Ερώτηση

12ΑΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕ ΜΕ ΤΗΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΠΩΛΗΣΗ ΚΑΙ SERVICE ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΝΑ ΧΟΡΗΓΗΣΕΙ ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΗΣ.
1) ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΚΔΩΣΕΙ ΔΙΠΛΟΤΥΠΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΔΑΠΑΝΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 15 ή ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΣΥΝΤΑΞΕΙ ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΟΕΠΩΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ;
2)Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΗΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΧΡΙ 30 ΕΥΡΩ;
3)ΑΝ ΕΚΔΩΣΕΙ ΔΙΠΛΟΤΥΠΗ ΑΠΟΔΕΞΗ ΔΑΠΑΝΗΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΩΣΕΙ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΦΟΡΟ 20% ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟ 3,6%;
4) ΑΠΟ ΑΠΟΨΗ Φ.Π.Α. ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΕΜΑ;
5) Η ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΩΝ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΜΙΣΘΩΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΡΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΟΘΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ;

Απάντηση

Όσον αφορά το πρώτο ερώτημά σας:
Σύμφωνα με την Α.Υ.Ο. Σ.3660/310/ΠΟΛ.375/28.12.1987, ισχύει ότι

1. Έχει παρατηρηθεί ότι πολλές επιχειρήσεις με την ευκαιρία των εορτών ή σε άλλες περιπτώσεις παρέχουν στο προσωπικό τους το δικαίωμα να αγοράσουν από συμβεβλημένα μ' αυτές καταστήματα, αγαθά ορισμένης αξίας, χορηγώντας σ' αυτούς ειδικά έντυπα, τα οποία έχει επικρατήσει να ονομάζονται "διατακτικές".

Την αξία που αντιπροσωπεύουν οι "διατακτικές" καταβάλλουν στον πωλητή των αγαθών οι επιχειρήσεις που τις εξέδωσαν με βάση σχετική συμφωνία.

2. Για την ομοιόμορφη αντιμετώπιση των περιπτώσεων αυτών, διευκρινίζουμε ότι:

α) Τα καταστήματα πώλησης των αγαθών που δέχονται τις προαναφερόμενες "διατακτικές", κατόπιν σχετικής συμφωνίας με τις επιχειρήσεις που τις εκδίδουν, πρέπει για τα πωλούμενα απ' ευθείας αγαθά στο προσωπικό των επιχειρήσεων αυτών να εκδίδουν αποδείξεις λιανικής πώλησης, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 18 του Κ.Φ.Σ.

β) Οι επιχειρήσεις που χορηγούν στο προσωπικό τους τις πιο πάνω "διατακτικές" και καταβάλλουν την αξία των αγαθών που αγοράζονται με αυτές στα καταστήματα πώλησης, πρέπει να εκδίδουν αποδείξεις επαγγελματικών δαπανών ή να καταρτίζουν ονομαστική κατάσταση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24 (παρ. 1) του Κ.Φ.Σ.,( Π.Δ. 186/1992 Κ.Β.Σ. – άρθρο 15 ) όπου θα αναγράφουν, εκτός των άλλων για τη διευκόλυνση των ιδίων, αλλά και τον έλεγχον, και τα συμβεβλημένα μ' αυτές καταστήματα.

γ) Για τις παραπάνω συναλλαγές δεν απαιτείται και η έκδοση τιμολογίου πώλησης από τα καταστήματα πώλησης των αγαθών προς τις επιχειρήσεις που εκδίδουν τις "διατακτικές" και καταβάλλουν την αξία που αυτές αντιπροσωπεύουν.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το Π.Δ. 186/1992 Κ.Β.Σ. – άρθρο 15 παράγραφος 4, ορίζεται  ότι:
Όταν καταβάλλονται μισθοί, ημερομίσθια, ή άλλες παροχές σε μισθωτούς δύναται, αντί της έκδοσης απόδειξης δαπάνης, να συντάσσεται κατάσταση στην οποία υπογράφουν οι δικαιούχοι για τα ποσά που λαμβάνουν. Επί καταβολής μισθών και ημερομισθίων με τη μεσολάβηση τράπεζας δεν απαιτείται υπογραφή της κατάσταση, εφόσον υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση των δικαιούχων της αμοιβής, που δίδεται μία φορά με ταυτόχρονη εντολή προς την τράπεζα για πίστωση συγκεκριμένου λογαριασμού.

Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημά σας
Σύμφωνα με την A ρ.Πρωτ.: 1064535/495/0015/18.7.2006, ισχύει ότι:
Ο περιορισμός της αξίας των 30 ευρώ ανά δώρο που προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 15 του ΚΒΣ αφορά την παράδοση δώρων σε υλική μορφή και όχι την εκούσια έντυπη έκδοση εγγράφου για μη απαίτηση ανταλλάγματος από τον κομιστή αυτού, όπως είναι οι δωροεπιταγές. Εξάλλου, η έκδοση απόδειξης δαπάνης στην προαναφερθείσα περίπτωση εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο φορολογιστικές ανάγκες (αναγνώριση δαπανών, καταχώριση εξόδων κ.λ.π.) δεδομένου ότι, κατά την παράδοση των αγαθών εκδίδεται απόδειξη λιανικής πώλησης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του Κ.Β.Σ. Συνεπώς, η επιχείρησή σας μπορεί να συντάσσει κατάσταση με τα στοιχεία των προσώπων που λαμβάνουν δωροεπιταγές κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 15 και για ποσά άνω των 30 ευρώ, αντί να εκδίδει διπλότυπη απόδειξη δαπάνης για κάθε μία δωροεπιταγή χωριστά δεδομένου ότι, με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο σκοπός χάριν του οποίου υφίστανται και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 του Κ.Β.Σ.
Τα παραπάνω αφορούν χορήγηση δωροεπιταγών από επιχειρήσεις σε πελάτες τους. Για τη χορήγηση δωροεπιταγών από επιχειρήσεις στο προσωπικό τους δεν υπάρχει κανένας περιορισμός.

