.

ΑΡΙΘΜΟΣ 845/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη) για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της Α973/2011, αποφάσεως του Τριμελές Εφετείου Ναυπλίου, με συγκατηγορούμενους τους Ν. Τ. και Σ. Η. και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Βάϊα Παπακωνσταντίνου.

Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1415/2011.

Αφού άκουσε

Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του προϊσχύσαντος του χρόνου τελέσεως της ένδικης πράξεως ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Στο άρθρο δε 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους α) ... β) ... γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Περαιτέρω, με το ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος", οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία, και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο καταναλώσεως στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο ν. 2127/1993 "Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε ότι "επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1, "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά το άρθρο 51 παρ. 1, "η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στο πακέτο ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους ...". Κατά το άρθρο 67, "1. ... 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα - άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και για τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα τσιγάρα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη, χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Επίσης, ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ ζ του άρθρου 100 του ν. 1165/1918), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 187§5 του ΠΚ, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλ. συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) προς διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Επομένως, είναι δυνατή η συγκρότηση συμμορίας για την τέλεση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, αφού με αυτό επιδιώκεται οικονομικό όφελος, τα δε δύο εγκλήματα (της λαθρεμπορίας και της συμμορίας) συρρέουν αληθώς. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (και το συγκατηγορούμενό του Ν. Τ.) λαθρεμπορίας από κοινού και συμμορίας και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό χρόνο και τόπο περιήλθε στο Α.Τ. Ερμιόνης Αργολίδας πληροφορία ότι θα ελάμβανε χώρα παράνομη διακίνηση λαθραίων τσιγάρων. Στις 19.2.2004 εντοπίστηκε το με αρ. ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο με οδηγό τον Ν. Τ. (συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος), ο οποίος μετά από καταδίωξη εγκατέλειψε το φορτηγό γεμάτο με 324.000 πακέτα των 20 τσιγάρων μάρκας SOVEREIGN. Την επόμενη ημέρα βγήκε στο δημόσιο δρόμο ο παραπάνω οδηγός τραυματισμένος, ο οποίος ανέφερε ότι δεν γνώριζε για το επίδικο φορτίο. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός .... Την ίδια ημερομηνία βρέθηκε εγκαταλελειμμένο το με αρ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μάρκας VOLVO που περιείχε τις ποσότητες λαθραίων τσιγάρων που αναφέρεται στο διατακτικό, ως και το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES που περιείχε τις αναφερόμενες στο διατακτικό αντίστοιχα ποσότητα λαθραίων τσιγάρων. Τα ως άνω φορτηγά έφεραν λαθραίες πινακίδες, τα δε τσιγάρα δεν έφεραν την επίσημη ταινία του Υπουργείου Οικονομικών με αποτέλεσμα το Δημόσιο να ζημιωθεί από μη καταβολή αναλογούντων δασμών ύψους 2.210.260,96 € ... . Ο α' κατηγορούμενος βάσει των ανωτέρω κρίνεται ένοχος των πράξεων της λαθρεμπορίας ... και της σύστασης και συμμορίας, όπως στο διατακτικό, αφού αυτός κατά χρόνο που δεν μπορεί να εξακριβωθεί, πάντως έως 19.2.2004 με άλλα πρόσωπα συμφώνησε να διαπράξει το έγκλημα της λαθρεμπορίας κατ' επάγγελμα. Κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε στο δικαστήριο στην ομάδα των προσώπων που ενώθηκε και συμφώνησε να διαπράξει το πλημμέλημα της κατοχής και εισαγωγής στην Ελλάδα των λαθραίων τσιγάρων στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, συμμετείχε και ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Τ. καθώς και άλλα περισσότερα του ενός πρόσωπα που δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθούν, περιλαμβάνεται και ο τρίτος κατηγορούμενος Ε. Μ. (αναιρεσείων). Αυτός υπηρετούσε ως αστυνομικός στο Α.