.

ΠΟΛ.1180/25.8.2015

ΦΕΚ Β’1836/25.8.2015
Τροποποίηση της Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1271/23.12.2013 (ΦΕΚ Β΄3364) «Καθορισμός της διαδικασίας απόδοσης του ειδικού φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων καθώς και του τύπου και περιεχομένου της δήλωσης».

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της παραγράφου  του άρθρου πέμπτου του ν.3845/2010 (Α'65).

2. Τις διατάξεις των άρθρων , ,  και  του ν.4174/2013 (Α΄170) «Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις».

3. Τις διατάξεις του άρθρου 22 του κεφαλαίου Ε΄, της από 31.12.2012 Πράξης νομοθετικού περιεχομένου (Α΄256) η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.4147/2013 (Α΄98/26.4.2013).

4. Τις διατάξεις του άρθρου  του ν.4223/2013 (Α΄287)

5. Τις διατάξεις του  (247 Α΄) “Περί Δημοσίου Λογιστικού”.

6. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, ο οποίος κυρώθηκε με το «άρθρο πρώτο» του π.δ. 63/2005 (Α΄98) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».

7. Τις διατάξεις του π.δ.111/2014 (Α΄178) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύει.

8. Τις διατάξεις της υποπαρ. Ε2 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 «Σύσταση θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων».

9. Την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου αρ.20 της 25.6.2014 (τ. Υ.Ο.Δ.Δ. 360), «Επιλογή και διορισμός Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων».

10. Την υπ΄ αριθμ. ΠΟΛ.1271/23.12.2013 (Β΄ 3364) Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, όπως τροποποιήθηκε με την υπ΄ αριθμ. 1016/12.1.2015 (ΦΕΚ Β΄115) Απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων.

11. Την ανάγκη επανακαθορισμού της διαδικασίας απόδοσης του ειδικού φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων προκειμένου να διευκολυνθούν οι φορείς της αγοράς κατά την πρώτη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.

12. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

Αποφασίζουμε:
Η παράγραφος 3 της Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1271/23.12.2013 (ΦΕΚ Β΄3364) «Καθορισμός της διαδικασίας απόδοσης του ειδικού φόρου τηλεοπτικών διαφημίσεων καθώς και του τύπου και περιεχομένου της δήλωσης», όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την Απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1016/12.1.2015 (ΦΕΚ Β΄115) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3. Η δήλωση υποβάλλεται μηνιαίως μέχρι και την 20η ημέρα του επόμενου μήνα για τα έσοδα που πραγματοποιούν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις του προηγούμενου μήνα.
Εξαιρετικά, κατά την πρώτη εφαρμογή, η δήλωση για το διάστημα από 1.1.2015 μέχρι και 30.4.2015 υποβάλλεται μέχρι και τις 30.9.2015 και για το διάστημα από 1.5.2015 μέχρι και 31.8.2015 υποβάλλεται μέχρι και τις 30.1.2015.»

 Νόμος 3845/2010, Άρθρο πέμπτο, παρ. 12

12. Επιβάλλεται ειδικός φόρος στις διαφημίσεις που προβάλλονται από την τηλεόραση. Ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) επί της αξίας της διαφήμισης που υπολογίζουν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ο φόρος βαρύνει άμεσα τη διαφημιζόμενη επιχείρηση ή τον διαφημιστή που μεσολαβεί και το τιμολόγιο εκδίδεται στο όνομα του. Εφόσον το τιμολόγιο εκδίδεται στο όνομα του διαφημιστή που μεσολαβεί, αντίγραφο του τιμολογίου με τη σφραγίδα και την υπογραφή του εκδότη αποστέλλεται στο διαφημιζόμενο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την έκδοση του τιμολογίου. Στα πιστωτικά τιμολόγια που εκδίδουν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης πρέπει να αναγράφονται και οι αριθμοί των σχετικών τιμολογίων.

Τον ειδικό φόρο εισπράττουν τα τηλεοπτικά μέσα ενη­μέρωσης και αποδίδουν στο Δημόσιο με μηνιαίες δηλώ­σεις που υποβάλλουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος αυτών, μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα κάθε μήνα, για τα έσοδα από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις του προηγούμενου μήνα.