Όσον αφορά το τρίτο ερώτημά σας

Σύμφωνα με το άρθρο 45 του Ν. 2238/1994, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και γενικά από κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους.

Ειδικότερα, στα εισοδήματα αυτά περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες παροχές:
α) η αξία των αγαθών που αντιπροσωπεύουν οι χορηγούμενες "δωροεπιταγές".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 58 του Ν. 2238/1994 οι υπόχρεοι να διενεργούν παρακράτηση φόρου, όταν για την επαγγελματική τους εξυπηρέτηση ή για την εκτέλεση του σκοπού τους καταβάλλουν σε τρίτους,  προμήθειες, μεσιτείες, αμοιβές ή άλλες κάθε είδους παροχές μη έμμισθης υπηρεσίας, ενοίκια αυτοκινήτων, μηχανημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων, εφόσον σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ορίζεται από το π.δ. 186/1992 (αγορά από ιδιώτες κτλ), η έκδοση θεωρημένου αποδεικτικού στοιχείου από το δικαιούχο των αμοιβών αυτών, οφείλουν να παρακρατούν κατά την καταβολή της αμοιβής φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο ακαθάριστο ποσό αυτής, ακόμη και αν τους πληρώνουν με απόδειξη δαπάνης.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω από τη στιγμή που οι δωροεπιταγές αναγνωρίζονται σαν εισόδημα από  μισθωτές υπηρεσίες, δεν υπάρχει η υποχρέωση παρακράτησης του 20%, ακόμη και αν πληρώνονται με απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης.

Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημά σας
 Σύμφωνα με το άρθρο 45 του Ν. 2238/1994, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και γενικά από κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους.
Ειδικότερα, στα εισοδήματα αυτά περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες παροχές:
α) η αξία των αγαθών που αντιπροσωπεύουν οι χορηγούμενες "δωροεπιταγές".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2859/2000, δε θεωρείται ότι ασκούν οικονομική δραστηριότητα κατά τρόπο ανεξάρτητο οι μισθωτοί και λοιπά φυσικά πρόσωπα, τα οποία συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εργασίας ή με οποιαδήποτε άλλη νομική σχέση που δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης, όσον αφορά τους όρους εργασίας ή την αμοιβή και συνεπάγεται την ευθύνη του εργοδότη.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η παροχή δωροεπιταγών στο προσωπικό της επιχείρησής σας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ.

Όσον αφορά το πέμπτο ερώτημά σας
Σύμφωνα με την απόφαση 1089/2009 του Συμβουλίου Της Επικρατείας, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται σε πάσης φύσεως αποδοχές και παροχές των μισθωτών. Οικειοθελείς,Πρίμ παραγωγής,Bonus, δωροεπιταγές ή άλλες παροχές που δεν δίδονται ως αντάλλαγμα της εργασίας υπόκεινται σε εισφορές. Εξαιρούνται μόνο οι παροχές που αναφέρονται περιοριστικά στο εδ. α της παρ.1 του άρθρου 17 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ.(δώρα λόγω γάμου, δώρα γεννήσεως τέκνου,βοηθήματα στην οικογένεια θανόντος ασφαλισμένου).
Πιο αναλυτικά, ως αποδοχές, επί των οποίων υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές, θεωρούνται οι πάσης φύσεως χρηματικές ή σε είδος παροχές του εργοδότη προς τον μισθωτό, έστω και αν οι παροχές αυτές δεν δίδονται αμέσως ως αντάλλαγμα της εργασίας που προσφέρει ο μισθωτός, αλλά χορηγούνται σε αυτόν από τον εργοδότη οικειοθελώς και από ελευθεριότητα. Εξαιρούνται μόνον οι έκτακτες παροχές κοινωνικού χαρακτήρα που απαριθμούνται περιοριστικά στο ανωτέρω εδ. α' της παρ. 1 του άρθρου 17 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α., δηλαδή, δώρα λόγω γάμου του ασφαλισμένου ή των τέκνων του, γεννήσεως τέκνων του ασφαλισμένου και βοηθήματα στην οικογένεια θανόντος ασφαλισμένου. Κατ' ακολουθία αυτών, υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές η οποιασδήποτε φύσεως χρηματική ή σε είδος παροχή, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη για την επιβράβευση της αποδοτικότητας των μισθωτών (πριμ παραγωγής), έστω και αν η παροχή αυτή δίδεται από ελευθεριότητα του εργοδότη, ο οποίος επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει μονομερώς.