Ερώτηση

81. Παρακαλώ όπως μου απαντήσετε στα παρακάτω ερωτήματα.
1. Ποια είναι τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και τον κατά μη κύριο επάγγελμα αγρότης;
2. Ποιες είναι οι υποχρεώσεις ως προς τον ΚΦΑΣ και την φορολογία εισοδήματος για την διάθεση των παραγόμενων αγροτικών προϊόντων από τον κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και τον κατά μη κύριο επάγγελμα αγρότης;
3. Τι στοιχειά υποχρεούνται να εκδώσουν για την διακίνηση των προϊόντων και οι δυο ανωτέρω κατηγορίες αγροτών;
4. Σε περίπτωση που οι εν λόγω αγρότες (κύριοι και μη ) θέλουν να στείλουν τα προϊόντα τους σε χώρα της ευρωπαϊκή ένωσης η τρίτη χώρα ποιες είναι οι υποχρεώσεις ως τον ΚΦΑΣ και εν γένει η όλη διαδικασία;

Απάντηση
Όσον αφορά το 1ο ερώτημά σας:
ΠΟΛ.1110/1995
1. Ποιοι θεωρούνται κατά κύριο επάγγελμα αγρότες
Αγρότης (γεωργός), κατά κύριο επάγγελμα θεωρείται, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στην 339899/5-4-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας για εφαρμογή του κανονισμού του Συμβουλίου 2328/91 ΕΟΚ, το φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι κάτοχος γεωργικής εκμετάλλευσης, (ιδιοκτήτης, μισθωτός ή αγρολήπτης της γεωργικής εκμετάλλευσης, εφόσον η μίσθωση ή η αγροληψία έχει συναφθεί εγγράφως), λαμβάνει τουλάχιστον το 50% του συνολικού του εισοδήματος από την απασχόληση του στη γεωργική εκμετάλλευση και απασχολείται αυτοπροσώπως και επαγγελματικά τουλάχιστον κατά το 50% του συνολικού χρόνου απασχόλησης του.
Συνεπώς, κατά κύριο επάγγελμα αγρότης είναι μόνο εκείνος που ασχολείται προσωπικά ή με μέλη της οικογένειας του σε κατά κύριο λόγο αγροτικές εκμεταλλεύσεις, έστω και αν συμπληρωματικά, λόγω του είδους και της έκτασης των καλλιεργειών χρησιμοποιεί και ξένους εργάτες. Ακόμη θεωρούνται ως απασχολούμενοι κατά κύριο επάγγελμα σε γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες η σύζυγος του γεωργού ή κτηνοτρόφου, εφόσον απασχολείται προσωπικά με γεωργικές εργασίες σε ιδιόκτητες ή μισθωμένες γεωργικές εκμεταλλεύσεις ή εκμεταλλεύεται τα κτήματα που της έχουν παραχωρηθεί δωρεάν από το σύζυγο της.
Επίσης, θεωρείται κατά κύριο επάγγελμα αγρότισσα, η σύζυγος που απασχολείται με την γεωργία σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και είναι ασφαλισμένη στον ΟΓΑ έστω και εάν συγχρόνως είναι ασφαλισμένη μόνο σε κλάδο υγείας του ασφαλιστικού φορέα του συζύγου της. Ακόμη, ως κατά κύριο επάγγελμα αγρότης θεωρείται και ο μισθωτής ή αγρολήπτης (σέμπρος) της γεωργικής εκμετάλλευσης, εφόσον η μίσθωση ή η αγροληψία έχει συναφθεί εγγράφως και κατατεθεί στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία. Ειδικά για το οικον. έτος 1995 εφόσον δεν υπάρχουν τα συμφωνητικά αυτά, θα συνυποβάλλονται υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986 στις οποίες θα δηλώνονται τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος.
Σημειώνεται ότι όπως έχει γίνει δεκτό από τη διοίκηση του Υπουργείου Οικονομικών (σχετ. 1091717/Α0012/23-9-1992 και 1018050/ ΠΟΛ. 1042/1993 διαταγές) η συνταξιοδότηση του αγρότη από τον ΟΓΑ μετά το 65ο έτος της ηλικίας τους λόγω γήρατος καθώς και η συνταξιοδότηση αυτού λόγω αναπηρίας, δεν αναιρεί την ιδιότητα του, ως αγρότη, εφόσον βεβαίως εξακολουθεί αυτός και μετά τη συνταξιοδότηση του να ασκεί τη σχετική δραστηριότητα. Η κρίση, σχετικά με το αν το πρόσωπο αυτό ασχολείται, μετά τη συνταξιοδότηση του από τον ΟΓΑ με γεωργικές εκμεταλλεύσεις, ως θέμα πραγματικό ανήκει στον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ.
Διευκρινίζεται ότι η τυχόν απόκτηση, από τον κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, εισοδήματος, που δεν προέρχεται από την άσκηση της γεωργικής εκμετάλλευσης (όπως ενοίκια ακινήτων, μερίσματα μετοχών ανωνύμων εταιριών κ.λπ.), ανεξαρτήτως του ύψους αυτού του εισοδήματος, δεν ασκεί επίδραση στο χαρακτηρισμό του φορολογουμένου ως κατά κύριο επάγγελμα αγρότη.
Επίσης διευκρινίζεται ότι, ο πιο πάνω θεωρούμενος ως κατά κύριο επάγγελμα αγρότης δεν χάνει την ιδιότητα του αυτή αν περιστασιακά απασχοληθεί για λιγότερο από 6 μήνες και σε άλλες εργασίες μη αγροτικές, έστω και αν απαιτείται για αυτό το διάστημα ασφάλιση σε άλλο ασφαλιστικό φορέα, εφόσον βέβαια εξακολουθεί να είναι ασφαλισμένος και στον ΟΓΑ.
Δεν θεωρούνται κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, έστω και αν αποκτούν εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις:
α) Οι αγρότες που έχουν συνταξιοδοτηθεί πρόωρα, εκτός εκείνων που έχουν πρόωρα συνταξιοδοτηθεί λόγω αναπηρίας.
β) Τα πρόσωπα που ασχολούνται σε εξωγεωργικά επαγγέλματα όπως π.χ. δημόσιοι υπάλληλοι, έμποροι, ελεύθεροι επαγγελματίες, υπάλληλοι ΝΠΔΔ, ή ΝΠΙΔ, μισθωτοί ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, συνταξιούχοι στο ΙΚΑ, συνταξιούχοι των παραπάνω κατηγοριών και λοιποί επιτηδευματίες.
γ) Εκείνοι, που απλώς διευθύνουν ή επιβλέπουν τις εργασίες της γεωργικής επιχείρησης ή έχουν τον κίνδυνο της επιχείρησης, χωρίς να απασχολούνται με την γεωργία, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν.

