.

.

Αριθμός 220/2005

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2003, με την εξής σύνθεση: Π. Χριστόφορος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Μαρινάκης, Σύμβουλοι, Α. Καλογεροπούλου, Τ. Κόμβου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Ιωαννίδου.

Για να δικάσει την από 9 Ιουνίου 1997 αίτηση:

του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ευγ. Βελώνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………………………………...», που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παρέστη με το δικηγόρο Νικ. Παπαζώη (Α.Μ. 1979), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 4899/1996 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου, Ε. Δανδουλάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι η ΑΣΤΗΡ Α.Ε. έχει συγχωνευθεί με την Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών η Εθνική και, στη συνέχεια, ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά το νόμο ατελώς και χωρίς να καταβληθεί παράβολο, ζητείται η αναίρεση της 4899/1996 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και κατά της 4480/1993 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής το ποσόν των 14.773.700 δρχ., λόγω ζημίας που υπέστη ο ………………………………….. από την ολοσχερή καταστροφή της οικοσκευής του κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής φυλάξεώς της στις αποθήκες του Τελωνείου Αθηνών, εξαιτίας πυρκαϊάς που εκδηλώθηκε τη νύκτα της 5ης προς 6η Ιουνίου 1990, στα δικαιώματα προς αποζημίωση του οποίου υποκαταστάθηκε η αναιρεσίβλητη εταιρία.

2. Επειδή κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο παρέστη η «Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών η Εθνική», με την οποία έχει συγχωνευθεί η αναιρεσίβλητη «…………………………………...», όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα από 9.9.97 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 6524/11.9.97 Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ως διάδοχος αυτής.

3. Επειδή όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ο ………………………………….. μετέφερε από τη Γερμανία και εναπέθεσε, σύμφωνα με το 4.193 δηλωτικό, την 5.6.1990 στις αποθήκες του Τελωνείου Αθηνών προς φύλαξη, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας τελωνισμού, την μεταχειρισμένη οικοσκευή του, αποτελούμενη από διάφορα είδη οικιακού εξοπλισμού και ενδύσεως (έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, μικροσυσκευές, δίσκους, ενδύματα, υποδήματα, παιχνίδια κ.λπ.). Προηγουμένως δε και συγκεκριμένα την 1.6.1990 ο εν λόγω ιδιώτης ασφάλισε στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, σύμφωνα με το 85.533/1.6.1990 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όλα τα παραπάνω είδη έναντι παντός κινδύνου (συμπεριλαμβανομένης και της καταστροφής τους από πυρκαϊά) αντί του ποσού των 14.773.700 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν η αξία τους κατά την εκτίμηση της τελευταίας με βάση το άρθρο 5 του προαναφερόμενου συμβολαίου και κατάλογο περιέχοντα αναλυτικά την κατ’ είδος ποσότητα αυτών. Όμως, από την πυρκαϊά της 6.6.1990 στις αποθήκες του Τελωνείου Αθηνών, η οποία, κατά τους πραγματογνώμονες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, οφειλόταν σε εμπρησμό ή πιθανώς σε χρήση εμπρηστικού υλικού προηγμένης τεχνολογίας, επήλθε, σύμφωνα με την 21.272/13.7.1990 βεβαίωση της τελωνειακής αρχής, ολοσχερής καταστροφή της κατά τα άνω οικοσκευής και η αναιρεσίβλητη κατέβαλε, σε εκτέλεση του πιο πάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στον κύριο αυτής Γ. Δρούκα, σύμφωνα με την 30.350/31.7.1990 απόδειξη, αποζημίωση ισόποση της από 14.773.700 δραχμών αξίας της. Ακολούθως, η εν λόγω εταιρεία άσκησε, καθ’ υποκατάσταση του τελευταίου, την 1.867/9.7.1991 αγωγή, με την οποία ζήτησε την κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. καταβολή του προαναφερόμενου ποσού από το εκκαλούν. Το πρωτοδικείο, αφού χαρακτήρισε πλημμελή την φύλαξη των αποθηκευτικών χώρων του Τελωνείου Αθηνών και ανεπαρκή τα μέτρα πυρασφάλειας με βάση την έκταση των εν λόγω χώρων (10 στρ.) και τις κρατούσες σ’ αυτούς συνθήκες (φύλαξη μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων, ανεξέλεγκτη διέλευση πλήθους ατόμων, ύπαρξη 13 φορητών πυροσβεστήρων και δύο φυλάκων, έλλειψη συστημάτων πυρανιχνεύσεως – συναγερμού και πυροσβεστικών φωλεών – κρουνών παροχής μεγάλης ποσότητας υγρών προς αποτροπή εκδηλώσεως ή εξαπλώσεως της πυρκαϊάς), έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και, περαιτέρω, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον αντίθετο ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου και τον σχετικό με την ποσότητα των ειδών της οικοσκευής και ως αόριστο τον σχετικό με την αξία αυτών ισχυρισμό, διέταξε την καταβολή στην αναιρεσίβλητη του αιτούμενου με την αγωγή της ποσού. Έφεση δε του Δημοσίου απερρίφθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