Τα θέματα που αφορούν τη βεβαίωση, τον έλεγχο, την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου και την έκδο­ση καταλογιστικων πράξεων διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά στη φορολογία εισοδήματος. Οι διατάξεις του ν.2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α) εφαρμόζονται ανα­λόγως και στη φορολογία αυτή.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης του φόρου της παραγράφου αυτής και κάθε άλλη λεπτομέρεια ή διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων της. Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου αυτής αρ­χίζει από 1.1.2015 

 Νόμος 4174/2013, Άρθρο 6 Έντυπα

1. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο των εντύπων, υπεύθυνων δηλώσεων, δηλώσεων, πινάκων και άλλων εγγράφων που υποβάλλει ο φορολογούμενος.
2. Η Φορολογική Διοίκηση θέτει τα έγγραφα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στη διάθεση του κοινού, δωρεάν, ηλεκτρονικά, ταχυδρομικά ή στις κατά τόπους υπηρεσίες της.

Νόμος 4174/2013, Άρθρο 40 Φορολογικός συντελεστής για το εισόδηµα από κεφάλαιο

1. Τα μερίσματα φορολογούνται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

2. Οι τόκοι φορολογούνται με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%).

3. Τα δικαιώματα φορολογούνται με συντελεστή είκοσι (20%).

4. Το εισόδημα από ακίνητη περιουσία φορολογείται σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Εισόδημα από ακίνητη περιουσία(ευρώ) Συντελεστής(%)
<12.000 11%
>12.000 33%
 Νόμος 4174/2013, Άρθρο 41 Μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας

1. Κάθε εισόδημα που προκύπτει από υπεραξία μεταβίβασης με επαχθή αιτία ακίνητης περιουσίας ή ιδανικών μεριδίων αυτής ή εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακίνητης περιουσίας ή ιδανικού μεριδίου αυτού ή συμμετοχών οι οποίες έλκουν άνω του 50% της αξίας τους άμεσα ή έμμεσα από ακίνητη περιουσία και δεν συνιστά επιχειρηματική δραστηριότητα, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων. Στην έννοια του εισοδήματος του προηγούμενου εδαφίου εμπίπτει και η αγοραία αξία του κτίσματος που έχει ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου με δαπάνες του μισθωτή και περιέρχεται στην κατοχή του τρίτου με τη λήξη ή διακοπή της μισθωτικής σχέσης.

Ως μεταβίβαση σύμφωνα με την παράγραφο αυτή νοείται και η εισφορά ακίνητης περιουσίας για την κάλυψη ή την αύξηση κεφαλαίου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας .

2. Ως υπεραξία νοείται η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης που κατέβαλε ο φορολογούμενος και της τιμής πώλησης "ή της αξίας του ανταλλάγματος" που καταβάλλεται σε αυτόν και λαμβάνεται αποπληθωρισμένη σύμφωνα με την παράγραφο 5

Η τιμή κτήσης προσδιορίζεται ως εξής:

α) Στην περίπτωση κτήσης λόγω μεταβίβασης με επαχθή αιτία, είναι το τίμημα ή η αξία του ανταλλάγματος, όπως προκύπτει από το οικείο συμβόλαιο,

β) Στην περίπτωση κτήσης λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία, είναι η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν, όπως η αξία αυτή προκύπτει από το οικείο συμβόλαιο ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο έγγραφο,

γ) Σε κάθε άλλη περίπτωση, υπολογίζεται ως εξής: Τιμή κτήσης ίσον τιμή μεταβίβασης επί τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών (ΔΤΚατ) του έτους κτήσης διά του ΔΤΚατ του προηγούμενου της μεταβίβασης έτους. Ως ΔΤΚατ νοείται ο μέσος Δείκτης Τιμών Κατοικιών Αστικών Περιοχών της περιόδου Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου κάθε έτους, όπως ανακοινώνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αν κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν έχει δημοσιευθεί μέσος ΔΤΚατ, λαμβάνεται υπ` όψιν ο σχετικός δείκτης του αμέσως προηγούμενου

έτους.

Η τιμή πώλησης είναι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα κατά το χρόνο της μεταβίβασης. «ή, στην περίπτωση της ανταλλαγής, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας που αποτελεί το αντάλλαγμα για κάθε συμβαλλόμενο και εφόσον αυτή δεν υφίσταται, η φορολογητέα αξία.

Τυχόν δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την αγορά ή την πώληση του ακινήτου «δεν» συμπεριλαμβάνονται στην τιμή κτήσης και την τιμή πώλησης.

Στην περίπτωση που περιέρχεται στην κατοχή τρίτου κτίσμα που έχει ανεγερθεί στο έδαφος του με δαπάνες του μισθωτή σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, ως υπεραξία θεωρείται η «η αντικειμενική αξία του κτίσματος».

Αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί θεωρείται ότι είναι μηδενική.

3. Ο χρόνος κτήσης είναι ο χρόνος απόκτησης ποσοστού τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος επί της ακίνητης περιουσίας. Σε περίπτωση που δεν προκύπτει χρόνος κτήσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ισχύουν τα εξής:

α) Επί μεταβίβασης κτίσματος που ανεγέρθηκε, με αυτεπιστασία ή με βάση το σύστημα της αντιπαροχής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την ημερομηνία έκδοσης ή δύο (2) ετών από την ημερομηνία ανανέωσης της οικοδομικής άδειας ανέγερσης, εκτός εάν η μεταβίβαση γίνεται εντός των παραπάνω προθεσμιών,

β) Επί πολεοδομικής τακτοποίησης εξ ολοκλήρου αυθαίρετης κατασκευής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος που δηλώνεται ως χρόνος ανέγερσης και πιστοποιείται από το μηχανικό στη σχετική αίτηση τακτοποίησης και αν αυτός δεν προκύπτει, η λήξη των χρονικών περιόδων που ορίζονται στο ν. 4178/2013. γ) Επί πολεοδομικής τακτοποίησης μερικώς αυθαίρετης κατασκευής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος κτήσης του νόμιμου κτίσματος.

Επί χρησικτησίας, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η αντίστοιχη ημερομηνία του εικοστού πρώτου έτους, πριν από το χρόνο της μεταβίβασης.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται χρόνος κτήσης και σε κάθε άλλη περίπτωση, καθώς και να ρυθμίζεται κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

4. Σε περίπτωση κατά την οποία ο προσδιορισμός της υπεραξίας σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους καταλήγει σε αρνητικό ποσό, «η εν λόγω υπεραξία θεωρείται μηδενική».

5. Η υπεραξία που προκύπτει σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους λαμβάνεται απομειούμενη με την εφαρμογή των ακόλουθων συντελεστών απομείωσης:

Έτη διακράτησης Συντελεστής απομείωσης Έτη διακράτησης Συντελεστής απομείωσης
1 100,0% 14 77,9%
2 98,2% 15 76,4%
3 96,4% 16 74,8%
4 94,7% 17 73,2%
5 93,0% 18 71,7%
6 91,2% 19 70,2%
7 89,5% 20 68,7%
8 87,8% 21 67,2%
9 86,1% 22 65,7%
10 84,5% 23 64,2%
11 82,8% 24 62,8%
12 81,1% 25 61,5%
13 79,5% 26+ 60%

 

6. Στην έννοια του όρου μεταβίβαση για την εφαρμογή του παρόντος περιλαμβάνονται τα εξής:

α) η μεταβίβαση της πλήρους ή ψιλής κυριότητας, συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής δουλείας, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για μεταβίβαση υπό αναβλητική ή διαλυτική αίρεση ή με τον όρο της εξώνησης,

β) η σύσταση επικαρπίας, οίκησης ή άλλης δουλείας,

γ) η παραίτηση από την κυριότητα ακινήτου ή από εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου,

δ) η μεταβίβαση του τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης,

ε) η μεταγραφή δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 949 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου μεταβίβασης ή η απόκτηση οποιουδήποτε δικαιώματος των περιπτώσεων α`, β` και δ` της παρούσας παραγράφου με αυτοσύμβαση,

στ) η εκποίηση ακινήτου συνεπεία εκούσιου ή δικαστικού πλειστηριασμού.

7. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι ακόλουθες περιπτώσεις δεν θεωρούνται μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας:

α) η μεταγραφή δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 882 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου μεταβίβασης,

α (β) η μεταγραφή τελεσίδικης δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας επί ακινήτου στον εντολέα λόγω υπερβάσεως της εντολής από τον εντολοδόχο,

  β (γ) η μεταγραφή δικαστικής απόφασης με την οποία ακυρώνεται λόγω εικονικότητας σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου,

γ (δ) η επικύρωση ανώμαλων δικαιοπραξιών, οι οποίες έχουν ήδη συμπεριληφθεί στις

φορολογητέες μεταβιβάσεις της παραγράφου 1,

δ (ε) η αυτούσια διανομή ή συνένωση ακινήτων ή πράξη σύστασης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, εφόσον δεν μεταβάλλονται τα ποσοστά συνιδιοκτησίας ανά συνιδιοκτήτη.