Ερώτημα 2

Ποιες είναι οι υποχρεώσεις ως προς τον ΚΦΑΣ και την φορολογία εισοδήματος για την διάθεση των παραγόμενων αγροτικών προϊόντων από τον κατά κύριο επάγγελα αγρότης και τον κατά μη κύριο επάγγελμα αγρότης ;

Αλλά πρόσωπα μη υπόχρεα εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.ΑΣ. είναι:
α) Ο αγρότης του ειδικού καθεστώτος των διατάξεων των άρθρων 41 και 42 του Φ.Π.Α. και το εισόδημά του από την άσκηση της δραστηριότητάς του αυτής προσδιορίζεται στη Φορολογία Εισοδήματος με αντικειμενικό τρόπο. Έτσι υπόχρεοι εφαρμογής είναι ο αγρότης:
αα) του κανονικού καθεστώτος συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προαιρετικά επέλεξαν το καθεστώς αυτό
αβ) αυτός που πωλεί τα αγαθά του στη λαϊκή αγορά και μόνο για την πώληση αυτή
β) ο συγγραφέας και ο εισηγητής δημόσιος ή ιδιωτικός υπάλληλος ή συνταξιούχος, εφόσον βέβαια δεν είναι υπόχρεος εφαρμογής του Κ.Φ.Α.Σ. για άλλη δραστηριότητα.
Νέοι υπόχρεοι εφαρμογής του Κ.Φ.ΑΣ.
Με τις διατάξεις Κ.Φ.Α.Σ. είναι υπόχρεοι εφαρμογής του ορισμένα πρόσωπα που με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Κ.Β.Σ. δεν χαρακτηρίζονταν ως επιτηδευματίες. Τα πρόσωπα αυτά είναι:
α) Το φυσικό πρόσωπο που συστηματικά παρέχει υπηρεσίες σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ.) και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Ν. 2859/2000 (Φ.Ε.Κ. 248 Α΄) δεν θεωρείται ότι ασκεί δραστηριότητα υπαγόμενη στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας
β) Το φυσικό πρόσωπο που συνδέεται με σχέση μίσθωσης έργου με φορέα εκτέλεσης ερευνητικού έργου το οποίο χρηματοδοτείται ή επιχορηγείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον το εισόδημά του φορολογείται στη Ζ1 πηγή. Εάν φορολογείται στη Ζ3 πηγή τότε μπορεί να εφαρμόζονται οι διατάξεις της προαναφερόμενης παραγράφου 2, εφόσον καλύπτονται οι προϋποθέσεις που ορίζονται από αυτές.
γ) Οι παραπάνω αναφερόμενοι αγρότες. Τα παραπάνω πρόσωπα που από 1/1/2013 είναι υπόχρεα, για πρώτη φορά, εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Φ.Α.Σ. πρέπει κατ΄ αρχήν να υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών. Για τη διευκόλυνση των υπόχρεων αυτών η δήλωση έναρξης εργασιών στο τμήμα μητρώου μπορεί να υποβληθεί εμπρόθεσμα μέχρι τον χρόνο έκδοσης του πρώτου φορολογικού στοιχείου προς τον αντισυμβαλλόμενο και όχι πέραν του χρόνου υποβολής της δήλωσης Φ.Π.Α.

