.

Αρθρο 51

1. H υπό δημοσίων, εκκλησιαστικών, δημοτικών, κοινοτικών λειτουργών ή υπό προϊσταμένων ή άλλων υπαλλήλων λιμενικών επιτροπών, ειδικών ταμείων, νομικών προσώπων και οργανισμών δημοσίου δικαίου, μη εξ υπαρχής γραφή επί του αναλόγου σφραγιστού χάρτου των εγγράφων των υπαυτών εκδιδομένων ή ενώπιον αυτών συντασσομένων ή η μη επικόλλησις, άμα τη συντάξει, των παρ αυτών συντασσομένων εγγράφων του αναλόγου κινητού επισήματος, εις ας περιπτώσεις επιτρέπεται τούτο, ως επίσης και η αποδοχή προς υπηρεσιακήν χρήσιν, η τοιαύτη χρήσις εγγράφων μη γεγραμμένων εξ αρχής επί του αναλόγου σφραγιστού χάρτου ή εφ ων δεν έχει επιτεθή άμα τη συντάξει των το ανάλογον κινητόν επίσημα, εις ας περιπτώσεις επιτρέπεται η επίθεσις τοιούτου, τιμωρείται υποβαλλομένων των παραβατών εις την πληρωμήν προστίμου μέχρι του απλού τέλους, άνευ αναγωγής κατά του ιδιώτου, όστις υπόκειται εις την πληρωμήν του κατά το ανωτέρω άρθρον 40 τέλους.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1, καταργήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 16 και της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν. 2523/1997 με τις οποίες ορίζεται ότι:
“2. Η από τους αναφερόμενους στην προηγούμενη παράγραφο λειτουργούς και υπαλλήλους μη νόμιμη χαρτοσήμανση των εγγράφων που εκδίδονται ή συντάσσονται από αυτούς, καθώς επίσης η αποδοχή για υπηρεσιακή χρήση εγγράφων, που δεν έχουν χαρτοσημανθεί νόμιμα, συνεπάγεται την επιβολή κατά του παραβάτη προστίμου ίσου με το τέλος που δεν καταβλήθηκε και το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών χωρίς να υπάρχει δικαίωμα αναγωγής κατά των υπόχρεων, οι οποίοι υπόκεινται στην πληρωμή του τέλους που αναλογεί και του πρόσθετου φόρου.”
“1. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργείται κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει την επιβολή πρόσθετων φόρων, προστίμων καθώς και διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή πρόσθετων φόρων, προστίμων και διοικητικών κυρώσεων νοούνται οι διατάξεις του παρόντος νόμου. Αν προβλέπεται τόσο η επιβολή πρόσθετου φόρου όσο και προστίμου, επιβάλλεται μόνο πρόσθετος φόρος, με εξαίρεση το ειδικό πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, το οποίο επιβάλλεται ανεξάρτητα από την επιβολή πρόσθετου φόρου.

2. α) Πας λειτουργός ή υπάλληλος εκ των εν τη ανωτέρω παραγράφω 1 αναφερομένων, ευθύς ως περιέλθη εις την υπηρεσίαν αυτού έγγραφον υποκείμενον εις τέλος χαρτοσήμου και μη συντεταγμένον νομίμως επί αναλόγου χαρτοσήμου, υποχρεούται, όπως, άνευ αναβολής, συντάσση σύντομον έκθεσιν περί της εξακριβωθείσης παραβάσεως και διαβιβάζη ταύτην προς τον Οικονομικόν Έφορον της περιφερείας του διά την επιβολήν κατά των παραβατών των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων ποινών, ειδοποιών απαραιτήτως περί τούτου τον ενδιαφερόμενον. Mόνον μετά την καταβολήν του τέλους και του προστίμου, του διά της αποφάσεως του οικονομικού εφόρου καταλογισθέντος, επιτρέπεται η χρήσις του εγγράφου τούτου υπό των λειτουργών και υπαλλήλων τούτων.
β) Kαθ' ας περιπτώσεις εκ των ενόντων κρίνουσι δικαστήρια, πρόεδροι δικαστηρίων ή ειρηνοδίκαι, εξαιρουμένων των δικών εκ συναλλαγματικών ή γραμματίων, επίσης δε εις περιπτώσεις ποινικών δικών και ανακρίσεων, επιτρέπεται όπως λαμβάνωνται υπόψει προσαγόμενα έγγραφα, κατά παράβασιν του νόμου, συντεταγμένα εφ απλού χάρτου ή επί χαρτοσήμου ελάσσονος αξίας, χωρίς εκ τούτου να παρακωλύεται η εφαρμογή της διαδικασίας του εδαφίου α της παρούσης παραγράφου διά την επιβολήν του τέλους και του προστίμου.
γ) Προκειμένου περί ελλείψεων χαρτοσήμου, εξακριβουμένων κατά τον έλεγχον των διαχειρίσεων υπολόγων εν γένει και μη αναπληρωθεισών υπό τούτων, δεν έχει εφαρμογήν η διάταξις του ανωτέρω εδαφίου α, αλλ' οι υπεύθυνοι, διά τας εξακριβουμένας ελλείψεις υπόλογοι, καλούνται υπό του Yπουργείου των Oικονομικών, επί τη βάσει επισήμου πίνακος περί τούτων καταρτιζομένου υπό της ελεγχούσης υπηρεσίας, όπως, εντός δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της προσκλήσεως, συμπληρώσωσι τας ελλείψεις δι' επικολλήσεως αναλόγου κινητού επισήματος επί του πίνακος. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, προκαλείται υπό της αρμοδίας υπηρεσίας καταλογιστική απόφασις του Οικονομικού Εφόρου διά την επιβολήν των τε ελλειπόντων τελών και του εν τη ανωτέρω παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου προστίμου, διαβιβαζομένου εις τον Oικονομικόν Έφορον μόνο του πίνακος των ελλείψεων της ελεγχούσης αρχής
.

