Ερώτηση

741ΑΑ. ΤΑ ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΜΕΧΡΙ 31/12/2012 ΓΙΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΧΡΙ 300,00 ευρώ ΕΚΔΙΔΑΝΕ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΛΙΑΝΙΚΗΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ (Α.Λ.Π.).ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΟΝΔΡΙΚΕΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ. ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΙΣΧΥΕΙ ΑΠΟ 1/1/2013;

Απάντηση

Σύμφωνα με την ΠΟΛ 1091/2010, ισχύουν τα εξής:
Διευκρινίσεις αναφορικά με την έκδοση των αποδείξεων λιανικής πώλησης από πρατηριούχους για την εμπορία πετρελαίου κίνησης και βενζίνης με τη χρήση φορολογικών μηχανισμών του Ν. 1809/1988.
Αναφορικά με την έκδοση των αποδείξεων λιανικής πώλησης (Α.Λ.Π.) από πρατηριούχους για την εμπορία πετρελαίου κίνησης και βενζίνης με τη χρήση φορολογικών μηχανισμών του Ν. 1809/1988, είτε ενσωματωμένων στις αντλίες (που λειτουργούν δηλαδή αυτόματα με τη ροή του καυσίμου), είτε όχι, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:
1. Σε περίπτωση αποστολής λιανικώς πωληθέντος πετρελαίου κίνησης ή βενζίνης, στο εκδιδόμενο Δελτίο Αποστολής, θα αναγράφεται εκτός των άλλων και ο αύξων αριθμός της Α.Λ.Π.
2. Για τις μεμονωμένες (παράδοση από αντλία) χονδρικές πωλήσεις πετρελαίου κίνησης ή βενζίνης έως και τριακόσια (300) ευρώ ανά συναλλαγή γίνεται δεκτό να εκδίδεται σε κάθε περίπτωση Α.Λ.Π. για να διευκολυνθεί και η σύνδεση των αντλιών με φορολογικό μηχανισμό έκδοσης αποδείξεων. Η Α.Λ.Π. αυτή δεν αντικαθίσταται με τιμολόγιο, στο πίσω μέρος δε αυτής τίθεται η σφραγίδα του εκδότη της και αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας του εφοδιαζόμενου με καύσιμα οχήματος, οι δε λήπτες - επιτηδευματίες για τα φορολογικά τους δικαιώματα και υποχρεώσεις κάνουν χρήση των παραπάνω Α.Λ.Π. οι οποίες επέχουν θέση τιμολογίου.
3. Για τις μεμονωμένες χονδρικές πωλήσεις πετρελαίου κίνησης ή βενζίνης άνω των τριακοσίων (300) ευρώ ανά συναλλαγή, εκδίδεται σε κάθε περίπτωση Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής (Τ-ΔΑ), ή Δελτίο Αποστολής και Τιμολόγιο Πώλησης. Σε περίπτωση έκδοσης Τιμολογίου - Δελτίου Αποστολής ή Τιμολογίου σε «αντικατάσταση» απόδειξης λιανικής πώλησης η σχετική απόδειξη επισυνάπτεται στο πρωτότυπο Τ-ΔΑ ή Τιμολόγιο και παραδίδεται στον πελάτη - αγοραστή, από τον οποίο φυλάσσεται στη προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του Κ.Β.Σ.
4. Για τις επαναλαμβανόμενες χονδρικές πωλήσεις πετρελαίου και βενζίνης, εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις του Κ.Β.Σ. ( άρθρο 12 παράγραφος 2) (Σ.σ πλέον ΚΦΑΣ άρθρο 6 παρ. 2 ), ανεξαρτήτως της αξίας κάθε επιμέρους συναλλαγής.
5. Για τις πωλήσεις των ως άνω περιπτώσεων 3 και 4, εφόσον έχουν εκδοθεί και Α.Λ.Π., στα σχετικά Τ-ΔΑ ή Τιμολόγια κατά περίπτωση θα αναγράφεται η φράση «Εκδόθηκε σε αντικατάσταση της αριθμ. ή των αριθμ.......... .............. αποδείξεων λιανικής πώλησης», οι οποίες θα παραδίδονται στον αντισυμβαλλόμενο μαζί με το αντίτυπο του Τ-ΔΑ ή Τιμολογίου, ο οποίος υποχρεούται να τις διαφυλάσσει μαζί με αυτά, βάσει των διατάξεων του άρθρου 21 του Κ.Β.Σ.
6. Για τις ως άνω επίσης περιπτώσεις 3 και 4, δεδομένου ότι, με την έκδοση των αποδείξεων από το φορολογικό μηχανισμό, το ποσόν καταχωρείται στη φορολογική μνήμη και εμφανίζεται στο ημερήσιο δελτίο «Ζ», οι εγγραφές στα βιβλία γίνονται με το ημερήσιο δελτίο «Ζ», τα δε Τ-ΔΑ ή Τιμολόγια δεν καταχωρούνται σε λογαριασμούς εσόδων, αλλά σε ιδιαίτερες στήλες ή σε ιδιαίτερους λογαριασμούς μόνο για την παρακολούθηση άλλων υποχρεώσεων (π.χ. χαρακτηρισμός χονδροπωλητή ή λιανοπωλητή, υποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων τιμολογίων κ.λ.π.).
7. Δεν καταλογίζονται παραβάσεις και δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Ν. 2523/1997 στους αντισυμβαλλόμενους επιτηδευματίες για τις ανωτέρω περιγραφόμενες συναλλαγές και για όσα φορολογικά στοιχεία αξίας έχουν εκδοθεί, ληφθεί και διαφυλαχθεί, μετά την έναρξη ισχύος των νέων διατάξεων και μέχρι κοινοποίησης της παρούσας, εφόσον αυτά έχουν εκδοθεί, ληφθεί και διαφυλαχθεί με βάση τις προϊσχύουσες θέσεις της διοίκησης.

Περαιτέρω, στην παράγραφο 16 του άρθρου 6 του ΚΦΑΣ ορίζεται ότι:
“Εξομοιώνονται με τιμολόγια:
γ) Η απόδειξη λιανικής, στην οποία αναγράφεται γενική περιγραφή του είδους των αγαθών ή υπηρεσιών ή η γενική περιγραφή του είδους που προκύπτει από το αντικείμενο εργασιών που εμφανίζεται στα στοιχεία του εκδότη για τις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών καθώς και τις πωλήσεις μη εμπορεύσιμων αγαθών για τον αγοραστή υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών ή τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., αξίας κάθε συναλλαγής μέχρι εκατό (100) ευρώ.”, χωρίς να προβλέπεται πουθενά η συνέχεια της δυνατότητας που είχε δοθεί με την ΠΟΛ 1091/2010.

Στις διατάξεις του ΚΒΣ που ίσχυαν την εποχή που εκδόθηκε η εν λόγω ΠΟΛ, το όριο εξομοίωσης της ΑΛΠ με τιμολόγιο ήταν 50 ευρώ, αλλά παρόλα αυτά δόθηκε η δυνατότητα να εκδίδονται ΑΛΠ για χονδρικές συναλλαγές μέχρι τα 300 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω, άποψή μας είναι ότι οι διατάξεις της ΠΟΛ 1091/2010 δεν έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του νέου νόμου και κατά συνέπεια συνεχίζουν να ισχύουν.
Σε κάθε περίπτωση όμως, επειδή το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί, σας συνιστούμε να υποβάλλετε ένα γραπτό ερώτημα στο Υπουργείο Οικονομικών.

Η ομάδα της AST BOOKS.