Όσον αφορά τις φορολογικές υποχρεώσεις των αγροτών , τον τρόπο προσδιορισμού του εισοδήματος τους , τις  εκπτώσεις του εισοδήματος από γεωργικές επιχειρήσεις , Απαλλαγές του εισοδήματος από γεωργικές επιχειρήσεις  σας απαραπέμπουμε σττα άρθρα 40 έως και 44 του Κωδικα Φορολογίας  Εισοδήματος.
Συνοπτικά σας αναφέρουμε πως το φορολογητέο εισόδημα των αγροτών  προσδιορίζεται τόσο με την αντικειμενική μέθοδο όσο και με τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από τα βιβλία και στοιχεία των υπόχρεων με πολλαπλασιασμό τους με ειδικούς κατά κλάδο εκμεταλλεύσεων συντελεστές καθαρού κέρδους. Το μεγαλύτερο ποσό φορολογητέου εισοδήματος που θα προκύψει θα υπαχθεί σε φορολογία.

Όσον αφορά το 3ο ερώτημα σας και με βάση όσον προβλέπονται από τις διατάξεις τις ΠΟΛ1004/2013 και βεβαίως του Ν.4093/2012
3. Δελτίο αποστολής εκδίδεται και από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., εφόσον διακινούν οπωρολαχανικά, νωπά αλιεύματα, άνθη και φυτά για πώληση απευθείας ή μέσω τρίτων, για επεξεργασία ή συσκευασία, ανεξάρτητα από το χρησιμοποιούμενο μεταφορικό μέσο. Για τα λοιπά αγροτικά προϊόντα εκδίδουν δελτία αποστολής μόνον, όταν τα διακινούν με δημόσιας χρήσης μεταφορικά μέσα και για τις αιτίες που προαναφέρονται.
1. Για την πώληση αγαθών για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου και την παροχή υπηρεσιών από υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών σε άλλο υπόχρεο, σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή σε πρόσωπα εκτός της χώρας, για την άσκηση του επαγγέλματός τους ή την εκτέλεση του σκοπού τους, κατά περίπτωση, εκδίδεται τιμολόγιο, τουλάχιστον διπλότυπο.
4. Καταργείται το καθεστώς τιμολόγησης αγοράς, από αγρότες - παραγωγούς του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., που θεσπίστηκε με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 21α του Ν. 3842/2010 (έκδοση, σε κάθε περίπτωση αγοράς από τα πρόσωπα αυτά, τιμολογίου - δελτίου αποστολής συνενωμένου) και επαναφέρεται το προϊσχύον αυτού καθεστώς.
Προϋπόθεση για την έκδοση τιμολογίου είναι, ο εκδότης να είναι υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και ο αντισυμβαλλόμενος ομοίως υπόχρεος ή αγρότης του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ.) και η συναλλαγή να αφορά στην άσκηση του επαγγέλματος τους ή στην εκτέλεση του σκοπού τους κατά περίπτωση.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, αφορούν την τιμολόγηση επί αγοράς αγροτικών προϊόντων, από αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α.
Υπόχρεοι έκδοσης του τιμολογίου αγοράς αγροτικών προϊόντων, είναι:
• Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών
• Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κ.Φ.Α.Σ. (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα κ.λπ.).
Χρόνος έκδοσης του τιμολογίου αυτού, είναι ο προβλεπόμενος από τις κατ΄ ιδίαν διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου 6.
Αναφορικά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 διευκρινίζονται και τα εξής:
α) Καταργείται το καθεστώς που εισήγαγαν οι διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 21α του Ν. 3842/2010 και κατά συνέπεια δεν είναι πλέον υποχρεωτική η άμεση έκδοση Τιμολογίου - Δελτίου Αποστολής για την αγορά αγροτικών προϊόντων από πρόσωπα που τα παράγουν, μπορεί δηλαδή να εκδοθούν διακριτά Δελτίο Αποστολής και να ακολουθήσει η έκδοση του τιμολογίου αγοράς αγροτικών προϊόντων.
β) Στις επαναλαμβανόμενες αγορές αγροτικών προϊόντων, εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα με την παράγραφο 2 του άρθρου 6.
δ) Το τιμολόγιο αγοράς αγροτικών προϊόντων, από 1.1.2013 παύει να εκδίδεται θεωρημένο σε κάθε περίπτωση (πλην της έκδοσης του συνενωμένου με Δ.Α.), βάσει των μεταβατικών διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Α.Σ..

