και της άρνησης παροχής υπηρεσιών ή άσκησης δραστηριοτήτων, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί οι όροι της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη.
(στ) Άσκηση συνεχούς εποπτείας και παρακολούθησης, όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, καθ’ όλη τη διάρκειά της, προκειμένου τα υπόχρεα πρόσωπα να διαπιστώνουν ότι οι συναλλαγές ή δραστηριότητες συνάδουν με τις γνώσεις που έχουν για τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους και τα χαρακτηριστικά του εκτιμώμενου κινδύνου και εφόσον απαιτείται, την προέλευση των κεφαλαίων. Για το σκοπό αυτό τα υπόχρεα πρόσωπα διασφαλίζουν επιπλέον την τήρηση ενημερωμένων εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών.
Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί έχουν την ειδική υποχρέωση να συνεκτιμούν και το συνολικό χαρτοφυλάκιο που διατηρεί ο συναλλασσόμενος σε αυτά και ενδεχομένως σε άλλες εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκει το υπόχρεο πρόσωπο, προκειμένου να εξακριβώσουν τη συνάφεια και συμβατότητα της εξεταζόμενης συναλλαγής με το χαρτοφυλάκιο ή τα χαρτοφυλάκια αυτά. (παρ. 2)
Ο συμβαλλόμενος ή συναλλασσόμενος, όταν αυτός ενεργεί για λογαριασμό άλλου, υποχρεούται να προβαίνει σε σχετική δήλωση και να αποδεικνύει, εκτός από τα δικά του στοιχεία, και τα στοιχεία του τρίτου, φυσικού ή νομικού προσώπου, για λογαριασμό του οποίου ενεργεί. Περαιτέρω ορίζεται ότι τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν σε κάθε περίπτωση να εξακριβώνουν την αλήθεια και των στοιχείων αυτών ακόμα και στην περίπτωση που ο συμβαλλόμενος ή συναλλασσόμενος δεν προβαίνει στην ως άνω δήλωση, αλλά υπάρχει βάσιμη αμφιβολία για το αν ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή υπάρχει βεβαιότητα ότι ενεργεί για λογαριασμό άλλου. (παρ. 3) Τα υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν τα απαιτούμενα κατά περίπτωση μέτρα, εάν κατά τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης δημιουργηθούν σε αυτά αμφιβολίες για το αν οι συμβαλλόμενοι ή συναλλασσόμενοι ενεργούν για ίδιο λογαριασμό ή σε περίπτωση βεβαιότητας ότι οι συμβαλλόμενοι ή συναλλασσόμενοι δεν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων, για λογαριασμό των οποίων αυτοί ενεργούν. (παρ. 4)
Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν, την κατάλληλη χρονική στιγμή και ανάλογα με το βαθμό κινδύνου, τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας όχι μόνο στους νέους, αλλά και στους υπάρχοντες πελάτες. Επιπλέον, με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών δύναται να καθορίζονται τα κριτήρια και ο τρόπος εφαρμογής των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας στους υπάρχοντες πελάτες. (παρ. 5)
Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με την παράγραφο 6, εφαρμόζονται σε δικαιούχους κοινών λογαριασμών καταθέσεων, τίτλων ή άλλων χρηματοοικονομικών προϊόντων (παρ. 6), ενώ η παρ. 7 αφορά στα στοιχεία του πληρωτή στην ηλεκτρονική μεταφορά κεφαλαίων.
Στην περίπτωση που υπόχρεο φυσικό πρόσωπο (π.χ. λογιστής, φορολογικός σύμβουλος) αναλαμβάνει επαγγελματική δραστηριότητα ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κοινοποιούμενο νόμο βαρύνουν το νομικό πρόσωπο και όχι το φυσικό. Αντίθετα, αν το υπόχρεο φυσικό πρόσωπο αναλαμβάνει επαγγελματική δραστηριότητα ως υπάλληλος ή συνεργαζόμενος με οποιαδήποτε σύμβαση ή συμφωνία με μη υπόχρεο νομικό πρόσωπο, τότε το φυσικό πρόσωπο τηρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κοινοποιούμενο νόμο, σύμφωνα με τις αποφάσεις της αρμόδιας αρχής που εποπτεύει την κατηγορία υπόχρεων προσώπων στην οποία ανήκει το ανωτέρω φυσικό πρόσωπο. (παρ. 8)
Αν σε μία συναλλαγή ή σε σειρά συνδεόμενων συναλλαγών συμμετέχουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί ή άλλα υπόχρεα πρόσωπα, καθένας από αυτούς οφείλει να εφαρμόσει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου Δ'. Τα ανωτέρω ισχύουν ιδίως για ασφαλιστικά συμβόλαια, αγοραπωλησίες μετοχών, συμβολαίων παραγώγων, ομολόγων ή άλλων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και για συναλλαγές με κάρτες οποιασδήποτε φύσεως. (παρ. 9)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν.3691/2008 (Κεφάλαιο Δ), σε σχέσεις εξωτερικής ανάθεσης ή αντιπροσώπευσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, δυνάμει της συμβατικής ρύθμισης, ο φορέας παροχής της εξωτερικής υπηρεσίας ή ο αντιπρόσωπος πρέπει να θεωρείται τμήμα του υπόχρεου προσώπου, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 23 (βλ. σχετ. θέμα Β.7.6)
Τα υπόχρεα πρόσωπα δύνανται να καθορίζουν την έκταση των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, κατά την παράγραφο 1 (βλ. σχετ. ανωτέρω), ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, ο οποίος εξαρτάται από το είδος και το οικονομικό μέγεθος του πελάτη, της επιχειρηματικής σχέσης, του προϊόντος ή της συναλλαγής, συμμορφούμενα με τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών που τυχόν εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 (βλ. σχετ. θέμα Β.7.4.2) του κοινοποιούμενου νόμου. Επίσης, ορίζεται ότι τα υπόχρεα πρόσωπα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι η έκταση των μέτρων είναι ανάλογη με τους κινδύνους των αδικημάτων του άρθρου 2 (βλ. σχετ. θέμα Β.7) του ιδίου νόμου, ότι εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά με συνέπεια και αποτελεσματικότητα και ότι συμμορφώνονται με τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών. (παρ. 10)
Επιστημονική Ομάδα ASTbooks