ε` η ανταλλαγή ποσοστών ακίνητης περιουσίας επί κτηθέντων λόγω κληρονομικής διαδοχής ή γονικής παροχής ή από συζύγους κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

Σε περιπτώσεις κτήσης ακίνητης περιουσίας αιτία θανάτου, δωρεάς ή γονικής παροχής, η τιμή κτήσης προσδιορίζεται κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς ή κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου δωρεάς ή γονικής παροχής.

8 (9). Για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της χρησικτησίας, της προσωπικής δουλείας ή άλλης δουλείας επί του ακινήτου, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 15, 16 και της περίπτωσης δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια.

9 (10) Από την υπεραξία, όπως αυτή προκύπτει μετά την απομείωσή της σύμφωνα με την παρ. 5, αφαιρείται ποσό μέχρι είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ, εφόσον ο φορολογούμενος διακράτησε το ακίνητο για πέντε (5) τουλάχιστον έτη και επιβάλλεται φόρος υπεραξίας στο τυχόν υπόλοιπο ποσό.

10 (11). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι τιμές κτήσης σε ειδικές περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν σύμφωνα με την παράγραφο 2, καθώς και κάθε άλλο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

 Νόμος 4174/2013, Άρθρο 53 Ανταλλαγή τίτλων
1. Το παρόν άρθρο εφαρµόζεται σε µέτοχο ή εταίρο που µέσω ανταλλαγής µετοχών ή εταιρικών µεριδίων, αποκτά τίτλους µιας εταιρείας σε αντάλλαγµα τίτλων άλλης εταιρείας όπως ορίζεται στις επόµενες παραγράφους, εφόσον επιλεγεί η υπαγωγή σε αυτό από τον µέτοχο ή εταίρο και πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «τίτλοι» νοούνται οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «ανταλλαγή τίτλων» θεωρείται κάθε πράξη µε την οποία µία εταιρεία (εφεξής: «η αποκτώσα εταιρεία») αποκτά τίτλους άλλης εταιρείας (εφεξής: «η αποκτώµενη εταιρεία») σε αντάλλαγµα για την έκδοση ή τη µεταβίβαση τίτλων αυτής προς τους µετόχους ή εταίρους της αποκτώµενης εταιρείας, υπό την προϋπόθεση ότι ύστερα από την ανταλλαγή τίτλων η αποκτώσα εταιρεία θα κατέχει τουλάχιστον την πλειοψηφία των δικαιωµάτων ψήφου της αποκτώµενης εταιρείας ή το πενήντα τοις εκατό (50%) και µία µετοχή τουλάχιστον της αξίας του κεφαλαίου της αποκτώµενης εταιρείας. Για το σκοπό αυτόν η εξαγορά που πραγµατοποιείται από την αποκτώσα εταιρεία µέσω αναγνωρισµένου χρηµατιστηρίου αξιών νοείται ως ενιαία συναλλαγή υπό την προϋπόθεση ότι συντελείται εντός περιόδου έξι (6) µηνών.

3. Στην περίπτωση της ανταλλαγή τίτλων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, η αποκτώσα εταιρεία µπορεί να προβεί σε χρηµατική καταβολή έναντι της έκδοσης ή µεταβίβασης τίτλων, υπό την προϋπόθεση ότι η χρηµατική καταβολή δεν θα υπερβαίνει το δέκα (10%) της ονοµαστικής αξίας, ή, αν δεν υπάρχει ονοµαστική αξία, το δέκα τοις εκατό (10%) της φορολογητέας αξίας τους των τίτλων.

4. Κατά την εφαρµογή του παρόντος άρθρου, ο µέτοχος ή εταίρος της αποκτώµενης εταιρείας δεν υπόκειται, κατά το χρόνο της ανταλλαγής τίτλων, σε φόρο για την υπεραξία που αποκτά λόγω της ανταλλαγής, µε εξαίρεση το τµήµα που αντιστοιχεί, κατ’ αναλογία, σε τυχόν χρηµατική καταβολή.

5. Κατά την εφαρµογή του παρόντος άρθρου, ο µέτοχος ή εταίρος δεν αποδίδει στους τίτλους που λαµβάνει ως αντάλλαγµα, µεγαλύτερη φορολογητέα αξία από την αξία που είχαν οι ανταλλασσόµενοι τίτλοι αµέσως πριν την ανταλλαγή τίτλων. Η αποκτώσα εταιρεία αποτιµά τους τίτλους που λαµβάνει από τον µέτοχο ή εταίρο στην αγοραία τους αξία κατά το χρόνο της ανταλλαγής.