Όσον αφορά το 4ο ερώτημα σας, σύμφωνα με το ν. 2859/2000 ισχύουν τα εξής:
Αρθρο 41.
 Ειδικό καθεστώς αγροτών

1.Οι αγρότες, για την παράδοση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και για την παροχή αγροτικών υπηρεσιών, υπάγονται στο καθεστώς του άρθρου αυτού και δικαιούνται να ζητήσουν την επιστροφή του φόρου του παρόντος νόμου που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποίησαν για την άσκηση της εκμετάλλευσης τους.

2. Η επιστροφή του φόρου ενεργείται από το Δημόσιο με καταβολή στον αγρότη ποσού, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή κατ' αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%), στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών του Παραρτήματος IV του παρόντος προς άλλους υποκείμενους στο φόρο, εκτός των αγροτών που υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου. Για την πραγματοποίηση της επιστροφής αυτής υποβάλλεται δήλωση - αίτηση επιστροφής.
Ειδικά για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων δικής τους παραγωγής που πραγματοποιούνται από αγρότες του παρόντος άρθρου από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή εξάγονται ή παραδίδονται σε άλλο κράτος - μέλος της Ε. Ε., η επιστροφή πραγματοποιείται με την εφαρμογή κατ' αποκοπή συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) στην αξία των εν λόγω πωλήσεων, όπως αυτή προκύπτει από το τηρούμενο βιβλίο εσόδων εξόδων.
Για την παράδοση αγροτικών προϊόντων από την αγροτική εκμετάλλευση στην εμπορική δραστηριότητα που περιγράφεται στο προηγούμενο εδάφιο εκδίδεται ειδικό στοιχείο που περιλαμβάνει το είδος, την ποσότητα, την ποιότητα και την κανονική αξία των παραδιδόμενων αγαθών, όπως αυτή ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, ως αξία των παραδιδομένων προϊόντων ή των παρεχομένων υπηρεσιών, λαμβάνεται αυτή που προκύπτει από τα οικεία νόμιμα παραστατικά.
Σε περίπτωση παράδοσης αγροτικών προϊόντων από τρίτους υποκείμενους στο φόρο, για λογαριασμό των παραγωγών αγροτών, η παραπάνω αξία λαμβάνεται χωρίς φόρο και προμήθεια.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 30, 31, 32, 36 και 38 δεν εφαρμόζονται για τους αγρότες που υπάγονται στο καθεστώς του άρθρου αυτού.