4. Επειδή με την διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 1406/1983 (Α΄ 182) υπήχθησαν στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές που δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σ’ αυτά. Μεταξύ των διαφορών αυτών περιλαμβάνονται και οι διαφορές εκ της ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση κατ’ άρθρ. 105 Εισ.Ν.Α.Κ., σύμφωνα δε με την παρ. 2 άρθρ. 2 του ίδιου νόμου, στην περίπτωση αυτή εγείρεται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή. Τέτοια διοικητική διαφορά υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων είναι η γεννώμενη από την ευθύνη του Δημοσίου σε περίπτωση φθοράς ή απώλειας εμπορευμάτων που φυλάσσονται υποχρεωτικώς σε τελωνειακές αποθήκες ή τελωνειακούς χώρους. Τούτο διότι πριν ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις του εκτελωνισμού των εμπορευμάτων δεν είναι δυνατή η παραλαβή τους από τον δικαιούχο (Σ.τ.Ε. 3027/1998, 2636/1996 επταμ.). Τον χαρακτήρα δε αυτόν της διοικητικής διαφοράς ουσίας διατηρεί και η από την αιτία αυτή διαφορά και στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες η σχετική αξίωση ασκείται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 210 ΕΝ από τον ασφαλιστή που αποζημίωσε την ζημία ή απώλεια των ασφαλισθέντων πραγμάτων, ο οποίος υποκαθίσταται έναντι του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα τα οποία, λόγω της ζημίας, ανήκουν στον ασφαλισμένο. Συνεπώς ο ασφαλιστής νομιμοποιείται προς άσκηση αγωγής, καθ’ υποκατάσταση του αποζημιωθέντος ασφαλισμένου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο τελευταίος έχει κατά του Δημοσίου αξίωση προς αποζημίωση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος με τον οποίον προβάλλεται ότι η διαφορά που γεννήθηκε εν προκειμένω δεν ήταν διοικητική αλλά ιδιωτικού δικαίου, στηριζομένη σε σύμβαση παρακαταθήκης μεταξύ του Δημοσίου και του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και ότι, κατά συνέπεια, τα διοικητικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας για να επιληφθούν της διαφοράς αυτής (Σ.τ.Ε. 3027/1998, 2636/1996 επταμ.).

5. Επειδή από τον συνδυασμό των άρθρ. 105 Εισ.Ν.Α.Κ., 51 Τελωνειακού Κώδικος και 2 α.ν. 1433/1938 (Α΄ 403) συνάγεται ότι το Δημόσιο ευθύνεται για κάθε φθορά ή απώλεια εμπορευμάτων που έχουν εναποτεθεί υποχρεωτικώς στις τελωνειακές αποθήκες ή τους τελωνειακούς περιβόλους των τελωνειακών αρχών, εκτός της περιπτώσεως της φυσικής φθοράς ή μειώσεώς των ή βλάβης από ανωτέρα βία. Τέτοια δε περίπτωση ανωτέρας βίας η οποία συνεπάγεται την απαλλαγή του Δημοσίου από της ευθύνης, δεν συνιστά, πάντως, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η πυρκαϊά, έστω και αν οφείλεται σε εμπρησμό (Σ.τ.Ε. 3585/97, 2636/96 επτ.). Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η επίδικη πυρκαϊά συνιστά λόγον ανωτέρας βίας, ενώ εξάλλου αλυσιτελώς προβάλλεται ότι δεν συνέτρεξε πλημμέλεια περί την φύλαξη του χώρου του τελωνείου από τα όργανα του δημοσίου (Σ.τ.Ε. 3585/97).

6. Επειδή προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι έσφαλε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η οποία δέχθηκε ότι η καταστραφείσα οικοσκευή απετελείτο από 290 είδη και όχι από 101 είδη, στηριχθείσα σε χειρόγραφο κατάλογο που συνόδευε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και όχι στον κατάλογο που συνόδευε την μεταξύ του Γ. Δρούγκα και της μεταφορικής εταιρίας σύμβαση μεταφοράς. Όμως, όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ο κατάλογος που συνόδευε τη σύμβαση μεταφοράς περιείχε περιληπτική παράθεση της οικοσκευής, κατά βασικές κατηγορίες πραγμάτων, που ανέρχονταν σε 101 είδη και όχι αναλυτική κατ’ είδος και ποσότητα περιγραφή αυτών, όπως ο κατάλογος που συνόδευε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το δε αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβήτησε όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την παράθεση σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων την ύπαρξη ορισμένων ειδών της επίδικης οικοσκευής ή ποσοτήτων αυτών, αλλά αορίστως συλλήβδην τον συνολικό αριθμό της. Συνεπώς νομίμως απέρριψε η αναιρεσιβαλλομένη τον σχετικό λόγο εφέσεως, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

7. Επειδή κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που ανέρχεται σε τριακόσια ογδόντα (380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2003

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 2005.