Τ. Κρανιδίου στην περιφέρεια του οποίου επρόκειτο να γίνει η εκφόρτωση από πλοίο, φόρτωση στα φορτηγά που αναφέρονται στο διατακτικό και μεταφορά μέσω των οδών του Νομού Αργολίδας σε άλλες περιοχές της Ελλάδας των λαθραίων τσιγάρων που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό, και γι' αυτό η συμμετοχή του ήταν αναγκαία για την κατά το δυνατόν ασφαλέστερη για τους λαθρεμπόρους διενέργεια των ανωτέρω παράνομων πράξεων. Έτσι ο Ε. Μ. χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητο του σε προγενέστερο χρόνο μετέβη στο ιχθυοτροφείο της SEA FARM ιδιοκτησίας Α. Λ. και έδωσε 3.000 € στον εκεί εργαζόμενο αλλοδαπό V. G. προκειμένου αυτός να φύγει από το χώρο του ιχθυοτροφείου και να γίνει από εκεί η εκφόρτωση από το πλοίο και φόρτωση στα φορτηγά των λαθραίων τσιγάρων, όπως και πράγματι έγινε, ο δε Ε. Μ. συμμετείχε στη διαδικασία αυτή μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο Ν. Τ. και άλλα μη εντοπισθέντα πρόσωπα που πάντως ήταν περισσότερα του ενός και επομένως με πρόθεση είχε στην κατοχή του από κοινού με αυτούς τα λαθραία τσιγάρα. Η συμμετοχή του Ε. Μ. ο οποίος είχε την προβληματική για αστυνομικό συνήθεια να επισκέπτεται το Καζίνο Λουτρακίου (βλ. και την ανευρεθείσα στην τσέπη του και κατασχεθείσα 343/17.2.2004 απόδειξη εισόδου του στο Καζίνο Λουτρακίου), αποδεικνύεται από την πειστική σχετική απολογία του συγκατηγορουμένου του V. G. η οποία επαναλήφθηκε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και είναι πειστική γιατί ανέφερε αρχικά τον κατηγορούμενο Ε. Μ. ως Β. αστυνομικό που έχει αυτοκίνητο CITROEN XSARA όπως πράγματι έχει αυτός, έδωσε τον αριθμό καρτοκινητού τηλεφώνου από τον οποίο τον έπαιρνε τηλέφωνο για να τον καθοδηγήσει και ύστερα και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα. Επίσης η συμμετοχή του Ε. Μ. αποδεικνύεται επιπροσθέτως από τα ανευρεθέντα στην οικία του: α) πακέτο λαθραίων τσιγάρων μάρκας SUPERKINGS του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιολόγησε πειστικά την προέλευση και το οποίο αποδεικνύει την εμπλοκή του κατηγορουμένου σε διακίνηση λαθραίων τσιγάρων, β) το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 6.395 € για ένα απλό μισθοσυντήρητο αρχιφύλακα που βρέθηκε στην οικία του και τον οποίον ο κατηγορούμενος που δήλωσε ότι έχει στην τράπεζα μόνο 1.500 € δεν δικαιολόγησε πειστικά την κατοχή του αφού, αν ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο όπως λέει θα προέβαινε στην ανάληψη των χρημάτων όταν επρόκειτο να γίνει η αγορά αυτή και δεν θα κρατούσε τα χρήματα στην οικία του. Από το ποσό αυτό οι 5.000 € ήταν κρυμμένες κάτω από το τελευταίο ντουλάπι του διαδρόμου της οικίας του αποτελούμενες από 100 χαρτονομίσματα των 50 € περασμένα σε λαστιχάκι και αποτελούσαν την αμοιβή του ή μέρος της αμοιβής του για την επίδικη πράξη λαθρεμπορίας , γ) στην τσέπη του η 343/17.2.2004 απόδειξη του Καζίνο Λουτρακίου. Επομένως αφού η εμπλοκή του Ε. Μ. δεν αποδεικνύεται, μόνο από την απολογία του συγκατηγορουμένου του V. G. αλλά και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει αφού απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί εφαρμογής του άρθρου 211 Α ΚΠΔ να κηρυχθεί αυτός ένοχος. ...".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της λαθρεμπορίας και της συμμορίας, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται αν οι ποσότητες των τσιγάρων, για την κατοχή των οποίων καταδικάσθηκε, είχαν εισαχθεί από χώρα - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή από χώρα εκτός αυτής. Διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι εν λόγω ποσότητες τσιγάρων ήταν λαθραίες, γιατί εισήχθησαν στην Ελλάδα, κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε με έγγραφα στοιχεία η νόμιμη προέλευσή τους, σκοπός δε του αναιρεσείοντος ήταν η αποστέρηση του Δημοσίου από τους από αυτό εισπρακτέους δασμούς και λοιπούς φόρους ύψους 2.210.260,96 ευρώ, αφού τα κατείχε λαθραία, χωρίς να έχει παραστατικά αγοράς τους από τα οποία να προκύπτει ότι νομίμως είχαν εισαχθεί από την αλλοδαπή και ότι είχε γίνει ως προς αυτά η καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. Η δε δραστηριότητα του αναιρεσείοντος είχε ως περιεχόμενο, πέραν της μη καταβολής του εισαγωγικού δασμού, και την μη καταβολή των λοιπών φόρων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ειδικός φόρος καταναλώσεως, που οφείλεται για το συγκεκριμένο προϊόν (τσιγάρα), η οποία (αποφυγή καταβολής) συνιστά αξιόποινη λαθρεμπορία και όχι απλή τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη. Ακόμη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός, το δε Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει το ζήτημα της προελεύσεως των τσιγάρων, καθόσον ο προσδιορισμός της χώρας προελεύσεως του λαθρεμπορεύματος δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της λαθρεμπορίας. β) Από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σαφώς συνάγεται ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε μόνο για κατοχή των λαθραίων ποσοτήτων τσιγάρων και όχι και για εισαγωγή αυτών. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι αυτός κηρύχθηκε ένοχος και εισαγωγής τσιγάρων. Η δε φράση του σκεπτικού "στην ομάδα των προσώπων που ενώθηκε και συμφώνησε να διαπράξει το πλημμέλημα της κατοχής και εισαγωγής στην Ελλάδα..." αναφέρεται στη συρρέουσα πράξη της συμμορίας, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας δεν είναι απαραίτητη και η τέλεση της πράξεως, για τη διάπραξη της οποίας συγκροτήθηκε η ένωση δύο ή περισσοτέρων προσώπων. γ) Επαρκώς αιτιολογείται η σύσταση της συμμορίας, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων συμφώνησε με τον συγκατηγορούμενό του Ν. Τ. και με άλλα άγνωστα πρόσωπα να διαπράξουν το πλημμέλημα της λαθρεμπορίας. δ) Από την παραδοχή, στο διατακτικό, ότι "συμφώνησαν να διαπράξουν από κοινού το έγκλημα της λαθρεμπορίας...και της απλής συνέργειας στην πράξη αυτή" δεν δημιουργείται καμιά ασάφεια ως προς τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού αυτός καταδικάστηκε ως συναυτουργός της πράξεως της λαθρεμπορίας και όχι και ως απλός συνεργός αυτής. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και τέταρτος, κατά τα υπό στοιχ. IV και V λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και η υπ' αριθ. 343/17.2.2004 απόδειξη εισόδου του τελευταίου στο Καζίνο Λουτρακίου, η οποία μνημονεύεται στο σκεπτικό δύο φορές. Το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται στον κατάλογο των εγγράφων (τριάντα -30- συνολικά) που αναγνώστηκαν. Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης και της πρωτόδικης υπ' αριθ. 523/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, καθώς και των εγγράφων της δικογραφίας, το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου προκύπτει από άλλο έγγραφο και δη από την από 20.2.2004 έκθεση έρευνας σε οικία κατά την ημέρα, παρόντος ενοίκου και κατασχέσεως, η οποία αναγνώσθηκε τόσο κατά την πρωτοβάθμια (με αριθ. 13), όσο και κατά τη δευτεροβάθμια (με αριθ. 14) δίκη. Συγκεκριμένα, στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η εν λόγω απόδειξη εισόδου στο Καζίνο βρέθηκε, κατά τη διάρκεια έρευνας στην οικία του αναιρεσείοντος, στην τσέπη παντελονιού κρεμασμένου σε καλόγερο. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, με τη μνεία, μάλιστα, ότι πρόκειται για έγγραφο που κατασχέθηκε, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι λήφθηκε υπόψη το ως άνω έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 211A του ΚΠοινΔ , το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία, ως μοναδική πηγή πληροφορήσεώς τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτήν όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε προβάλει, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, μεταξύ άλλων, και τον ισχυρισμό ότι το μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο που υπήρχε σε βάρος του, ήταν η κατάθεση του (αρχικού) συγκατηγορουμένου του V. G., η οποία δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να αξιοποιηθεί αποδεικτικά σε βάρος του. Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία, όπως αναφέρθηκε, ότι η εμπλοκή του κατηγορουμένου δεν αποδεικνυόταν μόνο από την κατάθεση του ως άνω συγκατηγορουμένου του, αλλά και από άλλα στοιχεία και ειδικότερα από την ανωτέρω υπ' αριθ. 343/17.2.2004 απόδειξη εισόδου του κατηγορουμένου στο Καζίνο Λουτρακίου, από το χρηματικό ποσό των 6.395 ευρώ που βρέθηκε στην οικία του και από ένα πακέτο τσιγάρων μάρκας SUPERKINGS, το οποίο, επίσης, βρέθηκε στην οικία του και την προέλευση του οποίου δεν δικαιολόγησε αυτός αρκετά. Επομένως, καμιά ακυρότητα δεν γεννήθηκε από τη λήψη υπόψη και της καταθέσεως του ως άνω συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος, αφού η κρίση για την ενοχή του τελευταίου στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, και ο τέταρτος, κατά τα λοιπά σημεία του, λόγος αναιρέσεως, τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει στο στοιχ. Δ της παρ. 1 του άρθρου 510 του ΚΠοινΔ, υποστηρίζει, δηλαδή, ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας γιατί στηρίζεται σε μη επιτρεπτό, από το νόμο, αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι ειδικότερες αιτιάσεις περί εσφαλμένης αξιολογήσεως των στοιχείων, τα οποία συνεκτιμήθηκαν με την κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος, ότι, δηλαδή, δεν συνδέονται αυτά με την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για οποιαδήποτε πράξη και ότι θα μπορούσαν να βρεθούν σε οποιονδήποτε πολίτη εισέρχεται στο καζίνο, είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, η αναφορά του αναιρεσείοντος στις αντίθετες σκέψεις της μειοψηφίας είναι απαράδεκτη, γιατί την απόφαση αποτελεί η γνώμη, την οποία σχημάτισε η πλειοψηφία, την νομική ορθότητα της οποίας και μόνο κρίνει ο Άρειος Πάγος. Η παραβίαση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, την οποία, όμως, δεν αποτελεί η, ενδεχόμενη, μεγάλη χρονική διάρκεια της δίκης, η οποία, άλλωστε, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (αναβολές με αιτήσεις διαδίκων, αποχές δικηγόρων, εξάντληση όλων των προβλεπόμενων από τον Ελληνικό ΚΠοινΔ ενδίκων μέσων, δυσχέρεια υποθέσεως, κ.λπ.). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στο ότι, κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης μέσα σε εύλογη προθεσμία, η παρούσα υπόθεση, καίτοι αφορά πλημμέλημα, διαρκεί από το Φεβρουάριο του 2004, οπότε ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος η ποινική δίωξη, με αποτέλεσμα αυτός να στερηθεί αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων υπερασπίσεως συναδέλφων του αστυνομικών), με τα οποία θα αποδείκνυε την αθωότητά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες της μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α' και ε' του ΠΚ. Για τη θεμελίωση του πρώτου, επικαλέστηκε ότι: "Γεννήθηκε το 1964 ... Το 1985 ενετάχθη στην Ελληνική Αστυνομία ... ενώ το 1998 τοποθετήθηκε στο Α.Τ. Ερμιόνης και το 2002 στο Α.Τ. Κρανιδίου. Κατά τη διάρκεια της 20ετούς θητείας του στην Ελληνική Αστυνομία είχε άριστο υπηρεσιακό φάκελο μη δεχθείς ούτε επίπληξη, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1998 μέχρις 2003, είχε αποφασιστική συμμετοχή σε εξάρθρωση κυκλωμάτων λαθρεμπορίας (υποθέσεως Π. - Μ. - Ι.). Όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από την αποφοίτηση του από το Λύκειο μέχρις της "εμπλοκής του" στην εν λόγω υπόθεση, υπήρξε υπόδειγμα ατόμου με έντιμο ατομικό, κοινωνικό και επαγγελματικό βίο, καθ' όσον η συνολική 20ετής θητεία του στην Ελληνική Αστυνομία και ο άριστος υπηρεσιακός του φάκελος αποτελούν την πλήρη απόδειξη των ανωτέρω με συνέπεια να τυγχάνει εξ όλων των ανωτέρω εφαρμογής η εις το πρόσωπό του ελαφρυντική περίσταση της παραγράφου 2α του άρθρου 84 του Π.Κ.". Για δε τη θεμελίωση του δευτέρου, επικαλέστηκε ότι: "Από το χρόνο τέλεσης της πράξης (Φεβρουάριος 2004) μέχρι σήμερον ο κατηγορούμενος επέδειξε αρίστη διαγωγή τηρώντας του περιοριστικούς όρους που του ετέθησαν από την κ. ανακρίτρια Ναυπλίου, εμφανιζόμενος ενώπιον των Δικαστηρίων εις όλες τις μετ' αναβολών συνεδριάσεις, ενώ καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν έχει επιδείξει οιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά, συντρεχόντων συνεπώς των προϋποθέσεων εφαρμογής εις το πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της παραγράφου 2ε του άρθρου 84 του Π.Κ.". Τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το Τριμελές Εφετείο απέρριψε σιωπηρά χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πέμπτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της για την επιβολή ποινών και τον καθορισμό συνολικής ποινής, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. α και ε του ΠΚ και, αναλόγως προς την επ' αυτών παραδοχή του, να επιμετρήσει τις αρμόζουσες ποινές και να καθορίσει τη συνολική ποινή, να απορριφθεί δε η αίτηση κατά τα λοιπά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 973/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και συγκεκριμένα μόνο ως προς την απορριπτική των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. α και ε του ΠΚ διάταξή της και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινών σ' αυτόν για τις πράξεις της λαθρεμπορίας και της συμμορίας, για τις οποίες καταδικάσθηκε, και περί καθορισμού συνολικής ποινής.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 22 Νοεμβρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 8871/2011) αίτηση του Ε. Μ. του Γ., για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