4.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στους αγρότες που:
 α) ασκούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και παρέχουν τις αγροτικές υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 42, με τη μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου ή αγροτικών συνεταιρισμών,
 β) πωλούν αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους, ύστερα από επεξεργασία που μπορεί να προσδώσει σε αυτά χαρακτήρα βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων,
 γ) ασκούν παράλληλα και άλλη οικονομική δραστηριότητα, για την οποία έχουν υποχρέωση να τηρούν βιβλία δεύτερης ή ανώτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τους αγρότες που πωλούν προϊόντα δικής τους παραγωγής από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις προς άλλο κράτος  μέλος, καθώς και για τους αγρότες οι οποίοι εντάσσονται στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, σύμφωνα με το ν. 3874/2010 (ΦΕΚ 151 Α΄) και ασχολούνται με τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW ή τη λειτουργία αγροτουριστικών μονάδων έως 10 δωματίων.

5.Οι αγρότες της παραγράφου 4 εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς του φόρου για τις δραστηριότητες αυτές.
 Ειδικά για τους αγρότες της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4, η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία θα εφαρμοστεί η τήρηση βιβλίου εσόδων εξόδων στους εμπόρους που πραγματοποιούν τις ίδιες δραστηριότητες.
 Για την ένταξη στο κανονικό καθεστώς υποβάλλεται δήλωση έναρξης ή μεταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 36.

6....................

7.Οι αγρότες μπορούν να μετατάσσονται από το ειδικό καθεστώς του άρθρου αυτού στο κανονικό με δήλωσή τους που υποβάλλεται στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ.. Στην περίπτωση που η μετάταξη πραγματοποιείται από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου, η δήλωση υποβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη αυτής και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν από την πάροδο πενταετίας. Στην περίπτωση που η μετάταξη πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής περιόδου, ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία υποβάλλεται η δήλωση και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει από την έναρξη της επόμενης από τη μετάταξη διαχειριστικής περιόδου.
 Μετάταξη από το κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου στο ειδικό καθεστώς αγροτών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από την έναρξη διαχειριστικής περιόδου με υποβολή δήλωσης στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη αυτής.

8.Οι μετατασσόμενοι είναι υποχρεωμένοι να συντάσσουν, σε θεωρημένες από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. καταστάσεις, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μετάταξη, απογραφή που να περιλαμβάνει:
α) τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων, στα οποία περιλαμβάνονται όσα έχουν συλλεχθεί, οι ηρτημένοι καρποί και οι καλλιέργειες που βρίσκονται σε εξέλιξη, κατά συντελεστή του κατ'αποκοπή φόρου,
β) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής, όπως σπόρων, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, ζωοτροφών και λοιπών συναφών, κατά συντελεστή φόρου,
γ) τα αγαθά επένδυσης, εφόσον είναι χρησιμοποιήσιμα για τους σκοπούς της επιχείρησης και δεν παρήλθε η πενταετής περίοδος του διακανονισμού.
Τα αποθέματα των πιο πάνω περιπτώσεων β' και γ' απογράφονται σε τιμές κόστους.

9.Τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων θεωρούνται:
α) ως αγορές του κανονικού καθεστώτος απόδοσης του φόρου, σε τιμή πώλησης κατά το χρόνο της μετάταξης, με δικαίωμα να εκπέσουν τον κατ'αποκοπή φόρο, στην περίπτωση που γίνεται μετάταξη από το καθεστώς των αγροτών στο κανονικό καθεστώς,
β) ως παράδοση αγαθών σε τιμή πώλησης, υποκείμενη στο φόρο με τον κατ'αποκοπή συντελεστή, στην περίπτωση που γίνεται μετάταξη από το κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου στο καθεστώς των αγροτών.

10.Σε περίπτωση μετάταξης από το ειδικό καθεστώς των αγροτών στο κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου , οι μετατασσόμενοι δικαιούνται να εκπέσουν το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί:
α) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής,
β) τα αγαθά επένδυσης, κατά το μέρος του φόρου που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη της πενταετούς περιόδου διακανονισμού.

11.Σε περίπτωση μετάταξης από το κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου στο καθεστώς των αγροτών, οι μετατασσόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί:
α) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής,
β) τα αγαθά επένδυσης, κατά το μέρος τους που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη του διακανονισμού της πενταετούς περιόδου.

12.Για τα απογραφόμενα αγαθά που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 8, υποβάλλεται, μέσα σε δύο (2) μήνες, από τη μετάταξη, δήλωση που περιλαμβάνει την αξία των αποθεμάτων και το φόρο που εκπίπτεται ή καταβάλλεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των πιο πάνω παραγράφων 9, 10 και 11.
Ο φόρος αυτός καταβάλλεται ή εκπίπτεται, κατά περίπτωση, με την πιο πάνω δήλωση για την οποία εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 38.