Οι περιπτώσεις α’ και β’ καταργήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 16 και της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν. 2523/1997 με τις οποίες ορίζεται ότι:
“1. Κάθε δημόσιος, δικαστικός, νομαρχιακός, δημοτικός, κοινοτικός ή εκκλησιαστικός λειτουργός ή υπάλληλος ή υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ιδρύματος, σωματείου ή δημόσιας διαχείρισης και δημόσιου οργανισμού, είναι υποχρεωμένος, ευθύς ως περιέλθει στην υπηρεσία του έγγραφο και δεν είναι νόμιμα χαρτοσημασμένο, να το διαβιβάσει στη δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειας του για την επιβολή κατά των παραβατών του προβλεπόμενου τέλους χαρτοσήμου και του κατά περίπτωση πρόσθετου φόρου του παρόντος νόμου, ειδοποιώντας γι’ αυτό τον ενδιαφερόμενο. Μόνο μετά την καταβολή ή τον κατά περίπτωση καταλογισμό του τέλους και του πρόσθετου φόρου επιτρέπεται η χρήση του εγγράφου από τους ανωτέρω λειτουργούς και υπαλλήλους.”
“1. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργείται κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει την επιβολή πρόσθετων φόρων, προστίμων καθώς και διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή πρόσθετων φόρων, προστίμων και διοικητικών κυρώσεων νοούνται οι διατάξεις του παρόντος νόμου. Αν προβλέπεται τόσο η επιβολή πρόσθετου φόρου όσο και προστίμου, επιβάλλεται μόνο πρόσθετος φόρος, με εξαίρεση το ειδικό πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, το οποίο επιβάλλεται ανεξάρτητα από την επιβολή πρόσθετου φόρου.”
Σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000, με έναρξη ισχύος από 01-01-2001, ορίζεται ότι η χρήση κινητού επισήματος, για είσπραξη οποιουδήποτε αναλογικού ή πάγιου τέλους χαρτοσήμου, καταργείται.

3. Eπί πράξεων των προέδρων, γραμματέων, συμβολαιογράφων, δικηγόρων, των φυλάκων υποθηκών τε και μεταγραφών και των κλητήρων παρά τοις δικαστηρίοις άπασιν, η παράβασις των τελών περί τέλους χαρτοσήμου διατάξεων του νόμου επάγεται και πειθαρχικήν ποινήν επιβαλλομένην υπό του αρμοδίου δικαστηρίου, κατά τα εν τω δικαστικώ οργανισμώ ωρισμένα. Ωσαύτως, δε, και οι δημόσιοι λειτουργοί εν περιπτώσει παραβιάσεως των διατάξεων του νόμου περί τελών χαρτοσήμου τιμωρούνται πειθαρχικώς κατά τους ισχύοντας περί

4. Ένεκα παραβάσεως των διατάξεων περί τέλους εγγραφής εν τοις δικαστικοίς πινακίοις, ευθύνονται αλληλεγγύως, διά την πληρωμήν του υπό της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου καθοριζομένου προστίμου, ο τε πρόεδρος του δικαστηρίου και ο γραμματεύς.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1, καταργήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 16 και της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν. 2523/1997 με τις οποίες ορίζεται ότι:
“2. Η από τους αναφερόμενους στην προηγούμενη παράγραφο λειτουργούς και υπαλλήλους μη νόμιμη χαρτοσήμανση των εγγράφων που εκδίδονται ή συντάσσονται από αυτούς, καθώς επίσης η αποδοχή για υπηρεσιακή χρήση εγγράφων, που δεν έχουν χαρτοσημανθεί νόμιμα, συνεπάγεται την επιβολή κατά του παραβάτη προστίμου ίσου με το τέλος που δεν καταβλήθηκε και το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών χωρίς να υπάρχει δικαίωμα αναγωγής κατά των υπόχρεων, οι οποίοι υπόκεινται στην πληρωμή του τέλους που αναλογεί και του πρόσθετου φόρου.”
“1. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργείται κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει την επιβολή πρόσθετων φόρων, προστίμων καθώς και διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή πρόσθετων φόρων, προστίμων και διοικητικών κυρώσεων νοούνται οι διατάξεις του παρόντος νόμου. Αν προβλέπεται τόσο η επιβολή πρόσθετου φόρου όσο και προστίμου, επιβάλλεται μόνο πρόσθετος φόρος, με εξαίρεση το ειδικό πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, το οποίο επιβάλλεται ανεξάρτητα από την επιβολή πρόσθετου φόρου.