6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρµόζονται υπό την προϋπόθεση ότι η αποκτώσα και η αποκτώµενη εταιρεία είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος και/ή άλλου κράτους - µέλους της Ε.Ε. και:
α) ο μέτοχος ή εταίρος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος, ή
β) ο μέτοχος ή εταίρος δεν είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος και κατέχει τόσο τους αρχικούς τίτλους όσο και τους νέους τίτλους - µέσω µόνιµης εγκατάστασης που διατηρεί στην Ελλάδα

7. Στο πεδίο εφαρµογής του παρόντος άρθρου εµπίπτουν οι εταιρείες που:
α) περιλαµβάνονται στους τύπους που απαριθµούνται στο Παράρτηµα Ι Μέρος Α΄ της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ, όπως ισχύει,
β) είναι φορολογικοί κάτοικοι κράτους - µέλους της Ε.Ε. σύµφωνα µε τη νοµοθεσία του κράτους αυτού και δεν θεωρούνται φορολογικοί κάτοικοι τρίτου κράτους εκτός Ε.Ε. κατ’ εφαρµογή όρων σύµβασης αποφυγής διπλής φορολογίας που έχει συναφθεί µε αυτό το τρίτο κράτος,
γ) υπόκεινται, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής ή απαλλαγής, σε έναν από τους φόρους που αναφέρονται στο Παράρτηµα Ι Μέρος Β΄ της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ ή σε οποιοδήποτε άλλο φόρο ενδεχοµένως στο µέλλον αντικαταστήσει έναν από τους φόρους αυτούς.

Νόμος 4223/2013, Άρθρο 53

Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 12 του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 (Α'65) όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 4 του ν. 3899/2010 (Α'212), και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 3 της από 31.12.2011 Π.Ν.Π. (Α'268), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α'31), και με το άρθρο 22 της από 31.12.2012 Π.Ν.Π. (Α'256), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4147/2013 (Α'98), αντί της ημερομηνίας «1.1.2014» τίθεται η ημερομηνία «1.1.2015». 

 Νόμος 2362/1995, Άρθρο 12 Αποδεικτικά εισπράξεως

1. Αποδεικτικά εισπράξεως είναι τα παραστατικά στοιχεία, μηχανογραφικά ή μη, που εκδίδονται από τα αρμόδια για την είσπραξη δημοσίων εσόδων όργανα και αποδεικνύουν την εξόφληση της οφειλής.

Οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Τελωνεία, οι Ειδικοί Ταμίες και τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα εκδίδουν για κάθε είσπραξη αποδεικτικό εισπράξεως, του οποίου ο τύπος ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Η είσπραξη θεωρείται ότι δεν έγινε, αν δεν έχει εκδοθεί το νόμιμο αποδεικτικό εισπράξεως.

2. Ανυπόγραφα αποδεικτικά στοιχεία χρεώσεως ή πιστώσεως της διαχειρίσεως του υπολόγου, που η συμπλήρωσή τους δεν είναι δυνατή λόγω θανάτου του οργάνου που τα έχει εκδώσει ή άλλης αιτίας, υπογράφονται από τα όργανα που τον έχουν διαδεχθεί στην υπηρεσία, αφού πρώτα διαπιστωθεί από επιτροπή, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η εισαγωγή ή εξαγωγή στη διαχείρισή του των μετρητών, αξιών, ενσήμων ή υλικών, για τα οποία έχουν εκδοθεί τα αποδεικτικά.

3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών επιτρέπεται η είσπραξη ορισμένων δημοσίων εσόδων με τη διάθεση από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία ειδικών εντύπων, αντί της εκδόσεως των αποδεικτικών εισπράξεως της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

Με την απόφαση αυτή καθορίζεται ο τύπος των ειδικών εντύπων, η χρονολογία ενάρξεως της κυκλοφορίας τους, ο τρόπος επιστροφής τους, όταν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η στρογγυλοποίηση των πληρωτέων ποσών και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση επιτρέπεται να καθορίζεται ο τρόπος διαθέσεως των ειδικών εντύπων και από νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή και από ιδιώτες. "Με την ίδια απόφαση καθορίζονται: α) Το ποσοστό της προμήθειας που εισπράττουν, από τους αγοραστές, τα ΝΠΙΔ και οι ιδιώτες, β) Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους παραβαίνουν τις διατάξεις της απόφασης αυτής