13.Στην πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου, οι αγρότες μπορούν με δήλωση έναρξης, που υποβάλλεται στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την έναρξη ισχύος του, να υπαχθούν στο κανονικό καθεστώς.
Οι αγρότες που αρχίζουν για πρώτη φορά τις εργασίες τους και επιθυμούν να υπαχθούν στο κανονικό καθεστώς υποβάλλουν δήλωση έναρξης μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την έναρξη των αγροτικών εργασιών τους.

14.Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού μπορεί να ορίζεται ότι η επιστροφή του φόρου στους αγρότες ενεργείται για λογαριασμό του Δημοσίου από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζεται ότι η επιστροφή του φόρου ενεργείται από τον αγοραστή των αγροτικών προϊόντων ή το λήπτη των αγροτικών υπηρεσιών.

15.Με αποφάσεις επίσης του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται:
α) τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εκκαθάριση και την απόδοση του επιστρεπτέου φόρου,
β) ο τύπος και το περιεχόμενο του ειδικού στοιχείου που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 6,
γ) ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης μετάταξης που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 7 και της δήλωσης αποθεμάτων που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 12, καθώς επίσης και τα συνυποβαλλόμενα με αυτές στοιχεία.

Αρθρο 42.
Αγρότες, αγροτικά προϊόντα, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και υπηρεσίες

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 θεωρούνται:
1.Ως αγρότες, αυτοί που ασκούν προσωπικά ή μετά μέλη της οικογένειας τους ή με μισθωτούς ή εργάτες τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4.

2.Ως αγροτικά προϊόντα, τα αγαθά που παράγονται από τους αγρότες στα πλαίσια των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων.

3.Ως αγροτικές εκμεταλλεύσεις:
α) η γεωργία γενικά και ιδίως η καλλιέργεια δημητριακών, κηπευτικών, καπνού, βαμβακιού, οπωροφόρων και καρποφόρων δέντρων, αρωματικών και διακοσμητικών φυτών, η αμπελουργία, η ανθοκομία, η παραγωγή μανιταριών, μπαχαρικών, σπόρων και φυτών,
β) η εκτροφή ζώων γενικά, στην οποία περιλαμβάνονται ιδίως η κτηνοτροφία, η πτηνοτροφία, η κονικλοτροφία, η μελισσοκομία, η σηροτροφία και η σαλιγκαροτροφία,
γ) η δασοκομία γενικά,
δ) η αλιεία σε γλυκά νερά, η ιχθυοτροφία, η βατραχοτροφία, η καλλιέργεια μυδιών, στρειδιών και η εκτροφή μαλακίων και μαλακοστράκων,
ε) οι μεταποιητικές δραστηριότητες του αγρότη, που πραγματοποιούνται με συνήθη μέσα, στα πλαίσια των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, σε προϊόντα τα οποία προέρχονται κατά κύριο λόγο από την αγροτική του παραγωγή.

4.Ως αγροτικές υπηρεσίες, οι παρεχόμενες από τους αγρότες με χειρωνακτική εργασία ή με το συνήθη εξοπλισμό της εκμετάλλευσης τους, οι οποίες συμβάλλουν στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων.
Στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται κυρίως:
α) οι εργασίες σποράς και φύτευσης, καλλιέργειας, θερισμού, αλωνίσματος, δεματοποίησης, περισυλλογής και συγκομιδής,
β) οι εργασίες προπαρασκευής για την πώληση προϊόντων, όπως η διαλογή, η ξήρανση, ο καθαρισμός, η άλεση, η έκθλιψη, η απολύμανση, η συσκευασία και η αποθήκευση,
γ) η φύλαξη, η πάχυνση και η εκτροφή ζώων,
δ) η μίσθωση μηχανικών μέσων και εξοπλισμού γενικά, που χρησιμοποιούνται στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις,
ε) η τεχνική βοήθεια,
στ) η καταπολέμηση επιβλαβών φυτών και ζώων, καθώς και ο ψεκασμός φυτών και εδάφους,
ζ) η χρησιμοποίηση αρδευτικών, αποξηραντικών μέσων και εξοπλισμού,
η) η υλοτομία, η κοπή ξύλων, καθώς και άλλες δασοκομικές υπηρεσίες.

 

 

Η ομάδα της AST BOOKS.